Legislator Case Law & Legislation
1554/2010 AI generated

1554/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1554/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1554/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη. Εξάλλου, κατά την γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Keywords

AI generated
fitness to drive declaration of acknowledgement of paternity fraudulent evasion of military service legal capacity proof of indigence role of leader or instigator
AI generated
691/2016
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive evidence evaluation errors.
696/2018
Supreme Court dismisses appeal on adverse possession claim, upholding lower court's rejection of title acquisition.
690/2016
Supreme Court allows appeal against eviction order due to failure to consider ownership declarations and improper exercise of possession rights.
1350/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1358/2018
Με την από 29-9-2016 αίτηση αναίρεσης και τους από 22-9-2017 πρόσθετους λόγους της προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 57/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης (τακτικής διαδικασίας), με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσία αντίθετες εφέσεις των εφεσιβλήτων - αναιρεσιβλήτων και του εκκαλούντος Σ. Τ. (ο οποίος απεβίωσε μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στη θέση του οποίου υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι οι αναιρεσείοντες)κατά της 47/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου (με την οποία είχαν απορριφθεί οι από 4-2-2011 με αριθμ. κατάθ. 26/2011 και 27/2011 δυο αγωγές του ενάγοντος Σ. Τ. και έγινε εν μέρει δεκτή η από 23-7-2012 με αριθμ. κατάθ. 86/2012 αγωγή των πρώτης και δεύτερης των εφεσιβλήτων - αναιρεσιβλήτων.Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του εκκαλούντος - εφεσιβλήτου Σ. Τ. (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 569 Κ.Πολ.Δ) και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την 20/2016 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Εφετείου Κρήτης. Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρο 246 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 ΚΠολΔ, ΑΠ 1192/2014).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1554 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1554/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροτήριο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Βασιλείου-Μιχαήλ η οποία ανακάλεσε την από 16-3-2010 δήλωση της εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως και 2. Ψ2, κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-2000 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4567/2001 μη οριστική, 5698/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3239/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-5-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 5-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως. Και αν μεν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίστηκε και δεν εμφανίστηκε ο αντίδικος του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση αποδεικτικό επιδόσεως της σχετικής κλήσεως προς συζήτηση, αν δε η συζήτηση επισπεύδεται από τον απολιπόμενο διάδικο, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που επιδόθηκε.

Αν δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη. Εξάλλου, κατά την γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στην δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της υποθέσεως και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για την δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση και είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο.

Στην προκείμενη περίπτωση από το σχετικό πινάκιο και τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, καθώς και από την με αριθμό πρωτ. 80/22-3-2010 βεβαίωση αναβολής του γραμματέα του Αρείου Πάγου, προκύπτει, ότι, κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 14-1-2009, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο της 17-3-2010, ο αναιρεσείων Χ παρέστη δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ενώ κατά την προκείμενη δικάσιμο δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο.

Περαιτέρω, από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που επιδόθηκε στον παραστάντα πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ1, αποδεικνύεται ότι ο αναιρεσείων είχε επισπεύσει τη συζήτηση για την προηγούμενη δικάσιμο της 14-1-2009, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε αντιμωλία των διαδίκων για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όπως προαναφέρθηκε.

Πρέπει, συνεπώς, να εξετασθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρών, αφού είχε επισπεύσει νομίμως τη συζήτηση κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση γι' αυτόν για την προκειμένη μετ' αναβολή δικάσιμο.

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του νικήσαντος αντιδίκου του αναιρεσείοντος ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων του, όχι δε και κατά του (απλού) ομοδίκου του ως προς τον οποίον είναι απαράδεκτη, λόγω της έλλειψης έννομου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού, η οποία βλάπτει τον αναιρεσείοντα (Ολ. ΑΠ 24/1997). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ο αναιρεσείων Χ και ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Ψ2 υπήρξαν ομόδικοι τόσο στην πρωτόδικη όσο και στη δευτεροβάθμια δίκη. Έτσι, η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος της που απευθύνεται κατά του ως άνω δεύτερου των αναιρεσιβλήτων,-μη εμφανισθέντος κατά την εκφώνηση της υπόθεσης-, ο οποίος ήταν ομόδικος του αναιρεσείοντος στη δευτεροβάθμια δίκη, είναι απαράδεκτη, αφού επιπλέον δεν διαλαμβάνεται σ' αυτήν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη υπέρ του εν λόγω αναιρεσιβλήτου και σε βάρος του αναιρεσείοντος.

Επειδή, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία). Κατά δε το άρθρο 974 ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι προς κτήση κυριότητας επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται κατοχή τούτου με διάνοια κυρίου επί εικοσαετία, η διάνοια δε κυρίου δηλαδή το πνευματικό στοιχείο της νομής, υποδηλώνεται είτε ρητώς είτε σιωπηρώς με πράξεις, τις οποίες επιχειρεί συνήθως ο ιδιοκτήτης του πράγματος ή ο αντιπρόσωπος του.

Ειδικότερα, άσκηση νομής επί ακινήτου, που άγει στη κτήση της κυριότητας αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αποτελούν όλες οι εμφανείς υλικές πράξεις πάνω σ' αυτό, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του. Εξάλλου ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως, αναφορικά με την διεκδικητική αγωγή του αναιρεσιβλήτου, τα ακόλουθα: Στις 15-8-1979 αποβίωσε η μητέρα του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου και του εναγόμενου δεύτερου αναιρεσιβλήτου και γιαγιά του εναγόμενου αναιρεσείοντος ...

χήρα Χ χωρίς να αφήσει διαθήκη. Η ανωτέρω είχε στην κυριότητα της με τα ... συμβόλαια των τότε συμβολαιογράφων Αχαρνών Νικολάου Αποστολάκη και Αθηνών Αθανασίου Ανδρίτσου, αντίστοιχα, ένα αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στη θέση ...της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., εκτάσεως περίπου ενός στρέμματος. Το έτος 1952 με την ...

οικοδομική άδεια, που εκδόθηκε στο όνομα του συζύγου της Χ κατασκευάστηκε σταδιακά μια ισόγεια οικία εμβαδού 50 τ. μ. Το έτος 1962 ο ενάγων τέλεσε γάμο, οπότε η ως άνω μητέρα του ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου παραχώρησε αμέσως σ' αυτόν το 1962 ατύπως λόγω δωρεάς τη νομή του επιδίκου με την υπάρχουσα την εποχή εκείνη κατοικία.

Ο ενάγων από τη μεταβίβαση σ' αυτόν της νομής του επιδίκου ακινήτου το έτος 1962 ασκούσε επ' αυτού με διάνοια κυρίου τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν και προσιδιάζουν στη φύση του και στον προορισμό του και ειδικότερα κατοικούσε στο κτίσμα με την οικογένεια του και επισκεύαζε και συντηρούσε την οικία με δικές του αποκλειστικά δαπάνες.

Το έτος 1966, μετά το θάνατο του πατέρα του που επήλθε το έτος 1963, κατασκεύασε αυτός με δικές του αποκλειστικά δαπάνες προσθήκη και δη κουζίνα και μπάνιο επιφάνειας 17 τ.μ. στο υπάρχον κτίσμα του επιδίκου. Το έτος 1980 τοποθέτησε ντουλάπια στην κουζίνα και πλακάκια στο δάπεδο αυτής και του μπάνιου, ενώ το έτος 1985 έκτισε εκ νέου με τοίχο (μάντρα) την περίφραξη του επιδίκου ακινήτου.

Επίσης κατέβαλλε συνεχώς τους φόρους και τις δαπάνες για παροχές στο επίδικο (ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΕΥΔΑΠ κ.λ.π.) και καλλιεργούσε τον ακάλυπτο χώρο πέριξ του κτίσματος. Λόγω του σεισμού του έτους 1999 στην περιοχή Αττικής η ανωτέρω οικία του επίδικου ακινήτου υπέστη σοβαρές ζημίες και συγκεκριμένα διαμπερείς ρηγματώσεις στη φέρουσα τοιχοποιία στο μπροστινό τμήμα του κτιρίου, με αποτέλεσμα να χαρακτηριστεί αυτό από την αρμόδια υπηρεσία ως ακατάλληλο για κατοικία, λόγω δε της ακαταλληλότητας του κτιρίου να αναγκασθεί ο ενάγων και η οικογένεια του να κατοικούν σε σκηνή.

Την επισκευή της οικίας επιμελήθηκε ο ενάγων, ο οποίος και κατέβαλε την απαιτούμενη δαπάνη, εγκαθιστώντας μάλιστα με την ευκαιρία αυτή νέο ηλεκτρικό πίνακα και τοποθετώντας κάγκελα στη μάνδρα. Μάλιστα καταβλήθηκε στον ενάγοντα το επίδομα σεισμοπλήκτων, ποσού 200.000 δραχμών από το ΥΠΕΧΩΔΕ μέσω του Δήμου ...

ως ιδιοκτήτη του πληγέντος κτίσματος. Το έτος 1999 έδωσε εντολή στον πολιτικό μηχανικό Ν, ο οποίος συνέταξε το από Οκτωβρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του επιδίκου ακινήτου, στο οποίο εμφαίνεται αυτό με τα κεφαλαία γράμματα Α-Β-Ζ-Η-Μ-Λ-Α και έχει συνολική επιφάνεια 1054,29 τ.μ. Προηγουμένως και συγκεκριμένα τον Μάιο του έτους 1998 ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, τέκνο του ήδη αποβιώσαντος αδελφού του ενάγοντος Τκοινοποίησε και στον ενάγοντα αγωγή διανομής του επιδίκου ακινήτου, επικαλούμενος ότι είναι συγκύριος τούτου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, διότι ο ανωτέρω πατέρας του και αδελφός του ενάγοντος είχε μεταβιβάσει σ' αυτόν με το ...

συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Αχαρνών Ιωάννη Δημόπουλου το 1/3 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου λόγω γονικής παροχής, που είχε περιέλθει στον ως άνω δικαιοπάροχο του λόγω εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής της μητέρας του Ρ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 111/1999 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή εκείνη ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

Συνεχίζει δε το Εφετείο ότι είναι γεγονός ότι τα τρία τέκνα της ανωτέρω Ρ, Τ και Ψ2 στις 15-4-1980 εγχείρισαν την προσκομιζόμενη ενιαία αρχική δήλωση φόρου κληρονομιάς στην τότε Οικονομική Εφορία ... στην οποία δήλωσαν ότι και οι τρεις (3) είναι συγκληρονόμοι της αποβιώσασας μητέρας τους, συμπεριλαμβάνοντας σ' αυτή εκτός των αναφερομένων εννέα (9) ακινήτων (αγροτεμαχίων) και το επίδικο ακίνητο.

Την κοινή αυτή δήλωση, συνέταξε ο αδελφός του ενάγοντος Ψ2 και υπέγραψε και ο ενάγων, ο οποίος σημειωτέον δεν γνωρίζει ανάγνωση και γραφή, έχοντας εμπιστοσύνη στον συντάκτη αδελφό του και την πεποίθηση ότι αυτή (δήλωση), η οποία εκτός από το επίδικο ακίνητο συμπεριλάμβανε όλη την κληρονομιαία περιουσία της μητέρας τους δεν αναιρεί, ούτε διακόπτει την άσκηση της αποκλειστικής νομής του σ' αυτό (επίδικο ακίνητο), που είχε αρχίσει από το έτος 1962, πολύ πριν το θάνατο της μητέρας του το έτος 1979.

Άλλωστε δεν είχε εκδηλωθεί καμία αμφισβήτηση της νομής του ενάγοντος από μέρους των λοιπών δύο συγκληρονόμων του αδελφών του. Ακόμη γεγονός είναι ότι για λογαριασμό του ενάγοντος συντάχθηκε και υποβλήθηκε η από 31- 3-1997 δήλωση στοιχείων ακινήτων που υπάρχουν κατά την 1η Ιανουαρίου 1997 στη Δ.Ο.Υ ..., η οποία παραλήφθηκε την 31-3-1997 και σ' αυτή αναφέρονται τα στοιχεία τεσσάρων (4) κτισμάτων και οικοπέδων και πέντε (5) αγροτεμαχίων, αγρών κλπ στις οικείες στήλες μεταξύ των οποίων περιλαμβάνει και το επίδικο και σε όλα τα ακίνητα συμπληρώνεται ότι αυτός (ενάγων - δηλών) έχει ποσοστό συγκυριότητας 33,33% (ήτοι 1/3 εξ αδιαιρέτου).

Η δήλωση αυτή έγινε από λάθος από τον συντάκτη της, εφόσον ο ενάγων, ο οποίος είναι αγράμματος, δεν έχει την ικανότητα να συντάσσει φορολογικές δηλώσεις και να κατανοεί το περιεχόμενο τους, καθώς επίσης και να υποβάλει στοιχεία για την περιουσιακή του κατάσταση στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. .... Μόλις, όμως, ο ενάγων πληροφορήθηκε ότι στη σχετική δήλωση αναφερόταν και το επίδικο ακίνητο και ότι αναγραφόταν στην οικεία στήλη αυτής ότι τούτο ανήκει σ' αυτόν μόνο κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου και όχι κατά πλήρη κυριότητα, έσπευσε και υπέβαλε, πάλι μέσω τρίτου συντάκτη, νέα τροποποιητική της ανωτέρω δήλωση, η οποία παρελήφθη από την αναφερομένη Δ.Ο.Υ ...

στις 25-11-1999 και στην οποία αναφέρεται μόνο το επίδικο ακίνητο για το οποίο υπήρχε και η εσφαλμένη καταχώρηση και στην οικεία στήλη αυτής (συμπληρωματικής δηλώσεως) καταγράφεται ως ποσοστό κυριότητας του ενάγοντος η ποσοστιαία ένδειξη 100%. Παράλληλα με αίτηση του ενάγοντος εκδόθηκε και το ... πιστοποιητικό της ανωτέρω Δ.Ο.Υ. ...

στην οποία αναφέρεται, όσον αφορά το επίδικο ακίνητο, ότι κατά τα οικονομικά έτη 1999 - 1998 (χρήσεις 1998 -1997) δηλώθηκε " ... το μίσθωμα - καθαρό γεωργικό εισόδημα (2) του ακινήτου που βρίσκεται επί της οδού ... ισόγεια οικία 50 τ.μ. με ποσοστό ιδιοκτησίας 100% (εκατό τοις εκατό) ... ". Ακολούθως, το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, έκρινε, ότι ο ενάγων πρώτος αναιρεσίβλητος έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, διότι το νεμήθηκε συνεχώς αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου επί χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας (από το 1962 έως το 1998) και, αφού δέχτηκε την έφεση του ενάγοντος και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντιθέτως, δέχτηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των προδιαλαμβανόμενων ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1045, 1051 και 974 ΑΚ τις οποίες εφάρμοσε και γι' αυτό ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ που αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου.

Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του εφετείου περιέχεται γενική αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ από το συσχετισμό αυτής με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 557 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, για να είναι παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να μνημονεύεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο αυτός ο λόγος στηρίζεται, έχει νόμιμα προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.

ΑΠ 43/1990, ΑΠ 15/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό έγγραφα, τα οποία ο πρώτος αναιρεσίβλητος είχε επικαλεστεί με τις ενώπιον αυτού προτάσεις του, με γενική επίκληση και αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις του, χωρίς ειδικότερη αναφορά σε ορισμένα μέρη αυτών και χωρίς να τα έχει επικαλεστεί και προσκομίσει κάποιος άλλος από τους διαδίκους, έχει υποπέσει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.

β' ΚΠολΔ. Όμως ο αναιρεσείων, ενόψει και του ότι δεν συντρέχει κάποια εξαίρεση από εκείνες που ορίζονται στο πιο πάνω άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν αναφέρει στο αναιρετήριο, ότι με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου είχε προβάλει, όπως υποχρεούτο, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ότι το δικαστήριο αυτό (το Εφετείο) δεν έπρεπε να λάβει υπόψη τα έγγραφα που ο εκκαλών και πρώτος αναιρεσίβλητος είχε προσκομίσει, λόγω μη νόμιμης επίκλησης τους.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης για την πιο πάνω παράλειψη, προεχόντως είναι αόριστος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Η παράβαση δε της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον ως άνω λόγο αναίρεσης υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ. ΑΠ 42/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία είχε νόμιμα επικαλεστεί και προσκομίσει προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του ότι είναι συγκύριος του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, ήτοι: α') το από 9-1-1979 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ..., β') την από 15-6-1987 δήλωση καταρτίσεως συμβάσεως συνδρομητή ΟΤΕ, γ') την ...

απόδειξη του ΟΤΕ, δ') την 329/2689335/14-11-2003 επιστολή του ΟΤΕ, ε') εξοφληθέντα λογαριασμό του ΟΤΕ, που αφορά το χρονικό διάστημα από 3-7-1996 έως 1-9-1996 και στ') το από Απριλίου 1993 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Μ. Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη "και όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν οι διάδικοι είτε για να αποτελέσουν αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", αλλά και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προβλήθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής....,2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269.

Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 527 ΚΠολΔ ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνον όσοι τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από την ως άνω διάταξη σε συνδυασμό με τη διάταξη του ίδιου άρθρου αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (Ολ.ΑΠ 963/1985).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο, αλλά και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου "ότι είναι αγράμματος και ως εκ τούτου δεν κατανόησε το νόημα των υποβληθέντων από αυτόν δηλώσεων φόρου κληρονομιάς, εισοδήματος και ακινήτων", τον οποίο ο τελευταίος, ως εκκαλών, το πρώτον διατύπωσε με την έφεσή του.

Σύμφωνα, όμως, με τα εκτιθέμενα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, ο ισχυρισμός ότι ο ενάγων είναι αγράμματος δεν αποτελεί νέο ισχυρισμό κατά την έννοια του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ώστε να υπόκειται στην καθιερούμενη με το εν λόγω άρθρο απαγόρευση, αφού δεν τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά αποτελεί αρνητικό ισχυρισμό και επιχείρημα κατά της ένστασης συγκυριότητας του εναγόμενου αναιρεσείοντος.

Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-5-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 3239/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ψ1, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ