Legislator Case Law & Legislation
1554/2011 AI generated

1554/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1554/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1554/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1554 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1554/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. - Κ. Π. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Ματθαίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Θ. Δ. Γ. ΑΕ - ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΣΙΓΑΡΕΤΤΩΝ", που εδρεύει στον Ελαιώνα Θηβών, 75ο χλμ. Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Δερμιτζάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 674/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3769/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-7-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 8-9-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά γενική αρχή του εργατικού δικαίου, συναγόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 679 του Αστικού Κώδικα, 8 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, 8 παρ. 4 του ν.δ. 4020/1920 και 8 παρ. 4 του ν.δ. 4020/1959 εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, δεν συγχωρείται και άρα είναι άκυρη η παραίτηση του εργαζομένου από το δικαίωμα να λάβει τα κατά νόμο ελάχιστα όρια των αποδοχών του, καθώς και η παραίτηση από άλλα δικαιώματά του που απορρέουν από τη σχέση εργασίας και αναγνωρίζονται από κανόνες δημόσιας τάξεως, όπως είναι το δικαίωμά του για την καταβολή της νόμιμης αμοιβής του από την υπερωριακή του απασχόληση, ανεξαρτήτως αν η οικεία αξίωση έχει ή δεν έχει ακόμη γεννηθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως (υπό το στοιχείο Ια) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια της παραβάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 3, 174 και 679 ΑΚ, 8 ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 α.ν. 539/1945 και 8 παρ. 4 ν.δ. 4020/1959, με το να δεχθεί ως νόμιμη και ισχυρή συμφωνία αυτού με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εργοδότριά του, κατά την οποία (συμφωνία) θα του καταβαλλόταν, ανεξαρτήτως της πραγματικής ημερήσιας απασχολήσεώς του σ' αυτήν (εναγομένη) ως οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου, βάσει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, αποζημίωση για μία μόνο ώρα υπερωριακής απασχολήσεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανέλεγκτα ότι ο αναιρεσείων "καθ' όλο το ένδικο χρονικό διάστημα μέχρι 4-6-2004, οπότε λύθηκε η εργασιακή του σύμβαση, λόγω συνταξιοδοτήσεως, εργαζόταν κατά μέσο όρο εννέα ώρες ημερησίως, εκτελώντας δρομολόγια διανομής σιγαρέτων μεταξύ Αθηνών και Θήβας ...", χωρίς να στηρίζει την παραδοχή αυτή σε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων.

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνον αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή της αξιοπιστίας των μαρτύρων που εξετάσθηκαν γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και επομένως ο λόγος αναιρέσεως με τέτοιο περιεχόμενο είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως (υπό τα στοιχεία Ιβ και γ), προβάλλει ότι το Εφετείο με το να δεχθεί, αφενός μεν ότι ο χρόνος προσελεύσεως του αναιρεσείοντος στην εργασία του ανερχόταν σε μία μόνο ώρα, την οποία και μόνο αναγνώρισε ως υπερωριακή απασχόλησή του και ότι αυτός είχε κατά τον χρόνο της προσλήψεώς του από την αναιρεσίβλητη, 12 έτη μόνο προϋπηρεσία αντί των 30-35, που πράγματι είχε, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την ερμηνεία των σχετικών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που εφάρμοσε, αφού δεν είναι δυνατόν α) η διαδρομή Κολωνός - Θήβα με επιστροφή να διανυθεί σε μία ώρα και β) να είχε δηλώσει προϋπηρεσία 12 ετών ενώ από τα αντίγραφα των καρτελών του ΙΚΑ και τα ασφαλιστικά βιβλιάρια, των οποίων είχε λάβει γνώση η αναιρεσίβλητη, προέκυπτε ότι είχε προϋπηρεσία 30 - 35 ετών.

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, κρινόμενοι ενιαία, είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, διότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, έτσι όπως εκτίθεται στο αναιρετήριο, αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων. Ανεξαρτήτως τούτων ως προς την πρώτη αναφερόμενη παραβίαση, στηρίζεται και σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν δέχθηκε ότι δύναται "η διαδρομή Κολωνός - Θήβα με επιστροφή να διανυθεί σε μία ώρα", αλλά μόνο ότι ο αναιρεσείων "εργαζόταν κατά μέσο όρο εννέα ώρες ημερησίως, εκτελώντας δρομολόγια διανομής σιγαρέτων μεταξύ Αθηνών και Θήβας, στο 75ο χλμ της ΕΟ Αθηνών - Λαμίας, όπου βρισκόταν το εργοστάσιο της εφεσίβλητης".

ΙΙΙ. "Πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο, καίτοι προτάθηκαν νομίμως, συνεπάγεται κατά τη διάταξη αυτή την αναίρεση της απόφασης, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων ή αναφέρονται στην αξιοπιστία και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων.

Επίσης, ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το Εφετείο έλαβε υπόψη τον επικαλούμενο ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε τρόπο τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τέταρτο και πέμπτο, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγους αναιρέσεως (υπό το στοιχείο ΙΙ), ψέγεται από τον αναιρεσείοντα η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο, δεν έλαβε υπ' όψη τους ισχυρισμούς του, που είχαν προβληθεί νομίμως, α) ότι οι καρτέλες εργασίας και τα εκκαθαριστικά σημειώματα, που προσκόμισε με επίκληση η αναιρεσίβλητη ενώπιον του Εφετείου, αποτελούν ανίσχυρα αποδεικτικά μέσα, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά τα οποία πιστοποιούν, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και β) ότι εργαζόταν ως οδηγός από το έτος 1959 και κατά συνέπεια η προϋπηρεσία του ανερχόταν σε 30 έτη και πλέον.

Από τους λόγους αυτούς ο πρώτος είναι απαράδεκτος διότι ο επικαλούμενος με αυτόν ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αφορά στην αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων, ο δε δεύτερος είναι αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον επικαλούμενο με αυτόν ισχυρισμό και τον απέρριψε εν μέρει κατ' ουσίαν, αφού δέχτηκε ότι η προϋπηρεσία του αναιρεσείοντος ανερχόταν σε 12 και όχι σε 30 και πλέον έτη.

IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 349 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, ν' αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όχι όμως και να κάμει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη. Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδίστακτα βέβαιο ότι ως προς το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος δεν λήφθηκαν υπόψη, ούτε συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο ως αποδεικνυόμενα, αναφορικά με τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος σχετικά με την προϋπηρεσία του και το αιτούμενο από αυτόν επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι ο Εφετείο, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων έλαβε υπόψη και εκτίμησε ως δικαστικά τεκμήρια τα αναφερόμενα στον πέμπτο (υπό το στοιχείο ΙΙΙ) λόγο αναιρέσεως έγγραφα, ήτοι την από 4-6-2004 καταγγελία της ένδικης συμβάσεως εργασίας, αντίγραφα των καταστάσεων και των καρτελών ενσήμων του ΙΚΑ, την ανακοίνωση της αναιρεσίβλητης σχετικά με όλα τα οχήματα ιδιοκτησίας της, αντίγραφα ταχογράφων και αντίγραφα του ημερήσιου βιβλίου δρομολογίων. Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον έκτο και τελευταίο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (υπό το στοιχείο ΙV), λόγο αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της προϋπηρεσίας του. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον η εν λόγω απόφαση, με την οποία, όπως από αυτήν προκύπτει, γίνεται δεκτό ότι "ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων δήλωσε κατά την πρόσληψή του στην εφεσίβλητη προϋπηρεσία 12 ετών και την οικογενειακή του κατάσταση ως εγγάμου ...", και με τη παραδοχή αυτή απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, με τον οποίο υποστήριζε ότι είχε προϋπηρεσία 30 - 35 ετών, διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες ως προς το ως άνω ουσιώδες ζήτημα, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των σχετικών κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Τέλος, οι διαλαμβανόμενες στον αυτό λόγο αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι, ενώ αυτός προσκόμισε τα αναφερόμενα στην αίτησή του αποδεικτικά μέσα προς απόδειξη της ανερχόμενης σε 30 - 35 έτη προϋπηρεσίας του, εντούτοις το Εφετείο έλαβε υπόψη του μόνο την κατά την πρόσληψή του δήλωση, χωρίς να λάβει υπόψη του ότι η αναιρεσίβλητη γνώριζε την προϋπηρεσία του από τα έγγραφα που της είχε προσκομίσει (ασφαλιστικά βιβλιάρια).

Ο λόγος αυτός ως λόγος αληθώς από το άρθ. 559 11γ ΚΠολΔ, εκτιμώμενος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, κατά τα ήδη αναφερθέντα πιο πάνω (παρ. IV). Το γεγονός όμως ότι το Εφετείο εξαίρει το αποδεικτικό μέσο της δήλωσης του ίδιου του αναιρεσείοντα ως προς την προϋπηρεσία του κατά την πρόσληψή του, λόγω της μεγαλύτερης σημασίας του αποδεικτικού αυτού μέσου, δεν έχει την έννοια ότι δεν έλαβε υπόψη του και τα υπόλοιπα γενικώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αφού γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι και αυτά συνεκτιμήθηκαν.

Συνεπώς, μετά την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-7-2010 αίτηση (αρ. καταθ. 821/30-7-10) για αναίρεση της 3769/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ