1554/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθ. κατάθ.70616/13-5-2005 και 96559/24-6-2005, κύρια και πλαγιαστική αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, και την με αριθ. κατάθ. ...455/22-7-2005 προσεπίκληση- παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 3ης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4708/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2492/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-11-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 23-10-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τετάρτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως για αναίρεση της 2492/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κατά το εις το σκεπτικό μέρος της.
Legislator headnote
AI generated1554/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558, 564§1, 566§1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή κατά το μέρος που αφορά τους λοιπούς αναιρεσίβλητους (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει ως προς αυτούς που συνδέονται με σχέση απλής και όχι αναγκαίας ομοδικίας με τον πρώτο αναιρεσιβλητο, να ερευνηθούν ακολούθως οι λόγοι της (αρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1554 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1554/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Γ. Γ. χήρας Ν., το γένος Β. Τ., κατοίκου ..., 2. Φ. Ν. συζ. Λ. το γένος Ν. Γ., 3. Λ. Ν. συζ. Φ. Γ., 4. Γ. Ν. του Λ., όλοι κάτοικοι ..., εκ των οποίων οι 1η και 4η παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Θεόδωρου Θεοδωρακόπουλου και κατέθεσαν προτάσεις, οι 2η και 3ος των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον ανωτέρω πληρεξούσιο και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Β. Σ. του Χ., κατοίκου ... και νύν αγνώστου διαμονής, 2. Β. Τ. του Α., κατοίκου ..., αμφότεροι οι ανωτέρω δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και 3. Της Ανώνυμης Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Πίστη" που εδρεύει στο Χαλάνδρι και εκπροσωπείται νόμιμα, και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Χρόνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθ. κατάθ.70616/13-5-2005 και 96559/24-6-2005, κύρια και πλαγιαστική αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, και την με αριθ. κατάθ. ...455/22-7-2005 προσεπίκληση- παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 3ης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4708/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2492/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-11-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 23-10-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τετάρτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως για αναίρεση της 2492/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κατά το εις το σκεπτικό μέρος της.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της 3ης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις υπ'αριθ.... και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Ν. Ν., σε συνδυασμό με τα υπ'αριθ.11893/3-1-2014 και 3281/3-1-2014 φύλλα των ημερησίων εφημερίδων που εκδίδονται στην Αθήνα με τον τίτλο "ΑΥΓΗ" και η "ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΩΡΑ" που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο 1)της ένδικης από 14-11-2008 αίτησης αναίρεσης με την πράξη κατάθεσης και προσδιορισμού δικασίμου για την 18-3-2011 κατά την οποία η συζήτηση ματαιώθηκε 2)της από 8-2-2013 αίτησης-κλήσης των αναιρεσειόντων με την οποία προσδιορίσθηκε νέα συζήτηση της υπόθεσης η 1η-11-2013, κατά την οποία προσδιορίσθηκε νέα συζήτηση της υπόθεσης η 1η-11-2013, κατά την οποίαν η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας όπως και 3)της από 30-12-2013 με αριθ.πρωτ.479 βεβαίωσης αναβολής της γραμματείας του Αρείου Πάγου με κλήση των αναιρεσειόντων προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο για εμφάνιση στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο της 4-4-2014 και συζήτηση της ένδικης υπόθεσης επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τον αγνώστου διαμονής πρώτο αναιρεσίβλητο, περιλήψεις δε των πιο πάνω τριών δικογράφων δημοσιεύθηκαν νομότυπα ύστερα από υπόδειξη του ίδιου Εισαγγελέα στις προαναφερθείσες δύο εφημερίδες.
Περαιτέρω όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ'αριθ.3466/19.10.2010, 11183/29-7-2013 και 249/22-1-2014 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Ν. Ν. ακριβές αντίγραφο 1)της ένδικης από 14-11-2008 αίτησης αναίρεσης με την πράξη καταθέσεως και προσδιορισμού δικασίμου, 2)της από 8-2-2013 αίτησης κλήσης των αναιρεσειόντων για προσδιορισμό δικασίμου μετά τη ματαίωση της αρχικά προσδιορισθείσης δικασίμου της 18-3-2011 και 3)της από 30-12-2013 με αρ.177 βεβαίωσης αναβολής του Αρείου Πάγου με κλήση για εμφάνιση και συζήτηση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στο δεύτερο αναιρεσίβλητο Β.
Τ.. Οι δύο πρώτοι όμως αναιρεσίβλητοι όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε προσηκόντως και κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και επομένως πρέπει να δικασθούν σαν να ήταν παρόντες.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 553§1περ.β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, δηλαδή απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης (αρθρ. 321 ΚΠολΔ), κρίσιμος δε χρόνος από τον οποίο κρίνεται ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης για την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, είναι ο χρόνος της άσκησης της αίτησης αναίρεσης με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως το αρθρ. 495§1 του ίδιου Κώδικα ορίζει (ΟλΑΠ 18/2001).
Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001 ΑΠ 162/1997 1470/2003), ενεργοποιεί τη δυνατότητα άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην απόφασης (αρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση απ'αυτόν ή από τον αντίδικο του αίτησης αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (αρθρ. 577§1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513§1 εδ.β περ.β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευση τους.
Αντίθετα δηλαδή με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998 ΑΠ 1051/1993 65/2006 662/2006), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων.
Συνήθως βέβαια η άσκηση απευθείας αίτησης αναίρεσης από τον ερημοδικασθέντα, κατά παράλειψη δηλαδή της ανακοπής ερημοδικίας και ενώ διαρκεί η προθεσμία της (άρθρ. 503 ΚΠολΔ), υποδηλώνει σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας (άρθρ.299 ΚΠολΔ), η οποία είναι επιτρεπτή και έγκυρη, εφόσον ο υπογράφων το δικόγραφο της αναίρεσης δικηγόρος έχει την ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, που απαιτεί το άρθρ. 98 περ.β ΚΠολΔ (ΑΠ 78/1999 1983/2006).
Εξ άλλου ενδέχεται να μη συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις του άρθρ.501 ΚΠολΔ για την άσκηση παραδεκτής και βάσιμης ανακοπής ερημοδικίας. Οι προϋποθέσεις όμως αυτές και γενικότερα οι προϋποθέσεις του κύρους της ανακοπής ερημοδικίας κρίνονται κυριαρχικά μόνον από το αρμόδιο γι' αυτή δικαστήριο και δεν ερευνώνται παρεμπιπτόντως από άλλο δικαστήριο προκειμένου, σε περίπτωση έλλειψης τους, να κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά της ερήμην οριστικής απόφασης που ασκήθηκε κατά παράβαση της αρχής της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων (ΟλΑΠ 15/2001).
Συνεπώς και στην περίπτωση αυτή αποκλείεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, έστω και αν πιθανολογείται η απόρριψη της. Μάλιστα αν παραλειφθεί η επίδοση της ερήμην απόφασης, δεν αρχίζει καν η προθεσμία άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας, οπότε αντίστοιχα δεν υπάρχει χρονικό όριο για την άσκηση της, αφού σε σχέση μ'αυτή δεν είναι θεσπισμένη καταχρηστική προθεσμία αντίστοιχη με την καταχρηστική προθεσμία των αρθρ. 518§2 και 564§3 ΚΠρλΔ, που ισχύει για την έφεση και την αναίρεση.
Έτσι όμως η παράλειψη επίδοσης της ερήμην απόφασης εμποδίζει εξακολουθητικά την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, με απότοκη συνέπεια την αναστολή και της καταχρηστικής προθεσμίας των τριών ετών που ισχύει για την αναίρεση, και έχει ως αφετηρία τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού προϋπόθεση αυτονόητη της προθεσμίας αυτής είναι η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης οπωσδήποτε σε αναίρεση (ΑΠ 992/1997 1086/2013 179/2014).
Περαιτέρω από το συνδυασμό της προαναφερθείσας διάταξης του αρθρ. 553§1 περ.β ΚΠολΔ με τις διατάξεις των αρθρ. 74, 75 και 76§§1&4 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας η εκδοθείσα οριστική απόφαση γίνεται αυτοτελώς τελεσίδικη για κάθε έναν από τους ομοδίκους και συνεπώς για όσους ομόδικους η απόφαση είναι ήδη τελεσίδικη, είναι αντίστοιχα ως προς τους ίδιους προσβλητή έκτοτε και με αίτηση αναίρεσης, δηλαδή παρόλο που δεν είναι τελεσίδικη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους.
Αντίθετα σε περίπτωση αναγκαίας ομοδικίας η απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αίτηση αναίρεσης μόνον από τότε που θα καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΟλΑΠ 18/2001 ΑΠ 2022/2006), αφού διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος η υπόθεση που κρίθηκε ήδη από τον Άρειο Πάγο για έναν από τους αναγκαίους ομοδίκους να πρέπει να επανακριθεί για τον ίδιο στο πλαίσιο μεταγενέστερης αίτησης αναίρεσης άλλου ομοδίκου, αν ληφθεί υπόψη ότι η άσκηση ένδικων μέσων από οποιονδήποτε των αναγκαίων ομοδίκων έχει αποτελέσματα και για τους λοιπούς (αρθρ. 76§4 ΚΠολΔ).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προσβάλλεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης η εκδοθείσα υπ'αριθ.2492/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681 Α ΚΠολΔ, η οποία ερήμην του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου Β. Σ. και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων δέχθηκε τις εφέσεις του δευτέρου αναιρεσίβλητου Β.
Τ. και της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ'αριθ.4708/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε στη συνέχεια την κύρια αγωγή των αναιρεσειόντων και την παρεμπίπτουσα αγωγή της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, από θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα κατά το οποίο τραυματίσθηκε θανάσιμα ο Ν.
Γ., σύζυγος της πρώτης, πατέρας της δεύτερης, πεθερός του τρίτου και παππούς της τετάρτης των κυρίως εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων με αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος Β. Σ., ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου και ήδη δευτέρου αναιρεσίβλητου Β. Τ. εργοδότη του πρώτου, που ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγομένη και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, και επεδίκασε τελικά υπέρ των ήδη αναιρεσειόντων διάφορο χρηματικά ποσά για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και για έξοδα κηδείας, εις ολόκληρον, σε βάρος των κυρίως εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, συνδεομένων μεταξύ τους κατά το προαναφερθέν ιστορικό της παθητικής νομιμοποιήσεώς τους, με το δεσμό της απλής ομοδικίας.
Σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη και απορριπτέα κατά το μέρος που αφορά τον πρώτο από τους αναιρεσιβλήτους, ο οποίος δικάστηκε ερήμην στο Εφετείο, αφού από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι αντίγραφο της εφετειακής απόφασης επιδόθηκε σ' αυτόν ή με δική του επιμέλεια στους αντιδίκους του, ώστε με την άπρακτη έκτοτε πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση απ' αυτόν ανακοπής ερημοδικίας κατά της εν λόγω απόφασης αυτή να είναι και ως προς τον ίδιο τελεσίδικη.
Κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558, 564§1, 566§1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή κατά το μέρος που αφορά τους λοιπούς αναιρεσίβλητους (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει ως προς αυτούς που συνδέονται με σχέση απλής και όχι αναγκαίας ομοδικίας με τον πρώτο αναιρεσιβλητο, να ερευνηθούν ακολούθως οι λόγοι της (αρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 599, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενης στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημιάς.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημιάς υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο τους ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημιά βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης (ΑΠ 468/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2492/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της απόδειξης και της ανταπόδειξης Γ.
Μ. και Φ. Π., που περιέχονται στα επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (μεταξύ των οποίων οι προανακριτικές καταθέσεις,
που ελήφθησαν κατά το σχηματισμό της ποινικής δικογραφίας, η έκθεση αυτοψίας, το σχεδιάγραμμα της τροχαίας, η ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής και η με αριθμ. 26442/2003 πρωτόδικη ποινική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών) αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα ακόλουθα:
Την 9-7-2001 και περί ώρα 11.30', ο Ν. Γ., σύζυγος της πρώτης, πατέρας της δεύτερης, πεθερός του τρίτου και παππούς της τέταρτης των κυρίως εναγόντων, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, εργοστασίου κατασκευής HONDA, 50 ίππων, της κυριότητας του, εκινείτο επί της οδού ..., στην Αγία Παρασκευή, με κατεύθυνση από Πεντέλη προς Σταυρό.
Η οδός ..., στο σημείο που το άνω μοτοποδήλατο εκινείτο κατ' εκείνη τη στιγμή, είναι δρόμος διπλής κατευθύνσεως, συνολικού πλάτους 7 μέτρων, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση και πλάτος ερείσματος, του προς Πεντέλη ρεύματος κυκλοφορίας της, 3 μέτρων. Μεταξύ των δύο ρευμάτων υφίσταται διπλή διαχωριστική γραμμή, η οποία διακόπτεται στο σημείο που διασταυρώνεται η άνω οδός με τις οδούς ...
και ..., ενόψει του σχηματιζόμενου εκεί κόμβου. Στη συνέχεια της διασταυρώσεως των άνω οδών και στην κατεύθυνση της προς το Σταυρό - ..., η οδός ... γίνεται μονόδρομος. Η μονοδρόμηση αυτή της οδού ... αρχίζει αμέσως μετά το σχηματιζόμενο από τις άνω οδούς κόμβο και όχι από το σημείο που διακόπτεται η διπλή διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας της οδού ...
και επομένως, εντός του οδικού κόμβου η οδός ... είναι δρόμος διπλής κατευθύνσεως. Η διακοπή της διπλής διαχωριστικής γραμμής στο παραπάνω σημείο δεν συνεπάγεται ότι η οδός ... από το σημείο αυτό γίνεται μονόδρομος, αλλά τούτο συμβαίνει, επειδή επιβάλλεται η τοιαύτη διακοπή, ώστε να καθίσταται δυνατή η κάθετη διέλευση οχημάτων επί της οδού ..., εντός του άνω οδικού κόμβου.
Όταν ο ως άνω Ν. Γ. πλησίασε, οδηγώντας το μοτοποδήλατο του, τον άνω κόμβο, μη υπολογίζοντας ορθά, ενόψει της ακολουθούμενης μονοδρομήσεως της οδού ..., προκειμένου να προπορευθεί των οχημάτων που εκινούντο ομόρροπα, από έλλειψη της προσοχής, που κάθε συνετός οδηγός θα μπορούσε και όφειλε να επιδείξει υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, εντελώς αντικανονικά και ανεπίτρεπτα, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, δηλαδή σ' εκείνο που οδηγούσε προς Πεντέλη, στο σημείο δε εκείνο, που η οδός ...
εξακολουθούσε να είναι διπλής κατευθύνσεως. Κατ' εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο πρώτος εναγόμενος της πρώτης - κύριας αγωγής Β. Σ., οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής MERCEDES, ιδιοκτησίας του Β. Τ., στον οποίο εργαζόταν ως υπάλληλος και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ" και εκινείτο επί της οδού ..., η οποία είναι μονής κατευθύνσεως με μία λωρίδα πλάτους οδοστρώματος 6,50 μέτρων.
Όταν έφθασε στη συμβολή της άνω οδού με την οδό ..., προτιθέμενος να επιχειρήσει στροφή προς τα δεξιά και να οδηγήσει το όχημα του επί της οδού ..., προς Πεντέλη, εισήλθε στην αντίστοιχη λωρίδα της, διενεργώντας σχετικό ελιγμό προς τα δεξιά, ενώ η κίνηση επί των δύο ποιο πάνω διασταυρούμενων οδών, ήταν ιδιαίτερα αυξημένη.
Και ναι μεν επί της οδού ..., προ της συμβολής της με την οδό ..., υπάρχει πινακίδα Ρ-2 (STOP), που δεν επέτρεπε στον οδηγό του αυτοκινήτου να κινηθεί ευθεία και να εισέλθει στην απέναντι, της οδού που εκινείτο, οδό, ή να επιχειρήσει στροφή προς τα αριστερά για να εισέλθει στο ρεύμα πορείας της οδού ..., που οδηγεί προς Σταυρό - ..., που από το σημείο εκείνο γίνεται μονόδρομος, αν το ρεύμα αυτό δεν καθίστατο ελεύθερο από οχήματα, μπορούσε όμως να επιχειρήσει στροφή προς τα δεξιά και να εισέλθει στο ρεύμα πορείας της οδού ...
που οδηγεί προς Πεντέλη, αφού στην κατεύθυνση αυτή, μέσα στον ως άνω κόμβο, ήταν ανεπίτρεπτη η κίνηση οχημάτων, λόγω της μονοδρόμησης που γίνεται από το σημείο εκείνο της οδού ..., και σε κάθε περίπτωση, κατά τη στιγμή εκείνη, δεν εκινούντο οχήματα. Ωστόσο, ο οδηγός του άνω φορτηγού αυτοκινήτου, επειδή δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, αλλά και επειδή δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί, σε κάθε στιγμή, να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, και σε κάθε περίπτωση δεν ανέμενε να ελευθερωθεί το ρεύμα, στο οποίο θα εισήρχετο, από την αντικανονική είσοδο σ' αυτό του άνω μοτοποδηλάτου, ενόψει της πινακίδας "STOP", που βρισκόταν στην πορεία του (Ρ-2 περ. 2 του ΚΟΚ), δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως τον οδηγό του μοτοποδηλάτου, ο οποίος, εντός του οδικού κόμβου, αντικανονικά και ανεπίτρεπτα, είχε εισέλθει στο αντίθετο προς την πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας της ως άνω οδού, ώστε να μην επιχειρήσει την άνω προς τα δεξιά στροφή για να εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ...
που οδηγεί στην Πεντέλη, αλλ' αντιθέτως, εξαιτίας της άνω αμελούς συμπεριφοράς του, επιχείρησε τη στροφή αυτή με συνέπεια τη σύγκρουση των δύο οχημάτων. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης αυτής ήταν, να βρεθούν σφηνωμένοι κάτω από τους εμπρόσθιους τροχούς του φορτηγού, αφού σύρθηκαν σε μήκος 6,5 μέτρων, το μοτοποδήλατο μαζί με τον αναβάτη οδηγό του, ο οποίος υπέστη βαριές κακώσεις, οι οποίες, ως μόνη ενεργός αιτία, επέφεραν ακαριαία το θάνατο του (βλ.
περί όλων των ως άνω αναλυτικά, εκτός άλλων, έκθεση αυτοψίας και σχεδιάγραμμα).
Εκ του συνδυασμού όλων των ως άνω γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων, πραγματικών περιστατικών, προκύπτει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ότι το προαναφερθέν τροχαίο ατύχημα οφείλεται αφενός μεν, κατά ποσοστό 40%, σε υπαιτιότητα του ίδιου του θανόντος - οδηγού του δίκυκλου μοτοποδηλάτου, ο οποίος, κατά την οδήγηση δεν κατέβαλε την επιμέλεια του μέσου συνετού οδηγού, την οποία όφειλε υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δηλαδή δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή και δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του, ώστε να είναι δυνατό, ανά πάσα στιγμή, να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς προς αποφυγή ατυχήματος, όπως είχε κατά νόμο υποχρέωση (άρθρα 12 παρ. 1, 16 παρ. 4 του ΚΟΚ), αλλά αντιθέτως, πλησιάζοντας τον προαναφερθέντα οδικό κόμβο, μη υπολογίζοντας ορθά, ενόψει της ακολουθούμενης μονοδρομήσεως της οδού ..., προκειμένου να προπορευθεί των ομορρόπως προς το μοτοποδήλατο του κινουμένων οχημάτων, από έλλειψη της προσοχής, που κάθε συνετός οδηγός όφειλε και μπορούσε, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να επιδείξει, επιχείρησε ανεπίτρεπτο και αιφνιδιαστικό ελιγμό προς τα αριστερά και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ..., χωρίς προηγουμένως να σιγουρευτεί ότι μπορούσε να πράξει τούτο, χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού ( παράβαση άρθρων 16 παρ. 4 και 26 παρ. 1 του ΚΟΚ).
Το γεγονός τούτο είχε σαν αποτέλεσμα να παρεμβληθεί αιφνιδιαστικά στην κανονική πορεία ταυ, φορτηγού οχήματος που οδηγούσε ό πρώτος εναγόμενος, πού κατά τη στιγμή εκείνη επιχειρούσε στροφή προς τα δεξιά για να ακολουθήσει την ως άνω πορεία, να συγκρουστούν τα δύο οχήματα και να τραυματισθεί θανάσιμα κατά τη σύγκρουση αυτή.
Συνυπαίτιος όμως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, και συγκεκριμένα κατά το υπολειπόμενο, εξ 60%, ποσοστό είναι και ο πρώτος εναγόμενος της πρώτης κύριας αγωγής, οδηγός του φορτηγού Β. Σ., ο οποίος, μη οδηγώντας με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και μη έχοντας τον πλήρη έλεγχο του όγκώβους οχήματος του (παραβάσεις άρθρων 3 παρ.2 Ρ-2 περ. 2, 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 ΚΟΚ), το οποίο, μάλιστα, όπως παρακάτω επισημαίνεται, έφερε ανεπιτρέπτως και γερανό, αλλά ακόμη, λόγω της υφισταμένης στην πορεία του πινακίδας "STOP", η οποία τον καθιστούσε υπόχρεο να αναμείνει, έστω και αν είχε αρχίσει να επιχειρεί την άνω στροφή, τη διέλευση του αντικανονικά εισελθόντος στην πορεία του μοτοποδηλάτου, συνετέλεσε, εξαιτίας της προαναφερόμενης αμελούς συμπεριφοράς του, κατά το άνω ποσοστό, στην επέλευση της συγκρούσεως και του εξ αυτής θανάτου του συγγενούς των εναγόντων Ν.
Γ.. Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει, κατά ένα μέρος της δεκτή, ως και κατ' ουσία βάσιμη, η περί συνυπαιτιότητας ένσταση της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας. Κατά λογική συνέπεια, πρέπει να επιδικαστούν, κατ'ισομοιρία, σε κάθε μία από τις δύο πρώτες, εξ αδιαθέτου κληρονόμους, ενάγουσες, σύζυγο και κόρη του θανόντος Ν.
Γ., τα έξοδα κηδείας, κατασκευής τάφου κλπ., τα οποία, κατά τα αποδειχθέντα ανήλθαν συνολικά σε 2.708 € και τα οποία αυτές επιβαρύνθηκαν, μειωμένα, όμως, κατά το άνω ποσοστό συνυπαιτιότητας του οδηγού του μοτοποδηλάτου (40%). Ήτοι, πρέπει να επιδικαστεί σε κάθε μία απ'αυτές ποσό (2.708 : 2= 1.354 Χ 60%=) 812,40 €. Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη, έκρινε διαφορετικά και θεώρησε αποκλειστικά υπαίτιο στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος τον Β.
Σ. και επιδίκασε σε κάθε μία από τις άνω δύο ενάγουσες, για τα παραπάνω έξοδα (κηδείας κλπ) από 1.354 € , έσφαλε.
Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, συνεπεία της ως άνω σύγκρουσης των δύο οχημάτων, τραυματίστηκε θανάσιμα ο συγγενής των κυρίως εναγόντων - οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... δίκυκλου μοτοποδηλάτου Ν. Γ., ηλικίας 68 ετών. Ο θάνατος του επήλθε, από βαριές κακώσεις του σώματος του, εκτός της κεφαλής. Ειδικότερα υπέστη "διπλά κατάγματα όλων των πλευρών του θώρακος και των 5ου - 6ου - 7ου θωρακικών σπονδύλων, αιμοθώρακα, τραυματικές διασχίσεις των πνευμόνων, αιμοπεριτόναιο, ρήξη ήπατος και σπλήνας, περινεφρικά αιματώματα και συντριπτικά κατάγματα αμφοτερόπλευρα". Τα τραύματα αυτά συνιστούν βαρείες κακώσεις και επέφεραν, ως μόνη ενεργός αιτία, τον θάνατο του Ν. Γ. (βλ. την υπ' αριθμ. 2724/13-9-2001 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής). Επομένως και εάν φορούσε κράνος δεν θα ήταν δυνατό να αποφύγει το θανάσιμο τραυματισμό του. Έτσι η σχετική παράλειψη του δεν προκύπτει ότι συνετέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση του θανάτου του.
Ο θανών, εξάλλου, ο οποίος, όπως σημειώθηκε και παραπάνω, διήνυε το 68° έτος της ηλικίας του, είχε καλή υγεία και, παρά την ηλικία του, ασχολείτο με την κηπουρική. Διατηρούσε στενές σχέσεις με τα μέλη της οικογένειας του, τα οποία αγαπούσε και ήταν δεμένος μαζί τους με συναισθηματικό δεσμό. Λόγω του αιφνίδιου θανάτου του, οι κυρίως ενάγοντες - συγγενείς του, σύζυγος, κόρη, γαμβρός και εγγονή, δοκίμασαν βαθύτατο πόνο και θλίψη και ως εκ τούτου και προς απάμβλυνση της ψυχικής τους οδύνης, αλλά και για ψυχική παρηγοριά και ηθική ανακούφιση, δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, κατ' άρθρο 932 ΑΚ.
Αυτή, αφού ληφθούν υπόψη τα αμέσως πιο πάνω αναφερθέντα στοιχεία και ακόμη οι συνθήκες που έλαβε χώρα η σύγκρουση, ο βαθμός του πταίσματος του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, αλλά και του ιδίου του θανόντος - οδηγού του μοτοποδηλάτου, ο βαθμός συγγένειας των εναγόντων και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων - φυσικών προσώπων, δεδομένου ότι η ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρείας είναι εγγυητική, θα πρέπει να ανέλθει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ως εξής:
α) για τη σύζυγο (πρώτη ενάγουσα) στο ποσό των 50.000 €, β) για την κόρη του (δεύτερη ενάγουσα) στο ποσό των 40.000 €, γ) για το γαμβρό του (σύζυγο της κόρης του - τρίτον ενάγοντα) στο ποσό των 10.000 € και δ) για την εγγονή του (τέταρτη ενάγουσα) στο ποσό των 20.000 €. Τα ως άνω ποσά κρίνονται εύλογα και δίκαια για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που αυτοί υπέστησαν (πάντοτε λαμβανομένου υπόψη και του μεγάλου, κατά τα άνω, ποσοστού συνυπαιτότητας του θανόντος).
Κατόπιν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτός, εν μέρει, ως κατ' ουσίαν βάσιμος, ο σχετικός λόγος των εφέσεων του Β. Τ. και της ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", και να απορριφθεί, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, ο λόγος της εφέσεως των εναγόντων, με τον οποίο αυτοί ζητούσαν μεγαλύτερα ποσά και να επιδικαστούν σ' αυτούς (άνω ενάγοντες), ως χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη, τα πιο πάνω, σημειούμενα για τον καθένα, χρηματικά ποσά.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη, έκρινε διαφορετικά και (αφού, όπως προαναφέρθηκε, έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του ατυχήματος τον οδηγό του φορτηγού) επιδίκασε στους άνω ενάγοντες μεγαλύτερα ποσά (60.000 €, 60.000 €, 20.000 € και 30.000 € αντιστοίχως, στον καθένα),μετά τα ως άνω, έσφαλε." Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του δευτέρου αναιρεσιβλήτου και της τρίτης αναιρεσίβλητης και με το ν'απορρίψει την έφεση των αναιρεσειόντων, κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες, αφού τελικά ο θανών συγγενής τους (αναιρεσειόντων-εναγόντων) κρίθηκε συνυπαίτιος της θανάτωσής του κατά 40% ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297,298,300,330,914,932 του ΑΚ, καθόσον από τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει χωρίς αμφιβολία του υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού και η συνυπαιτιότητα του θανατωθέντος συγγενούς των αναιρεσειόντων-εναγόντων και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαιτιότητας και παράνομης συμπεριφοράς του πρώτου αναιρεσίβλητου με το ζημιογόνο αποτέλεσμα που δεν διακόπηκε με τη μεσολαβήσασα συνυπαιτιότητα του θανόντος.
Η υπαγωγή δε των προαναφερθέντων στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξιών που εφαρμόσθηκαν δεν βρίσκεται σε καμία απολύτως αντίθεση με τα διδάγμα της κοινής πείρας. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το ένα μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914, 932 του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η συντρέχουσα υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού και του θανατωθέντος, που αιτιωδώς οδήγησε στην ένδικη σύγκρουση και στο με αυτήν αμέσως συνδεόμενο θανατηφόρο αποτέλεσμα.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το άλλο μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξ άλλου, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης κατά την σ'αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περί του κατά πόσον δηλαδή συνέτρεξε πράγματι υπαίτια συμπεριφορά του θανατωθέντος συγγενούς των αναιρεσειόντων που αιτιωδώς οδήγησε στο ένδικο ατύχημα και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση με το ότι ο θανών συγγενής τους δεν βαρύνεται με καμμία συνυπαιτιότητα γιατί αμέσως πριν το ατύχημα εκινείτο κανονικά στο δικό του ρεύμα πορείας και δεν είχε εισέλθει καθ'οιονδήποτε τρόπο στο ρεύμα πορείας του πρώτου αναιρεσίβλητου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου εκτίθεται και ότι πριν από το ατύχημα ο συγγενής των αναιρεσειόντων εισήλθε αιφνιδιαστικά και ανεπίτρεπτα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ..., όπου εκινείτο ο πρώτος αναιρεσίβλητος, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
IV. Η δήλωση, που κάνει ο οδηγός του εμπλακέντος σε αυτοκινητικό ατύχημα, οχήματος, στον τόπο του ατυχήματος και αμέσως μετά από αυτό στην οποία ομολογεί ότι αυτός ευθύνεται για το ατύχημα τούτο και η οποία (δήλωση) καταχωρίζεται στην έκθεση αυτοψίας των, επιληφθέντων του ατυχήματος αρμοδίων αστυνομικών οργάνων, αποτελεί επιτρεπόμενο κατ' άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα εξώδικη ομολογία, η οποία κατ' άρθρο 352 περ.2 ΚΠολΔ, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (ΑΠ 96/2003).
Δεν αποτελεί όμως εξώδικη ομολογία ο ισχυρισμός που προβάλλει με τις προτάσεις του ο συνεναγόμενος κύριος του ζημιογόνου αυτοκινήτου με την ασφαλιστική εταιρεία και τον οδηγό του ίδιου αυτοκινήτου ότι ο τελευταίος είναι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικού ατυχήματος, αφού το περιστατικό αυτό δεν αφορά τον ίδιο τον δηλούντα ούτε είναι επιβλαβές γι'αυτόν τον ίδιο.
Εξ άλλου ο λόγος αναίρεσης, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.12 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται, αν παραβιάστηκαν ορισμοί του νόμου, που καθιερώνουν κατ'εξαίρεση ορισμένη αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Όταν δε τα αποδεικτικά αυτά μέσα όπως και η εξώδικη ομολογία εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο κατά τον κανόνα που θέτει το άρθρο 340 του Κ.Πολ.Δ., οπότε δεν ελέγχεται αναιρετικά τέτοια εκτίμηση (άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.), δε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης.
Κατά συνεπεια πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 12 του αρθρ. 559 του Κ.ΠολΔ. για το λόγο ότι δεν απέδωσε την πρέπουσα βαρύτητα στην από 9-7-2001 έκθεση εξετάσεως ως κατηγορουμένου κατά την αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού, κατά την οποία ο τελευταίος απερίφραστα κατέθεσε ότι ευθύνεται αποκλειστικά για το ένδικο ατύχημα.
Ανεξάρτητα όμως απ'αυτά, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και από ουσιαστική άποψη, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προαναφερθείσας από 9-7-2001 έκθεση εξετάσεως κατηγορουμένου σε αυτήν ο πρώτος αναιρεσίβλητος απολογούμενος δεν ομολόγησε καθ'οιονδήποτε τρόπο την αποκλειστική υπαιτιότητά του στην ένδικη σύγκρουση, ούτε από την ίδια έκθεση προκύπτει ότι ο ίδιος αναιρεσίβλητος αποδέχθηκε ότι η ένδικη σύγκρουση έλαβε χώρα στο ρεύμα πορείας, όπου εκινείτο η μοτοσικλέτα την οποία οδηγούσε ο συγγενής των αναιρεσειόντων.
V. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ'αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005).
Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την αναφερόμενη στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσας έκθεση εξετάσεως ως κατηγορουμένου του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού, την οποία είχαν νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προστάσεις τους στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω σε προηγούμενες σκέψεις, με την οποία απορρίφθηκαν ρητά οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων για αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το εν λόγω αποδεικτικό μέσο, με άμεση δικονομική συνέπεια ο σχετικός λόγος να ελέγχεται ως αβάσιμος.
Περαιτέρω ο δεύτερος των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δίκη προέβαλε τον ισχυρισμό ότι αποκλειστικά υπαίτιος του θανάσιμου τραυματισμού του Ν. Γ. είναι ο συνεναγόμενος του σε σχέση απλής ομοδικίας πρώτος των εναγομένων και ήδη των αναιρεσιβλήτων, οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ΥΥΗ-7383 ΙΧ φορτηγού αυτοκινήτου της κυριότητας και κατοχής του, από τον οποίο και προεστήθη στην οδήγηση αυτού.
Τον ισχυρισμό αυτό διετύπωσε ο δεύτερος των αναιρεσίβλητων αποκρούοντας και αρνούμενος παράλληλα την απευθυνόμενη κατ'αυτού παρεμπίπτουσα αγωγή της συνεναγομένης του στην κύρια αγωγή ασφαλιστικής εταιρείας, καταλήγοντας σε συνέπεια με τον ισχυρισμό του αυτό, ότι δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του αυτοκινητικού ατυχήματος και του κατ'αυτό θανάσιμο τραυματισμού του Ν.
Γ. και του φορτίου (γερανού) τον οποίο έφερε το φορτηγό αυτοκίνητο, περίπτωση η οποία απέκλειε την ασφαλιστική του κάλυψη από την συνεναγομένη του ασφαλιστική εταιρεία και παρεμπίπτουσα για τον λόγο αυτόν κατ'αυτού ενάγουσα. Πρόκειται κατά την κρατήσασα γνώμη για σύνθετη ομολογία, κατά την έννοια του άρθρου 353 ΚΠολΔ, περιέχουσα το επιζήμιο για τον εν λόγω δεύτερου των αναιρεσιβλήτων γεγονός της υπαιτιότητας του συνεπαγομένου του πρώτου των αναιρεσίβλητων οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου, κατά την κατ'αυτού (δεύτερου εναγομένου - αναιρεσίβλητου) απεύθυνση της κύριας γεγονός και το επωφελές ότι δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του ατυχήματος και του γερανού τον οποίο έφερε το φορτηγό αυτοκίνητο, που αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση.
Πρόκειται επομένως για σύνθετη ομολογία, η οποία δεν περιέχει αυτοτελή ισχυρισμό, και κατά συνέπεια αποτελεί ομολογία που εκτιμάται ελεύθερα (ΚΠολΔ 353 εδ.β ), την οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον ερευνώμενο στη συνέχεια λόγο αναιρέσεως ότι δεν έλαβε υπόψη, παρά την επίκληση τους από τους ήδη αναιρεσείοντες.
Ειδικότερα, κατά την πλειοψηφούσα πάντοτε γνώμη σε συνέπεια με την παραδοχή ότι η κύρια αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων θεμελιώνεται κατά την απεύθυνσή της κατά του δεύτερου των εναγομένων και ήδη δεύτερου των αναιρεσίβλητων στην διατύπωση του αγωγικού ισχυρισμού ότι υπαίτιος του θανάσιμου τραυματισμού του Ν.
Γ. είναι ο συνεγόμενός του σε σχέση απλής ομοδικίας πρώτος των εναγομένων και ήδη πρώτος των αναιρεσιβλήτων, οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... φορτηγού αυτοκινήτου, της κυριότητας και κατοχής του εν λόγω δεύτερου των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων, από τον οποίο και προεστήθη στην οδήγηση αυτού, η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο παρέλειψε να λάβει υπόψη την επικληθείσα και με τον προδιαληφθέν περιεχόμενο σύνθετη ομολογία του εν λόγω δεύτερου αναιρεσίβλητου ότι υπαίτιος θανάσιμου τραυματισμού του Ν.
Γ. είναι ο συνεναγόμενος του πρώτου των αναιρεσίβλητων, οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου η οποία διαθέτει την προβλεπόμενη από την διάταξη του άρθρου 353 εδ.β ΚΠολΔ αποδεικτική δύναμη αναφορικά με την κυρία αγωγή των αναιρεσειόντων κατά την κατεύθυνσή της κατά του δευτέρου των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων, δέχθεισα συνυπαιτιότητα του Ν.
Γ., παρά το γεγονός μάλιστα ότι ο εν λόγω δεύτερος των αναιρεσιβλήτων, δεν προέβαλε σχετική περί τούτου ένσταση, η οποία θα ήταν αντιφατική προς την εν λόγω σύνθετη αυτού ομολογία. Οι έννομες συνέπειες της διαδικαστικής αυτής πράξεως περιορίζεται μόνο στην κυρία αγωγή των αναιρεσειόντων κατά την απεύθυνσή της κατά του δευτέρου των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων χωρίς να βλάπτει τον συνεναγόμενο του και ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων σε σχέση απλής ομοδικίας (ΚΠολΔ 75 παρ.1), κατά την οποία σωρεύονται υποκ......σε κοινή διαδικασία περισσότερες, ανεξάρτητες μεταξύ τους, δίκες, με αντικείμενα δίκης, αντίστοιχα εκείνων των απλών ομοδίκων.
Κατά την μειοψηφούσα γνώμη του μέλους του Δικαστηρίου τούτου Δ. Υ., Αρεοπαγίτου, η ομολογία αυτή του δεύτερου των αναιρεσίβλητων δεν μπορεί να αξιολογηθεί ως ομολογία αυτού, ως αναφερόμενη σε υπαιτιότητα συνεγαγομένου του απλού ομοδίκου. Πρέπει, επομένως, κατά παραδοχή του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ, κατά την κρατήσασα πάντοτε γνώμη, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής, το οποίο αναφέρεται σε συνυπαιτιότητα του Ν.
Γ. στον θανάσιμο τραυματισμό του σε σχέση με το αντικείμενο της αυτοτελούς δίκης, που ανοίχθηκε με την άσκηση της κύριας αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων κατά την κατεύθυνσή της και μόνο κατά του δεύτερου των αναιρεσίβλητων. Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού αναιρέσεως στο σύνολο του προσβαλλόμενου δι'αυτού κεφαλαίου της πληττόμενης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων, που συνδέονται με το κεφάλαιο τούτο.
Μετά τα παραπάνω πρέπει ν'αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το πιο πάνω μέρος της που αφορά τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προσβαλλόμενης στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, ν'απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης καθόσον αφορά την τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και ο δεύτερος αναιρεσίβλητος ως ηττώμενοι επίσης στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις όπως και η τρίτη αναιρεσίβλητη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την ένδικη αίτηση αναίρεσης για αναίρεση της υπ'αρ.2492/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά την απεύθυνσή της κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της τρίτης αναιρεσίβλητης που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Απορρίπτει (ως απαράδεκτη) την ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά την κατεύθυνσή της κατά του πρώτου των αναιρεσίβλητων Β. Σ..
Αναιρεί την ίδια πιο πάνω υπ'αριθ.2492/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το εις το σκεπτικό μέρος της που αφορά τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Β. Τ..
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο κατά το αναιρούμενο μέρος της που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ