Legislator Case Law & Legislation
1554/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first instance judgment on property possession and personality rights claims.

Case Number 1554/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against the First Instance Court's rejection of their claims regarding property possession and personality rights. The appellants argued the lower court lacked legal basis and failed to properly evaluate evidence concerning the use of a specific property. The court ruled the appeal inadmissible because the grounds attacked the court's discretionary assessment of evidence rather than legal errors, and the cited legal provisions were vague.

Legislator headnote

AI generated

Articles 974, 976, 979, 980, 983, 984, 987, 989, 992, 993, 994 of the Civil Code; Article 560 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it challenges the court's discretionary evaluation of evidence or cites vague legal provisions without specifying the violated substantive law.

Keywords

AI generated
property possession rights personality rights protection inadmissible appeal evidence evaluation discretionary assessment legal basis deficiency costs of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 974, 976, 979, 980, 983, 984, 987, 989, 992, 993, 994 of the Civil Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1554 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1554/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γ. Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 12η Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέα Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Σ. του Μ., κατοίκου ..., 2) Ε. Σ. του Π., κατοίκου ..., 3) Μ. Σ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Λιούμα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Ι. και Ά., 2) Κ. - Χ. Π. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύση Κοντομηνά και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 24-2-2014 και 21-3-2014 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Βάμου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 126/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-6-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 22-6-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 126/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που απέρριψε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της 14/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Βάμου, με την οποία είχαν γίνει δεκτές, ως ουσία βάσιμες, οι από 24-2-2014 και 21-3-2014 περί προστασίας της νομής ακινήτων και περί προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας αγωγές των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 976, 979, 980, 983, 984 παρ. 1, 987, 989 εδ. α, 992, 993 και 994 ΑΚ προκύπτουν τα εξής: α) για την απόκτηση της νομής επί πράγματος, κινητού ή ακινήτου, απαιτείται, αφενός μεν βούληση του αποκτώντος να εξουσιάζει το πράγμα ως κύριος, αφ` ετέρου δε φυσική εξουσίαση στο πράγμα. Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη των στοιχείων αυτών, είναι δημιουργική του μη εμπραγμάτου δικαιώματος της νομής.

Η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του κατέχοντος να κατέχει και εξουσιάζει το πράγμα κατά τρόπο διαρκή, απεριόριστο και αποκλειστικό, εκδηλώνεται δε με πράξεις επί του πράγματος που αρμόζουν στον κύριο αυτού. Αν λείπει το πνευματικό στοιχείο της νομής (βούληση) υπάρχει μόνο κατοχή, η οποία, κατά κανόνα, ασκείται στο όνομα και για λογαριασμό του κυρίου, δυνάμει ενοχικής σχέσεως ισχυρής ή όχι.

H νομή προσβάλλεται είτε με αποβολή είτε με διατάραξη, που γίνεται από τρίτο παράνομα. Παράνομη είναι η προσβολή όταν ο νομέας δεν την επιτρέπει. Επομένως εννοιολογικά στοιχεία προσβολής της νομής είναι: α) αποβολή ή διατάραξη, β) παράνομη, γ) χωρίς τη θέληση του νομέα. Άλλες προϋποθέσεις, π.χ. διάρκεια της προσβολής, περιουσιακή ζημία του νομέα, χρήση βίας, γνώση ή άγνοια, υπαιτιότητα ή κακή πίστη του προσβολέα, δεν θέτει ο νόμος.

Διατάραξη είναι κάθε παρεμπόδιση ή παρακώλυση της φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα που δεν φτάνει μέχρι την αποβολή. H διατάραξη αποτελεί μερική προσβολή της νομής, γιατί ο νομέας δεν στερείται πλήρως τη φυσική εξουσία, αλλά παρακωλύεται σε κάποια από τις εκδηλώσεις της, δηλαδή σε κάποια από τις χρησιμότητες του πράγματος.

Η διατάραξη μπορεί να επέλθει με πράξη, όταν αυτός που διαταράσσει είτε ενεργεί πάνω στο πράγμα (π.χ. αφαιρώντας ή και κόβοντας ή και καταστρέφοντας αντικείμενα από ξένη ιδιοκτησία,), είτε εμποδίζει το νομέα από το να ενεργήσει πάνω στο πράγμα (π.χ. δυσχεραίνει το νομέα να εισέλθει στην ιδιοκτησία του με την τοποθέτηση αντικειμένων που φράζουν ή παρεμποδίζουν ή παρακωλύουν την είσοδο και έξοδο απ` αυτήν), ή με παράλειψη όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης, όπως συμβαίνει όταν αυτός παραλείπει να άρει διαταρακτικό κατασκεύασμα ή αντικείμενο που συνεπάγεται διαρκή και εξακολουθητική παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του (ΑΠ 1215/2020, ΑΠ 95/2019).

Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 984 παρ. 1 εδ. α' και 989 εδ.α', ΑΚ προκύπτει ότι στοιχεία της βάσεως της αγωγής διαταράξεως της νομής και της απόφασης που την δέχεται, είναι ότι ο ενάγων είχε τη νομή του επιδίκου, δηλαδή την κατοχή με διάνοια κυρίου, τόσο κατά το χρόνο της διαταράξεως, όσο και κατά το χρόνο επιδόσεως της αγωγής και προσβολή αυτής από τον εναγόμενο με παράνομη διατάραξη και χωρίς τη θέληση του νομέα (ΑΠ 2297/2009).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ., που είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 560 αρ. 5 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί, ούτε τέλος τα αποδεικτικά μέσα (Ολ.Α.Π. 3/1997, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 2044/2017).

Τέλος, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (άρθρα 559 αρ. 19 και 560 αρ. 6 ΚΠολΔ). Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 1099/2020, 563/2020, 1133/2018).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιό δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποιά αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 69/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την ένδικη υπόθεση, τα εξής: "Στη συννομή των εναγόντων, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, περιήλθε το κάτωθι περιγραφόμενο ακίνητο, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../17-10-1991 συμβολαιογραφικής πράξης μεταβίβασης, λόγω δωρεάς, της συμβολαιογράφου Αθηνών Δήμητρας Δασκάλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βάμου, στον τόμο ...

και με αύξοντα αριθμό ..., από τη γιαγιά τους εκ πατρικής γραμμής, Ε. χήρα Α. Π., το γένος Κ.. Ειδικότερα, πρόκειται για ένα ακίνητο που βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού ..., Περιφερειακής Ενότητας ..., εμβαδού 152,10 τ.μ., μετά διωρόφου οικίας με υπόγειο και εξωτερικό σκεπαστό ξυλόφουρνο, το οποίο εμφαίνεται στο με ημερομηνία 27-05-2013 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α.

Δ. με τα στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Ε,Ζ,Η,Θ,I,Κ,Λ,Μ,Ν,Ξ,Ο,Α και συνορεύει βορειοδυτικά με συνεχόμενες πλευρές από ανατολικά προς δυτικά μήκους μέτρων 1,72 μ., 1,84 μ. και 10,52 με πρώην ιδιοκτησία Ζ. Χ. και νυν Ι. Τ., νοτιοδυτικά -σε συνεχόμενες πλευρές, και με κατεύθυνση από βόρεια προς νότια μήκους 5,80μ., 3,72 μ. και 6,91 μ. με ιδιοκτησία Ι.

Κ., νοτιοανατολικά και με κατεύθυνση από νότο προς ανατολή σε πλευρές μήκους 4 μ., 3,40 μ., 4,13 μ. με δημοτικό οδό πλάτους 4 μέτρων σε άλλη πλευρά μήκους 1,76 μ. με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ. Σ. και σήμερα Ε. Σ. του Π. και της Γ. και Μ. Σ. του Π. και της Γ. και τέλος κατά άλλη πλευρά μήκους 2,10 μ. με την ως άνω ιδιοκτησία κληρονόμων Μ.

Σ. και σήμερα των Ε. και Μ. Σ. και βορειοανατολικά και με κατεύθυνση από νότιο προς βορρά σε συνεχόμενες πλευρές μήκους 2,50 και 3,10 με πρώην ιδιοκτησία κληρονόμων Μ. Σ. και σήμερα Ε. και Μ. Σ., σε πλευρά 2,40 με την ίδια ως άνω ιδιοκτησία των Ε. και Μ. Σ. και τέλος σε συνεχόμενες πλευρές μήκους 2,41 με ακίνητο ιδιοκτησίας κληρονόμων Σ.

και νυν των Ε. και Μ. Σ. και σε πλευρά μήκους 1,64 με κοινόχρηστη αγροτική οδό πλάτους 1,50 μέτρων. Η εντός του ακινήτου οικία, που υφίσταται προ του έτους 1830, εμφαίνεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό με στοιχεία .... Στη νοτιοανατολική πλευρά της οικίας υφίσταται, ακάλυπτος χώρος (αυλή) επιφάνειας 42,30 τ.μ. (που αποτυπώνεται με στοιχεία ...

στο προαναφερόμενο τοπογραφικό), στην βορειοανατολική πλευρά ακάλυπτος χώρος (αυλή) έκτασης 12,14 τ.μ. (που εμφαίνεται με στοιχεία ... στο ως άνω τοπογραφικό), νότια της νοτιοδυτικής πλευράς υπάρχει τμήμα του ακινήτου εμβαδού 3,19 τ.μ. στο οποίο ευρίσκεται ο παλιός ξυλόφουρνος (που αποτυπώνεται με στοιχεία ...

στο προαναφερόμενο τοπογραφικό) και ο παλαιός πέτρινος τοίχος μήκους 5,50 μέτρων και πλάτους 45-50 πόντων, ο οποίος εμφαίνεται με τα στοιχεία .... Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι στη νοτιοανατολική πλευρά της οικίας δεν υφίσταται, ακάλυπτος χώρος (αυλή) επιφάνειας 42,30 τ.μ., αλλά η οικία εφάπτεται με τον δημοτικό δρόμο.

Τούτο όμως διαψεύδεται από τα κάτωθι στοιχεία: α) τις αεροφωτογραφίες των ετών 1979, 1993, 1998 και τον ορθοφωτοχάρτη του έτους 1996 και την επ' αυτών από 10.04.2012 έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου - φωτοερμηνευτή Ε. Κ., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες, σύμφωνα με την οποία, από τη στερεοσκοπική εξέταση των αεροφωτογραφιών των ετών 1979, 1993, 1998 και την μειοεικονική παρατήρηση του ορθοφωτοχάρτη χρονικής περιόδου 1996 διαπιστώθηκε η ύπαρξη ελεύθερου τμήματος επιφάνειας εδάφους μη καταλαμβανόμου από το οδόστρωμα του δρόμου μεταξύ της θέσης που χωροθετείται το κτίσμα ιδιοκτησίας Π.

Α. και Π. Κ. Χ. και της ιδιοκτησίας κληρονόμων Μ. Σ. και του δρόμου ανατολικά αυτών. Από την παρατήρηση των προαναφερθέντων αεροφωτογραφιών προκύπτει διαφοροποίηση του δρόμου, ο οποίος αποτυπώνεται με λευκό χρώμα λόγω της συμπίεσης του εδάφους από τη διέλευση οχημάτων, σε σχέση με την ελεύθερη έκταση που εμφανίζεται με γκρι χρώμα, λόγω του ότι σε αυτή φύεται χαμηλή χορτολιβαδική βλάστηση και το έδαφος της δεν υφίσταται συμπίεση εξαιτίας της μη διέλευσης οχημάτων, β) τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες φωτογραφίες, στις οποίες ο δρόμος εμφανίζεται να περνάει μπροστά από την οικία των εναγόντων και να συνεχίζει, νότια, με έντονη κλίση προς τα αριστερά, καταλείποντας ακάλυπτο χώρο μεταξύ αυτού (δρόμου) και της οικίας των εναγόντων, γ) την υπ' αριθμ. 14.700/Θ3.02.2017 ένορκη βεβαίωση της Α.

Σ. και το υπ' αριθμ. 14.180/16.10.2015 έγγραφο που περιέχει τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ι. Σ. καΐ| Μ. Μ., οι οποίοι ως κάτοικοι του οικισμού ... έχουν ιδία αντίληψη περί του εν λόγω Θέματος. Κατά τα ανωτέρω, οι ενάγοντες απέκτησαν τη συννομή του προπεριγραφέντος ακινήτου με παράγωγο τρόπο, καθώς η κτήση της νομής στηρίχθηκε στην προϋπάρχουσα νομή άλλου προσώπου και επήλθε με τη ρητή θέλησή του και πιο συγκεκριμένα με ειδική διαδοχή στη νομή, με τη συμφωνία μεταξύ της πραγματικής νομέως γιαγιάς τους εκ πατρικής γραμμής και των ιδίων, που είχαν τη δυνατότητα φυσικής εξουσίας επάνω στο πράγμα, η οποία συμφωνία ενυπάρχει στο προαναφερθέν συμβολαιογραφικό έγγραφο με το οποίο καταρτίστηκε η δωρεά (άρθρο 976 εδ.

β'ΑΚ). Στην μεταβιβάζουσα τη νομή γιαγιά τους, Ε. χήρα Α. Π., το γένος Κ., η νομή περιήλθε το 1960 από τον πατέρα της, Γ. Κ., ο οποίος της μεταβίβασε το ακίνητο με άτυπη δωρεά, στην οποία εμπεριέχεται συμφωνία του μέχρι τότε νομέα πατέρα της με την αποκτώσα θυγατέρα του ότι ο πρώτος εγκαταλείπει τη νομή, την οποία αποκτά η δεύτερη.

Έκτοτε η Ε. χήρα Α. Π., το γένος Κ. ασκούσε πράξεις νομής στο ακίνητο και ειδικότερα επέβλεπε αυτό, το συντηρούσε, αποθήκευε αντικείμενα και μάζευε τα σύκα από τις δυο συκιές που βρίσκονταν σε αυτό. Από το έτος 1991, χρονολογία κατά την οποία οι ενάγοντες κατέστησαν νομείς, κατά τον ανωτέρω τρόπο, μέχρι σήμερα, οι τελευταίοι ασκούσαν και ασκούν διακατοχικές πράξεις στο ακίνητο αφενός αυτοπροσώπως, ήτοι καθαρίζουν και επιβλέπουν το ακίνητο, τις αυλές αυτού και τον παλαιό φούρνο, σταθμεύουν τα οχήματα τους, τοποθετούν και αποθηκεύουν αντικείμενα σε αυτό και .στις αυλές τους, ειδικότερα μπάζα και οικοδομικά υλικά, ενώ το έτος 2011 ανήγειραν διώροφη οικία διατηρώντας τα τμήματα του τοίχου της παλαιάς οικίας, αφετέρου δια του αντιπροσώπου πατέρας τους, Ι.

Π., ο οποίος αποθήκευε αντικείμενα στο ακίνητο, όπως μία ξύλινη βάρκα, που απεικονίζεται σε σχετική προσκομιζόμενη μετ' επίκλησης φωτογραφία. Ο ξυλόφουρνος χρησιμοποιούνταν, όπως προαναφέρθηκε από τη γιαγιά εκ πατρικής γραμμής των εναγόντων - μεταβιβάζουσα τη νομή σε αυτούς, Ε. χήρα Α. Π., το γένος Κ. και όχι από την Κ.

Σ., μητέρα του πρώτου εναγόμενου και γιαγιά των λοιπών εναγομένων και των εναγόντων, καθώς η γειτονική οικία στην οποία κατοικούσε η προαναφερθείσα με την οικογένειά της διέθετε δικό της ξυλόφουρνο, σύμφωνα με την ένορκη κατάθεση της μητέρας των εναγόντων, Άννας Σ., που περιέχεται στα υπ' αριθμ. 81/2013 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Βάμου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων).

Τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από την υπ' αριθμ. 14.180/16.10.2015 ένορκη βεβαίωση του Ι. Σ. του Μ., ο οποίος τα καταθέτει μετά λόγου γνώσεως, δεδομένου ότι είναι αδελφός του πρώτου εναγομένου και της μητέρας των εναγόντων, Ά. Π., το γένος του Μ. Σ., η πατρική τους δε οικία εφάπτεται στο επίδικο ακίνητο.

Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ουδέποτε κατοικήθηκε η παλαιά ερειπωμένη οικία που βρισκόταν στο ακίνητο (σημειώνεται ότι δεν υφίσταται αγωγικός ισχυρισμός περί του αντιθέτου) και από το γεγονός τούτο συμπεραίνουν ότι δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνταν οι επίδικες αυλές και ο ξυλόφουρνος από τους ενάγοντες.

Εν τούτοις, οι ανωτέρω επικαλούμενες και αποδειχθείσες πράξεις νομής των εναγόντων - νομέων και της μεταβιβάζουσας τη νομή γιαγιά τους εκ πατρικής γραμμής, δεν συνδέονται με το πραγματικό γεγονός της κατοίκησης ή μη της παλαιάς οικίας, αλλά είναι αυτοτελείς, αποδεικνύουν δε ότι πράγματι η νομή μεταβιβάστηκε κατά τον ως άνω αναλυόμενο τρόπο, ήτοι από την πραγματική νομέα Ε.

χήρα Α. Π., το γένος Κ. στους ενάγοντες. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι στις αρχές Μαρτίου 2013 καθ' όλο το μήκος της νότιας πλευράς της βορειοανατολικής αυλής, επιφάνειας 12,14 τ.μ., όπου αυτός εφάπτεται με τον τοίχο της οικίας της δεύτερης και τρίτου των αντιδίκων και σε πλάτος 0,50 μέτρων, οι εναγόμενοι τοποθέτησαν σκυρόδεμα επί του εδάφους και τοποθέτησαν μπάζα σε τμήμα της επίδικης οδού.

Στην ίδια αυλή, την 21.05.2013 τοποθέτησαν οικοδομικά υλικά και μπάζα. Τον Ιούνιο 2013 έκλεισαν με πέτρες και σκυρόδεμα τα δύο παράθυρα που βρίσκονταν στον βόρειο ανατολικό παλαιό τοίχο της οικίας των εναγόντων. Επίσης, την 12.09.2013 μετέβη στη νοτιοανατολική αυλή, έκτασης 42,30 τ.μ., του επίδικου ακινήτου ο Ι. Β., χειριστής μπουλντόζας, έχοντας λάβει προς τούτο εντολή από τον πρώτο εναγόμενο και ανέσκαψε την επιφάνεια του εδάφους, διαμορφώνοντάς την όπως το έδαφος του δρόμου, αλλοιώνοντας, με αυτόν τον τρόπο τα όρια και τη φύση του ανωτέρω επίδικου εδαφικού τμήματος και αφαίρεσε οικοδομικά υλικά και μπάζα και τα μετέφερε στο ακίνητο της δεύτερης και τρίτης των εναγομένων, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1348/08.11.2013 ένορκη βεβαίωση του προαναφερθέντος χειριστή ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χανίων, η οποία ελήφθη στο πλαίσιο της δίκης επί της αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων και λαμβάνεται υπόψη στην παρούσα δίκη ως δικαστικό τεκμήριο, καθώς και από την 13.09.2013 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία των εναγόντων προς τους εναγόμενους.

Με τις ανωτέρω ενέργειες, οι οποίες συνομολογούνται από τους εναγόμενους, οι τελευταίοι προσέβαλαν επανειλημμένα τη σύννομη των εναγόντων, επί της βορειοανατολικής αυλής του ακινήτου, έκτασης 12,14 τ.μ., επί της νοτιοανατολικής αυλής τους έκτασης 42,30 τ.μ., επί εδαφικού τμήματος επιφάνειας 3,19 τ.μ., στο οποίο βρίσκεται ένας παλιός φούρνος και επί του παλαιού βορειανατολικού τοίχου του ακινήτου τους, υπό τη μορφή της διατάραξης αυτής, παράνομα και χωρίς τη θέληση των εναγόντων.

Επομένως, γεννήθηκε στο πρόσωπο των εναγόντων αξίωση προς άρση της προσβολής της σύννομης και παράλειψής της στο μέλλον. Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι από τη βορειοανατολική πλευρά του ακινήτου των εναγόντων υφίσταται αγροτική οδός πλάτους 1,5 μέτρων και μήκους 15 μέτρων περίπου, που ξεκινά από την είσοδο της οικίας και με πορεία στα βορειοανατολικά καταλήγει στην δημοτική οδό που ενώνει την ευρύτερη κτηματική περιφέρεια της περιοχής ...

με την ... και εμφαίνεται στο από Μάιο 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού δομικών έργων ΤΕ Α. Δ. με τα στοιχεία .... Ειδικότερα, αυτός ο δρόμος, εμβαδού 22,38 τ.μ., έχει σταθερό πλάτος 1,5 μ. και κατεύθυνση, αρχής γενομένης της περιγραφής από τον βορειοανατολικό ακάλυπτο χώρο του ακινήτου των εναγόντων και προς βορά, ελαφρά βορειοδυτική, εν συνεχεία βορειοανατολική και πάλι με κατεύθυνση βορειοδυτική καταλήγει στην ως άνω δημοτική οδό.

Οι πλευρές του, αρχής γενομένης της περιγραφής από την ανατολική πλευρά του και από το σημείο έναρξής του από την δημοτική οδό, σε πλευρά βορειοανατολική με στοιχεία στο ως άνω τοπογραφικό 7-8 μήκους 3,22μ, εν συνεχεία σε πλευρά νοτιοδυτική με στοιχεία 8-9 και μήκος 1,94 μ. συνεχίζει με βορειοανατολική πλευρά με στοιχεία 9- 10-11-12 μήκους 0,80 μ., 4,77 μ., και 2,17 μ., και εν συνεχεία η πλευρά αυτή καταλήγει με κατεύθυνση ελαφρά νοτιοδυτική σε πλευρές με στοιχεία 12-13-14 μήκους 2,24 μ., και 1,08 μ., και καταλήγει στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου των εναγόντων.

Καθ' όλο το μήκος συνορεύει η ανατολική πλευρά του με ακίνητο κληρονόμων Μ. Σ. πλην της πλευράς 12-13 μήκους 2,24 μ. που συνέχιζε ο δρόμος και εξυπηρετούσε άλλα ακίνητα, η δε δυτική πλευρά του αρχής γενομένης από το σημείο έναρξής του από τη δημοτική οδό έχει κατεύθυνση σε πλευρά βορειοανατολική 6-5 μήκους 1,65 μ.

συνεχίζει σε πλευρά βορειοδυτική 5-4 μήκους 1,75 μ. και συνεχίζει με κατεύθυνση προς νοτιοδυτικά σε πλευρές με στοιχεία 4-3-2-1-Η μήκους 2,10 μ., 4,79 μ., 1,85 μ., 1,50 μ. και συνορεύει καθ' όλη τη δυτική πλευρά του με ακίνητο Ι. Τ.. Η πλευρά 6-7 πλάτους 1,5 μ. συνορεύει με τη δημοτική οδό και η πλευρά του Η-14 πλάτους 1,64 μ., με την βορειοανατολική αυλή του ακινήτου των εναγόντων.

Η ύπαρξη της οδού αυτής διαπιστώθηκε κατά την αυτοψία που διενήργησε ο Ειρηνοδίκης σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 81/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Βάμου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους ενάγοντες υπ' αριθμ. 1 α/15.01.2014 έκθεση αυτοψίας. Περαιτέρω, το γεγονός ότι υπήρχε στο σημείο αυτό αγροτική οδός προκύπτει και από την από 10.04.2012 έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου - φωτοερμηνευτή Ε.

Κ., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες. Ειδικότερα, σύμφωνα με την προαναφερθείσα έκθεση, από τη στερεοσκοπική παρατήρηση των αεροφωτογραφιών των ετών 1993 και 1998 εντοπίζεται η ύπαρξη γραμμικού στοιχείου που ερμηνεύεται ως μονοπάτι στη θέση ανατολικά βορειοανατολικά της θέσης που χωροθετείται το κτίσμα ιδιοκτησίας Π.

Α. και Π. Κ. Χ. που με πορεία στα βορειοανατολικά κατέληγε σε κεντρικό δρόμο. Εξάλλου δεν νοείται η ύπαρξη της παλαιάς πέτρινης με καμάρα εισόδου της οικίας, η οποία διατηρήθηκε και στην οικία που ενεγέρθη το έτος 2011 στη θέση της παλαιάς, χωρίς την ύπαρξη αγροτικής οδού που ένωνε την εν λόγω είσοδο με τον κεντρικό δρόμο, καθώς μέσω της εν λόγω οδού οι κατοικούντες στην παλαιά οικία είχαν πρόσβαση στην κύρια οδό του οικισμού.

Από τον εν λόγω δρόμο διέρχονταν οι κάτοικοι των ακινήτων της περιοχής, η οποία αποτελούσε τούρκικο μετόχι και πριν το έτος 1850, όπως καταθέτει μετά βεβαιότητας ο, γεννηθείς το έτος 1939 και κάτοικος του οικισμού ..., Ι. Σ. του Μ. στην προσκομισθείσα μετ' επίκλησης υπ' αριθμ. 14.180/16.10.2015 ένορκη βεβαίωση, υπογραμμίζοντας ότι τούτα του τα είχε διηγηθεί ο πατέρας του που τα είχε ακούσει από τον δικό του πατέρα.

Την ύπαρξη του εν λόγω μονοπατιού από την εποχή της τουρκοκρατίας επιβεβαιώνει και ο μάρτυρας Μ. Μ., που γεννήθηκε το έτος 1931 και κατοικεί στον οικισμό ..., στην ίδια ως άνω ένορκη βεβαίωση. Επιπρόσθετα, ο Ι. Τ., που διατηρεί οικία στον οικισμό ..., καταθέτει στην από 18.05.2015 ένορκη μαρτυρική του κατάθεση ενώπιον της πταισματοδίκη Ρεθύμνου ότι ο εν λόγω δρόμος είχε αφεθεί στην κοινή χρήση και χρησιμοποιούνταν, αυτολεξεί "από όποιον ήθελε".

Συνεπώς, η επίδικη οδός υπό την ισχύ του οθωμανικού δικαίου στην Κρήτη, από αμνημονεύτου χρόνου, είχε αφεθεί στην αποκλειστική χρήση της ολότητας των κατοίκων του οικισμού Δη μητρουλιανών, με έννοια παραπλήσια εκείνης της αμνημονεύτου αρχαιότητας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, με τρόπο ώστε η κοινή χρήση να αποτελεί τη μόνη γνωστή μορφή συλλογικής εξουσίασης αυτής, διαμορφωμένη δε κατά την κυριαρχία του οθωμανικού κράτους.

Άλλως ειπείν, είχε προσλάβει την ιδιότητα της καθιερωμένης στην κοινή χρήση γαίας ("έκπαλαι" ή "ανέκαθεν"), καθώς τα ως άνω δικαιοπαραγωγικά γεγονότα του κοινόχρηστου δρόμου είχαν συντελεσθεί στην περιοχή του οθωμανικού κράτους και υπό την κυριαρχία αυτού. Τα οικοδομικά υλικά, που όπως προαναφέρθηκε, τοποθέτησαν οι εναγόμενοι το Μάρτιο του έτους 2013 στην κοινόχρηστη οδό, όπως αποτυπώνεται και στις σχετικές προσκομιζόμενες μετ' επίκλησης φωτογραφίες, κατέλαβαν μέρος της οδού, εμβαδού 13,80 τ.μ.

και ειδικότερα, αρχής γενομένης της περιγραφής από τον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου των εναγόντων προς βορειοδυτικά, καθ' όλο το πλάτος του και σε μήκος της δυτικής πλευράς του με διατάσεις 1,50 μ. , 1,85 μ., 4,79 μ. και της ανατολικής πλευράς του 1,08 μ., 2,24 μ., 2,17 μ., 4,77 μ., με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η ακώλυτη χρήση της οδού από τους ενάγοντες και συνεπώς επέρχεται παράνομη προσβολή της προσωπικότητας τους, κατά την έκφανση της ελεύθερης χρήση των κοινόχρηστων πραγμάτων.

Επομένως, θεμελιώνεται, στο πρόσωπο των εναγόντων, αξίωση προς άρση της προσβολής και μη επανάληψή της στο μέλλον. Το αίτημα περί διενέργειας αυτοψίας που υπεβλήθη από τους εκκαλούντες με τα δικόγραφα της έφεσης και των προτάσεών τους κρίνεται απορριπτέο, καθώς τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα επαρκούν για την απόδειξη των σχετικών αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών και το Δικαστήριο δεν θεωρεί αναγκαία την αντίληψη του αντικειμένου με τις δικές του αισθήσεις.

Με βάση τα ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση: α) ως προς την υπ' αριθμ. 17/25.02.2014 αγωγή, δέχθηκε την ουσιαστική βασιμότητα αυτής και αναγνώρισε τους ενάγοντες συννομείς των επίδικων εδαφικών τμημάτων και του παλαιού πέτρινου τοίχου, έκρινε ότι υπήρξε διατάραξη της νομής τους εκ μέρους των εναγομένων και υποχρέωσε τους τελευταίους να παύσουν τη διατάραξη και να παραλείπουν αυτή στο μέλλον, απειλώντας σε βάρος τους χρηματική ποινή πεντακοσίων (500) ευρώ και προσωπική κράτηση τριών (3) μηνών, σε περίπτωση παράβασης της ως άνω διάταξης και β) ως προς την υπ' αριθμ. 24/26.03.2014 αγωγή, δέχθηκε ότι συντρέχει περίπτωση παράνομης προσβολής του δικαιώματος προσωπικότητας των εναγόντων λόγω της παρεμπόδισης της ακώλυτης χρήσης του αγροτικού δρόμου, που είχε καταστεί κοινόχρηστος (εφαρμόζοντας ωστόσο για τη διάγνωση της ιδιότητας του κοινοχρήστου το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας και όχι το οθωμανικό δίκαιο) και έκανε δεκτή την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, υποχρεώνοντας τους εναγομένους να άρουν την προσβολή, απομακρύνοντας τα οικοδομικά υλικά κι οποιαδήποτε αντικείμενα έχουν τοποθετήσει και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης επέτρεπε στους ενάγοντες να προβούν στις εν λόγω ενέργειες με έξοδα των εναγομένων και ακολούθως διέταξε την παράλειψη οποιασδήποτε μελλοντικής προσβολής του δικαιώματος των εναγόντων για ελεύθερη και ακώλυτη χρήση της κοινόχρηστης οδού, απειλώντας σε βάρος των εναγομένων χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ και προσωπική κράτηση τριών (3) μηνών ρ'ε περίπτωση παράβασης της ως άνω διάταξης, κηρύσσοντας την απόφαση προσωρινά εκτελεστή, ορθώς κατ1 αποτέλεσμα έκρινε και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις, παρά το γεγονός ότι διέλαβε στην εκκαλούμενη απόφασή του εν μέρει ελλιπείς και εσφαλμένες αιτιολογίες, στη συμπλήρωση και αντικατάσταση των οποίων, αντίστοιχα, με εκείνες που παρατίθενται προηγουμένως στο σκεπτικό της απόφασης αυτής προβαίνει το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 534 ΚΠολΔ), γι' αυτό και είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι ο τρίτος λόγος έφεσης που αφορά την παραδοχή της υπ' αριθμ 17/25.02.2014 αγωγής και ο πρώτος λόγος έφεσης με τον οποίο πλήττεται το κεφάλαιο της απόφασης που δέχθηκε την υπ' αριθμ. 24/26.03.2014 αγωγή)".

Στη συνέχεια το Moνομελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση των ηττηθέντων πρωτοδίκως, εναγομένων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατ' εκτίμηση, από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατέληξε στην κρίση της για να κάνει δεκτή την από 24-2-2014 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, μη λαμβάνοντας υπόψη επαρκώς τα αποδεικτικά μέσα των αναιρεσειόντων, τα οποία, χωρίς αιτιολογία θεώρησε λιγότερο αξιόπιστα από εκείνα των αναιρεσιβλήτων, καθώς και τους προβληθέντες με τον τρίτο λόγο έφεσης ουσιώδεις ισχυρισμούς των εκκαλούντων-αναιρεσειόντων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη ότι οι ίδιοι (αναιρεσείοντες) έχουν δικαίωμα νομής επί των επιδίκων και ότι οι εφεσίβλητοι-αναιρεσίβλητοι, προ της ενάρξεως κατασκευής της οικίας τους, αλλά και οι δικαιοπάροχοί τους, ποτέ δεν κατοίκησαν το ακίνητο, στο οποίο υπήρχε ασκεπές ερείπιο και δεν ασκούσαν πράξεις νομής στην επίδικη αυλή της πατρικής οικίας των αναιρεσειόντων ούτε έκαναν χρήση του οικογενειακού τους φούρνου, στον οποίο η μητέρα τους (αναιρεσειόντων) φούρνιζε ψωμί στις δεκαπέντε μέρες τρεις φορές, ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι αυτοί που προσέβαλαν τη νομή τους επί των επιδίκων τμημάτων και όχι αυτοί (αναιρεσείοντες) τη δική τους.

Τέλος δε, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους ότι στον τίτλο κτήσης του ακινήτου των αναιρεσίβλητων, ήτοι το υπ' αριθμ. .../1991 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Αθηνών Δήμητρας Δασκάλου το ως άνω ακίνητό τους περιγράφεται ως οικόπεδο χωρίς κτίσμα, αυλή, ακάλυπτο χώρο ή πέτρινο φούρνο και ουδεμία μνεία γίνεται σ' αυτόν για ύπαρξη ακάλυπτου χώρου στα βορειοανατολικά της ιδιοκτησίας τους ή αυλής στα νοτιοανατολικά αυτής, ενώ υπάρχει και απόκλιση σε σχέση με το διεκδικούμενο από τους αναιρεσίβλητους ακίνητο κατά 52 τ.μ, αφού το ακίνητο τους αναφέρεται στον ως άνω τίτλο, ως έχον εμβαδόν 100 τ.μ και όχι 152 τ.μ, που εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Α.

Δ., το οποίο συνετάγη με δήλωση των ιδίων, των ορίων ιδιοκτησίας τους, το έτος 2013. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αυτές, δεν αφορούν σε "πράγματα" κατά την εκτιθέμενη στη νομική σκέψη έννοια, αλλά σε αποδεικτικά μέσα και σε ισχυρισμούς που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της ένδικης αγωγής.

Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι στερείται νόμιμης βάσης λόγω έλλειψης αιτιολογίας, άλλως λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της άσκησης πράξεων νομής στα επίδικα ακίνητα, διότι, ενώ δέχεται ότι ο επίδικος ξυλόφουρνος άρα και η επίδικη αυλή, η οποία αποτελεί συνέχειά του, χρησιμοποιούνταν από τη γιαγιά, εκ πατρικής γραμμής των αναιρεσίβλητων, Ε.

χήρα Α. Π., το γένος Κ., στη συνέχεια δέχεται ότι το σπίτι αυτό δεν κατοικήθηκε ποτέ, καθώς ήταν ερειπωμένη οικία και προφανώς δεν χρησιμοποιούνταν τα προηγούμενα χρόνια ο επίδικος ξυλόφουρνος και η αυλή του, ενώ, εξάλλου δεν προβαίνει σε καμία αιτιολογημένη αναφορά σχετικά με τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους αναιρεσείοντες αποδεικτικά μέσα, ήτοι την με ΑΒΜ ΕΟ5/2429 δικογραφία σε βάρος του Ε.

Κ. και υπ' αριθ. 5584/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων μετά των πρακτικών αυτής, τις δεκατρείς φωτογραφίες και ιδίως τις υπ' αριθμ.119/19-10-2015 και 120/19-10-2015 ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Δ. Α. και Γ. Α. και τις υπ' αριθ. 9234/2013, 9191/2013, 9193/2013, 9194/2013 και 9198/2013 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ι. Μ., Γ. Κ., Σ.

Σ., Ν. Μ. και Ι. Μ., αντίστοιχα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Χανίων Ιωάννας Μπαλάγκα-Ντουρουντάκη καθώς και την κατάθεση του μάρτυρα Μ. Σ. ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και τέλος δεν αιτιολογεί για ποιον τυχόν λόγο δεν τα θεώρησε αξιόπιστα ή λιγότερα αξιόπιστα από τα αποδεικτικά μέσα των αναιρεσιβλήτων.

Οι λόγοι αυτοί, είναι απαράδεκτοι, αφ' ενός μεν καθόσον υπό την επίφαση της επίκλησης της ελλείψεως νομίμου βάσεως πλήττεται η ορθότητα της εκτιμήσεως των αποδείξεων και η αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου, αφ' ετέρου δε λόγω αοριστίας, επειδή δεν αναφέρονται σ' αυτόν οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που κατά τα εκτιθέμενα παραβιάστηκαν εκ πλαγίου.

Επομένως και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρα 176 , 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-6-2020 αίτηση των Ι. Σ., Ε. Σ. και Μ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 126/2020 απόφασης του Moνομελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ