Supreme Court dismisses university's appeal against court correction of prior judgment regarding academic appointments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the University of Western Attica's appeal against a lower court decision correcting a previous judgment. The university argued the correction violated the principle of res judicata and misapplied new laws regarding academic staff appointments. The court rejected these claims, ruling that the lower court merely supplemented the original decision without violating established facts or legal principles.
Legislator headnote
AI generatedArticles 15 and 16 of Section 559 of the Code of Civil Procedure; The court may correct or supplement a prior judgment to clarify the decision without violating the principle of res judicata, provided no new facts are introduced.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1554 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1554/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου και Απόστολο Φωτόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής", το οποίο εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Δρόσο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του καθ' ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1)Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 2)Μ. Δ. του Δ., κατοίκου ... και 3)Ε. Α. του Κ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γαβαλά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκε με την δια των από 19-4-2005 προτάσεων ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του καθ' ου η κλήση (Ελληνικού Δημοσίου). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3507/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1035/2007 του Εφετείου Πειραιώς.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 312/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε εν μέρει και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο. Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 163/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς και 287/2021 διορθωτική αυτής. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης (που αφορά την διόρθωση της 163/2019 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς) ζήτησε το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 28-9-2021 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 760/2023 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση.
Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 14-6-2023 κλήση των καλούντων. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 14.6.2023 (αριθμ. εκθ. καταθ. 67/2023) κλήση των αναιρεσιβλήτων μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 760/2023 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της από 28.9.2021 και με αριθμό κατάθεσης 816/91/2021 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 287/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, αφορώσα τη διόρθωση της υπ' αριθμ. 163/2019 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, λόγω μη κλήτευσης του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο είχε ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εναγομένου [αναιρεσείοντος] Ν.Π.Δ.Δ.
στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, φέρεται προς συζήτηση η ως άνω αίτηση αναίρεσης μετά από κλήτευση του Ελληνικού Δημοσίου (βλ. υπ' αριθμ. 1839Γ/4.7.2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Άγγελου Κ. Καλύβα). Με την από 28.9.2021 και με αριθμό κατάθεσης 816/91/2021 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής", προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 287/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, αφορώσα τη διόρθωση της υπ' αριθμ. 163/2019 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε μετά την αναίρεση με την υπ' αριθμ. 312/2017 απόφαση του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου αυτού της υπ' αριθμ. 1035/2007 απόφασης του ίδιου Εφετείου, και με την οποία (163/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά) έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η με αριθμ.
κατάθεσης 122/30.1.2007 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και μετά την εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 3507/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και εκδίκασης της από 2.12.2003 και με αριθμό κατάθεσης 9741/2.12.2003 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, έκρινε νόμω και ουσία βάσιμη την αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές.
Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζομένη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (Ολ ΑΠ 15/2011, 42/2005, ΑΠ 1305/2018, 1402/2018).
Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο δεν υπάρχει και όταν ο Άρειος Πάγος έκρινε για το ορισμένο ή τη νομική βασιμότητα της αγωγής (ΑΠ 176/2016, 1297/2010). Ως "νομικό ζήτημα" θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση, μπορεί δε αυτός να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο, για τους κατ` ιδίαν λόγους αναίρεσης που θεσπίζει το άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 534/2015, 1708/2014).
Κατά δε το άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με τον λόγο αυτόν προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε με την αναιρετική (ΑΠ 387/2021,199/2012, 411/2010).
Εν προκειμένω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως δικαστήριο της παραπομπής μετά από αναίρεση εν μέρει της υπ' αριθμ. 1035/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς με την υπ' αριθμ. 312/2017 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία έκρινε ότι το Εφετείο με την ως άνω απόφασή του παραβίασε α) με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 2 του Συντάγματος, 21 ν. 2190/1994 και 19 παρ. 11 β' του Ν. 1404/1983, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες και β) με τη μη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες...", και συμμορφούμενο με την απόφαση του Αρείου Πάγου δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως και κατ' ουσία βάσιμη ως προς τους ενάγοντες ήδη αναιρεσιβλήτους, και αναγνώρισε ότι καθένας από αυτούς συνδέεται με το εναγόμενο με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με έναρξη την ημερομηνία της αρχικής πρόσληψής τους, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας".
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της ευθείας παραβίασης των άρθρων 103 του Συντάγματος, 21 του Ν. 2190/1994, 11, 15 και 19 παρ. 1 Ν. 1404/1983 είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι το ως άνω ζήτημα της νομιμότητας της ένδικης αγωγής ως προς τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους έχει κριθεί με την 312/2017 αναιρετική απόφαση, κατά τρόπο δεσμευτικό, όχι μόνο για το δικαστήριο της παραπομπής (Εφετείο), που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και για τον Άρειο Πάγο, στον οποίο επανέρχεται η υπόθεση με νέα αίτηση αναίρεσης κατά της εν λόγω αποφάσεως.
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 § 1 ΑΚ και 6 Ν. 765/1943, ο οποίος έχει κυρωθεί με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, κατά τις οποίες, αντιστοίχως, "Με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό" και "Δια του όρου "μισθωτός" νοούνται τα φυσικά πρόσωπα άτινα παρέχουσι εις έτερον φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον οιασδήποτε φύσεως εξηρτημένην εργασίαν έναντι αμοιβής.
Ως αμοιβή θεωρείται πάσα παροχή χορηγουμένη εις τον μισθωτόν (αμοιβή εις χρήμα ή εις είδος, φιλοδωρήματα κλπ) ανεξαρτήτως του τρόπου καθορισμού ταύτης (αμοιβή καθοριζομένη βάσει του αποτελέσματος της εργασίας ανεξαρτήτως χρόνου εργασίας - αμοιβή κατ' αποκοπήν)", συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υφίσταται, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία είναι η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτή εργαζόμενο συνέπειες, που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεώς του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο (ΟλΑΠ 28/2005), αφορά δε κυρίως το εργατοϋπαλληλικό προσωπικό.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 8 §§ 1 εδ. α' και 3 Ν. 2112/1920, κατά τις οποίες, αντιστοίχως, "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή δια τον υπάλληλον" και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου", συνάγεται ότι επί συνάψεως αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν δεν δικαιολογείται η συνομολογηθείσα διάρκεια αυτών από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Οι εν λόγω διατάξεις, όπως εξ αυτών προκύπτει, έχουν εφαρμογή μόνον επί συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή άλλων συμβάσεων υποκρυπτουσών σχέση εξαρτημένης εργασίας, ως ειδικοί κανόνες του εργατικού δικαίου θεσπισθέντες εν όψει της ανάγκης μείζονος προστασίας, την οποία έχουν κατά τεκμήριο οι παρέχοντες εξαρτημένη εργασία (ΟλΑΠ 20/2007).
Ο χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσεως, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σε αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος (ή ο έχων ισχύ νόμου κανονισμός), διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΕΔ 3/2001, ΟλΑΠ 13/2017, 7 και 8/2011, 6/2001).
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού, από το δικαστήριο, της έννομης σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 18/2006 και 19/2007), αφορά δε το διοικητικό και εργατοτεχνικό προσωπικό με σχέση ιδιωτικού δικαίου, το οποίο εμπίπτει στον έλεγχο του Α.Σ.Ε.Π.
Συνεπώς, επί πλειόνων καταρτισθεισών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου του εργαζομένου, για το χαρακτηρισμό αυτών ως ενιαίας σύμβασης (ή σχέσης) εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή των άνω διατάξεων των άρθρων 648 § 1 ΑΚ, 6 Ν. 765/1943 και 8 του Ν. 2112/1920, κρίσιμα εξεταστέα ζητήματα είναι, εάν οι συμβάσεις τους έχουν το χαρακτήρα της εξαρτημένης εργασίας, ήτοι, εάν ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, εάν έχουν το χαρακτήρα της διαδοχικότητας και, τέλος, εάν υπαγορεύτηκαν από αντικειμενικούς λόγους, που δικαιολογούνται από τη φύση τους, ήτοι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη και ο καθορισμένος χρόνος διάρκειάς τους έγινε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων που απορρέουν από τις διατάξεις αυτές.
Με την παράγρ. 3 του άρθρου 166 του Ν.4763/2020 (ΦΕΚΑ'254/ 21.12.2020), ο οποίος ισχύει κατ' άρθρο 171 αυτού, από τη δημοσίευσή του στην Ε.τ.Κ. ήτοι από 21.1.2.2020 και το οποίο αφορά: Ζητήματα Καθηγητών κ' λεκτόρων εφαρμογών των πρώην Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.), καταργήθηκε η παράγρ. 6 του άρθρου 20 του ν. 4452/2017, σύμφωνα με την οποία "Τα μέλη του Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Π.) των Τ.Ε.Ι.
τα οποία, με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, κρίθηκε ότι συνδέονται με το οικείο Τ.Ε.Ι. με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καταλαμβάνουν, μετά από αίτησή τους, συνιστώμενες προς τούτο προσωποπαγείς θέσεις καθηγητών εφαρμογών. Η πράξη διορισμού στις άνω θέσεις εκδίδεται εντός ενός (1) μηνός από την υποβολή της σχετικής αίτησης και ανατρέχει στον αναγνωρισθέντα με το διατακτικό της δικαστικής απόφασης χρόνο.
Με την πράξη διορισμού καθορίζεται και το γνωστικό αντικείμενο του αιτούντος". Σύμφωνα δε με τις παρ. 1 και 2 του αυτού άρθρου [166 του Ν.4763/2020] ορίζεται ότι: "1. Οι πράξεις διορισμού σε προσωποπαγείς θέσεις καθηγητών εφαρμογών ή λεκτόρων εφαρμογών των Α.Ε.Ι. που εκδόθηκαν από τα αρμόδια όργανα των Α.Ε.Ι. έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, σε εφαρμογή αμετάκλητων δικαστικών αποφάσεων κατ' επίκληση της παρ. 6 του άρθρου 20 του ν. 4452/2017 (Α' 17) θεωρούνται νομίμως εκδοθείσες και επιφέρουν όλα τα έννομα αποτελέσματά τους αποκλειστικά από την ημερομηνία έκδοσής τους και εξής".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ. 1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 16 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης μιας απόφασης, αν το δικαστήριο που την έχει εκδώσει, δέχθηκε, κατά παράβαση του νόμου, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 16 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν προτάσεως κάποιου διαδίκου, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου, δέχεται παρά το νόμο ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο (ΑΠ 232/2020, 1796/2013). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 309 εδάφια α' και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι: "Οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση δεν μπορούν μετά τη δημοσίευσή τους να ανακαλούνται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε. Όσες δεν κρίνουν οριστικά μπορούν είτε αυτεπαγγέλτως είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου, που υποβάλλεται μόνο στη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθούν σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που τις εξέδωσε έως ότου εκδοθεί οριστική απόφαση". Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται, ότι η απόφαση του δικαστηρίου που διατάσσει συμπληρωματικές αποδείξεις είναι μη οριστική και ως τοιαύτη δύναται να ανακληθεί, είτε με αίτηση του διαδίκου είτε αυτεπαγγέλτως.
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ.15 του ΚΠολΔ ιδρύεται, αν παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση (ΑΠ 504/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πειραιά με την προσβαλλόμενη απόφαση με αριθμό 287/2021 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, αφορώσα τη διόρθωση της υπ' αριθμ. 163/2019 απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά:
[...] "Ενόψει των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, έσφαλε, αφού δε εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και η υπόθεση κρατηθεί από το παρόν Δικαστήριο, η κρινόμενη αγωγή, που είναι κατά το υπό στοιχ. α' αίτημά της, της αναγνώρισης κάθε μίας των συμβάσεων των 6ου, 11ου και 19ου, εναγόντων -, 1ου, 2ου και 3ου των καλούντων-εκκαλούντων [αναιρεσιβλήτων], ως μιας ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου, ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 8 παρ 3 ν 2112/1920, 281 και 671 ΑΚ και 25 παρ 1 και 3 του Συντάγματος ...
πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά το υπό στοιχ. α' αίτημα και να αναγνωριστεί κάθε μία από τις συμβάσεις των εναγόντων-καλούντων, ως σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου". Από το κείμενο της υπό διόρθωση απόφασης, σύμφωνα με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, ως προς το σκέλος του υπό στοιχείο α' αιτήματος της, που στην εφαρμογή των διατάξεών των άρθρων 8 παρ 1 και 3 ν 2122/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 25 παρ 1 και 3 του Συντάγματος, 281 και 671 ΑΚ, οι οποίες, κατά τα αναφερόμενα στην απόφαση ίσχυαν κατά το χρόνο κατάρτισης των επίδικων συμβάσεων εργασίας, για την αναγνώριση του χαρακτήρα τους ως αορίστου χρόνου, απορριπτομένης της αγωγής ως μη νόμιμης, ως προς το έτερο σκέλος του υπό στοιχ, α' αιτήματός της, που θεμελιωνόταν ευθέως στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ, καθώς κατά τα αναφερόμενα στην υπό διόρθωση απόφαση, η Οδηγία αυτή δεν εφαρμόζεται άμεσα στις ιδιωτικές σχέσεις και η ενσωμάτωση αυτής στην ελληνική έννομη τάξη, όσον αφορά στους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα, όπως εν προκειμένω στους ενάγοντες, έγινε πολύ αργότερα από τον αναφερόμενο στην αγωγή χρόνο των ένδικων συμβάσεων, κατά τον οποίο διωκόταν η αναγνώριση του χαρακτήρα τους από διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου σε ενιαίες συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Αλλά και από όσα αναφέρονται ως αποδεδειγμένα σε διάφορα σημεία της υπό διόρθωση απόφασης, όπως τον χρόνο πρόσληψης του κάθε ενάγοντος, στη σύναψη πολλαπλών και διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου η οποία δεκτό ότι έγινε προσχηματικά για την κάλυψη στην πραγματικότητα, μίας ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου για κάθε έναν από τους ενάγοντες, καθώς και από την αναγνώριση, τελικά, κάθε μίας των συμβάσεών των 6ου, 11ου και 19ου των εναγόντων - 1ου, 2ου και 3ου των καλούντων-εκκαλούντων, ως μίας ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου, προκύπτει ότι το δικάσαν μετ' αναίρεσιν Εφετείο, εκ προφανούς παραδρομής, παρέλειψε να καθορίσει στο διατακτικό του την χρονική αφετηρία της ισχύος της ενιαίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου που συνδέει τov καθένα από τους αιτούντες με το πρώην Τ.Ε.Ι Πειραιά και ήδη Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής και που είναι για τον πρώτο απ' αυτούς η 01.10.1999, για τον δεύτερο η 21.09.1992 και για τον τρίτο η 20.03.1989.
Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση και να διορθωθεί (συμπληρωθεί) το διατακτικό της υπ' αριθμ 163/2019 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, από το ελλιπές "Αναγνωρίζει τις συμβάσεις εργασίας των εναγόντων-καλούντων, Α. Κ., Μ. Δ. και Ε. Α., με το εναγόμενο Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Πειραιά, ως αορίστου χρόνου", στο πλήρες "Αναγνωρίζει τις συμβάσεις εργασίας των εναγόντων-καλούντων, Α.
Κ., Μ. Δ. και Ε. Α., με το εναγόμενο Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Πειραιά, ως αορίστου χρόνου, με χρόνο έναρξης της σύμβασης για τον πρώτο απ' αυτούς την 01.10.1999, για τον δεύτερο, την 21.09.1992 και για τον τρίτο, την 20.03.1989". Βάσει των ως άνω παραδοχών το Εφετείο έκρινε ότι οι ενάγοντες [αναιρεσίβλητοι] εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες με το εναγόμενο Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Πειραιά και συνακόλουθα ότι συνδέοντο με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με χρόνο έναρξης τους ανωτέρω και κατά τούτο διορθώθηκε - συμπληρώθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση μετά από αίτηση των αναιρεσιβλήτων.
Κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία " ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ" πρώην "Α.Ε.Ι. ΠΕΙΡΑΙΑ Τ.Τ." και "Τ.Ε.Ι. Πειραιά", με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο ανακάλεσε και παραβίασε το δεδικασμένο της με αριθμό 163/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, είναι απαράδεκτος όσον αφορά την πλημμέλεια του αριθμού 15 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού αυτή δικαιολογείται, αν παρά το νόμο ανακλήθηκε κάποια απόφαση, γεγονός που δεν συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση και ως αβάσιμος, όσον αφορά την πλημμέλεια του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθ' όσον δεν υπήρξε παραβίαση δεδικασμένου αλλά διόρθωση -συμπλήρωση της υπ' αριθμ. 163/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Επίσης, ορθά το Εφετείο δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 166 του ν. 4763/2020, ο οποίος αφορά: Ζητήματα Καθηγητών και λεκτόρων εφαρμογών των πρώην Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.) και ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 171 αυτού, ισχύει από τη δημοσίευσή του στην ΕτΚ ήτοι από 21.12.2020, και δεν έχει ισχύει κατά το χρόνο έκδοσης της με αριθμό 163/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά (26.3.2019), όπως διορθώθηκε - συμπληρώθηκε με την με αριθμό 287/2021 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, οπότε είχε εφαρμογή το άρθρο 20 παρ.6 του ν. 4452/2017, πριν την κατάργησή του με τον προαναφερθέντα νόμο, σύμφωνα με τον οποίο η πράξη διορισμού των αναιρεσιβλήτων ανατρέχει στον αναγνωρισθέντα με το διατακτικό της δικαστικής απόφασης χρόνο.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι από τον αριθμό 19 αυτού, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), που πρέπει να προσδιοριστούν σε κοινό ποσό, καθ' όσον εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο δικηγόρο και κατέθεσαν κοινές προτάσεις (ΑΠ 1638/2022).
Να σημειωθεί ότι η δικαστική δαπάνη δεν θα οριστεί μειωμένη, καθ' όσον το άνω αναιρεσείον ΝΠΔΔ εκπροσωπήθηκε από ιδιώτη δικηγόρο που υπηρετεί σε αυτό με πάγια αντιμισθία (βλ. το υπ' αριθμ. ....2022 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ναταλίας - Μαρίας Σαββίδη του Διονυσίου προς το δικηγόρο Γρηγόριο Δρόσο του Χρήστου) και όχι από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους {άρθρα 30 παράγρ. 1 και 2 ν. 4038/2012 (ΦΕΚ Α' 14/2.2.2012), 19 παρ. 1 περ.
β ν. 2556/1997 (ΦΕΚ Α' 270/24/12/1997), σε συνδυασμό προς το άρθρο 61 παρ. 3 ν.4194/2013 (ΦΕΚ Α' 208/27.9.2013)}.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.9.2021 και με αριθμό κατάθ. 816/91/28.9.2021 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 287/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, αφορώσα τη διόρθωση της υπ' αριθμ. 163/2019 απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου.
Και Καταδικάζει το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ