Legislator Case Law & Legislation
1554/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against dismissal of lawsuit but allows partial appeal regarding foreign service allowance increase.

Case Number 1554/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal against the dismissal of the first appellant's lawsuit inadmissible while annulling the lower court's decision regarding the second appellant's claim. The first appellant withdrew her appeal before the oral hearing, whereas the second appellant argued for a salary increase based on family burdens under specific regulations. The court ruled that the withdrawal was valid but found merit in the second appellant's claim for the foreign service allowance increase, ordering a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 296, 297, 495, 295, 299 of the Code of Civil Procedure; Partial withdrawal of an appeal before oral hearing terminates the proceedings for that part; Appeal against dismissal of action is inadmissible if not based on substantive grounds; Remand for further examination when appeal succeeds partially.

Keywords

AI generated
partial withdrawal of appeal inadmissible appeal against dismissal foreign service allowance increase family burdens allowance remand for further examination

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 296 and 297 of the Code of Civil Procedure
Article 573 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 295 paragraph 1 and 299 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 1 and 3 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1554 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1554/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων : 1....... υπαλλήλου-Μεταφράστριας, του Υπουργείου Εξωτερικών, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπηρετούσης κατά τον επίδικο χρόνο στην Πρεσβεία της Ελλάδας, στην Άγκυρα, 2. ..... , υπαλλήλου-Κλητήρα, του Υπουργείου Εξωτερικών, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπηρετούντος κατά τον επίδικο χρόνο στην Πρεσβεία της Ελλάδας, στην Άγκυρα, που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Σκορδάκη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις και η οποία δήλωσε ότι η 1η αναιρεσείουσα παραιτείται από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως.

Του αναιρεσίβλητου: ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γαρυφαλλιά Σκιάνη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 857/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3072/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/12/2004 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 28/3/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως της 3072/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Η πληρεξούσια της 2ης αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 και στη διαδικασία της δίκης γι την αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο του ένδικου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχομένου και της έκτασής της) κατάργηση της δίκης. Επομένως η παραίτηση της πρώτης αναιρεσείουσας από το δικόγραφο της αναίρεσης, εφόσον έγινε με δήλωση της πληρεξουσίας της δικηγόρου, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά πριν από την προφορική συζήτηση της υπόθεσης, είναι νόμιμη και επιφέρει την κατάργησή της δίκης μόνο ως προς το μέρος που αφορά εκείνη, ως προς την οποία θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (άρθρο 295 παρ.1 και 299 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 131 παρ. 1 του Ν. 419/1976 «περί Οργανισμού του Υπ. Εξωτερικών» που ίσχυε μέχρι 24.3.1998 αφότου ισχύει ο Ν. 2599/1998 «Κώδικας περί Οργανισμού Υπουργείου Εξωτερικών» ως αποδοχές όλων των υπαλλήλων του Υπουργείου νοούνται ο βασικός μισθός του βαθμού με όλα τα επιδόματα και τις προσαυξήσεις που χορηγούν οι κείμενες διατάξεις.

Κατά την παρ. 10 του ίδιου παραπάνω άρθρου παρασχέθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό, για την αντιμετώπιση των διαφορών κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως σε κάθε χώρα, επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής (Ε.Υ.Α.) σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, βαθμό, οικογενειακά βάρη και το κόστος ζωής του τόπου όπου υπηρετεί ο υπάλληλος και ειδικότερα για τους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου και τους εμπειρογνώμονες του ΥΠΕΞ ανάλογα με τις συνθήκες στεγάσεως που επικρατούν στη χώρα που υπηρετούν.

Κατά την παρ. 11 το παραπάνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό με Π.Υ.Σ. και για όλους τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας καθορίζεται με την ίδια πράξη σε ποσοστό επί του επιδόματος των υπαλλήλων με πρεσβευτικό βαθμό. Κατά το άρθρο 132 του Ν. 419/76 οι προϊστάμενοι των διπλωματικών και των εμμίσθων προξενικών αρχών δικαιούνται δωρεάν οικήσεως σε βάρος του δημοσίου, ενώ σε εξαιρετικές περιπτώσεις είναι δυνατό να μισθώνεται σε βάρος του δημοσίου οίκημα για τη στέγαση των λοιπών υπαλλήλων της εξωτερικής υπηρεσίας, οπότε στην περίπτωση αυτή θα εκπίπτεται το 1/3 του καταβαλλομένου στους υπαλλήλους αυτούς επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής.

Με τη Φ 083-58/11.3.1988 ΚΥΑ των Υπουργών Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ 177Β'/31.3.1988) που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1 Ν. 1256/1982 και 3 παρ. 8 Ν. 1288/1982 και κυρώθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 Ν. 1884/1990 καθορίστηκε το παραπάνω επίδομα για τους προϊσταμένους των διπλωματικών και εμμίσθων προξενικών αρχών, ως και τα ποσοστά επί του επιδόματος αυτού που λαμβάνουν όλοι οι εξομοιούμενοι σε βαθμό υπάλληλοι άλλων κατηγοριών και ειδικοτήτων.

Με την παρ. Γ' της παραπάνω ΚΥΑ ορίστηκε ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά 10% κατά τις αναφερόμενες εκεί διακρίσεις. Με τις παρ. Ε και ΣΤ της παραπάνω ΚΥΑ ορίζεται ότι σ' όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπ.

Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του Ν. 1505/84. Το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του επί συμβάσει εν γένει προσωπικού μπορεί να μειώνεται με απόφαση του Υπουρ. Εξωτερικών, εφόσον συντρέχουν ειδικά γι' αυτό λόγοι.

Ακολούθως, με τη ΣΤ1/Η/Φ083-13 ΑΣ 2900/5.4.1993 ΚΥΑ των Υπουρ. Προεδρίας και Εξωτερικών χορηγήθηκε από 1.7.1993 επίδομα στέγασης, που ανέρχεται σε προσαύξηση 10% του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, στους μονίμους υπαλλήλους του Διοικητικού κλάδου Γεν. Καθηκόντων, κλάδου Τεχνικών Επικοινωνιών, κλάδου Διοικητικών Γραμματέων και κλάδου βοηθητικού προσωπικού που αποσπώνται σε αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 132 παρ. 2 του Ν. 419/1976.

Με τη 2001800/185/0022/17.3.1993 ΚΥΑ των Υπουρ. Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών τροποποιήθηκε η παραπάνω παρ. Γ' της Φ 083-58/1988 ΚΥΑ και ορίστηκε ότι σε όλους τους μόνιμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουρ. Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται από 1.1.1993 κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας μέχρι 6 ετών, κατά ποσοστό 8% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14/% για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών.

Τα παραπάνω ποσοστά αυξήθηκαν σε 8, 12 και 16% αντιστοίχως από 1.1.2001 με την 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22.1.2001 ΚΥΑ. Εξάλλου, κατά τις ταυτόσημες διατάξεις του άρθρου 135 παρ. 4 και 5 του Ν. 2594/1998, δηλαδή του από 24.3.1998 ισχύοντος νέου Οργανισμού του Υπουρ. Εξωτερικών, προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα παρέχεται σε συνάλλαγμα επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή αναλόγως του κλάδου και του βαθμού.

Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση. Το επίδομα αυτό καθορίζεται εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπουρ. Εξωτερικών με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, για δε τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με την ίδια ΚΥΑ σε ποσοστό επί αυτού, το οποίο έχει καθοριστεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό.

Με το άρθρο 129 παρ. 2 και 5 του παραπάνω Νόμου στις αρχές του εξωτερικού ορίζονται με ΠΔ θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται επιτοπίως μόνιμοι κάτοικοι της χώρας όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή. Με την ΚΥΑ των Υπουρ. Εξωτερικών και Οικονομικών για την πρόσληψή τους καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας των ανωτέρω υπαλλήλων, λαμβάνοντας υπόψη τις τοπικές συνθήκες της αγοράς εργασίας.

Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση καταρτιζόμενη από τον προϊστάμενο της αρχής. Οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι τα προβλεπόμενα στις παραπάνω ΚΥΑ ποσοστά για δαπάνες στεγάσεως και οικογενειακά βάρη δεν αποτελούν ξεχωριστά επιδόματα, αλλά προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, το οποίο καταβάλλεται και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που οι κείμενες διατάξεις προβλέπουν την καταβολή του.

Οι εκδιδόμενες κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 131 παρ. 11 του Ν. 419/1976 ή του άρθρου 135 παρ. 5 του Ν. 2594/1998 κοινές υπουργικές αποφάσεις που καθαρίζουν ή αυξάνουν το επίδομα αυτό με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς αυτούς νόμους κριτήρια και τα διαγραφόμενα πλαίσια δεν είναι δυνατόν να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουσιοδοτικούς νόμους, όπως είναι η διάκριση των υπαλλήλων σε μονίμους που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και σε συμβασιούχους υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου, και να αυξάνουν το επίδομα μόνο στους πρώτους αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους.

Επομένως, οι αποφάσεις που στηρίζονται αποκλειστικά στην παραπάνω διάκριση και αυξάνουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μόνο των μονίμων υπαλλήλων βρίσκονται έξω από τα όρια της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως και κατά το μέρος που εξαιρούν από την αύξηση τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου είναι ανίσχυρες.

Όμως η προαναφερθείσα ΣΤ1/η/Φ 083-13 ΑΣ 2900/5.4.1993 ΚΥΑ που αφορά την προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για αντιμετώπιση δαπανών στεγάσεως δεν αυξάνει το ποσοστό για όλους τους μονίμους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό, για τους οποίους δεν μισθώνεται με έξοδα του Δημοσίου κατοικία, αλλά μόνο για τους μονίμους υπαλλήλους που αποσπώνται σε αρχή του εξωτερικού.

Επομένως, ανεξάρτητα από το αν η ρύθμιση αυτή καλύπτεται από τις διατάξεις για την απόσπαση ή είναι στο σύνολό της εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 131 παρ. 11 του Ν. 419/1976 που δεν παρέχει δυνατότητα τροποποιήσεως της αντίθετης διάταξης του άρθρου 132 παρ. 2 του νόμου αυτού, θέμα ανισχύρου της εν λόγω ρύθμισης δεν μπορεί να τεθεί για τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου που δεν αποσπάσθηκαν σε αρχή του εξωτερικού, αλλά προσλήφθηκαν επιτοπίως από τον προϊστάμενο της αρχής αυτής σύμφωνα με το άρθρο 68 του Ν. 419/1976.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την αγωγή των αναιρεσειόντων, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, προκύπτει ότι ο δεύτερος αναιρεσείων (.......) ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε την 12-4-1994 ως κλητήρας από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και υπηρετεί έκτοτε στην Ελληνική Πρεσβεία της 'Αγκυρας, κατόπιν συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου, που είχε υπογραφεί μεταξύ αυτού και του Πρέσβη της Ελλάδος στην 'Αγκυρα, ο οποίος ενεργούσε ως εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου. 'Ότι είναι έγγαμος και πατέρας μιας ανήλικης θυγατέρας, η οποία γεννήθηκε την 15-8-1999.

Ότι το αναιρεσίβλητο αρνείται να του καταβάλλει τις προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για δαπάνη στέγασης κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1995 μέχρι 30-6-2000 και για οικογενειακά βάρη από 15-8-1999 μέχρι 30-6-2000, κατά παράβαση των προαναφερθεισών διατάξεων και των ΚΥΑ που καθ'υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως όρισαν ότι οι προσαυξήσεις αυτές καταβάλλονται μόνο στους μόνιμους υπαλλήλους.

Ζήτησε δε να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο να του καταβάλει από τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των 41.991 (3.966+ 38.025) δολλαρίων Η.π.Α. ή το ισόποσο αυτών σε Ελληνικές δραχμές, νομιμοτόκως από τότε που κάθε ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής. Με το περιεχόμενο αυτό και αίτημα η αγωγή είναι νόμιμη μόνο κατά το αιτούμενο κονδύλιο της προσαυξήσεως του εν λόγω επιδόματος για οικογενειακά βάρη (ένα ανήλικο τέκνο), ενώ αντίθετα η αγωγή δεν είναι νόμιμη κατά το κονδύλιο της προσαυξήσεως για αντιμετώπιση δαπανών στεγάσεως, αφού ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι ανήκει στην κατηγορία των αποσπασθέντων στο εξωτερικό υπαλλήλων στους οποίους χορηγήθηκε η προσαύξηση του επιδόματος για την αιτία η αυτή με την προαναφερθείσα ΚΥΑ.

Επομένως το Εφετείο που απέρριψε, ως μη νόμιμη, την αγωγή ως προς το κονδύλιο της προσαύξησης για οικογενειακά βάρη παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και γιαυτό πρέπει να γίνουν δεκτοί, κατά ένα μέρος τους, οι σχετικοί πρώτος, δεύτερος, τρίτος, πέμπτος, έκτος και όγδοος από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης.

Αντίθετα, το Εφετείο που απέρριψε, ως μη νόμιμη, έστω, και με διαφορετική αιτιολογία, την αγωγή ως προς το κονδύλιο της προσαύξησης του επιδόματος για δαπάνη στέγασης, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε αυτές α) των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ.β' του Συντάγματος που θεσπίζουν τις αρχές της ισότητας των πολιτών έναντι του νόμου και αντιστρόφως και της ισότητας αμοιβής για παρεχομένη εργασία ίσης αξίας υπό τις αυτές συνθήκες, καθ΄όσον η παροχή διαφορετικής αμοιβής και η εν γένει διαφορετική μισθολογική μεταχείριση των υπαλλήλων του αναιρεσιβλήτου που έλαβαν προσαύξηση για αντιμετώπιση δαπανών στέγασης, έναντι του αναιρεσείοντος δικαιολογείται λόγω παροχής εργασίας διαφορετικής κατά το περιεχόμενο και τις εν γένει συνθήκες (από απόψεως προσλήψεως, υπηρεσιακής εξελίξεως κλπ) υπό τις οποίες τελούν κάθε μία από τις κατηγορίες των μονίμων και των συμβασιούχων υπαλλήλων , β) του άρθρου 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ που επιβάλλει την όμοια μισθολογική μεταχείριση ανδρών και γυναικών και του άρθρου 100 της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, αφού δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής τους, καθόσον το ένδικο ζήτημα δεν αφορά ανόμοια μισθολογική μεταχείριση ανδρών και γυναικών, γ) του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού ενόψει των εκτεθέντων δεν καθίσταται απαιτητή και δεν υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον δίκαιο μέχρι την προσφυγή στο Δικαστήριο ότι θα ικανοποιηθεί δικαστικά.

Επομένως οι σχετικοί περί του αντιθέτου λόγοι αναίρεσης πρώτος, δεύτερος, τρίτος, πέμπτος, έκτος και όγδοος (κατά ένα μέρος) από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ο τέταρτος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι είχε με την ατομική σύμβασή του συμφωνηθεί ότι οι μηνιαίες αποδοχές του αποτελούνται από το μισθό του εσωτερικού Διοικητικού Γραμματέα Ε τάξης και το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής που καταβάλλεται στους υπαλλήλους του κλάδου του, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού το εριζόμενο ζήτημα δεν αφορά στην καταβολή επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, αλλά στις επί του επιδόματος αυτού προσαυξήσεις που περιέχονται με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις.

Ο έβδομος από το αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν η αγωγή απορρίπτεται ως μη νόμιμη, όπως στην προκειμένη περίπτωση, αλλά προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και ύπαρξη ελλείψεων κλπ, στις επί της ουσίας αιτιολογίες της απόφασης.

Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή ως προς το κονδύλιο της προσαύξησης του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για οικογενειακά βάρη και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 πα.3 ΚΠολΔ), Και λόγω της μερικής νίκης και μερικής ήττας των διαδίκων και ενόψει του ότι το αναιρεσίβλητο είναι το Ελληνικό Δημόσιο η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί (άρθρο 22 παρ.1 και 3 Ν.3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει κατηργημένη τη δίκη ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα ...........

Αναιρεί κατά τα λοιπά και το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της 3072/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπάμπει την υπόθεση κατά το παραπάνω μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2006.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 11 Ιουλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ