1554/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1554/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι επικαλούμενες αγγελίες (ηλεκτρονικές ή έντυπες) με την προσφορά ακινήτων προς πώληση σε διάφορες περιοχές της Χώρας δεν συνιστούν πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη, όπως αναφέρθηκε, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα ακίνητα (άρθρο 13 § 1 εδ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1554 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1554/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Λ. του Θ. (αρ. ...), 2) Δ. Π. του Γ. (αρ. ...4), 3) Α. Κ. του Δ. (αρ. ...), που δεν παραστάθηκε, 4) Κ. Κ. του Δ. (αρ. ...Α) και 5) Γ. συζ. Ν. Ν., το γένος Χ. Τ. (αρ. ...), κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1ος, 2ος, 4ος και 5η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Β. Ά., που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Α. Κ. του Δ. (3ος) απεβίωσε στις 11-7-2016 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του α) Α. Κ. του Α., β) Φ. Λ. του Κ., γ) Α. Λ. του Κ., δ) Γ. Λ. του Κ. και ε) Κ. Λ. του Γ., κάτοικοι ... οι οποίοι εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων (πρώην ΠΕΧΩΔΕ), που κατοικοεδρεύουν στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Β. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων (πρώην ΠΕΧΩΔΕ), που κατοικοεδρεύουν στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Λ. του Θ. (αρ. ...), 2) Δ. Π. του Γ. (αρ. ...4), 3) Α. Κ. του Δ. (αρ. ...), που δεν παραστάθηκε, 4) Κ. Κ. του Δ. (αρ. ...Α), 5) Χ. Τ. του Χ. (αρ. ...), που δεν παραστάθηκε και 6) Γ. Ν. του Χ. (αρ. ...), κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1ος, 2ος, 4ος και 6η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Β. Ά., που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Α. Κ. του Δ. (3ος) απεβίωσε στις 11-7-2016 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του α) Α. Κ. του Α., β) Φ. Λ. του Κ., γ) Α. Λ. του Κ., δ) Γ. Λ. του Κ. και ε) Κ. Λ. του Γ., κάτοικοι ... οι οποίοι εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2012 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης των Κ. Λ., Δ. Π., Κ. Κ.Χ.., Χ. Τ., Γ. Ν. και του ήδη αποβιώσαντος Α. Κ.Χ.. (μετά την έκδοση της 89/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Εκδόθηκε η 177/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 2-11-2014 αίτησή τους και το υπό στοιχ. Β αναιρεσείον με την από 21-1-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 5-5-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε: α) ως προς την από 21-1-2014 αίτηση αναιρέσεως την παραδοχή των πρώτου, τρίτου και τετάρτου λόγων της και β) ως προς την από 2-11-2014 αίτηση αναιρέσεως την παραδοχή του πρώτου λόγου, κατά το πρώτο μέρος του (που αφορά στο με αριθμό ... ακίνητο), του πρώτου λόγου, κατά το δεύτερο μέρος του (... ακίνητο), του πρώτου λόγου, κατά το πρώτο μέρος του (...4, ... ακίνητα), του πρώτου λόγου, κατά το τρίτο μέρος του (..., ... ακίνητα), του πρώτου λόγου, κατά το τέταρτο μέρος του (...4, ... ακίνητα) και την απόρριψη των λοιπών λόγων των ως άνω αιτήσεων για αναίρεση της 177/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων - υπό στοιχ. Β αναιρεσιβλήτων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεώς του, την απόρριψη της αντίθετης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες αιτήσεις: α) από 21-1-2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ... αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και β) από 2-11-2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ... αίτηση των Κ. Λ. κ.λπ. με της οποίες επιδιώκεται η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 177/2013 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας πρέπει, αφού στρέφονται κατά της ίδιας αποφάσεως, να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 246 του Κ.Πολ.Δικ., που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε την συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 6Α του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014 "Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:
α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.
Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις". Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 21.1.2014 αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, της οποίας με πράξη του Προέδρου του Τμήματος αυτού είχε οριστεί αρχική δικάσιμος για την συζήτηση της υποθέσεως η 13.5.2016.
Κατά την συνεδρίαση του τμήματος στην δικάσιμο αυτή αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (27.1.2017). Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο ο πέμπτος αναιρεσίβλητος Χ. Τ. δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση από πληρεξούσιο δικηγόρο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου.
Από την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που επισπεύδει την συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, υπ’ αριθμ. ....12.2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Α., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως αυτής με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 13.5.2016, κατά την οποία, κατά τα προεκτεθέντα, η συζήτηση αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντος Μαριέττας Βλαχοπάνου, Παρέδρου του Ν.Σ.Κ., στην πληρεξούσια δικηγόρο Δ.
Γ., που είχε εκπροσωπήσει στο Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, κατά την τελευταία, στις 14.5.2013, συζήτηση της υποθέσεως, τον παραπάνω πέμπτο αναιρεσίβλητο.
Συνεπώς, ενόψει και του ότι δεν απαιτείται νέα κλήτευση του μη εμφανισθέντος ως άνω αναιρεσιβλήτου για την μετ’ αναβολή δικάσιμο, σύμφωνα με την εφαρμοζόμενη και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 του Κ.Πολ.Δικ.) διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να δικαστεί ερήμην, να ερευνηθεί όμως η υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών.
Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3 και 104 του Κ.Πολ.Δικ. ορίζεται, μεταξύ άλλων, και ότι: Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο (94 παρ. 1). Η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση (96 παρ. 1 εδ.
α’ ). Κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση (96 παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 3994/2011). Για την συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας...(104). Περαιτέρω στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει την συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στην συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, δηλαδή με πληρεξούσιο δικηγόρο, που να αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής, κατά ένα από τους προαναφερόμενους τρόπους, πληρεξουσιότητας, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Εξάλλου, με την παρ. 3 εδ. β’ του ίδιου άρθρου 576, όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 4139/2013, και ισχύει από τις 23-3-2013, ενώ (σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, ορίζεται "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα και ειδικότερα: 1) το από 12.7.2016 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου, που έχει συνταχθεί από τον ληξίαρχο του Δήμου Ναυπακτίας Αιτωλοακαρνανίας και 2) τα υπ’ αριθμ. πρωτ. .../ 13.7.2016 και ...7.10.2016 πιστοποιητικά πλησιεστέρων συγγενών των Δήμων Ναυπακτίας και Μεσολογγίου, αντίστοιχα, προκύπτει ότι στις 11.7.2016, δηλαδή μετά την άσκηση αμφοτέρων των ενδίκων αιτήσεων αναιρέσεως, που κατατέθηκαν στην γραμματεία του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας στις 23.1.2014 η πρώτη τούτων και στις 3.11.2014 η δεύτερη εξ αυτών, απεβίωσε ο τρίτος αναιρεσίβλητος της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως και τρίτος αναιρεσείων της αντίθετης δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως Α.
Κ. του Δ., κάτοικος εν ζωή Β. Χ., ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους: α) Α. Κ. του Α., β) Φ. Λ. του Κ., γ) Α. Λ. του Κ., δ) Γ. Λ. του Κ. και ε) Κ. Λ. του Γ.. Κατά την εκφώνηση των υποθέσεων στην σειρά τους από το οικείο πινάκιο κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας όλοι οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ως άνω αποβιώσαντος τρίτου αναιρεσιβλήτου - τρίτου αναιρεσείοντος Α.
Κ. του Δ. εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο Β. Ά., κατά την δήλωσή του. Πλην όμως από τα στοιχεία των φακέλων των δικογραφιών, παραδεκτώς επισκοπούμενα, ουδόλως αποδεικνύεται χορήγηση πληρεξουσιότητας προς τον ανωτέρω δικηγόρο εκ μέρους των υπό στοιχ. α’ , γ’ και ε’ κληρονόμων του ως άνω αποβιώσαντος, αφού δεν προσκομίζεται σχετική συμβολαιογραφική πράξη, από την οποία να προκύπτει ότι παρείχαν στον ως άνω παραστάντα την εντολή και πληρεξουσιότητα να τους εκπροσωπήσει ενώπιον του δικαστηρίου τούτου κατά την συζήτηση των ενδίκων αιτήσεων αναιρέσεων, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, την ύπαρξη της οποίας (πληρεξουσιότητας) αυτεπαγγέλτως ερευνά το Δικαστήριο (άρθρα 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 104 του Κ.Πολ.Δικ.).
Κατ’ ακολουθίαν, οι: πρώτη (Α. Κ. του Α.), τρίτος (Α. Λ. του Κ.) και πέμπτος (Κ. Λ. του Γ.) εκ των παραπάνω αναφερομένων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικώς τρίτου αναιρεσιβλήτου της πρώτης από 21.1.2014 αιτήσεως αναιρέσεως και τρίτου αναιρεσείοντος της δεύτερης από 2.11.2014 αντίθετης αιτήσεως αναιρέσεως Α. Κ. του Δ.
θεωρούνται δικονομικώς απόντες. Επομένως και εφόσον από τα στοιχεία των φακέλων των δικογραφιών δεν αποδεικνύεται νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτών, ούτε από τους ετέρους συγκληρονόμους τους, ούτε από τους λοιπούς ομοδίκους του αποβιώσαντος, ούτε από το αναιρεσείον - αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, πρέπει, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, προκειμένης απλής ομοδικίας:
α) να χωριστεί η υπόθεση ως προς τους μη κλητευθέντες ως άνω εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αρχικώς διαδίκου αναιρεσιβλήτου -αναιρεσείοντος Α. Κ. του Δ. και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση αμφοτέρων των ενδίκων αιτήσεων αναιρέσεων ως προς αυτούς και β) να συζητηθούν οι υποθέσεις κατ’ αντιμωλίαν για τους παρισταμένους διαδίκους και ερήμην του νομίμως, κατά τα προεκτεθέντα, κλητευθέντος πέμπτου αναιρεσιβλήτου της πρώτης από 21.1.2014 αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στην συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του, "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".
Τα ίδια ορίζονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ. α’ και β’ του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), στο οποίο περαιτέρω ορίζεται, στο εδάφιο γ’ , ότι ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου.
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτών κατά τον χρόνο συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από την συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως και ότι τα δικαστήρια, κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημιώσεως ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσεως για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει την δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για την διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιούμενης στην παραπάνω διάταξη λέξεως "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του δικαστηρίου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 418/2014, ΑΠ 600/2010, ΑΠ 1782/2008).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 εδ. δ’ ιδίου νόμου, που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του ν. 4146/2013 (ΦΕΚ Α’ 90/18.4.2013), που εφαρμόζεται και στις κηρυχθείσες απαλλοτριώσεις για τις οποίες δεν έχει συζητηθεί η αίτηση καθορισμού προσωρινής ή οριστικής αποζημιώσεως (άρθρο 76 παρ. 8 του ν. 4146/2013) "Το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζομένης από το ίδιο αξίας του ακινήτου τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου".
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη 177/2013 απόφασή του, προκειμένου να προβεί στον οριστικό καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημιώσεως των αναφερομένων ακινήτων των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την με αριθ. ...9.1.2007 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Ε.τ.Κ. (ΦΕΚ16/24.1. 2007 Τ.Α.Α.
και Π.Ο.) και καταχωρήθηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ναυπάκτου (τ. ...), όπως αυτή συμπληρώθηκε και διορθώθηκε με τις με αριθ. .../2008 και .../15.6.2011 Κ.Υ.Α., που δημοσιεύθηκαν νόμιμα, κηρύχθηκε για λόγους δημόσιας ωφέλειας κα ειδικότερα για τη διάνοιξη της οδού "... του Δυτικού Άξονα Β-Ν της Ιονίας οδού στο υποτμήμα από χ.θ. 10+248-χ.θ.
έως 18+700 στην περιοχή ... αναγκαστική απαλλοτρίωση, εκτάσεως συνολικού εμβαδού 428.612,17 τ.μ., όπως αυτή απεικονίζεται με κλίμακα 1:1.000 στα κτηματολογικά διαγράμματα (με αριθ. σχεδίου 1, 2, 3, 4, 5 και 6) και στο με ημεροχρονολογία 9.5.2006 κτηματολογικό πίνακα καθώς και στους με ημεροχρονολογίες 4.4.2007, 25.6.2010 κα 14.4.2011 διορθωτικούς πίνακες της Εδικής Υπηρεσίας Δημοσίων Έργων - Οδικοί Άξονες Παραχώρησης - ΕΥΔΕ/ΟΑΠ της ΓΓΔΕ του ΥΠΕΧΩΔΕ, που έχει συντάξει η ανάδοχος της μελέτης Κοινοπραξία "..." και έχουν θεωρηθεί στις 23.5.2006, 6.2.2008, 4.12.2010 και 14.4.2011 από τον Προϊστάμενο της ...
του ΥΠΕΧΩΔΕ και εγκρίθηκαν με τις με αριθ. ...23.5.2006, .../6.2.2008, .../ 15.6.2011 αποφάσεις του Δ/ντή της ίδιας Υπηρεσίας. Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ και με δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου και θα αντιμετωπισθεί με δαπάνες του προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για έργα αρμοδιότητας της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων.
Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, των οποίων αξιώνουν κυριότητα ή άλλα εμπράγματα δικαιώματα οι αιτούντες, αποτελούν μια εδαφική ζώνη μήκους 7,5 χιλιομέτρων περίπου και κυμαινόμενου πλάτους 60 έως 120 μέτρων. Η ζώνη αυτή αρχίζει από τον οικισμό ... και διασχίζει σε μήκος 2,5 χιλιομέτρων περίπου νότια της υφιστάμενης Εθνικής Οδού (Ε.Ο.) ένα κυματοειδές ανάγλυφο, που κείται στις υπώρειες μεσαίου ορεινού όγκου της περιοχής, ως επί το πλείστον με δασώδη βλάστηση και σε απόσταση από τη θάλασσα που κυμαίνεται από 2 έως 3 χιλιόμετρα, στη συνέχεια συναντά κατά βάση πεδινή περιοχή πλησίον του οικισμού ...
και διέρχεται νότια αυτού και σε απόσταση 100 περίπου μέτρων από το νότιο όριο αυτού. Μετά τον εν λόγω οικισμό συνεχίζει εντός της ομώνυμης πεδιάδος για 1,5 χιλιόμετρο περίπου (χ.θ. 15+1.000). Στο σημείο αυτό διακόπτεται λόγω αλλαγής της μελέτης χάραξης και σε μήκος δύο χιλιομέτρων (χ.θ. 17+300 παραλλαγής), όπου συνεχίζει εντός πεδινής περιοχής, βόρεια και παράλληλα περίπου της υφιστάμενης Ε.Ο.
στο τοπικό διαμέρισμα ... μέχρι τον ποταμό Εύηνο. Μεταξύ των απαλλοτριωθέντων ακινήτων περιλαμβάνονται και οι με αριθ. ... ιδιοκτησίες του κτηματολογικού πίνακος για τα οποία αξιώνουν εμπράγματα δικαιώματα οι αιτούντες. Στην περιοχή διέλευσης της Ε.Ο. δεν συναντάται καμία άλλη οριοθετημένη χρήση πλην της γεωργικής, όλα τα απαλλοτριούμενα βρίσκονται εκτός οικισμού και σχεδίου πόλεως, η δε εμπορικότητα της περιοχής, παρά την κατασκευή της γέφυρας Ρίου - Αντιρρίου, κινείται σε χαμηλά επίπεδα.
Εξ’ αυτών η με αριθμ. ... ιδιοκτησία βρίσκεται στην περιφέρεια του οικισμού ..., απέχει από αυτήν περίπου 330 μέτρα, από τον οικισμό ... 1,8 χλμ. και 2,4 χλμ. από τον οικισμό ..., ενώ από την Ε.Ο. ... απέχει μόλις 50 μέτρα. Είναι αγρός αρδευόμενος με κύρια χρήση τη γεωργική, πλην όμως είχε πριν την απαλλοτρίωση δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης.
Η με ... ιδιοκτησία, βρίσκεται στον οικισμό ..., απέχει από αυτόν 1,17 χλμ., 2,7 χλμ. απέχει από τον οικισμό ..., 2,65 από τον οικισμό ... και 265 μέτρα από την ΕΟ .... Είναι αγρός αρδευόμενος με κύρια χρήση τη γεωργική, δεν είχε όμως πριν την απαλλοτρίωση δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης, καθόσον δεν είχε πρόσβαση σε δημοτική ή επαρχιακή οδό.
Η με ... ιδιοκτησία είναι αγρός αρδευόμενος και καλλιεργήσιμος με κύρια χρήση τη γεωργική εκμετάλλευση, είχε όμως πριν από την απαλλοτρίωση δυνατότητα οικοδομικής εκμετάλλευσης, βρίσκεται στον οικισμό ..., απέχει από αυτόν 1,37 χλμ., 2,9 χλμ. απέχει από τον οικισμό ..., 2,87 από τον οικισμό ... και 265 μέτρα από την Ε.Ο. ....
Η με ...Α ιδιοκτησία, βρίσκεται στον οικισμό ..., απέχει από αυτόν 1,4 χλμ., 2,9 χλμ. απέχει από τον οικισμό ..., 2,85 από τον οικισμό ... και 342 μέτρα από την ΕΟ .... Είναι και αυτός αγρός αρδευόμενος με κύρια χρήση τη γεωργική, πλην όμως είχε πριν την απαλλοτρίωση δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης. Η με ... ιδιοκτησία, βρίσκεται στον οικισμό ..., απέχει από αυτόν 1,3 χλμ., 2,9 χλμ.
από τον οικισμό ..., 3,00 χλμ. από τον οικισμό ... και 267 μέτρα από την ΕΟ .... Είναι και αυτός αγρός αρδευόμενος με κύρια χρήση τη γεωργική, χωρίς όμως δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης λόγω της έκτασής του. Τέλος, η με ... ιδιοκτησία, βρίσκεται στον οικισμό ..., απέχει από αυτόν 1,8 χλμ., 3,36 χλμ. απέχει από τον οικισμό ..., 3,3 χλμ.
από τον οικισμό ... και 190 μέτρα από την ΕΟ .... Είναι αγρός αρδευόμενος με κύρια χρήση τη γεωργική, πλην όμως είχε πριν την απαλλοτρίωση δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης. Η περιοχή των απαλλοτριουμένων απέχει από 10 έως 19 χιλιόμετρα από τη Γέφυρα Ρίου - Αντιρρίου και από 9 έως 18 χιλιόμετρα από την οικιστική περιοχή της πόλεως του Μεσολογγίου.
Η εγγύς, αλλά και η ευρύτερη περιοχή είναι εκτός σχεδίου πόλεως με αρτιότητα 4.000 τ.μ. και συντελεστή δομήσεως, που εξαρτάται από τη χρήση σύμφωνα με το π.δ. 24/31.5.1985 σε συνδυασμό με το π.δ. 209/1998 με το οποίο καθορίζονται οι αποστάσεις των οικοδομών που πρέπει να τηρούνται από τις οδούς για την ασφάλεια της Υπεραστικής Συγκοινωνίας.
Σε μεγάλο βαθμό η περιοχή διέλευσης ευρίσκεται σε στενή πεδιάδα μεταξύ δύο ορεινών περιοχών. Η περιοχή αρδεύεται με γεωτρήσεις. Έχουν αναπτυχθεί σ’ αυτή δίκτυα της Δ.Ε.Η. και τηλεφωνίας. Εξυπηρετείται δε συγκοινωνιακά από Υπεραστικές Συγκοινωνιακές Γραμμές. Η κατασκευή της Γέφυρας Ρίου - Αντιρρίου, που είναι μεγάλο έργο υποδομής, προσέδωσε προοπτική εκρηκτικής ανάπτυξης της ευρύτερης περιοχής όχι μόνο εμπορικής αλλά της ιδιωτικής πολεοδόμησης, η οποία όμως ανακόπηκε από τη δημοσιονομική κρίση, καθηλώνοντας τις τιμές των ακινήτων στα επίπεδα του 2008 και σε ορισμένες περιπτώσεις (οι οποίες δεν αφορούν την ένδικη περιοχή, η οποία είναι αναπτυσσόμενη) την πτώση αυτών.
Έτσι λόγω της δημοσιονομικής κρίσης, η εμπορικότητα της περιοχής κινείται σε χαμηλά επίπεδα, αφού η μεγαλύτερη εμπορική μονάδα είναι εκείνη με τον διακριτικό τίτλο "...". Η μάρτυρας Χ. Π. Τοπογράφος Μηχανικός αναφέρθηκε, καταθέτοντας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου στην από 30 Δεκεμβρίου 2007 έκθεση εκτιμήσεως του ΣΟΕ, με την οποία καθορίσθηκαν οι τιμές των αγροτεμαχίων στο ποσό των 10 ευρώ ανά τ.μ.
και των ακινήτων εντός ζώνης, οικισμού στο ποσό των 20 ευρώ τ.μ. Ο μάρτυρας Π. Λ. Πολ. Μηχανικός, κατέθεσε ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου ότι η αξία των ακινήτων εντός ορίων οικισμού ανέρχεται σε 27 ευρώ ανά τ.μ. και εκείνων πλησίον του ρέματος σε 25 ευρώ ανά τ.μ. Ο μάρτυρας Β. Σ., Πολ. Μηχανικός, κατέθεσε ότι από τη Γέφυρα Ρίου - Αντιρρίου και πέρα (χωρίς να προσδιορίζει την απόσταση από αυτή και σε ποιους οικισμούς αναφέρεται) υπάρχει μεγάλη ζήτηση και ότι στις παραλίες της ...
προσφέρονται ακίνητα με αιτούμενες τιμές 150.000 - 200.000 ευρώ ανά στρέμμα. Με την από Οκτώβριος 2012 Οικονομοτεχνική μελέτη των Οικονομολόγου - Εκτιμητή Γ. Κ. και Ι. Σ., Αγρονόμου - Τοπογράφου Μηχανικού, η αξία των με αριθ. ..., ... ... ακινήτων, που ευρίσκονται εντός ζώνης οικισμού και είναι άρτια και οικοδομήσιμα, στο ποσό των 43,67 ευρώ ανά τ.μ., ενώ του με αριθ. ..., μη άρτιου και μη οικοδομήσιμου, στο ποσό των 20 ευρώ ανά τ.μ.
Επισήμαναν δε, ότι για την εκτίμηση αυτών έλαβε υπόψη του τη δημοσιονομική κρίση. Το Μονομελές Πρωτοδικείο με την με αριθ. 89/2011 απόφαση αυτού καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδος των ενδίκων ακινήτων στο ποσό των 12.00 ευρώ ανά τ.μ. για το με αριθ. 13 ακίνητο, στο ποσό των 12,50 ευρώ για την με ... ιδιοκτησία, στο ποσό των 11 ευρώ για τις με ..., ...
ιδιοκτησίες και 13 ευρώ ανά μ2 για την με ... ιδιοκτησία, με κρίσιμο χρόνο την 16 Ιουνίου 2011. Το ΣΟΕ με την με αριθ. Φ. .../10.5.2013 επικαιροποιημένη έκθεση αυτού προσδιορίζει την αξία των επιδίκων μεταξύ των 3,56 έως 5,94 ευρώ ανά τ.μ. Οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν τις ακόλουθες αποφάσεις με τις οποίες καθορίσθηκαν οι οριστικές τιμές μονάδος αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντων ακινήτων για την κατασκευή αντιστοίχων έργων: 1) 225/2009 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων για την κατασκευή της οδού "παράκαμψη ...", με την οποία καθορίσθηκε οριστική τιμή μονάδος για ιδιοκτησίες απέχουσες έως 500 μέτρα από την Ε.Ο.
σε 60 ευρώ ανά μ2, 2) 114/2010 και 141/2008 αποφάσεις του ΜΠρΚατερίνης, και 3) 101/2009 απόφαση του ΜΠρΛαμίας, που αφορά την κατασκευή νέας σιδηροδρομικής γραμμής περιοχής Δομοκού Φθιώτιδος. Τα συγκριτικά αυτά στοιχεία δεν είναι πρόσφορα, διότι έχει επέλθει μεταβολή των νομισματικών και οικονομικών συνθηκών, αφού ο κρίσιμος χρόνος απέχει πλέον της πενταετίας, τα δε ένδικα ακίνητα δεν είναι παρακείμενα των επιδίκων, ούτε εκτίθενται τα ειδικότερα χαρακτηριστικά ενός εκάστου εξ αυτών, ώστε να μπορεί να ληφθούν υπόψη ως συγκριτικά στοιχεία.
Το Ελληνικό Δημόσιο επικαλείται και προσκομίζει την με αριθ. 84/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία καθορίσθηκε η προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν για την κατασκευή του ιδίου έργου και τα οποία είναι όμορα της Γέφυρας του Ρίου. Δεν αποδεικνύεται ότι οι καθορισθείσες τιμές κατέστησαν οριστικές.
Οι επικαλούμενες αγγελίες (ηλεκτρονικές ή έντυπες) με την προσφορά ακινήτων προς πώληση σε διάφορες περιοχές της Χώρας δεν συνιστούν πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη, όπως αναφέρθηκε, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα ακίνητα (άρθρο 13 § 1 εδ.
γ’ Ν. 2882/2001). Για παρακείμενα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων έχουν αναρτηθεί στον διαδικτυακό τόπο "tospitimou.gr" αγγελίες με προσφορά οικοπέδου στη ... με αιτούμενη τιμή 25 ευρώ ανά τ.μ. καθώς και αγροτεμαχίων στην ίδια κτηματική περιφέρεια με αιτούμενες τιμές, που κυμαίνονται από έξι (6) έως δέκα (10) ευρώ ανά τ.μ.
Εντός των απαλλοτριωθέντων ακινήτων ευρίσκονται και συναπαλλοτριώνονται ως επικείμενα κτίσματα, ελιές (μεγάλες και μικρές) σε όλες τις ιδιοκτησίες, ένα μονόροφο πλινθόκτιστο κτίσμα ... ιδιοκτησία και μια συρματοπερίφραξη μήκους 8,40 μέτρων στην με ... ιδιοκτησία. Ο μάρτυρας Α. Β. εκτίμησε την αξία καθενός ελαιοδένδρου στο ποσό των χιλίων ευρώ, ενώ κατά τους αιτούντες η αξία ενός μεγάλου ελαιόδενδρου ανέρχεται σε 800 ευρώ ανά τεμάχιο.
Από τα προεκτεθέντα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η πραγματική αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων με τα συστατικά τους, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η μεταβολή που τυχόν επήλθε στην αξία αυτών μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας αυτής και επομένως η πλήρης αποζημίωση, ήτοι εκείνη με την οποία μπορούν να αντικατασταθούν τα απαλλοτριούμενα με άλλα ισάξιά τους (ΟλΑΠ 5/2002, ΕλΔ 2002.376), ανέρχεται κατά τον κρίσιμο χρόνο της παρούσης συζητήσεως που είναι ο χρόνος προσδιορισμού της συζήτησης της αίτησης, ήτοι η 9.10.2012, κατά την οποία αυτή εκφωνήθηκε από το πινάκιο, αδιαφόρως αν κατά τη δικάσιμο αυτή η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε, δεδομένου ότι παρήλθε έτος από το χρόνο συζήτησης της αίτησης προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης (16.6.2011) μέχρι τη δικάσιμο αυτή (βλ.
ΟλΑΠ 14/2011, ΕφΙωαν 225/2009) για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, στα ακόλουθα ποσά: Α) Για τα ακίνητα: 1) Το με αριθ. ... στο ποσό των 12,00 ευρώ ανά τ.μ., 2) Το με αριθ. ...4 στο ποσό των 12,50 ευρώ ανά τ.μ., 3) Τα με αριθ. ..., ... στο ποσό των 11,00 ευρώ ανά τ.μ. και 4) Το με αριθ. ... στο ποσό των 13,00 ευρώ ανά τ.μ., Β) Για τα επικείμενα: 1) Τις ελιές:
α) μεγάλες 300 ευρώ, β) μικρές 150 ευρώ ανά δένδρο, γ) για κτίσμα της με αριθμ. ...4 ιδιοκτησίας (μονόροφο πλινθόκτιστο με ελλενίτ), 17 μ3 σε 65 ευρώ/μ3, δ) για την συρματοπερίφραξη ύψους Η=1,2 μ. της με αριθ. 144 ιδιοκτησίας σε 14,00 ευρώ/μ.μ.". Και υπό τις ως άνω παραδοχές δέχθηκε εν μέρει την από 10.5.2012 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας των απαλλοτριουμένων ακινήτων τους και των επικειμένων τους στα προαναφερθέντα ποσά.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στην αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων, διότι, ενώ δέχεται ότι αυτή (αξία) "κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζητήσεως της υποθέσεως, που είναι ο χρόνος προσδιορισμού της συζητήσεως της αιτήσεως, ήτοι η 9.10.2012, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο, αδιαφόρως αν κατά την δικάσιμο αυτή η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε, δεδομένου ότι παρήλθε έτος από τον χρόνο συζητήσεως της αιτήσεως προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως (16.6.2011) μέχρι την δικάσιμο αυτή για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως" ανέρχεται στα προαναφερθέντα ποσά ανά τ.μ.
και ειδικότερα στο ποσό των 12 ευρώ για το με αριθμό ... ακίνητο, στο ποσό των 12,50 ευρώ για το με αριθμό ...4 ακίνητο, στο ποσό των 11 ευρώ για τα με αριθμούς ..., ... ακίνητα και στο ποσό των 13 ευρώ για το με αριθμό ... ακίνητο, δεν αιτιολογεί ειδικώς, όπως όφειλε, κατά την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 εδ.
δ’ ιδίου νόμου, που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του ν. 4146/2013, την μεγάλη απόκλιση των αξιών αυτών από εκείνες που προκύπτουν από την με αριθμό Φ. .../10.5.2013 επικαιροποιημένη έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), με την οποία οι αξίες των επιδίκων ακινήτων προσδιορίζονται από 3,56 έως 5,94 ευρώ ανά τ.μ., όπως εκτίθεται στην προσβαλλομένη απόφαση.
Περαιτέρω, το Εφετείο, με την ως άνω κρίση του διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στην αξία της με αριθμό ... ιδιοκτησίας, διότι, αν και δέχεται ότι η εν λόγω ιδιοκτησία απέχει από το όριο του οικισμού ... 330 μέτρα, δεν αιτιολογεί γιατί καθόρισε οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως το ποσό των 12 ευρώ/τ.μ., δηλαδή την ίδια οριστική τιμή που καθόρισε για τα υπόλοιπα ακίνητα, τα οποία βρίσκονται σε απόσταση μεγαλύτερη των 500 μέτρων από τον ως άνω οικισμό.
Εξαιτίας των συγκεκριμένων ελλείψεων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 13 παρ. 1 του ίδιου νόμου, σχετικώς με την πραγματική αξία των απαλλοτριωθέντων, με την οποία ο ιδιοκτήτης μπορεί να αντικαταστήσει το απαλλοτριωθέν με άλλο ισάξιο ακίνητο.
Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δικ. προβλεπομένη πλημμέλεια και ο συναφής πρώτος λόγος της από 21.1.2014 αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, με τον οποίο προβάλλεται, όπως εκτιμάται, η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Ακόμη και ο συναφής, από τους αριθμούς 17 και 19 του ως άνω άρθρου, (αληθώς μόνο από τον αριθμό 19) πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της από 2.11.2014 αιτήσεως αναιρέσεως των αιτούντων - ιδιοκτητών των ακινήτων, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για την κρίση της ως προς τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως του με αριθμό ...
ακινήτου, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του πρώτου μέρους των ταυταρίθμων, υπό τον αριθμό 4, λόγων της αιτήσεως αυτής, που αναφέρεται στο αυτό κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως, που αναφέρεται και ο ως άνω λόγος που έγινε δεκτός.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου Κώδικα, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρισίμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ` αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του.
Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ` αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.
Επίσης δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 861/2014, ΑΠ 10/2011).
Με τον δεύτερο λόγο της από 21.1.2014 αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της με αριθμό Φ. .../ 10.5.2013 επικαιροποιημένης εκθέσεως της εκτιμητικής επιτροπής του Σ.Ο.Ε., για τον λόγο ότι παρέλειψε να αναγνώσει από το έγγραφο αυτό κρίσιμες για το αποδεικτέο γεγονός της αξίας των απαλλοτριούμενων ακινήτων φράσεις, ήτοι εκείνες που αναφέρουν ότι μεγάλος αριθμός ακινήτων δεν βρίσκεται εντός ζώνης 500 μέτρων από τους παρακειμένους οικισμούς ..., ... ...
και ..., οι οποίοι καθορίστηκαν τα έτη 1992, 1987 και 1998, αντίστοιχα και δεν προϋφίστανται του έτους 1923, ενώ ο πληθυσμός τους είναι κάτω των 2.000 κατοίκων, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ως προς την αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, συνεκτίμησε το εν λόγω έγγραφο μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις που προσκόμισαν οι διάδικοι, χωρίς περαιτέρω να εξαίρει την βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στην διαμόρφωση της κρίσεώς του σχετικώς με την αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων και χωρίς να στηρίξει την κρίση του μόνο σ’ αυτό ή κυρίως σ’ αυτό.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/10-4-2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρο 146 παρ. 9 του εν λόγω νόμου), "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος".
Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ’ αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνον την εκ της απαλλοτριώσεως και μόνον της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου (Ολ.ΑΠ 31/2005).
Η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης θεωρείται ανεπαρκής αν: α) δεν ενέχει προσδιορισμό των τμημάτων που εναπέμειναν, ήτοι αναφορά για το εμβαδόν τους και τα λοιπά προσδιοριστικά τους στοιχεία και β) δεν αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των τμημάτων που απομένουν και περαιτέρω την μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποίες προϋποθέσεις (ΑΠ 1619/2010).
Εξάλλου, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, κατά την παραπάνω διάταξη, αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας του τμήματος αυτού που απομένει, να αποδεικνύεται, σωρευτικά, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις διατάξεις που ισχύουν, τους όρους δόμησης κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση και ότι το τμήμα αυτού που απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, δεν είναι πλέον άρτιο ούτε κατά παρέκκλιση ή είναι μεν άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο (ΑΠ 96/2015, ΑΠ 1290/2009).
Με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 περ. γ’ του π.δ/τος της 24-5-1985 (ΦΕΚ 270Δ/31-5-1985) ορίζεται, ότι: "Άρτια και οικοδομήσιμα γήπεδα, που απομειούνται συνεπεία απαλλοτριώσεων ή διανοίξεως διεθνών, εθνικών ή επαρχιακών οδών, θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα, εφόσον μετά την απομείωση αυτή έχουν τα όρια αρτιότητας και τις λοιπές προϋποθέσεις των γηπέδων των προηγούμενων περιπτώσεων α και β".
Περαιτέρω, κατά τις περιπτώσεις αυτές (α, β) θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα, που δημιουργήθηκαν πριν από την 12-11-1962 και έχουν ελάχιστο εμβαδόν 750 τ.μ., ελάχιστο βάθος 15 μ. και ελάχιστο πρόσωπο 10 μ. Επίσης, θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα, που είχαν δημιουργηθεί πριν από την 17-9-1964 και έχουν ελάχιστο εμβαδόν 1.200 τ.μ., ελάχιστο πρόσωπο 20 μ.
και ελάχιστο βάθος 35 μ. Επίσης θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα όσα γήπεδα είχαν δημιουργηθεί πριν την 17-10-1978 και έχουν ελάχιστο εμβαδόν 2.000 τ.μ., ελάχιστο πρόσωπο 25 μ. και ελάχιστο βάθος 40 μ. Με βάση τις διακρίσεις αυτές: 1) Εάν το μη απαλλοτριωθέν τμήμα του αρχικού γηπέδου είναι τουλάχιστον 4.000 τ.μ. δεν υπάρχει καμία απομείωση του απομένοντος τεμαχίου. 2) Εάν το μη απαλλοτριωθέν τμήμα είναι κάτω από 4.000 τ.μ.
πρέπει να ερευνηθεί ο χρόνος δημιουργίας του αρχικού γηπέδου, ώστε: α) εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 12-11-1962 θεωρείται άρτια και δομήσιμη ακόμη και έκταση 750 τ.μ., εφόσον συντρέχουν και οι πιο πάνω όροι δόμησης, β) εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 12-9-1964 για την αρτιότητα αρκεί και έκταση 1200 τ.μ. με τους λοιπούς ως άνω όρους δόμησης, γ) εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 17- 10-1978 αρκεί επιφάνεια 2.000 τ.μ., με τους πιο πάνω όρους δόμησης.
Περαιτέρω με τις διατάξεις της παρ. 5 του ίδιου άρθρου ορίζονται οι αποστάσεις του κτιρίου από τα όρια του γηπέδου σε 15 μ. τουλάχιστον, κατά παρέκκλιση δε οι πλάγιες ή οπίσθιες αποστάσεις των κατά παρέκκλιση αρτίων ή οικοδομήσιμων γηπέδων της περ. Β υποπερ. αα ορίζονται σε 2,5 μ. υπό την προϋπόθεση ότι τα μήκη προσώπου ή βάθους του γηπέδου είναι μικρότερη των 20 μ.
για το πρόσωπο ή των 35 μ. για το βάθος. Τέλος με το άρθρο 2 παρ. 1β’ του Π.Δ, 209/1998 (ΦΕΚ 169 Α/98 ) ορίζεται ότι η ελάχιστη απόσταση των κτιρίων από τους άξονες των οδών ή τα όριά τους σε όσες περιπτώσεις προβλέπεται, τα οποία κτίρια βρίσκονται σε εκτός εγκεκριμένου σχεδίου περιοχές και εκτός ορίων οικισμών στο Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο είναι 60 μ.
από τον άξονα της οδού ή όχι λιγότερο των 40 μ. από το όριο αυτής και για κτίρια τα οποία βρίσκονται σε περιοχές μέσα στα όρια οικισμών προϋφισταμένων του 1923, χωρίς εγκεκριμένο σχέδιο πόλης ή μέσα στα όρια οικισμών, κάτω των 2.000 κατοίκων, οριοθετημένων σύμφωνα με το από 24-4-85 Π.Δ. (ΦΕΚ 181/Δ/85) όπως ισχύει στο Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο, 30 μ.
από τον άξονα της οδού και όχι λιγότερο των 20 μ. από το όριο αυτής. Κριτήριο, συνεπώς, για την αρτιότητα ή μη ενός ακινήτου που απομένει εκτός απαλλοτρίωσης και για την εξ αυτής κρίση περί της απομείωσης της αξίας αυτού, αποτελεί προεχόντως ο χρόνος δημιουργίας του αρχικού γηπέδου, ο οποίος θα προσδιορίσει το άρτιο και οικοδομήσιμο του εναπομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος με βάση τα προεκτεθέντα κριτήρια του νόμου (ΑΠ 1619/2010, ΑΠ 1555/2005).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση κι έτσι ιδρύεται ο εκ της διατάξεως αυτής λόγος αναιρέσεως, και όταν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή στις αιτιολογίες της, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα, που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε.
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο ανωτέρω λόγος, αν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον τούτο διατυπώνεται με σαφήνεια. Τέλος, λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.
για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, διότι περιέχει σιωπηρώς και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως (ΑΠ 1533/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, για τον καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημιώσεως των με αριθμούς ..., …, ...
ακινήτων των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων, που εναπέμειναν μετά την επίδικη απαλλοτρίωση και των εντός αυτών υφισταμένων επικειμένων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το με αριθ. Α... ακίνητο είχε εμβαδόν 20.765,15 τ.μ. Απαλλοτριώθηκε τμήμα αυτού εμβαδού 12.542,66 τ.μ. με συνέπεια να απομένουν 8.222,49 τ.μ.
Πριν από την απαλλοτρίωση ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, μετ’ αυτήν όμως καθίσταται άρτιο μεν, πλην μη οικοδομήσιμο, καθόσον γειτνιάζει με τον υπό κατασκευή αυτοκινητόδρομο χωρίς όμως να έχει πρόσβαση σε αυτόν. Το απομένον τμήμα αποκτά πρόσωπο από παράπλευρη οδό. Ο πρώτος των αιτούντων που αξιώνει δικαίωμα κυριότητος, ισχυρίζεται ότι αυτό καθίσταται μεν άρτιο και μη οικοδομήσιμο, αφού δεν πληρεί το απαιτούμενο ελάχιστο μήκος προσώπου προς κοινόχρηστο δρόμο (βλ.
έκθεση Γ. Κ. κ.λπ.). Στην από Μάιος 2013 Έκθεση Εκτίμησης των Ορκωτών Εκτιμητών Α. Μ. και Ι. Α., που προσκομίζει και επικαλείται το καθού, εκτίθεται ότι σε αυτό η πολεοδομική του κατάσταση παραμένει αμετάβλητη. Ωστόσο, η κατά προορισμό του γεωργική εκμετάλλευση και μετά την απαλλοτρίωση είναι απόλυτα εφικτή, πλην όμως χάνει τη δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης.
Πρέπει επομένως το αίτημα για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης του εναπομένοντος τμήματος της άνω ιδιοκτησίας να γίνει δεκτό ως βάσιμο και να καθορισθεί αυτή σε ποσοστό 10% επί της αξίας του. Η με αριθμ. ...4 ιδιοκτησία, είχε αρχικό εμβαδόν 4.004,24 μ2, βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός ορίων οικισμού, ήταν άρτιο, πλην μη οικοδομήσιμο πριν την απαλλοτρίωση, είχε πρόσωπο επί αγροτικής οδού, κατά προορισμό κύρια χρήση τη γεωργική, χωρίς οικιστική προοπτική, απαλλοτριώνεται, μετά την μερική ανάκληση της απαλλοτρίωσης, έκταση 965,00 μ2 και απομένει εκτός απαλλοτριώσεως έκταση 3.039,24 μ2.
Παραμένει συνεπώς και μετά την απότμηση του απαλλοτριωθέντος τμήματος μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, αφού δεν πληρεί τους όρους δόμησης που απαιτούνται. Ωστόσο, η κατά προορισμό του γεωργική εκμετάλλευση και μετά την απαλλοτρίωση είναι απόλυτα εφικτή. Επομένως, ουδεμία απομείωση της αξίας του υφίσταται και συνεπώς το σχετικό αίτημα είναι απορριπτέο ως αβάσιμο.
Η με αριθμ. ... ιδιοκτησία, είχε αρχικό εμβαδόν 5.465,83 μ2, βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως, ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, είχε πρόσωπο επί αγροτικής οδού, κατά προορισμό κύρια χρήση τη γεωργική και δευτερεύουσα την οικοδομική, απαλλοτριώνεται έκταση 4.541,34 μ2 και απομένει εκτός απαλλοτριώσεως έκταση 924,49 μ2. Καθίσταται συνεπώς μη άρτιο και οικοδομήσιμο, αφού δεν πληρεί τους όρους δόμησης που απαιτούνται, λόγω δε της μικρής έκτασης του απομένοντος τμήματος δυσχεραίνεται πολύ και η γεωργική του εκμετάλλευση.
Επομένως, υφίσταται απομείωση της αξίας του και συνεπώς πρέπει να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομένον τμήμα του σε ποσοστό 30%. Η με αριθμ. ...Α ιδιοκτησία, είχε αρχικό εμβαδόν 6.104,00 μ2, βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως, ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, είχε πρόσωπο επί αγροτικής οδού, κατά προορισμό κύρια χρήση τη γεωργική και δευτερεύουσα την οικοδομική, απαλλοτριώνεται έκταση 2.167,47 μ2 και απομένει εκτός απαλλοτριώσεως έκταση 3.936,53 μ2.
Καθίσταται συνεπώς μη άρτια και μη οικοδομήσιμη, αφού δεν πληρεί τους όρους δόμησης που απαιτούνται, είναι όμως εφικτή η γεωργική του εκμετάλλευση ως και πρότερον. Επομένως, υφίσταται απομείωση της αξίας του και συνεπώς πρέπει να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομένον τμήμα του σε ποσοστό 30%....
Η με αριθμ. ... ιδιοκτησία, είχε αρχικό εμβαδόν 10.527,40 μ2, βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως, ήταν άρτια και οικοδομήσιμη πριν την απαλλοτρίωση, είχε πρόσωπο επί αγροτικής οδού, κατά προορισμό κύρια χρήση τη γεωργική και δευτερεύουσα την οικοδομική, απαλλοτριώνεται έκταση 9.096,53 μ2 και απομένει εκτός απαλλοτριώσεως έκταση 1.428,87 μ2.
Καθίσταται συνεπώς μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, αφού δεν πληρεί τους όρους δόμησης που απαιτούνται, δυσχεραίνεται δε και η γεωργική του εκμετάλλευση. Επομένως, υφίσταται απομείωση της αξίας του και συνεπώς πρέπει να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομένον τμήμα του σε ποσοστό 30%. Εξάλλου, απορριπτέο ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν είναι το αίτημα των αιτούντων περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα επικείμενα των απομενόντων σε αυτούς τμημάτων (ελαιοδένδρων, μονοετών καλλιεργειών κ.λπ.), καθόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι αυτά θα επιβαρυνθούν μετά την κατασκευή του έργου, ούτε προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η επιβάρυνση αυτή, με δεδομένο ότι ουδόλως απαγορεύεται η καλλιέργεια εδαφικών εκτάσεων κειμένων πλησίον σύγχρονων αυτοκινητόδρομων, ενώ επιπλέον η όποια επιβάρυνση λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης του εναπομένοντος σε κάθε αιτούντα τμήματος".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες επί του ουσιώδους ζητήματος του καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα, μετά την απότμηση των απαλλοτριωθέντων, τμήματα των ως άνω με αριθμούς ..., …, ... ιδιοκτησιών των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων, λόγω μειώσεως της αξίας τους.
Ειδικότερα, πλην του ελάχιστου εμβαδού, δεν διευκρινίζει: α) τα πολεοδομικά δεδομένα της περιοχής των ως άνω ακινήτων των αιτούντων, δηλαδή τις ελάχιστες διαστάσεις (βάθους, μήκους προσώπου σε οδό κ.λπ.) και τις θεσπισμένες δυνατότητες χρήσεως των εν λόγω ακινήτων, β) τις διαστάσεις (βάθους, μήκους προσώπου) των ακινήτων προ και μετά την απαλλοτρίωση από το όριο της απαλλοτριώσεως και από τον άξονα της οδού.
Ακόμη δεν διευκρινίζει αν τα ως άνω ακίνητα πληρούσαν κατά τις ισχύουσες διατάξεις τους όρους δομήσεως και δεν αποσαφηνίζει αν αυτά ήταν άρτια και οικοδομήσιμα κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση, ενώ περαιτέρω δεν προσδιορίζει τον χρόνο δημιουργίας των αρχικών γηπέδων, ο οποίος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, θα προσδιορίσει το άρτιο και οικοδομήσιμο των ως άνω εναπομεινάντων τμημάτων, με βάση τα κριτήρια του π.δ/τος 24/1985 και συνακολούθως την μείωση ή μη της αξίας τους.
Περαιτέρω δεν προσδιορίζεται το είδος του αγροτεμαχίου ως ποτιστικού ή ξερικού μετά την απότμηση, ώστε να κριθεί αν πράγματι το τμήμα που απέμεινε εξακολουθεί να είναι ή όχι επιδεκτικό καλλιέργειας και έχει ή όχι την ίδια αποδοτικότητα που είχε πριν από την απαλλοτρίωση και τον τρόπο με τον οποίο θα γίνεται στο μέλλον η καλλιέργεια του τμήματος που απέμεινε, με ειδικότερο προσδιορισμό σε τι συνίσταται η προς το χειρότερο γεωργική εκμετάλλευσή του.
Εξαιτίας των συγκεκριμένων ελλείψεων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου. Επομένως, ο τρίτος λόγος της από 21.1.2014 αιτήσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559, ο οποίος εξετάζεται ως λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., καθώς και ο τέταρτος λόγος της αυτής αιτήσεως αναιρέσεως με την αυτή αναιρετική πλημμέλεια, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση σημαντικής μειώσεως της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων εκτός των ορίων της απαλλοτριώσεως των με αριθμ. ..., ...
ακινήτων, ώστε να δικαιολογείται η καταβολή επιπλέον αποζημιώσεως, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Επίσης πρέπει να γίνουν δεκτοί οι συναφείς ταυτάριθμοι αναιρετικοί λόγοι, πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, που αφορούν στα με αριθμούς ...4, ... ακίνητα και κατά το δεύτερο μέρος του (που αφορά στο με αριθμό ...
ακίνητο) της από 2.11.2014 αιτήσεως αναιρέσεως των ιδιοκτητών των ακινήτων, εκ των οποίων ο μεν δεύτερος παραπονείται για την κατ’ ουσίαν απόρριψη του συναφούς αιτήματος που αφορά στο ...4 ακίνητό του, ενώ οι λοιποί γιατί η αξία των τμημάτων των ακινήτων τους που παρέμειναν εκτός της απαλλοτριώσεως απομειώθηκε σε ποσοστό μεγαλύτερο εκείνου που καθορίστηκε με την προσβαλλομένη απόφαση, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των ταυταρίθμων, υπό τον αριθμό 4, λόγων της αναιρέσεως αυτής, γιατί αφορούν στο αυτό κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως και καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.
Κρίνοντας όμως, ως ανωτέρω, και απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμα τα αιτήματα των αναιρεσειόντων ιδιοκτητών περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα επικείμενα που υφίστανται εντός των εναπομεινάντων τμημάτων των ακινήτων τους, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσεως.
Επομένως, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δικ. προβλεπομένη πλημμέλεια, που αποδίδεται με τους ταυτάριθμους, υπ’ αριθμ. πρώτο, λόγους της από 2.11.2014 αιτήσεως αναιρέσεως των ιδιοκτητών των ακινήτων, κατά το δεύτερο μέρος τους (και υπό την εσφαλμένη επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθμό 17), που αφορούν ειδικότερα στις με αριθμούς ...4, ...
ιδιοκτησίες και οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατά την διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφιστάμενων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με την συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.
Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977, που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, κρίθηκε ότι αντίκεινται στο άρθρο 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διατάξεως του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διατάξεως του Ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος).
Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει ως μαχητό, όπως προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001, από τον συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του οποίου προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και ότι εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγομένης οδού, που προέβλεπε ο ως άνω νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα προσβάσεως του ακινήτου στο έργο, που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτριώσεως, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου.
Έτσι, ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και γι’ αυτή (ΑΠ 688/2011, ΑΠ 1009/2011, ΑΠ 791/2010, ΑΠ 1046/ 2010, ΑΠ 801/2009).
Εξ άλλου, ο από το άρθρο 559 αριθμός 19 λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της αποφάσεως, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διατάξεως, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, σχετικώς με το υποβληθέν αίτημα περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας δέχθηκε, σε συνέχεια και με τις προεκτεθείσες, για την διερεύνηση προηγουμένων αναιρετικών λόγων, παραδοχές της και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι τα πιο πάνω (απομένοντα) ακίνητά τους δεν είναι ωφελούμενα εξ αιτίας της υλοποιήσεως του έργου για το οποίο συντελέστηκε η απαλλοτρίωση, καθόσον πρόκειται περί κλειστού αυτοκινητόδρομου, υπερυψωμένου σε αρκετά σημεία σε σχέση με τα επίπεδα των ακινήτων τους, τα οποία θα επιβαρύνονται με ρύπους εξαιτίας της διέλευσης μεγάλου αριθμού αυτοκινήτων.
Το αίτημα αυτό, ανεξαρτήτως της αοριστίας με την οποία προβάλλεται καθόσον δεν διαλαμβάνεται στο δικόγραφο αν τα εναπομένοντα τμήματα των επιδίκων ιδιοκτησιών θα έχουν πρόσβαση (πρόσοψη), ή όχι στον υπό κατασκευή αυτοκινητόδρομο, ποια θα είναι η υψομετρική διαφορά ενός εκάστου ακινήτου από αυτόν, αν αποκόπτεται η θέα τους και ποια η απόστασή τους από την υφιστάμενη οδό, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι όλα τα ακίνητα θα έχουν μεν πρόσωπο όχι στον κλειστό κυρίως αυτοκινητόδρομο, αλλά σε παράπλευρο οδικό δίκτυο που προβλέπεται να υλοποιηθεί για την καλύτερη αξιοποίηση των ιδιοκτησιών, καθιστώντας ασφαλέστερη και ταχύτερη την πρόσβαση στους επαγγελματικούς προορισμούς, ενώ θα δημιουργηθεί μια νέα αναπτυξιακή προοπτική και ώθηση στην αγορά και αξιοποίηση ακινήτων, ευρισκομένων εγγύτατα του αυτοκινητοδρόμου.
Είναι δε γεγονός πασίδηλο ότι τα κείμενα πλησίον των σύγχρονων εθνικών οδών ακίνητα υπερτερούν πολλαπλώς και κυρίως ως προς την εμπορική τους αξία σε σχέση με απομακρυσμένα όμοια ακίνητα, καθώς αποκτούν μελλοντικές δυνατότητες αξιοποίησής τους". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν το αίτημα να αναγνωριστεί ότι οι αιτούντες δεν είναι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες και ως εκ τούτου δεν υποχρεούνται σε αυτοαποζημίωση ή αποζημίωση τρίτων και να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως και για τις αυτοαποζημιούμενες εκτάσεις.
Όμως οι αιτιολογίες αυτές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι ανεπαρκείς και ασαφείς και δεν καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που εφαρμόστηκαν, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, το Εφετείο για να κρίνει ότι υπήρξε ωφέλεια στις ένδικες ιδιοκτησίες των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε ότι αυτές (ένδικες ιδιοκτησίες) δεν θα έχουν μεν πρόσωπο στον κλειστό κυρίως αυτοκινητόδρομο, θα αποκτήσουν όμως πρόσωπο σε παράπλευρο οδικό δίκτυο, το οποίο προβλέπεται να υλοποιηθεί, δέχεται δηλαδή ότι δεν έχει ακόμη κατασκευαστεί, με συνέπεια να μην μπορεί να συναχθεί με ασφάλεια ως συμπέρασμα ότι τούτο (παράπλευρο οδικό δίκτυο) θα υλοποιηθεί εν τέλει και μάλιστα κατά τρόπο ώστε οι ένδικες ιδιοκτησίες των αναιρεσειόντων να αποκτήσουν πρόσωπο σ’ αυτό.
Επομένως, τα όσα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με τους ταυτάριθμους, υπ’ αριθμ. πρώτο, λόγους, κατά το τρίτο μέρος τους, της από 2.11.2014 αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αριθμούς 17 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. (αληθώς μόνο από τον αριθμό 19), που αφορούν ειδικότερα στις με αριθμούς ..., ... ... ιδιοκτησίες, κρίνονται βάσιμα, παρέλκει δε μετά ταύτα η έρευνα των ταυταρίθμων, υπό τον αριθμό 4, λόγων της αναιρέσεως αυτής, γιατί αφορούν στο αυτό κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως και καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.
Το άρθρο 17 παρ. 1, 2 και 4 του Συντάγματος, ορίζει: "1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση... 4.
Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια... Νόμος μπορεί να προβλέπει την εγκαθίδρυση ενιαίας δικαιοδοσίας, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94, για όλες τις διαφορές και υποθέσεις που σχετίζονται με απαλλοτρίωση, καθώς και την κατά προτεραιότητα διεξαγωγή των σχετικών δικών". Ως καταβλητέα αποζημίωση για την συντέλεση της απαλλοτριώσεως και την δυνατότητα καταλήψεως νοείται η κατά την ως άνω διάταξη της παρ. 2 "πλήρης", η οποία πρέπει, συνεπώς, να περιλαμβάνει και την αξία των κατά το άρθρο 953 του Α.Κ.
συστατικών του ακινήτου, τα οποία συναπαλλοτριώνονται αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 4 ν. 2882/2001 περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 παρ. 1 και 17 παρ. 3 του ίδιου νόμου η προσκόμιση στην δίκη καθορισμού της αποζημιώσεως, πλην άλλων στοιχείων, του κτηματολογικού πίνακα είναι στοιχείο της προδικασίας, άνευ δε αυτού η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 ν. 2882/2001 αναφέρεται στην καθόλου παράλειψη προσκομίσεως κτηματολογικού πίνακα. Επομένως, αν προσκομίζεται κτηματολογικός πίνακας για το ακίνητο, υπάρχει η αναγκαία προδικασία, έστω και αν στον πίνακα αυτόν δεν περιέχονται συστατικά του απαλλοτριωθέντος ακινήτου. Ως προς τα συστατικά που δεν περιλαμβάνονται στον κτηματολογικό πίνακα το δικαστήριο έχει εξουσία να προσδιορίζει τιμή μονάδας αποζημίωσης, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα.
Έχει δε το δικαστήριο την ευχέρεια κατ’ άρθρο 20 παρ. 6 και 7 του ίδιου νόμου, είτε να διατάξει την συμπλήρωση του πίνακα είτε να προχωρήσει στον καθορισμό τιμής και για τα παραλειφθέντα συστατικά, βάσει των προσκομιζόμενων ή τασσόμενων και διεξαγόμενων αποδείξεων (λ.χ. πραγματογνωμοσύνης). Στην τελευταία αυτή περίπτωση ο πίνακας θα συμπληρωθεί, αν υπάρχει ανάγκη, εκ των υστέρων, προκειμένου να υπολογισθεί η συνολικώς καταβλητέα, για την συντέλεση της απαλλοτριώσεως, αποζημίωση (Ολ.ΑΠ 5/2002, ΑΠ 1021/2015, ΑΠ 641/2004).
Εξ άλλου, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι ως αίτηση που άφησε αδίκαστη το δικαστήριο νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης. Έτσι ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή σχετικός λόγος και όταν το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε (στο διατακτικό ή στις αιτιολογίες με προσόντα διατακτικού) επί αιτήματος καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως των επικειμένων ή συστατικών απαλλοτριωθέντος ακινήτου.
Στην προκειμένη περίπτωση οι δεύτερος, τέταρτος και πέμπτη των αναιρεσειόντων της δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως ζήτησαν με την ένδικη αίτησή τους, εκτός άλλων, τον οριστικό προσδιορισμό αποζημιώσεως και για τα συστατικά των με αριθμούς ...4, ... απαλλοτριωθεισών ιδιοκτησιών τους, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στον κτηματολογικό πίνακα και συγκεκριμένα:
α) για την ...4 ιδιοκτησία: 2 μεγάλες βερυκοκιές, 2 μεγάλα κυπαρίσσια, 2 μεσαίες αμυγδαλιές και συρματοπερίφραξη ύψους 1,2 μ. και μήκους 65 μ., β) για την ...Α ιδιοκτησία: συρματοπερίφραξη, ύψους 1,2 μ. και μήκους 2,89 μ. και γ) για την ... ιδιοκτησία: υπόγειο αρδευτικό δίκτυο ..., μήκους 150 μ., υπέργειο αρδευτικό δίκτυο ..., μήκους 1300 μ., 8 ορθοστάτες 2’ ‘ ύψους 2,5 μ., 8 φίλτρα ...
πλαστικά, 8 βάνες ... πλαστικές, 8 ορθοστάτες ... πλαστικοί ύψους 2 μ., 8 σέλες ..., 1 ζήτα μεταλλικό ... ταφ ..., 300 μπεκ πλαστικά σπρέι και 300 λόγχες στήριξης μπεκ πλαστικά. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, άφησε αδίκαστο το αίτημα αυτό.
Συνεπώς, το Εφετείο υπέπεσε στην προβαλλομένη πλημμέλεια, η οποία, κατ’ εκτίμηση, θεμελιώνεται στην διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 του Κ.Πολ.Δικ., αφού, κατά τα προεκτεθέντα, αρκεί για τον δικαστικό προσδιορισμό η υποβολή σχετικού αιτήματος εκ μέρους του καθ’ ου η απαλλοτρίωση, το οποίο, εν προκειμένω, περιλήφθηκε στην ένδικη αίτηση, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. επισκόπηση του δικογράφου αυτής. Επομένως, βασίμως παραπονούνται οι ανωτέρω αναιρεσείοντες με τους ταυτάριθμους, υπ’ αριθμ. πρώτο, λόγους, κατά το τέταρτο μέρος τους, της από 2.11.2014 αιτήσεως αναιρέσεως, οι οποίοι, συνεπώς, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 341 και 346 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζονται και στο Εφετείο κατά τη διαδικασία προσδιορισμού αποζημιώσεως αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων (άρθρο 18 παρ. 1 ν. 2882/2001), προκύπτει άτι το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικό μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι.
Κατά τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Παγίως γίνεται δεκτό ότι δεν θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν στην απόφασή του για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη.
Η γενική αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν με επίκληση δεν αποκλείει την ίδρυση του άνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό μέσο που έχει ουσιώδη σημασία στην έκβαση της δίκης, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο άτι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του προβλεπόμενου από την άνω διάταξη λόγου αναιρέσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους ταυτάριθμους, υπ’ αριθμ. δεύτερο, λόγους της από 2.11.2014 αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ.
γ’ του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα, μετ’ επικλήσεως, κατωτέρω αποδεικτικά στοιχεία και δη: "την έκθεση εκτιμήσεως της αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων του Οικονομολόγου - Εκτιμητή ακινήτων Γ. Κ. και της Αγρονόμου - Τοπογράφου - Μηχανικού Ι. Σ., τα τοπογραφικά διαγράμματα της Τοπογράφου Μηχανικού Ι.
Σ. και του Τοπογράφου Μηχανικού Α. Μ., την υπ’ αριθμ. .../23.1.2008 Έκθεση Εκτίμησης του Σ.Ο.Ε. της παρούσας απαλλοτρίωσης, την υπ’ αριθμ. .../23-11-2007 Έκθεση Εκτίμησης του Σ.Ο.Ε. των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών για την κατασκευή του έργου ".../23-11-2007 Έκθεση Εκτίμησης του Σ.Ο.Ε. των απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών για την κατασκευή του έργου "..." στην περιοχή του Δήμου ...
του Δ.Δ. ..., την υπ’ αριθμ. 225/2009 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων σχετικά με την απαλλοτρίωση ακινήτων στο Νομό Άρτας για την κατασκευή του έργου "... τμήμα Ιωάννινα είσοδος Αμφιλοχίας - παράκαμψη Άρτας - ..., την υπ’ αριθμ. 114/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης σχετικά με την απαλλοτρίωση ακινήτων στο Νομό Πιερίας για την κατασκευή του έργου "βελτίωση - διαπλάτυνση του αυτοκινητόδρομου ΠΑΘΕ στο τμήμα ...", την υπ’ αριθμ. 141/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης σχετικά με την απαλλοτρίωση ακινήτων στο Νομό Πιερίας για την κατασκευή του έργου "κατασκευή του ανισόπεδου κόμβου Πλαταμώνα" και την υπ’ αριθμ. 101/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας σχετικά με την απαλλοτρίωση ακινήτων στο Δημοτικό Διαμέρισμα ...
του Δήμου Δομοκού του Νομού Φθιώτιδας για την κατασκευή της Νέας Σιδηροδρομικής Γραμμής". Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, σ’ αυτήν γίνεται μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων μνημονεύονται τα προαναφερθέντα, άλλα με γενική αναφορά (τεχνικές εκθέσεις, τοπογραφικά διαγράμματα, εκθέσεις εκτιμήσεως αξίας ακινήτων) και άλλα με ειδική (όπως η οικονομοτεχνική μελέτη του Οικονομολόγου - Εκτιμητή Γ.
Κ. και της Αγρονόμου - Τοπογράφου - Μηχανικού Ι. Σ. και οι παραπάνω αναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις), έτσι ώστε ουδεμία να καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκαν υπόψη και αυτά μαζί με όλα τα προσκομισθέντα, μετ’ επικλήσεως, αποδεικτικά στοιχεία, ανεξαρτήτως του εάν γίνεται ειδική μνεία ορισμένων εξ αυτών.
Κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στην διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό εκδόσεως οριστικής αποφάσεως και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τον λόγο αναιρέσεως, ώστε όχι μόνο να εξάγεται από αυτόν σε ποιον από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 ίδιου Κώδικα αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με βάση, όπου χρειάζεται, τις παραδοχές της, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο.
Ειδικότερα, όταν πλήττεται η απόφαση με την αιτίαση της αφέσεως αιτήσεως αδίκαστης (άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ’ Κ.Πολ.Δικ.), πρέπει, για την πληρότητα του δικογράφου της αναιρέσεως, να αναφέρεται αφενός ότι τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της αποφάσεως δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία, δηλαδή υπάρχει σιωπή του δικαστηρίου αναφορικά με την αίτηση που φέρεται ότι αφέθηκε αδίκαστη και αφετέρου το περιεχόμενο της αιτήσεως (κεφαλαίου) που υποβλήθηκε στο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν η αίτηση αυτή ήταν, ως ορισμένη και νόμιμη, ουσιώδης (ΑΠ 651/2009).
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), 13 παρ. 1 και 2 και 25 του ν. 2882/2001, όπως ισχύει μετά το ν. 2985/2002, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ζητήσει την αποζημίωση για την απολεσθείσα πρόσοδο του ακινήτου, από την μετά την συντέλεση της απαλλοτριώσεως κατάληψη μέχρι την είσπραξη της αποζημιώσεως, συνάγεται ότι σε απαλλοτρίωση ακινήτου για δημόσια ωφέλεια, για τον προσδιορισμό της "πλήρους αποζημιώσεως" λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, καθώς επίσης και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριουμένου ακινήτου, η οποία είναι συνέπεια της απαλλοτριώσεως της ιδιοκτησίας (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 8/2006, ΑΠ 71/2012).
Ως κριτήριο, επομένως, προς διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου λαμβάνεται μεταξύ άλλων και η πρόσοδος του απαλλοτριουμένου, ενώ ο ιδιοκτήτης μπορεί να ζητήσει αποζημίωση για απολεσθείσα πρόσοδο του ακινήτου μόνο για τον χρόνο από την μετά την συντέλεση της απαλλοτριώσεως κατάληψη μέχρι την είσπραξη της αποζημιώσεως.
Τα διαφυγόντα κέρδη, επομένως, από την εκμετάλλευση των εντός του απαλλοτριουμένου ακινήτου και του μετά την απαλλοτρίωση εναπομένοντος τμήματος αυτού επικειμένων δεν συμπεριλαμβάνονται, ως διακεκριμένο μέγεθος, στην έννοια της "πλήρους αποζημιώσεως", αλλά λαμβάνονται υπόψη ως συνδεόμενη με το ακίνητο πρόσοδος κατά την εκτίμηση της αξίας του.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της από 2.11.2014 αιτήσεως αναιρέσεως που αφορά στην με αριθμό ... ιδιοκτησία ο πρώτος αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση της αφέσεως αιτήσεως αδίκαστης και συγκεκριμένα ότι παρέλειψε να καθορίσει την αξία της απολεσθείσας προσόδου εκ των επικειμένων εντός του απαλλοτριούμενου ακινήτου του.
Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, εφόσον, δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, όπως έπρεπε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν: α) ότι σχετικώς με την αίτηση που, κατά τον αναιρεσείοντα, αφέθηκε αδίκαστη, υπάρχει σιωπή του δικαστηρίου τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως και β) το περιεχόμενο της αιτήσεως (κεφαλαίου) που υποβλήθηκε στο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν η αίτηση αυτή ήταν, ως ορισμένη και νόμιμη, ουσιώδης.
Σε κάθε περίπτωση πάντως πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αιτήσεως και της προσβαλλομένης αποφάσεως, εκτίθεται στην αίτηση ότι εντός της απαλλοτριούμενης εκτάσεως της με αριθμό ... ιδιοκτησίας συναπαλλοτριώθηκαν και οι αναφερόμενες σ’ αυτήν (αίτηση) ελιές, από την εκμετάλλευση των οποίων (ελιές - λάδι) θα κέρδιζε ο αιτών, κατά το χρονικό διάστημα τουλάχιστον 10ετίας, το συνολικό ποσό των 1.250 ευρώ, το οποίο και απώλεσε και ζήτησε για τον λόγο αυτό να καθοριστεί η αξία της απολεσθείσας ως άνω προσόδου, αίτημα, για το οποίο παρέλειψε να αποφανθεί το δικαστήριο της ουσίας.
Όμως το αίτημα αυτό για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για την απώλεια της προσόδου λόγω της απαλλοτριώσεως του ακινήτου (επιδίκαση διαφυγόντων κερδών) ήταν νομικά αβάσιμο, καθόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η πρόσοδος του απαλλοτριουμένου ακινήτου λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αξίας του και καθορισμός ιδιαίτερης αποζημιώσεως για την απώλειά της, λόγω της απαλλοτριώσεως του ακινήτου, πέρα από την περίπτωση της απώλειας προσόδου μετά την απαλλοτρίωση έως και τον χρόνο καταβολής της αποζημιώσεως, για την οποία προβλέπουν τα άρθρα 17 παρ. 5 του Συντάγματος και 25 του ν. 2882/2001, θα καταλήξει σε διπλό υπολογισμό της ζημίας του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου, στον οποίο, εξ άλλου, εναπόκειται η αξιοποίηση της αποζημιώσεως, είτε με την αγορά ισάξιου ακινήτου με εκείνο που απαλλοτριώθηκε, που με την εκμετάλλευσή του μπορεί να αποφέρει ανάλογες με εκείνες προσόδους, είτε κατ’ άλλο τρόπο.
Δεν αποκαθίσταται, δηλαδή, κάθε ζημία του ιδιοκτήτη που αποτελεί άμεση συνέπεια της απαλλοτριώσεως, έστω και αν δεν συνδέεται άμεσα με την αξία του απαλλοτριουμένου, επομένως, ούτε και η ζημία από τα διαφυγόντα κέρδη, εξ αιτίας της μη εκμεταλλεύσεως των επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου επικειμένων (Ολ.ΑΠ 8/2006).
Κατ’ ακολουθίαν, ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί, κατά την διάταξη του άρθρου 578 του Κ.Πολ.Δικ., καθ’ όσον το Δικαστήριο, αν και για άλλους λόγους, ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε και δεν επεδίκασε την για την προεκτεθείσα αιτία αιτηθείσα αποζημίωση. Ο ίδιος παραπάνω αναιρετικός λόγος, κατά τα λοιπά μέρη του, με τον οποίο γίνεται απλώς επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών από τους αριθμούς 8, 11, 12 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.
είναι προεχόντως αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ομοίως και οι ταυτάριθμοι, υπό τον αριθμό 3, λόγοι της από 2.11.2014 αιτήσεως αναιρέσεως, που αφορούν στις με αριθμούς ...4 και 157 ιδιοκτησίες, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση "άφησε αδίκαστα αιτήματα για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας για συγκεκριμένα επικείμενα", είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, διότι, πέραν του ότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα "συγκεκριμένα επικείμενα", δεν αναφέρεται επιπλέον σ’ αυτό ότι υπάρχει σιωπή του δικαστηρίου τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Οι ίδιοι λόγοι, κατά τα λοιπά μέρη τους, με τους οποίους γίνεται απλώς επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών από τους αριθμούς 8, 11, 12 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. είναι αόριστοι και απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Με τις τελευταίες αιτιάσεις των πρώτου και τετάρτου λόγων της από 2.11.2014 αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., διότι δεν επιδικάστηκε σ’ αυτούς μαζί με την δικαστική δαπάνη και ο αναλογούν στην αμοιβή των δικηγόρων τους Φ.Π.Α.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αιτήσεώς τους, οι αναιρεσείοντες δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχήν των προαναφερθέντων λόγων των κρινομένων αιτήσεων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τα κεφάλαιά της, που αφορούν:
α) στον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, β) στον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως των ακινήτων που απέμειναν μετά την επίδικη απαλλοτρίωση, γ) στο υποβληθέν αίτημα περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας και δ) στον οριστικό προσδιορισμό αποζημιώσεως για τα συστατικά των με αριθμούς ...4, ...
απαλλοτριωθεισών ιδιοκτησιών, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στον κτηματολογικό πίνακα, όπως αυτά εκτίθενται ανωτέρω, κατά την διερεύνηση του συναφούς αναιρετικού λόγου και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να ερευνηθεί εκ νέου (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).
Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, κατανεμόμενα κατά τον λόγο της κατ’ ίσο μέρος εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου μέρους τούτων, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους (Κ.Πολ.Δικ. 183, 178 παρ. 1) και επί των δύο συνεκδικαζομένων αιτήσεων. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες της από 2.11.2014 αιτήσεως αναιρέσεως του καταβληθέντος εκ μέρους τους παραβόλου, ενόψει της μερικής νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 4 εδ.
ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016, ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 21.1.2014 και 2.11.2014 αιτήσεις αναιρέσεως.
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση αμφοτέρων των ως άνω αιτήσεων αναιρέσεως ως προς τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αρχικώς τρίτου αναιρεσιβλήτου της πρώτης από 21.1.2014 αιτήσεως αναιρέσεως και τρίτου αναιρεσείοντος της δεύτερης από 2.11.2014 αντίθετης αιτήσεως αναιρέσεως Α. Κ. του Δ.: Α. Κ. του Α., Α. Λ. του Κ. και Κ. Λ. του Γ..
Αναιρεί την 177/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια, ως προς τους λοιπούς διαδίκους, πλην των προαναφερομένων.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα ως άνω αναιρούμενα μέρη της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και επί των δύο συνεκδικαζομένων αιτήσεων.
Και
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες της από 2.11.2014 αιτήσεως αναιρέσεως.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Σεπτεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ