Legislator Case Law & Legislation
1555/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to failure to appear and lack of evidence citation.

Case Number 1555/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by X1, X2, and X3 against the Second Instance Court of Kalamata. The appellants failed to appear at the hearing on March 17, 2010, while the respondent was properly summoned and represented by counsel. The court ruled the appeal inadmissible because the appellants neither appeared nor cited the specific evidence they claimed the lower court improperly ignored.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 KPolD; Art. 453 KPolD: An appeal is inadmissible if a party fails to appear at the hearing, and any claim regarding unexamined evidence is baseless without explicit citation of the specific documents in the record.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal failure to appear evidence citation supreme court review procedural default

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 KPolD
Art. 453 KPolD
Art. 242 KPolD
Art. 240 KPolD
Art. 339 KPolD
Art. 409 KPolD
Art. 410 KPolD
Art. 415 KPolD
Art. 420 KPolD
Art. 61 AK
Art. 65 AK
Art. 67 AK
Art. 70 AK

Cited Case Law

AI generated
OLAP 23/2008
OLAP 9/2000
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1555 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1555/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομέ-νου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2 συζ. ..., το γένος Σ, κατοίκου ... και 3. Χ3, κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Ιωαννίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 167/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 129/2007 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-12-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 9-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως. Και αν μεν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίστηκε και δεν εμφανίστηκε ο αντίδικός του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση αποδεικτικό επιδόσεως της σχετικής κλήσεως προς συζήτηση, αν δε η συζήτηση επισπεύδεται από τον απολειπόμενο διάδικο, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που επιδόθηκε.

Αν δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη. Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 9-12-2008 αίτηση για αναίρεση της 129/2007 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίστηκαν κατά την δικάσιμο αυτή και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, ενώ ο αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Ιωαννίδη, προσκομίζει δε το ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο της 17-3-2010, που επιδόθηκε σ' αυτόν στις 4-5-2009 από τον δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Καλαμάτας ..., με επιμέλεια και εντολή προς επίδοση του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Μαλαφάντη, ο οποίος έχει υπογράψει και το δικόγραφο της αναίρεσης.

Έτσι, αποδεικνύεται ότι οι αναιρεσείοντες επισπεύδουν τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης και, επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του ακίνητο για μια εικοσαετία, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Σύμφωνα, επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία επί του πράγματος (κάτοχος) είναι νομέας αυτού, αν ασκεί τη φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου.

Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή η βούληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου (animus domini) και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (corpus). Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου από το ισχύον δίκαιο δικαιώματος της νομής.

Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής. Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα (opinio domini).

Εκείνος, όμως, που εξουσιάζει το πράγμα για μια εικοσαετία γίνεται, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ανεξαρτήτως, όπως ειπώθηκε, αν είχε και την πεποίθηση ότι είχε κυριότητα. Αν λείπει το πνευματικό στοιχείο, υπάρχει μόνο κατοχή, η οποία, όμως, μόνη δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας με χρησικτησία.

Μόνο κατοχή υπάρχει, όταν η σωματική εξουσία, ολική ή μερική, ασκείται κατά κανόνα, στο όνομα άλλου με βάση κάποια νόμιμη ή υποτιθέμενη ενοχική σχέση, όπως μίσθωση, παρακαταθήκη, χρησιδάνειο, μεσεγγύηση, εκούσια ή νόμιμη αντιπροσώπευση κ.ά. Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερόμενων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο κατά την κοινή αντίληψη με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση.

Ο διάδικος που προβάλλει τη χρησικτησία, πρέπει να επικαλεστεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο σαν δικό του. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 976 εδ. α' ΑΚ, σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα.

Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, συνάγεται ότι η ειδική διαδοχή στη νομή του πράγματος επέρχεται, με άτυπη αναιτιώδη σύμβαση, η οποία έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια η νομή που είχε εκείνος ο οποίος μεταβιβάζει και παραδίδει το πράγμα.

Εξάλλου, για την έναρξη της 20ετίας δεν απαιτείται να γνωστοποιήσει σε κανένα ο χρησιδεσπόζων την πρόθεσή του να νέμεται το πράγμα για δικό του λογαριασμό, γιατί το στοιχείο αυτό είναι απαραίτητο μόνο μεταξύ του χρησιδεσπόζοντος και άλλων όταν υπάρχει νόμιμη σχέση κοινωνίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ.

ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Απ. 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη από 15-1-2004 αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και την ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα:

Μετά από άτυπη διανομή κοινών αγροτικών ακινήτων, που πραγματοποιήθηκε περί το έτος 1934 ο εκ των κοινωνών Σ, πατέρας των εναγόντων και ετεροθαλής αδελφός του εναγομένου Ψ, έλαβε στην αδιαφιλονίκητη νομή και κατοχή του ένα αγροτικό ακίνητο, εμβαδού 16.560,02 τ.μ., το οποίο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου και το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." του δημοτικού διαμερίσματος ...

και συνορεύει γύρω-γύρω βόρεια με χαράδρα, νότια με παλαιό δρόμο ..., ανατολικά με ιδιοκτησία εναγομένου και δυτικά με ιδιοκτησία .... Αμέσως μετά τη διανομή ο Σ παρέλαβε το ως άνω ακίνητο και ασκούσε σε αυτό συνεχώς μέχρι το έτος 1946 όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του.

Συγκεκριμένα το καλλιεργούσε, φύτεψε σε αυτό ελαιόδενδρα και γενικά το φρόντιζε και το επιτηρούσε. Ο Σ, που είχε σπουδάσει δάσκαλος και το έτος 1948 χειροτονήθηκε ιερέας, την ίδια χρονιά έφυγε από το χωριό του (...), στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ως άνω ακίνητο, και εγκαταστάθηκε στο χωριό ..., όπου διορίσθηκε δάσκαλος καθώς και εφημέριος του Ιερού Ναού του ως άνω χωριού.

Φεύγοντας από το ... ο Σ άφησε το επίδικο ακίνητο στον ως άνω ετεροθαλή αδελφό του να το περιποιείται και να το εκμεταλλεύεται. Ο Σ αποκαταστάθηκε πολύ καλά και οι δύο θέσεις, του παπά και του δασκάλου, που κατείχε, τον βοήθησαν να ανέβει οικονομικά και κοινωνικά. Αντίθετα η οικονομική κατάσταση του εναγομένου, που παρέμεινε στο ...

και καλλιεργούσε τη γη για να ζήσει, δεν ήταν καλή. Έτσι το έτος 1955, ο Σ που διατηρούσε άριστες σχέσεις με τον ως άνω αδελφό του, δώρησε σε αυτόν ατύπως το ως άνω ακίνητο (επίδικο). Από το χρόνο αυτό ο εναγόμενος ασκούσε σε αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του.

Συγκεκριμένα το επισκεπτόταν συχνά, το όργωνε, προέβαινε στον καθαρισμό του, φύτευσε σε αυτό πολλά νέα ελαιόδενδρα, συγκέντρωνε τον ελαιόκαρπο, κλάδευε τα ελαιόδενδρα και έβοσκε τα ζώα του, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα ή να αμφισβητηθεί η νομή και η κατοχή του επ' αυτού. Το έτος 1980 στην ανατολική πλευρά του επιδίκου, πέραν της οποίας εκτείνεται άλλη ιδιοκτησία του, τοποθέτησε περίφραξη από συρματόπλεγμα για να μην περνάνε τα ζώα στην προς ανατολάς ιδιοκτησία του, την οποία έσπερνε με δημητριακά.

Ο Σ, που, όπως αναφέρθηκε, είχε τακτοποιηθεί πολύ καλά και σπάνια πήγαινε στο ..., ουδέποτε επισκέφθηκε το επίδικο ακίνητο από το έτος 1955 μέχρι το θάνατό του το έτος 1993 και ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για αυτό. Αυτός, όχι μόνο δεν είχε ζητήσει από τον αδελφό του το παραμικρό ως αντάλλαγμα για την εκμετάλλευση του ακινήτου από εκείνον, αλλά σε συγγενείς που τον ρωτούσαν γιατί δεν επισκέπτεται πιο συχνά το ..., όπου έχει και το ως άνω κτήμα, αυτός έλεγε ότι δεν έχει ανάγκη από το εν λόγω κτήμα και ότι αυτό το έχει αφήσει ως δώρο στον αδελφό του Ψ (εναγόμενο).

Αλλά και τα παιδιά του Σ ουδέποτε άσκησαν πράξεις νομής και κατοχής στο επίδικο (π.χ. όργωμα, καλλιέργεια, συλλογή καρπών, περιποίηση ελαιοδένδρων κλπ), είτε πριν είτε μετά το θάνατο του πατέρα τους. Τα ίδια πρόσωπα ουδέποτε είχαν διαμαρτυρηθεί για τις ως άνω εμφανείς πράξεις του εναγομένου στο επίδικο ακίνητο.

Τα παραπάνω περιστατικά βεβαιώνονται από τη μάρτυρα του εναγομένου που εξετάσθηκε στο ακροατήριο και από τους μάρτυρες που βεβαίωσαν ενόρκως ενώπιον του συμβολαιογράφου οι οποίοι καταθέτουν με σαφήνεια και από δική τους αντίληψη για τα περιστατικά αυτά, οι καταθέσεις τους δε αυτές δεν αντικρούονται από άλλα στοιχεία.

Από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο επί είκοσι (20) και πλέον συναπτά έτη, ήτοι από το έτος 1955 μέχρι το έτος 1975 και έτσι έγινε κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Επομένως, οποιοδήποτε δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου είχε αποκτήσει ο Σ καταλύθηκε κατά τα ανωτέρω.

Αλλά και μετά τη συμπλήρωση της εικοσαετίας (1975) ο εναγόμενος νεμήθηκε το επίδικο με τα ίδια ως άνω προσόντα μέχρι την άσκηση της αγωγής. Έτσι ο Σ δεν ήταν κύριος του επιδίκου ακινήτου κατά το χρόνο του θανάτου του στις 31-1-1993 και επομένως οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, ήτοι τα παιδιά του (ενάγοντες) και η σύζυγός του ...

χήρα Σ, δεν έγιναν κύριοι του εν λόγω ακινήτου με κληρονομική διαδοχή. Κύριος του ακινήτου αυτού, όπως προαναφέρθηκε, έγινε με το θεσμό της έκτακτης χρησικτησίας ο εναγόμενος. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι ο εναγόμενος νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο επί είκοσι (20) και πλέον συναπτά έτη από το έτος 1955 μέχρι το έτος 1975 τουλάχιστον και έτσι έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, και κατόπιν τούτου δέχτηκε την καταλυτική της αγωγής ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, απέρριψε την αγωγή.

Με αυτά που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, ότι ο εναγόμενος, μετά την άτυπη δωρεά του επίδικου ακινήτου προς αυτόν από τον αδελφό του Σ το έτος 1955, ασκούσε σε αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του μέχρι το έτος 1975 τουλάχιστον και έτσι έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Σ δεν ήταν κύριος του επιδίκου κατά το χρόνο του θανάτου του στις 31-1-1993 και ότι συνακόλουθα οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού ενάγοντες δεν έγιναν συγκύριοι αυτού με κληρονομική διαδοχή, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 974, 976 και 1045 ΑΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της αναιρεσιβαλλομένης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη ζητήματα, είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν.

Κατά την εν λόγω διάταξη σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β`, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με σαφή αναφορά στις προτάσεις αυτές, σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου (κατάθεσης μάρτυρος, εγγράφου), κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ, το οποίο, αν και αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, εφαρμόζεται αναλόγως και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων (Ολ.ΑΠ 23/2008, Ολ.ΑΠ 9/2000).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 339, 409 παρ. 1 και 2, 410 παρ. 3 και 415 έως 420 Κ.Πολ.Δ. και 61, 65, 67 και 70 του ΑΚ, συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι' αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοικήσεως αυτού.

Τούτο συνάγεται ιδίως από το ως άνω άρθρο 415 του Κ.Πολ.Δ. που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοικήσεώς τους, αλλά η εξέταση αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, επιτρεπόμενο όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αποδείχθηκαν ατελώς από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο, αλλά και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη και την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ανωμοτί κατάθεση του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, που δόθηκε κατά την εξέτασή του ως διαδίκου, προς απόδειξη της προβληθείσας από αυτόν ένστασης ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου, καίτοι με τις ενώπιον του Εφετείου υποβληθείσες προτάσεις του ουδόλως επικαλέστηκε το επώνυμο αποδεικτικό αυτό μέσο.

Όμως, από τις με ημερομηνία 5-3-2007 προτάσεις του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Εφετείου της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει, ότι ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος με σαφήνεια αναφέρει, ότι <<προσκομίζει και επικαλείται τα πρακτικά της εκκαλουμένης αποφάσεως>>, στα οποία περιέχεται η ως άνω ανωμοτί κατάθεσή του, όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία αναφέρεται, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη "τις χωρίς όρκο καταθέσεις του πρώτου ενάγοντος και του εναγομένου, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού".

Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-12-2008 αίτηση των Χ1 κ.λ.π. για αναίρεση της 129/2007 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ