Legislator Case Law & Legislation
1553/2025 AI generated

1553/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1553/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1553 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1553/2025

Legislator headnote

AI generated
1553/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1553 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1553/2025 «Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.»

Keywords

AI generated
profit sharing entitlement insufficient contribution period qualifying contribution periods contribution period minimum contribution period pension buy-in

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1553 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1553/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Πιστωτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΑΝΙΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και με τον διακριτικό τίτλο "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΑΝΙΩΝ", που εδρεύει στα Χανιά Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσιμπανούλη που ανακάλεσε την από 23/5/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Χ. Ο. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευγένιο Αρετάκη που ανακάλεσε την από 22/5/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/3/2018 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 26/2022 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/7/2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσεείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 26/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, που δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 39/2019 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την από 29-3-2018 αγωγή της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και : α) υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 24.555 ευρώ, β) αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων υποχρεούται να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 22.555 ευρώ, πλέον των νομίμων τόκων, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης που υπέστη η τελευταία από την αναφερόμενη στην αγωγή αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος διά των προστηθέντων υπαλλήλων του. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας, σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 609/2022). Ειδικότερες μορφές της υποχρεώσεως πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παράνομου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφωτίσεως, ενημερώσεως και συμβουλευτικής καθοδηγήσεως, προειδοποιήσεως του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας-πελάτη. Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπληρώσεως των ως άνω υποχρεώσεων, ώστε ο αποδέκτης των επενδυτικών υπηρεσιών να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθετήσεως των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με την ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας την σχετική εντολή στην αντισυμβαλλόμενη αυτού Τράπεζα, θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη (ΑΠ 529/2024, ΑΠ 1007/2019). Οι ως άνω προϋποθέσεις στις οποίες θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, δεν διαφέρουν από εκείνες, η συνδρομή των οποίων επάγεται την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994, που μεταξύ άλλων, ρυθμίζει και τις περιπτώσεις ευθύνης λόγω παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 2251/1994, όπως συμβαίνει με το πρόσωπο που μετέχει στην συγκεκριμένη σχέση ως αποδέκτης των υπηρεσιών, χωρίς να διαθέτει οποιουδήποτε είδους εξειδίκευση, επιχειρώντας να καλύψει προεχόντως ανάγκες ασφαλούς τοποθετήσεως του κεφαλαίου του. Επομένως, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια, εφόσον συντρέχουν αμφότερες οι προϋποθέσεις της παρανομίας και της υπαιτιότητας, δηλαδή με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφή πταίσματος και ως μορφής παρανομίας (ΑΠ 529/2024, ΑΠ 1007/2019). Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο υποχρεώσεως σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, την εσφαλμένη αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βουλήσεως ή επιχειρήσεως πράξεως από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βουλήσεως ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 209/2018).

Περαιτέρω προϋπόθεση για την στοιχειοθέτηση αδικοπραξίας κατά τ' άρθρα 914 επ. ΑΚ είναι, μεταξύ άλλων και η αιτιώδης συνάφεια, η οποία εννοείται ως η σχέση αιτίας και αποτελέσματος (της ζημίας), υπάρχει δε όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα το οποίο πράγματι και επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η αναγκαιότητα υπάρξεως αυτής της προϋποθέσεως για την θεμελίωση της ευθύνης προς αποζημίωση δεν ορίζεται μεν ρητά στο νόμο, προκύπτει όμως από την γενική θεώρηση των διατάξεων που καθιερώνουν αυτή την ευθύνη. Τέλος, στις διατάξεις του Ν. 1667 της 5/6.12.1986 "Αστικοί συνεταιρισμοί και άλλες διατάξεις (Α` 196) ορίζονται τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 "Οι συνεταιρισμοί είναι ιδίως παραγωγικοί, καταναλωτικοί, προμηθευτικοί, πιστωτικοί, μεταφορικοί και τουριστικοί. Κατά την παράγραφο 3 και 4 του ίδιου άρθρου 1, για τη σύσταση συνεταιρισμού απαιτείται η σύνταξη καταστατικού το οποίο μεταξύ άλλων πρέπει να περιέχει: α , β......, γ , δ , ε , στ , ζ) Την μέθοδο αποτίμησης για την αναπροσαρμογή της αξίας των συνεταιριστικών μερίδων που εξοφλούνται ή αποδίδονται σε συνεταίρους που αποχωρούν ή αποκλείονται από πιστωτικούς συνεταιρισμούς του παρόντος νόμου, που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το Ν. 3601/2007 (Α` 178), καθώς και τη μέθοδο αποτίμησης της εισφοράς που υποχρεούνται να καταβάλουν οι νέοι συνεταίροι κατά την είσοδό τους στους ως άνω πιστωτικούς συνεταιρισμούς, όπως η περίπτωση ζ` προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 28 του Ν. 4141/2013, ΦΕΚ Α' 81/5.4.2013.

Επίσης, το άρθρο 2 παρ. 7 του ίδιου νόμου (1667/ 1986), όπως αυτός τροποποιήθηκε με το άρθρο 28 παρ. 2α Ν. 4141/2013, ΦΕΚ Α` 81/5.4.2013, ορίζει ότι "Ο συνεταίρος μπορεί να αποχωρήσει από το συνεταιρισμό με γραπτή δήλωσή του που υποβάλλεται στο διοικητικό συμβούλιο τρεις μήνες τουλάχιστον πριν από το τέλος της οικονομικής χρήσης. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ελάχιστο χρόνο παραμονής του συνεταίρου στον συνεταιρισμό, ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) χρόνια. Η απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας κατά την αποχώρηση ή τον αποκλεισμό των συνεταίρων ή, καθώς και κάθε άλλη περίπτωση εξόφλησης των συνεταιριστικών μερίδων από πιστωτικούς συνεταιρισμούς του παρόντος νόμου, που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το Ν. 3601/2007, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων τους, τα οποία μπορούν επίσης να επιμερίζουν σε όλους τους συνεταίρους που έχουν σχετικό δικαίωμα και ανάλογα με τις μερίδες του καθενός, το ποσό που η Τράπεζα της Ελλάδος έχει εγκρίνει να διατεθεί για εξόφληση της αξίας τους, εφόσον περιλαμβάνεται σχετική ρήτρα στο καταστατικό τους.

Σύμφωνα, εξάλλου, με το άρθρο 2 παρ. 9 του Ν. 1667/1986, πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 76 παρ. 1 του Ν. 4583/2018 (ΦΕΚ A 212/18.12.2018), στο συνεταίρο που αποχωρεί ή αποκλείεται από το συνεταιρισμό αποδίδεται η συνεταιριστική μερίδα που εισέφερε το αργότερο τρεις μήνες από την έγκριση του ισολογισμού της χρήσης μέσα στην οποία έγινε η αποχώρηση ή ο αποκλεισμός. Ειδικά στον συνεταίρο που αποχωρεί ή αποκλείεται από πιστωτικούς συνεταιρισμούς του παρόντος νόμου, που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το Ν. 3601/2007 ή σε κάθε περίπτωση που εξοφλείται από το συνεταιρισμό συνεταιριστική μερίδα αποδίδεται η αξία της, που αναλογεί στην καθαρή περιουσία του πιστωτικού συνεταιρισμού, όπως αυτή προκύπτει από τον ελεγμένο από νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο, κατά την έννοια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 2 του Ν. 3693/2008 (ΦΕΚ Α` 174), ισολογισμό της τελευταίας χρήσης. Η αξία αυτή μπορεί να αναπροσαρμόζεται με μέθοδο αποτίμησης, η οποία αναφέρεται στο καταστατικό, στο οποίο προβλέπεται επίσης ότι ο υπολογισμός της πιστοποιείται από νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο. Η σύμφωνα με την ανωτέρω απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας τελεί υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγονται οι υποχρεώσεις του πιστωτικού συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του βάσει των εκάστοτε ισχυόντων κανόνων εποπτείας και επιφυλασσόμενης της εφαρμογής του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 7 του άρθρου 2. Επίσης, κατά το άρθρο 6 του ίδιου νόμου (1667/1986) "1. Η γενική Συνέλευση είναι το ανώτατο όργανο και αποφασίζει για όλα τα θέματα του συνεταιρισμού (παρ. 1). Στην αποκλειστική αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης υπάγονται ιδίως:... "θ) Η έγκριση αιτήσεων συνεταίρων για την απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής τους μερίδας κατά την αποχώρησή τους από το συνεταιρισμό, υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 9 του άρθρου 2, εφόσον πρόκειται για πιστωτικό συνεταιρισμό του παρόντος νόμου, που έχει λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το Ν. 3601/2007" (όπως η περίπτωση θ` προστέθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 28 του Ν. 4141/2013, ΦΕΚ Α` 81/5.4.2013) (παρ. 2).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 149 του Ν. 4261/2014 ΦΕΚ Α` 107/ 5.5.2014, με τον οποίο ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο η Οδηγία 2013/36/ΕΕ "για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων αποχώρησης ή αποκλεισμού συνεταίρων, η οποία συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος που έχει μορφή συνεταιρισμού του Ν. 1667/1986, όπως ορίζονται στο άρθρο 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και στο άρθρο 65 του παρόντος νόμου, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος. Σε κάθε περίπτωση η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να απαγορεύει την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, εάν τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητα του πιστωτικού ιδρύματος που λειτουργεί με την μορφή του πιστωτικού συνεταιρισμού". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι οι συνεταιριστικές τράπεζες υποχρεούνται να ικανοποιήσουν αίτημα εξαγοράς και εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων μόνον εφόσον: α) δεν θίγονται οι υποχρεώσεις του πιστωτικού συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του βάσει των εκάστοτε ισχυόντων κανόνων εποπτείας (άρθρο 2 παρ. 9 εδ. τελευταίο του Ν. 1667/1986, όπως προστέθηκε με την παράγραφο 2β του άρθρου 28 του Ν. 4141/2013) και επιφυλασσόμενης της εφαρμογής του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 7 του άρθρου 2 του ιδίου Ν. 1667/1986 και β) έχει δοθεί προηγούμενη άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος σε περίπτωση που η εξόφληση οδηγεί σε εκροή ιδίων κεφαλαίων της συνεταιριστικής τράπεζας, η οποία εκροή συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσεως, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος (άρθρο 149 Ν. 4261/ 2014). Ειδικότερα, η άδεια της τράπεζας πρέπει να έχει ληφθεί πριν από την καταβολή σε συνεταίρους, λόγω εξοφλήσεως συνεταιριστικών μερίδων, ποσών, τα οποία κατά τη διάρκεια μιας χρήσεως υπερβαίνουν το παραπάνω όριο. Δεδομένου ότι δεν επιτρέπεται η εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων πριν από την έγκριση του ισολογισμού της οικονομικής χρήσεως κατά την οποία υποβλήθηκε το σχετικό αίτημα αποχωρήσεως (εξαγοράς των συνεταιριστικών μερίδων), από την συνδυαστική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 7, του άρθρου 2 παρ. 9, του άρθρου 6 παρ. 2 στοιχ. στ` και θ` του Ν. 1667/1986, προκύπτει ότι η συνεταιριστική τράπεζα υποχρεούται αμέσως μετά την έγκριση του ισολογισμού, να γνωστοποιήσει στην Τράπεζα της Ελλάδος τυχόν ύπαρξη αιτήσεων που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της οικονομικής χρήσεως για την οποία εγκρίθηκε ο εν λόγω ισολογισμός (συμπεριλαμβανομένου του τελευταίου τριμήνου της αμέσως προηγούμενης χρήσεως), οι οποίες ικανοποιούμενες, θα οδηγούσαν κατά την χρονική στιγμή της εξοφλήσεώς τους σε μείωση των ιδίων κεφαλαίων της συνεταιριστικής τράπεζας μεγαλύτερης του 2% των ιδίων κεφαλαίων κατά την τελευταία ημέρα της παρελθούσας οικονομικής χρήσεως (κατά την οποία υποβλήθηκαν και οι σχετικές αιτήσεις). Η εξόφληση δε, κατά την περίπτωση αυτή, των συνεταιριστικών μερίδων δεν επιτρέπεται να γίνει πριν από την χορήγηση σχετικής άδειας της Τράπεζας της Ελλάδος, εφόσον η εξόφληση θα οδηγούσε σε μείωση των ιδίων κεφαλαίων της συνεταιριστικής τράπεζας μεγαλύτερης του 2% των ιδίων κεφαλαίων κατά την οικονομική χρήση κατά την οποία γίνεται η εξόφληση βάσει της καθαρής θέσεως της συνεταιριστικής τράπεζας την τελευταία ημέρα της προηγούμενης οικονομικής χρήσεως. Η απαγόρευση αυτή ισχύει, αν η αξία του συνόλου των συνεταιριστικών μερίδων που πρόκειται να εξοφληθούν, κατόπιν υποβληθεισών κατά τα ανωτέρω αιτήσεων, σε μία οικονομική χρήση υπερβαίνει το ποσοστό του 2% των ιδίων κεφαλαίων της κατά την οικονομική χρήση κατά την οποία γίνεται εξόφληση (ΑΠ 1463/2024, ΑΠ 1565/2023).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της -ανεπαρκής αιτιολογία- ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους -αντιφατική αιτιολογία - (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί με αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί, ούτε η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 420/2022, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 1470/ 2021, ΑΠ 109/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 147, 281, 288, 914, 932, 822 και 830 ΑΚ, του άρθρου 2 παρ. 1, 4, 7 και 9, άρθρου 3, άρθρου 4 παρ. 3 και 4 και άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 1667/1986 "Αστικοί Συνεταιρισμοί", του άρθρου 27 παρ. 5 ν. 3601/2007 σε συνδ. με άρθρο 149 ν. 4261/2014 "Πιστωτικά Ιδρύματα", δεχόμενο με ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι του αναιρεσείοντος πιστωτικού συνεταιρισμού, που ενεργούσαν υπό την καθοδήγηση των καταστατικών του οργάνων ζήτησαν από την αναιρεσίβλητη να συμβληθεί στη σύμβαση "Αποδίδω", παρουσιάζοντας αυτήν ως μια τυπική αλλαγή του ονόματος της προηγούμενης επενδύσεως "Χρυσή Επένδυση", αποσιωπώντας δολίως τους κινδύνους μειώσεως της αξίας και αδυναμίας ρευστοποιήσεως των συνεταιριστικών της μερίδων που αναλάμβανε με αυτή και έτσι η αναιρεσίβλητη παραπλανήθηκε και υπέγραψε την εν λόγω σύμβαση, πιστεύοντας ότι οι όροι περί ρευστοποιήσεως των συνεταιριστικών της μερίδων του προηγούμενου προγράμματος "Χρυσή Επένδυση" εξακολουθούν να ισχύουν, ότι στις 8-12-2015 η αναιρεσίβλητη, πεισθείσα στις ψευδείς, εν γνώσει τους, διαβεβαιώσεις των προστηθέντων υπαλλήλων του αναιρεσείοντος ότι αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να λάβει τα χρήματά της, συμμετείχε στην αύξηση του συνεταιριστικού κεφαλαίου του με την αγορά 832 επιπλέον μερίδων και ότι η παραπάνω παραπλανητική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος συνιστά ζημιογόνα από πρόθεση συμπεριφορά, που αντιβαίνει στην απορρέουσα από την αρχή της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών υποχρέωση του αναιρεσείοντος περί πληροφορήσεως και διαφυλάξεως των συμφερόντων της αναιρεσίβλητης και δημιουργεί αδικοπρακτική ευθύνη του προς αποζημίωση αυτής εξαιτίας της αδυναμίας ρευστοποιήσεως των συνεταιριστικών μερίδων της.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών είναι νόμιμα συσταθείς κατά τις διατάξεις του ν. 1667/1986 "Αστικοί Συνεταιρισμοί και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α'/Ι96), αμιγής πιστωτικός συνεταιρισμός περιορισμένης ευθύνης, με έδρα στην πόλη των Χανίων και την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΑΝΙΩΝ Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης", και συνεχίζει να λειτουργεί ως πιστωτικό ίδρυμα από το 1995 οπότε έλαβε την άδεια με την υπ' αριθ. 560/18.9.1995 απόφαση της Επιτροπής Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος. Η ενάγουσα γεννηθείσα το έτος 1935, είναι απόφοιτος της Σχολής Οικιακής Οικονομίας Χανίων και δίδαξε στην δημόσια εκπαίδευση οικοκυρικά έως το έτος 1987, και έκτοτε τυγχάνει συνταξιούχος. Το έτος 1993 αυτή και ο σύζυγός της απέκτησαν από μια υποχρεωτική συνεταιριστική μερίδα του εναγομένου, το δε έτος 2010 αυτή είχε συνολικά στην κυριότητα της 440 συνεταιριστικές μερίδες εκ των οποίων δυο υποχρεωτικές και οι λοιπές προαιρετικές, τις 180 δε από αυτές απέκτησε με κληρονομική διαδοχή από τον αποβιώσαντα το έτος 1996 σύζυγό της και ελάμβανε το διανεμόμενο από τον εναγόμενο μέρισμα. Τον Νοέμβριο του 2011, λόγω της παύσης της διανομής μερίσματος ένεκα της οικονομικής κρίσης που είχε πλήξει και τον εγχώριο τραπεζικό τομέα, μετέβη στο κεντρικό κατάστημα του εναγομένου της πόλεως των Χανίων και ζήτησε να ρευστοποιήσει τις μερίδες της και να αναλάβει το κεφάλαιό της, το οποίο έμενε αναξιοποίητο. Αντ' αυτού, μετά από σχετική ενημέρωση που είχε από τους υπαλλήλους του εναγομένου και πεισθείσα από τις ρητές διαβεβαιώσεις τους ότι επρόκειτο περί προγράμματος τύπου προθεσμιακής κατάθεσης, προσφερόμενου από τον εναγόμενο και προοριζόμενο για τους συνεταίρους του, με εγγυημένη απόδοση κεφαλαίου και άμεση ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων, εντάχθηκε δυνάμει των υπ' αριθ. ....2010 και ....2012 συμβάσεων, που συνήψε διαδοχικά με τον εναγόμενο, στο επενδυτικό πρόγραμμα "χρυσή επένδυση", τοποθετώντας αρχικά κεφάλαιο ύψους 20.534 € και εν συνεχεία 25.001 €, κατανεμημένο κατά ποσοστό 90% σε συνεταιριστικές μερίδες, με την τρέχουσα τιμή διάθεσης από την τράπεζα στο ποσό των 35 ευρώ και κατά ποσοστό 10 % σε κατάθεση μετρητών σε ειδικό λογαριασμό ταμιευτηρίου. Ειδικότερα, ενέταξε στο αρχικό πρόγραμμα 528 συνεταιριστικές μερίδες, εκ των οποίων τις 440 κατείχε ήδη και 88 αγόρασε αυθημερόν τότε στην τιμή των 35 ευρώ έκαστη και στο επόμενο επιπλέον 642 συνεταιριστικές μερίδες που αγόρασε αυθημερόν και ταυτόχρονα κατέθεσε σε ειδικό λογαριασμό με την ονομασία "χρυσή κατάθεση'' και αριθμό ... και ... τα ποσά των 2.054 € το έτος 2010 και 2.531 € το έτος 2012, Σύμφωνα με το κείμενο των προαναφερθεισών συμβάσεων, που υπέγραψε η ενάγουσα, ημερομηνία αξίας (valeur) θα ήταν της επόμενης εργάσιμης ημέρας από την κατάθεση, το επιτόκιο της χρυσής κατάθεσης συμφωνήθηκε ότι θα είναι 25% (πριν από φόρους) και θα διατηρείται σταθερό καθ' όλη τη διάρκεια του προγράμματος, Ο υπολογισμός των τόκων της χρυσής κατάθεσης συμφωνήθηκε ότι θα γίνεται με βάση το έτος τριακοσίων 365 ημερών από ημέρα σε ημέρα. Ο εκτοκισμός της χρυσής κατάθεσης θα γινόταν δύο φορές το έτος (30/6 και 31/12). Κατά τα λοιπά το περιεχόμενο της εν λόγω σύμβασης ήταν κατά λέξη το ακόλουθο :"1.3. Συμφωνείται ότι οι τόκοι της ως άνω χρυσής κατάθεσης, η καταβλητέα διαφορά απόδοσης, αν προκύψει, σύμφωνα με το άρθρο 5 της παρούσας και το προϊόν της ρευστοποίησης των εντασσόμενων στο πρόγραμμα συνεταιριστικών μερίδων αν αυτές ρευστοποιηθούν θα πιστώνονται από την τράπεζα στον με αριθμό X λογαριασμό του συνεταίρου σε αυτήν και το μέρισμα των συνεταιριστικών μερίδων θα πιστώνεται από την Τράπεζα στον με αριθ. X λογαριασμό του συνεταίρου σε αυτή. Τους λογαριασμούς αυτούς μπορεί να μεταβάλλει ο συνεταίρος στο μέλλον με έγγραφη αίτησή του. - 2.1. Συμφωνείται ότι ημερομηνία έναρξης του προγράμματος είναι η ημερομηνία κατάθεσης στο λογαριασμό "χρυσή κατάθεση του ποσού που αναφέρεται ανωτέρω. Ο συνεταίρος μπορεί να διατηρήσει το πρόγραμμα για όσο χρονικό διάστημα επιθυμεί, με ελάχιστο χρόνο διατήρησης αυτού τις 90 ημέρες (συμπληρωμένες), δικαιούμενος να ζητήσει με έγγραφη αίτησή του από την τράπεζα το κλείσιμο αυτού οποτεδήποτε μετά την πάροδο της ως άνω ελάχιστης διάρκειας των 90 ημερών. Η τράπεζα εξάλλου έχει το δικαίωμα να διακόψει οποτεδήποτε το πρόγραμμα του συνεταίρου και να το κλείσει αλλά μόνο κατόπιν έγγραφης προειδοποίησης αυτής προς το συνεταίρο 90 ημέρες πριν από το κλείσιμο του προγράμματος. 2.2. Περαιτέρω, ο συνεταίρος έχει δικαίωμα με αίτησή του και μετά την πάροδο του ελάχιστου χρόνου διατήρησης του προγράμματος, όπως ανωτέρω αναφέρεται, να ζητήσει την ανάληψη μέρους της χρυσής κατάθεσης και παράλληλα, την αποδέσμευση από το πρόγραμμα αριθμού μερίδων τέτοιου ώστε να διατηρείται πάντα η ποσοστιαία αναλογία κατάθεσης και συνεταιριστικών μερίδων, που συμφωνείται στην παράγραφο 1 της παρούσας. Για την υλοποίηση του αιτήματος αυτού είναι απαραίτητη η υπογραφή τροποποιητικής της παρούσας σύμβασης, που θα αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος αυτής. Οι αποδόσεις που αντιστοιχούν στο μέρος αυτό της επένδυσης κατά την οποία μειώνεται το πρόγραμμα, θα καταβληθούν στο συνεταίρο, όπως ορίζεται για το πρόγραμμα γενικά, με βάση την παρούσα και όχι κατά το χρόνο μείωσης του κεφαλαίου επένδυσης. Συμφωνείται δε ρητά μεταξύ των συμβαλλομένων ότι ο συνεταίρος, εφόσον ζητήσει την αποδέσμευση μερίδων από το πρόγραμμα κατά τη διαδικασία που περιγράφεται σε αυτήν την παράγραφο, δεν θα μεταβιβάσει αυτές κατά τη διάρκεια της χρήσης κατά την οποία ζητήθηκε η αποδέσμευση. 3. Κατά το κλείσιμο του προγράμματος ο συνεταίρος θα εισπράξει α) εφόσον ρευστοποιήσει τις συνεταιριστικές μερίδες του, που έχουν, ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα (εκτός όσων τυχόν απαιτούνται προς κάλυψη δανειακής σχέσης του με την τράπεζα και εκτός από την υποχρεωτική μερίδα, για τη ρευστοποίηση της οποίας ακολουθείται η διαδικασία που περιγράφεται στο Καταστατικό της τράπεζας και την οποία ο συνεταίρος δηλώνει ότι γνωρίζει), τα ακόλουθα κονδύλια: (ι) την ονομαστική αξία όλων των ρευστοποιούμενών συνεταιριστικών μερίδων, (ιι) για όσες από τις ρευστοποιούμενες συνεταιριστικές μερίδες θα έχει συμπληρωθεί διετία από την απόκτηση τους θα εισπράξει την τρέχουσα υπεραξία αυτών που θα έχει προσδιορισθεί για την περίοδο της ρευστοποίησης (ιιι) για όσες από τις ρευστοποιούμενες συνεταιριστικές μερίδες δεν θα έχει συμπληρωθεί διετία από την απόκτησή τους θα εισπράξει την υπεραξία αυτών που είχε προσδιορισθεί πριν από την τελευταία αναπροσαρμογή αυτής και β) το ποσό της άνω χρυσής κατάθεσης μετά των αναλογούντων μέχρι τότε δεδουλευμένων τόκων αυτής κλειόμενου οριστικά του άνω ειδικού λογαριασμού αυτής. Σημειώνεται ότι η ρευστοποίηση των μερίδων που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα μπορεί να γίνει και σε μεταγενέστερο του κλεισίματος του προγράμματος χρονικό σημείο κατ' επιλογή του συνεταίρου σύμφωνα με τα οριζόμενα στο καταστατικό της τράπεζας (αριθ. 10 και 11). 4. Η τράπεζα εγγυάται ότι η επένδυση του συνεταίρου (δηλαδή το κεφάλαιο που αντιπροσωπεύουν με σημερινές τιμές οι άνω μερίδες που εντάσσονται στο άνω πρόγραμμα και η άνω χρυσή κατάθεση) που αποτιμάται σήμερα σε € X (20.534 αναφορικά για το έτος 2010 και 25.001 για το έτος 2012) θα έχει συνολική απόδοση (μερίσματα συνεταιριστικών μερίδων που θα δικαιούται ο συνεταίρος κατά το άρθρο 25 του καταστατικού, διαφορά υπεραξίας συνεταιριστικών μερίδων από την ημερομηνία ένταξής τους στο άνω επενδυτικό πρόγραμμα μέχρι την ημερομηνία κλεισίματος αυτού και τόκοι χρυσής κατάθεσης) τουλάχιστον ίση (ελάχιστη εγγυημένη απόδοση) προς το εκάστοτε προσφερόμενο από την τράπεζα επιτόκιο (σύμφωνα με τις δημοσιεύσεις της τράπεζας στον Τύπο) για προθεσμιακές καταθέσεις αναλόγου ύψους και διάρκειας, όπως το επιτόκιο αυτό ισχύει κατά την ημερομηνία σύναψης του προγράμματος και σε κάθε ετήσια επέτειο αυτής, πολλαπλασιαζόμενο με ειδικό συντελεστή, ανάλογα με τη διάρκεια του προγράμματος [...].Ο υπολογισμός της ελάχιστης εγγυημένης απόδοσης συμφωνείται οτι θα γίνεται με βάση το έτος τριακοσίων εξήντα (360) ημερών από ημέρα σε ημέρα. 5. Η τράπεζα δηλώνει ότι αναλαμβάνει την υποχρέωση, σε περίπτωση που τυχόν δεν επιτευχθεί η ως άνω συνολική εγγυημένη απόδοση που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο αριθ. 4 της Παρούσας σύμβασης, να καταβάλει στο συνεταίρο τη διαφορά. Συμφωνείται ρητά μεταξύ των συμβαλλομένων ότι κατά το κλείσιμο του προγράμματος για τον υπολογισμό και την απόδοση στο συνεταίρο της καταβλητέας διαφοράς απόδοσης, θα ισχύουν τα ακόλουθα: α) Στην περίπτωση που η εγγυημένη απόδοση είναι ίση η μικρότερη της πραγματικής απόδοσης του προγράμματος, στο συνεταίρο θα καταβληθεί το σύνολο του μερίσματος που αντιστοιχεί στις συνεταιριστικές μερίδες που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα, β) Στην περίπτωση που η εγγυημένη απόδοση είναι μεγαλύτερη της πραγματικής απόδοσης του προγράμματος και παράλληλα το μέρισμα που αντιστοιχεί στις συνεταιριστικές μερίδες που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα είναι μεγαλύτερο της καταβλητέας διαφοράς απόδοσης, ο πελάτης θα λάβει το ποσό που αντιστοιχεί στη διαφορά της καταβλητέας διαφοράς απόδοσης από το σύνολο του μερίσματος που αντιστοιχεί στις συνεταιριστικές μερίδες που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα, γ) Στην περίπτωση που η εγγυημένη απόδοση είναι μεγαλύτερη της πραγματικής απόδοσης του προγράμματος και παράλληλα το μέρισμα που αντιστοιχεί στις συνεταιριστικές μερίδες που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα είναι μικρότερο ή ίσο της καταβλητέας διαφοράς απόδοσης, ο πελάτης δεν θα λάβει το ποσό του μερίσματος που αντιστοιχεί στις συνεταιριστικές μερίδες που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα, διότι το ποσό αυτό έχει ήδη συμπεριληφθεί στην καταβλητέα διαφορά απόδοσης και έχει καταβληθεί σε αυτόν. Το μέρισμα καταβάλλεται κατόπιν έγκρισης από τη Γενική Συνέλευση των Συνεταίρων της τράπεζας, όπως ο νόμος και το καταστατικό ορίζουν." Από τους προεκτεθέντες όρους της επίμαχης σύμβασης προκύπτει ότι η απόδοση της όλης επένδυσης διαμορφωνόταν από το άθροισμα α) των μερισμάτων των συνεταιριστικών μερίδων, β) της διαφοράς της υπεραξίας των μερίδων από την έναρξη του προγράμματος έως το κλείσιμο αυτού και γ) των τόκων της χρυσής κατάθεσης και ήταν πάντοτε καταβλητέα σε χρήμα (όροι 4 και 5) και ότι ο εναγόμενος εγγυάτο συμβατικώς να καταβάλει στον επενδυτή-καταθέτη ως ελάχιστη απόδοση της επένδυσης χρηματικό ποσό ίσο με το εκάστοτε προσφερόμενο από τον ίδιο επιτόκιο προθεσμιακής κατάθεσης ανάλογου ύψους κεφαλαίου και διάρκειας. Επειδή η εγγυημένη εκ μέρους του εναγόμενου ελάχιστη απόδοση αφορούσε το σύνολο της επένδυσης (συνεταιριστικές μερίδες και κατάθεση) και όχι μόνο το ποσό της " ΧΡΥΣΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ" (όρος 4) και το υψηλό επιτόκιο προσφερόταν (αναγκαίως) μόνο στο νομισματικό σκέλος της επένδυσης, ήτοι στη χρυσή κατάθεση (όρος 1.2), που αποτελούσε μόλις το 10% της επένδυσης το επιτόκιο αυτό είχε για το λόγο αυτό ορισθεί δεκαπλάσιο (25%), ώστε εμμέσως να αποδίδονται στον επενδυτή-καταθέτη τόκοι για το σύνολο της επένδυσης και οι οποίοι στην πραγματικότητα αντιστοιχούσαν σε επιτόκιο 2,5% επί του όλου κεφαλαίου της επένδυσης. Τέλος, το πρόγραμμα αυτό ήταν αορίστου χρόνου με ελάχιστη υποχρεωτική διάρκεια ενενήντα (90) ημερών (όρος 2.1), μετά την παρέλευση της οποίας ο επενδυτής-καταθέτης δικαιούτο να προβεί οποτεδήποτε σε ανάληψη μέρους της χρυσής κατάθεσης είτε/και σε ρευστοποίηση μέρους των συνεταιριστικών μερίδων (όρος 2.2.) καθώς και να αιτηθεί και να επιτύχει το κλείσιμο του προγράμματος (όρος 2.1), κατά το οποίο ήταν αποδοτέα σε αυτόν η μέχρι τότε επιτευχθείσα κατά τα ανωτέρω απόδοση (όροι 4 και 5) μαζί με το επενδυθέν κεφάλαιο (όρος 3). Δεδομένων των ανωτέρω, το πρόγραμμα ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ συνιστούσε ένα σύνθετο επενδυτικό πρόγραμμα, απαρτιζόμενο από ένα επενδυτικό και ένα καταθετικό σκέλος, ως προς έκαστο από τα οποία συνδέονταν συγκεκριμένα αποτελέσματα, ενώ το ένα προϋπέθετε το άλλο προκειμένου να επιτευχθεί η διαφημιζόμενη από τον εναγόμενο και προσδοκώμενη από την ενάγουσα εγγυημένη απόδοση της επένδυσης, παρά τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό του εναγομένου περί πλήρους αυτοτέλειας των δυο επί μέρους συμβάσεων. Ένεκα της έμφασης στις προδιαγραφές του εν λόγω προγράμματος περί "επιτοκίου Εγγυημένης Απόδοσης" αναφορικά με την επένδυση σε συνεταιριστικές μερίδες, δημιουργείτο σύγχυση ως προς τον χαρακτήρα της επένδυσης στον μέσο συναλλασσόμενο καταθέτη, ακόμη και στον σε ήδη συνεταίρο, δεδομένου ότι ο όρος επιτόκιο για τον μέσο καταθέτη παραπέμπει σε καταθετικό προϊόν. Την σύγχυση αυτή, με πρόθεση περαιτέρω εκμετάλλευσης της υπερέχουσας θέσης του έναντι του πελάτη για ίδιο όφελος, προκάλεσε ο εναγόμενος διαφημίζοντας ως χαρακτηριστικά του επίμαχου προγράμματος ήτοι α) το υψηλότερο των επικρατούντων κατά τον επίμαχο χρόνο τραπεζικών επιτοκίων, β) και εγγυημένη απόδοση, πέραν δε αυτών κεκαλυμμένα γ) το εγγυημένο κεφάλαιο, αποκρύπτοντας επιμελώς την πιθανότητα απώλειας μέρους του επενδεδυμένου στις συνεταιριστικές μερίδες κεφαλαίου και δη σε περίπτωση διακράτησης για το πέραν του ελάχιστου χρονικού διαστήματος των 90 ημερών ανάλογα με την οικονομική κατάστασή του, παρότι τέτοια πιθανότητα ή κίνδυνος ήταν υπαρκτός, λόγω και της σοβούσας κατά τον επίμαχο χρόνο οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης, δ) της δυνατότητας άμεσης ανάληψης μέρους ή όλου του κεφαλαίου, κατόπιν αιτήσεως του επενδυτή - καταθέτη για ρευστοποίηση των μερίδων και οικειοθελούς αποχώρησης από τον συνεταιρισμό, αποκρύπτοντας επίσης επιμελώς την διακριτική ευχέρεια του εναγομένου να αρνηθεί τούτο στον συνεταίρο, αλλά και της προϋπόθεσης της έγκρισης από την ΤτΕ, ως θα αναφερθεί και κατωτέρω. Ως εκ τούτου, δικαιολογημένα η ενάγουσα, η οποία ήταν πράγματι συνεταίρος του εναγομένου από το 1993, θεώρησε ότι επένδυε τα χρήματά της, ήτοι το χρηματικό ποσό που κατατέθηκε σε λογαριασμό ταμιευτήριου αλλά και την αξία των μερίδων της, σε ένα νέο είδος προθεσμιακής κατάθεσης, σύμφωνο με τις προδιαγραφές του εναγομένου ως πιστωτικού συνεταιρισμού, το οποίο ανταποκρινόταν στις επιθυμίες της για ασφάλεια των χρημάτων της αλλά και αύξησης του κεφαλαίου της, δεδομένης της κατά τον χρόνο εκείνο παύσης διανομής μερίσματος, και της οικονομικής αστάθειας που επικρατούσε από ετών ήδη στην χώρα λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και της εντεύθεν αβεβαιότητας για την ασφάλεια των καταθέσεων των ιδιωτών στις τράπεζες της ημεδαπής. Την κρίση του Δικαστηρίου περί παραπλάνησης της ενάγουσας σχετικά με το είδος της επίδικης σύμβασης που συνήψε με τον εναγόμενο ενισχύει το γεγονός ότι καίτοι με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μελών του εναγόμενου της 30ης-06-2013, τροποποιήθηκε το άρθρο 10 στ 4 α του καταστατικού, το οποίο όριζε πλέον ότι η ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων και η απόδοση και η εξόφληση στους συνεταίρους της πραγματικής αξίας που δικαιούνται, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων συνεταιρισμού, τελεί υπό την έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος (σύμφωνα με το άρθρο 169 παρ. 3 του ν. 4099/2012 (ΦΕΚ Α' 250) και γίνεται με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 12 του καταστατικού και σε κάθε περίπτωση τελεί υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής των παρ. 7 και 9 του άρθρου 2 του ν. 1667/1986, όπως τροποποιήθηκαν με τις παρ. 2 α και 2 β αντίστοιχα του άρθρου 28 ν. 4141/2013 και ιδίως υπό την προϋπόθεση να μην θίγονται οι υποχρεώσεις του Συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του βάσει των εκάστοτε ισχυόντων κανόνων εποπτείας, τούτο αποκρύφτηκε σκοπίμως από την ενάγουσα, αφού ουδόλως ενημερώθηκε σχετικά με αυτό, ούτε από τον υπάλληλο που την εξυπηρέτησε, ούτε από το διαθέσιμο στα καταστήματα καταστατικό του εναγομένου εκδόσεως έτους 2007 και το παρωχημένο έντυπο διαφημιστικό υλικό, ενώ δεν θα μπορούσε τηρώντας την επιμέλεια του μέσου συνετού συναλλασσόμενου να το πληροφορηθεί από οιουδήποτε αλλού, ενόψει και της ηλικίας της, δοθέντος ότι διήγε τότε το 77ο έτος της ηλικίας της. Ο αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός του εναγομένου ότι η ενάγουσα έλαβε την δέουσα πληροφόρηση για το πρόγραμμα και ιδίως τα αφορώντα το επενδυτικό σκέλος αυτού προφορικά οπό τον υπάλληλο που την εξυπηρέτησε, δεν κρίνεται πειστικός, καθώς τέτοια σημαντική και ουσιώδης πληροφόρηση ιδίως στην περίπτωση που ίσχυε ο ισχυρισμός του εναγομένου περί διακριτής και αυτοτελούς συμβάσεως σε σχέση με την έτερη καταθετική, θα υπήρχε και στο έντυπο και ηλεκτρονικό διαφημιστικό υλικό, προς ενίσχυση τόσο της κατανόησης του υποψήφιου επενδυτή σχετικά με τους όρους και τα χαρακτηριστικά του διατιθέμενου προϊόντος, αλλά και προς εξασφάλιση του εναγομένου ότι πράγματι παρείχετο εκ μέρους του ως όφειλε σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η αναγκαία και χρήσιμη πληροφόρηση του κοινού. Σημειωτέον ότι παρά την προεκτεθείσα παραπλανητική και άρα παράνομη συμπεριφορά των προστηθέντων του, επειδή ο εναγόμενος κατά την διακριτική του ευχέρεια ρευστοποιούσε μέχρι και την διακοπή και αντικατάσταση του προγράμματος ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ περί τα τέλη του έτους 2013 (μέχρι και το 2015 ως ο ίδιος ομολογεί στις προτάσεις του) τις συνεταιριστικές μερίδες κατόπιν αιτήσεως των συνεταιριστών άμεσα και στην τιμή κτήσης τους (35 ευρώ), κανένας νόμιμος λόγος ευθύνης αυτού προς αποζημίωση δεν υφίστατο, εκ της συμβάσεως ή αδικοπραξίας, αφού ουδείς μέχρι τότε δεν ζημιώθηκε. Ούτε όμως και ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν ανέλαβε συμβατικά την υποχρέωση της άμεσης ρευστοποίησης των μερίδων στην τρέχουσα τιμή διάθεσης κρίνεται βάσιμος, καθόσον με τον με αριθμό 4 όρο της ως άνω σύμβασης, ορίζεται ρητά ότι το επενδυθέν κεφάλαιο αποτελείται από το κεφάλαιο που αντιπροσωπεύουν με τις τρέχουσες κατά τον παραπάνω κρίσιμο χρόνο (σημερινές) τιμές οι άνω μερίδες που εντάσσονται στο άνω πρόγραμμα και το ποσό του ταμιευτηρίου της χρυσής κατάθεσης. Σημειωτέον δε ότι εν προκειμένω η ονομαστική αξία της συνεταιριστικής μερίδας της ενάγουσας σύμφωνα και με την σύμβαση ορίστηκε η τιμή των 35 ευρώ, ενιαία για όλες τις μερίδες, ανεξάρτητα πότε αποκτήθηκαν από αυτήν, με βάση δε αυτή την αξία υπολογίστηκε το επενδυθέν κεφάλαιο.

Εξάλλου, η προβλεπόμενη από τα άρθρα 10 και 11 του καταστατικού του εναγομένου διαδικασία ρευστοποίησης υπό όρους, επιβαλλόταν να τηρηθεί μόνο στις περιπτώσεις ρευστοποίησης της υποχρεωτικής μερίδας, όπως και των μερίδων που τυχόν δεν είχαν ρευστοποιηθεί κατά τη λήξη του προγράμματος. Τούτο προκύπτει σαφώς από τη γραμματική διατύπωση του ως άνω όρου, με τον οποίο η παραπομπή στην καταστατική διαδικασία ορίζεται ρητά μόνο για τις δύο προαναφερόμενες περιπτώσεις και όχι για την εξεταζόμενη περίπτωση ρευστοποίησης μερίδων συγχρόνως με τη λήξη του προγράμματος. Η διαφοροποίηση δε αυτή ήταν απολύτως συμβατή και συνεπής με τον κατά τα ανωτέρω προνομιούχο χαρακτήρα των ενταγμένων στο πρόγραμμα " ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" συνεταιριστικών μερίδων, ενόψει του ότι οι κύριοι αυτών όπως η ενάγουσα, δεν ήταν μόνο απλοί συνεταίροι του εναγόμενου αλλά συγχρόνως και επενδυτές-καταθέτες χρηματικών ποσών που συνδέονταν με αυτόν με την ειδική σχέση του προγράμματος "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ". Δοθέντος δε ότι με τον προαναφερόμενο όρο οριζόταν ότι η ενάγουσα κατά το κλείσιμο του προγράμματος θα δικαιούτο να εισπράξει την ονομαστική αξία των ρευστοποιούμενων μερίδων της, ήτοι το ποσό που κατέβαλε για την κτήση τους, καθώς και το κεφάλαιο της χρυσής κατάθεσης, σαφώς προκύπτει ότι με τον εν λόγω όρο ο εναγόμενος είχε αναλάβει την υποχρέωση να αποδώσει στην ενάγουσα κατά τη λήξη του προγράμματος το σύνολο του επενδυθέντος κεφαλαίου της. Αυτό εξάλλου πληροφορούσε προφορικά ο εναγόμενος δια των προστηθέντων υπαλλήλων του κάθε υποψήφιο καταθέτη-επενδυτή, άλλως είναι βέβαιο ότι ουδείς θα επέλεγε να επενδύσει στο επίμαχο πρόγραμμα. Ο δε ισχυρισμός του εναγόμενου, ότι η αναφερόμενη στον ανωτέρω όρο ονομαστική αξία των συνεταιριστικών μερίδων είναι εκείνη που οριζόταν με το άρθρο 10 του καταστατικού του, δεν βρίσκει έρεισμα στον επίμαχο όρο, αφού σε αυτόν δεν γίνεται καμία αναφορά ή παραπομπή στο καταστατικό του εναγόμενου για τον προσδιορισμό της αξίας αυτής, αντίκειται δε στον αναφερόμενο ως άνω υπ' αριθ. 4 όρο της σύμβασης. Εξάλλου, αν ο εναγόμενος δεν είχε τη βούληση να αποδώσει στους ενάγοντες κατά τη λήξη του προγράμματος την καταβληθείσα από τον τελευταίο αξίας κτήσης των συνεταιριστικών του μερίδων αλλά την τρέχουσα αξία αυτών, τότε για τον προσδιορισμό της αποδοτέας αξίας ευχερώς θα έθετε στον προδιατυπωμένο από αυτόν ως άνω όρο τη φράση "πραγματική αξία" ή "τρέχουσα αξία", όπως έπραξε για τον προσδιορισμό της αξίας των συνεταιριστικών μερίδων στη δεύτερη σύμβαση που κατήρτισε με αυτούς, όπως εκτίθεται κατωτέρω. Ούτε βεβαίως ο ίδιος θα διαφήμιζε, κατά τα προεκτεθέντα, το εν λόγω προϊόν ως "είδος κατάθεσης, απευθυνόμενο σε αποταμιευτές για τη φύλαξη των αποταμιεύσεών τους χωρίς επενδυτικό κίνδυνο".

Και τούτο διότι εάν το κεφάλαιο του ένδικου προγράμματος δεν ήταν εξασφαλισμένο και υπόκειτο στον κίνδυνο απομείωσης ή απώλειας συνεπεία ζημιογόνων διαχειριστικών χρήσεων του εναγόμενου, τότε το εν λόγω πρόγραμμα δεν θα ετύγχανε της επιδοκιμασίας του κοινού επί μία δεκαετία, όπως πράγματι συνέβη, καθώς ουδείς θα δεχόταν να επενδύσει το κεφάλαιό του σε μία επένδυση από την οποία θα κινδύνευε να απωλέσει έως και το 90% του κεφαλαίου του έναντι της προσδοκίας να κερδίσει το 3% αυτού, όταν ευχερώς μπορούσε να αποκομίσει μετά βεβαιότητας το κέρδος αυτό (3%) με τη σύναψη μιας προθεσμιακής κατάθεσης με τον εναγόμενο ή με οποιοδήποτε άλλο πιστωτικό ίδρυμα στην Ελλάδα, διατηρώντας ακέραιο το κεφάλαιό του (100%) και επιπλέον εγγυημένο από το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων δυνάμει του ν. 3746/2009. Ο ισχυρισμός του εναγόμενου δεν βρίσκει έρεισμα ούτε σε οποιοδήποτε άλλο όρο της ένδικης σύμβασης, αφού σε αυτήν ουδεμία αναφορά γίνεται για κίνδυνο υπαξίας, μείωσης ή απώλειας της αξίας των συνεταιριστικών μερίδων, τουναντίον κατ' επανάληψη γίνεται αναφορά μόνο για εγγυημένη και πραγματική απόδοση, καταβλητέα διαφορά απόδοσης, υπεραξία και μερίσματα των μερίδων (που προϋποθέτουν κερδοφόρες διαχειριστικές χρήσεις) και για τόκους του κεφαλαίου, ήτοι για βέβαιες και όχι απλώς πιθανές ή προσδοκώμενες αποδόσεις της επένδυσης, οι οποίες προϋποθέτουν την ακεραιότητα του επενδυθέντος κεφαλαίου, με βάση το οποίο, άλλωστε, αυτές (αποδόσεις) υπολογίζονταν. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχτηκε ότι το τμήμα του κεφαλαίου (90%) της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" που είχε μετατραπεί σε συνεταιριστικές μερίδες ταξινομείτο λογιστικά από τον εναγόμενο στην κατηγορία των ιδίων κεφαλαίων, σύμφωνα με την Ενότητα Α.1 του Κεφαλαίου ί της με αριθμό 2630/29.10.2010 (ΦΕΚ Β' 1714) Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ) και έτσι με τον τρόπο αυτό ο τελευταίος ενίσχυε την κεφαλαιακή του βάση και συγχρόνως ικανοποιούσε, ως πιστωτικό ίδρυμα, τις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας, που απαιτούνταν για τα πιστωτικά ιδρύματα σύμφωνα με τότε ισχύουσες διατάξεις του ν. 3601/2007. Σημειώνεται ότι με την προαναφερόμενη ΠΔ/ΤΕ ορίζεται ότι στα "κύρια στοιχεία των Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων" των πιστωτικών ιδρυμάτων περιλαμβάνονται "το καταβλημένο μετοχικό κεφάλαιο των πιστωτικών ιδρυμάτων και οι μερίδες των συνεταιριστικών τραπεζών σύμφωνα με το ν.1667/1986, όπως ισχύει, εφόσον απορροφούν πλήρως τις ζημίες σε κανονικές συνθήκες λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος ή της συνεταιριστικής τράπεζας, αντίστοιχα, και σε περίπτωση πτώχευσης ή εκκαθάρισης ιεραρχούνται μετά από όλες τις άλλες απαιτήσεις". Το ιδιαίτερο αυτό όφελος για τον εναγόμενο προκύπτει εναργώς αν ληφθεί υπ' όψιν ότι στην περίπτωση που ολόκληρα τα κεφάλαια της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" είχαν τη μορφή κατάθεσης, όπως τέτοιο αποτελούσε το τοποθετημένο στη "ΧΡΥΣΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ" δέκα τοις εκατό (10%) αυτών, τότε όχι μόνο δεν θα αυξανόταν το συνεταιριστικό κεφάλαιο, αλλά, επιπλέον, οι καταθέσεις αυτές, ως αποδοτέες στους καταθέτες, δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ίδια κεφάλαια και θα ταξινομούνταν στις υποχρεώσεις (δανειακές) του εναγόμενου (βλ. στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων στην Ενότητα Α της ισχύουσας κατά τον κρίσιμο χρόνο ως άνω ΠΔ/ΤΕ 2630/29.10.2010, όπως αυτή είχε τροποποιηθεί με το άρθρο μόνο της ΠΔΤΕ 2661/3.7.2012 (ΦΕΚ Β 2130/12.7.2012)), ήτοι στο παθητικό του ισολογισμού του και ο τελευταίος θα έπρεπε για την κεφαλαιακή του επάρκεια να τις αντικαταστήσει με δικά του κεφάλαια ίσης αξίας. Όμως, στις 27 Ιουνίου 2013 δημοσιεύθηκε ο Κανονισμός (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013, του οποίου η έναρξη ισχύος ορίσθηκε για την 1η Ιανουαρίου 2014 και με τον οποίο επήλθαν τροποποιήσεις ως προς τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για τα πιστωτικά ιδρύματα και τις επιχειρήσεις επενδύσεων. Σύμφωνα με το άρθρο 72 του Κανονισμού αυτού τα ίδια κεφάλαια ενός ιδρύματος απαρτίζονται από το άθροισμα του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 και του κεφαλαίου της κατηγορίας 2. Το κεφάλαιο της κατηγορίας 1 ενός ιδρύματος αποτελείται από το άθροισμα α) του κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, όπως τα στοιχεία αυτού ορίζονται στο άρθρο 26 και β) του πρόσθετου κεφαλαίου της κατηγορίας 1 του ιδρύματος, όπως τα στοιχεία αυτού ορίζονται στα άρθρα 51 και 61 (άρθρο 25). Τα στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 των ιδρυμάτων περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, οποιοδήποτε κεφαλαιακό μέσο εκδίδεται από ένα ίδρυμα δυνάμει του καταστατικού του, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 28 ή, κατά περίπτωση, στο άρθρο 29 (άρθρο 27). Σύμφωνα δε με το άρθρο 28 παρ. 1: Τα κεφαλαιακά μέσα χαρακτηρίζονται ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 μόνο εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι κατωτέρω προϋποθέσεις: α) τα μέσα εκδίδονται άμεσα από το ίδρυμα κατόπιν έγκρισης των ιδιοκτητών του ιδρύματος ή, εφόσον επιτρέπεται δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, από το διοικητικό σώμα του ιδρύματος, β) τα μέσα είναι καταβεβλημένα και η αγορά τους δεν χρηματοδοτείται άμεσα ή έμμεσα από το ίδρυμα, [...], στ) το κεφάλαιο των μέσων δεν δύναται να μειωθεί ή να εξοφληθεί, εξαιρουμένων των κατωτέρω περιπτώσεων ί) εκκαθάρισης του ιδρύματος, ii) προαιρετικής επαναγοράς των μέσων [...], εφόσον το ίδρυμα έχει εξασφαλίσει την προηγούμενη άδεια της αρμόδιας αρχής σύμφωνα με το άρθρο 77, ζ) οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα δεν αναφέρουν ρητά ή σιωπηρά ότι το κεφάλαιο των μέσων θα μπορούσε ή ενδέχεται να μειωθεί ή να εξοφληθεί εκτός από την περίπτωση εκκαθάρισης του ιδρύματος [...], η) τα μέσα πληρούν όλες τις κατωτέρω προϋποθέσεις όσον αφορά τις διανομές (ήτοι, την πληρωμή μερισμάτων ή τόκου οποιοσδήποτε μορφής, άρθρο 4 αριθ. 110): ί) δεν υφίσταται προνομιακή μεταχείριση στη διανομή σε σχέση με τη σειρά καταβολής των διανομών, ακόμα και σε σχέση με άλλα μέσα κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1, και οι όροι που διέπουν τα μέσα δεν προβλέπουν προνομιακά δικαιώματα για την καταβολή των διανομών, ίί) οι διανομές στους κατόχους των μέσων δύνανται να καταβάλλονται μόνο από διανεμητέα στοιχεία, iii) οι όροι που διέπουν τα μέσα δεν περιλαμβάνουν ανώτατο όριο ή άλλο περιορισμό ως προς το μέγιστο επίπεδο διανομών, με εξαίρεση την περίπτωση των μέσων που αναφέρονται στο άρθρο 27, iv) το επίπεδο των διανομών δεν προσδιορίζεται βάσει του ποσού έναντι του οποίου αγοράσθηκαν τα μέσα κατά την έκδοσή τους, με εξαίρεση την περίπτωση των μέσων που αναφέρονται στο άρθρο 27, ν) οι όροι που διέπουν τα μέσα δεν περιλαμβάνουν καμία υποχρέωση του ιδρύματος να προβαίνει σε διανομές στους κατόχους των μέσων και το ίδρυμα δεν υπόκειται σε καμία περίπτωση στην εν λόγω υποχρέωση, vi) η μη καταβολή των διανομών δεν συνιστά αθέτηση υποχρέωσης του ιδρύματος, [...] ιβ) τα μέσα δεν είναι εξασφαλισμένα ούτε υπόκεινται σε εγγύηση που ενισχύει την εξοφλητική προτεραιότητα της απαίτησης. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 2, τα κεφαλαιακά μέσα που εκδίδονται από συνεταιριστικές εταιρείες, όπως ο εναγόμενος, είναι αποδεκτά ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 μόνο εφόσον πληρούνται, πέραν των προϋποθέσεων που ορίζονται στο άρθρο 28, οι κατωτέρω προϋποθέσεις που αφορούν την εξόφληση των κεφαλαιακών μέσων: α) εκτός εάν απαγορεύεται δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, το ίδρυμα δύναται να αρνηθεί την εξόφληση των μέσων, β) σε περίπτωση που το ίδρυμα απαγορεύεται να αρνηθεί την εξόφληση των μέσων δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα δίνουν στο ίδρυμα τη δυνατότητα να περιορίσει την εξόφλησή τους, γ) η άρνηση εξόφλησης των μέσων ή ο περιορισμός της εξόφλησής τους, ανάλογα με την περίπτωση, δεν συνιστά αθέτηση υποχρέωσης του ιδρύματος. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Κανονισμού προκύπτει ότι οι ενταγμένες στο πρόγραμμα "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" συνεταιριστικές μερίδες, ενόψει του ότι ήταν, κατά τα προπαρατιθέμενα, αποδοτέες στην ονομαστική τους αξία, μπορούσαν να ρευστοποιηθούν εν μέρει και παρείχαν εγγυημένη απόδοση ανεξάρτητα από την επίτευξη κερδών, δεν πληρούσαν τις ως άνω προϋποθέσεις του άρθρου 28 παρ. 1 περ. στ), ζ), η) στοιχ. ί) και ii), ν), νί) και ιβ) καθώς και εκείνες του άρθρου 29 παρ. 2 περ. α), β) και γ) και, επομένως, από την 1.1.2014 δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1. Άμεση και αναγκαία συνέπεια της εξέλιξης αυτής ήταν ότι τα κεφάλαια των ενταγμένων στο πρόγραμμα "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" συνεταιριστικών μερίδων, όπως εν προκειμένω του ενάγοντος, από την προαναφερόμενη ημερομηνία (1.1.2014) δεν θα γίνονταν αποδεκτά ως ίδια κεφάλαια και ο εναγόμενος, προκειμένου να μην αντιμετωπίσει προβλήματα ανεπάρκειας ιδίων κεφαλαίων και ληφθούν εις βάρος του αναγκαστικά μέτρα εξυγίανσης, ύστατο των οποίων είναι η ανάκληση της άδειας λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος, από την εποπτεύουσα Τράπεζα της Ελλάδος κατά τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 περ. γ, 27 και 62 επ. του τότε ισχύοντος ν. 3601/2007, έπρεπε να εξεύρει ισάξια των εν λόγω μερίδων ίδια κεφάλαια, ανταποκρινόμενα στις απαιτήσεις των άρθρων 28 και 29 του ανωτέρω Κανονισμού 575/2013. Λαμβανομένου δε υπ' όψιν ότι μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 (άρθρο 26 του Κανονισμού) αποτελούν κυρίως οι κοινές μετοχές και τα αποθεματικά και ότι τα τελευταία προϋποθέτουν την ύπαρξη καθαρών κερδών (άρθρα 44 του ν. 2190/1920 και 62 του ν. 3601/2007), πρόδηλο είναι ότι ο εναγόμενος ήταν υποχρεωμένος να καταφύγει σε αύξηση του συνεταιριστικού του κεφαλαίου, καθόσον η επίτευξη κερδών και η δι' αυτών ενίσχυση των ιδίων κεφαλαίων δεν ήταν, λόγω της τότε σοβούσας οικονομικής κρίσης, διόλου πιθανή. Κατ' αρχάς προέβη άμεσα σε τροποποίηση των διατάξεων του καταστατικού του που ρύθμιζαν την εξόφληση των συνεταιριστικών μερίδων και συγκεκριμένα με την από 30.6.2013 απόφαση της Γενικής Συνέλευσής των μελών του, που εγκρίθηκε με τη με αριθμό 1455/2013 Πράξη του Ειρηνοδίκη Χανίων, όρισε (άρθρο 10 παρ. 4α) ότι εφεξής η εξόφληση των συνεταιριστικών μερίδων θα γινόταν κατόπιν έγκρισης των καταστατικών του οργάνων και υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγονται οι υποχρεώσεις του αναφορικά με τα ίδια κεφάλαιά του. Για το ζήτημα αυτό προβλεπόταν ήδη, με την παράγραφο 5 του άρθρου 27 του προαναφερθέντος, περί πιστωτικών ιδρυμάτων ν. 3601/2007, που προστέθηκε με το άρθρο 169 παρ. 3 του ν. 4099/2012 (ΦΕΚ Α' 250), ότι "Για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων αποχώρησης [...] συνεταίρων, η οποία συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος που έχει μορφή συνεταιρισμού του ν. 1667/1986, όπως ορίζονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 28 του παρόντος, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος". Ωστόσο, οι ανωτέρω εκ του καταστατικού και του νόμου περιορισμοί στην εξόφληση των συνεταιριστικών μερίδων δεν καθιστούσαν δίχως άλλο τις ενταγμένες στη "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" μερίδες ίδια κεφάλαια, αφού οι τελευταίες δεν ήταν, κατά τα προεκτεθέντα, ασύμβατες με τις απαιτήσεις των άρθρων 28 και 29 του Κανονισμού μόνο ως προς την εξόφλησή τους αλλά και ως προς τις διανομές και, συνεπώς δεν μπορούσαν και εξ αυτού του λόγου να θεωρηθούν ίδια κεφάλαια, ώστε να τυγχάνουν εφαρμογής επ' αυτών οι εν λόγω περιορισμοί. Επιπροσθέτως, η εφαρμογή των εν λόγω περιορισμών αντιτίθετο στις διατάξεις των άρθρων 28 παρ. 1 περ. ν), νί) και 29 παρ. 2 περ. γ' του Κανονισμού 575/2013, αφού στοιχειοθετούσε αθέτηση της αναληφθείσας με τη σύμβαση "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" υποχρέωσης του εναγόμενου να ρευστοποιεί εν όλω ή εν μέρει τις ενταγμένες σε αυτή συνεταιριστικές μερίδες και να προβαίνει σε διανομές (μερισμάτων, υπεραξίας, τόκων) στους κατόχους αυτών. Τελικά ο εναγόμενος, προκειμένου να αποκτήσει επαρκή κεφαλαιακή βάση, επέλεξε, αντί της ως άνω επιβεβλημένης από τις περιστάσεις αύξησης του συνεταιριστικού κεφαλαίου, να διατηρήσει μεν τις ενταγμένες στη "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" συνεταιριστικές μερίδες, αλλά να εξαλείψει από τις οικείες συμβάσεις όλους τους όρους που καθιστούσαν τις μερίδες μη αποδεκτές ως ίδια κεφάλαια, δηλαδή, τους όρους περί εξόφλησης των μερίδων στην ονομαστική τους αξία και περί εγγυημένης απόδοσης. Επειδή, όμως, οι όροι αυτοί αποτελούσαν, κατά τα προεκτεθέντα, τα θεμέλια της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" και συγχρόνως συνιστούσαν τα πλεονεκτήματα και τους μοναδικούς λόγους για τους οποίους οι αντισυμβαλλόμενοί του, όπως η ενάγουσα, την είχαν επιλέξει, ο εναγόμενος γνώριζε ότι μια τέτοια τροποποίηση του προγράμματος δεν θα γινόταν αποδεκτή από τους τελευταίους και θα οδηγούσε σε ρευστοποίηση των μερίδων και μαζική εκροή κεφαλαίων με τα μη επιθυμητά αποτέλεσμα της κεφαλαιακής του ανεπάρκειας. Αποφάσισε δε να επιτύχει τον ανωτέρω σκοπό του υφαρπάζοντας προς τούτο τη συναίνεση των επενδυτών-καταθετών της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" και, έτσι, επινόησε και δημιούργησε ένα νέο πρόγραμμα, που το ονόμασε "ΑΠΟΔΙΔΩ" και το οποίο ήταν απαλλαγμένο από τους προαναφερόμενους δυσμενείς για τον ίδιο και προνομιακούς για τους επενδυτές-καταθέτες της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" όρους και δια των προστηθέντων υπαλλήλων του προώθησε τούτο στους τελευταίους (επενδυτές) ως μια "τυπική" και άνευ σημασίας αντικατάσταση του ονόματος του καταθετικού λογαριασμού του προγράμματος της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ", αποσιωπώντας εκτός του ότι με αυτό καταργούνταν τα προνόμια του προγράμματος αυτού που αφορούσαν τις συνεταιριστικές μερίδες, και τους εκ της οικονομικής του κατάστασης νόμιμους περιορισμούς στην άμεση και εντελή ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων. Συγκεκριμένα, στην ένδικη περίπτωση αποδείχθηκε ότι στις 13 Νοεμβρίου του 2013, η ενάγουσα μετά από τηλεφωνική κλήση των υπαλλήλων του εναγομένου, μετέβη στο ως άνω κατάστημα του εναγομένου, όπου οι υπάλληλοι Μ. Κ., Μ. Κ. και Μ. Γ., την ενημέρωσαν για την διακοπή του προγράμματος "Χρυσή Επένδυση" και την αντικατάστασή του από το πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ", το οποίο της παρουσίασαν ως συνέχεια του προηγούμενου, με ακριβώς όμοια χαρακτηριστικά, ήτοι ότι επρόκειτο για καταθετικό προϊόν, και ασφαλές για την επένδυσή της, χωρίς εντούτοις να αναφέρουν την αιτία παύσης του πρώτου προγράμματος. Η ενάγουσα από την πλευρά της, δεδομένου ότι δεν ήταν δυσαρεστημένη από το πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση", προέβη, άμεσα την 13.11.2013 στην υπογραφή μιας σύμβασης "διακοπής επενδυτικού προγράμματος "χρυσή επένδυση" - λύσης σύμβασης" και μιας σύμβασης ειδικού λογαριασμού "ΑΠΟΔΙΔΩ", στο οποίο νέο πρόγραμμα αναγνωρίστηκε ο διαδραμών χρόνος του αντικατασταθέντος από αυτό προγράμματος, έτσι ώστε η ενάγουσα να απολαμβάνει τα προνόμια αυτού ως ενιαίου προγράμματος. Ανοίχθηκαν δε προς τούτο δυο λογαριασμοί ΑΠΟΔΙΔΩ, ο με αριθ. ... λογαριασμός με επιτόκιο έναρξης 41,875% και ο με αριθ. ... λογαριασμός με επιτόκιο έναρξης 45,225%, στον κάθε ένα από τους οποίους μεταφέρθηκε το υπόλοιπο ενός εκάστου των λογαριασμών της "Χρυσής Επένδυσης". Η προσμέτρηση στο πρόγραμμα "αποδίδω" του χρόνου παραμονής στο πρόγραμμα "χρυσή επένδυση", η ταυτόχρονη υπογραφή της λύσης της προαναφερθείσας σύμβασης και της σύμβασης "αποδίδω", και η παντελής έλλειψη πληροφόρησης τόσο από τους προαναφερόμενους υπαλλήλους του εναγομένου, όσο και από το ενημερωτικό φυλλάδιο που χορηγούσε αυτός για την προώθηση του εν λόγω προγράμματος, σχετικά με τις ουσιώδεις διαφορές του νέου τραπεζικού προϊόντος από το προηγούμενο (αφού δεν προέβλεπε ελάχιστη εγγυημένη απόδοση, ούτε δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων), για την διαδικασία ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων, και για την αιτία της αιφνίδιας και εσπευσμένης κατάργησης του προγράμματος "Χρυσή Επένδυση", ενίσχυσε την πεποίθηση της ενάγουσας ότι πρόκειται για προϊόντα με τα ίδια χαρακτηριστικά, αφού δεν τέθηκαν υπόψιν της όλα τα δεδομένα, έτσι ώστε να είναι σε θέση να αντιληφθεί και να αξιολογήσει την ανάληψη του κινδύνου απομείωσης του επενδεδυμένου σε συνεταιριστικές μερίδες κεφαλαίου της που συνεπαγόταν η συμμετοχή της στο πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ". Συγκεκριμένα, η σύμβαση "ΑΠΟΔΙΔΩ" περιείχε κατά λέξη τους ακόλουθους, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος αυτών, όρους: "1. Ο συνεταίρος επιθυμεί να ανοίξει καταθετικό Λογαριασμό "ΑΠΟΔΙΔΩ", οι όροι του οποίου διέπονται από την παρούσα σύμβαση και τους όρους του ενημερωτικού φυλλαδίου Λογαριασμού Κατάθεσης "ΑΠΟΔΙΔΩ" [...] 2. Βάση υπολογισμού του ανώτατου ποσού της κατάθεσης, που ο συνεταίρος θα δικαιούται να τοποθετήσει σε έναν ή περισσότερους ειδικούς λογαριασμούς κατάθεσης "Αποδίδω", αποτελεί η εκάστοτε αξία των συνεταιριστικών μερίδων του συνεταίρου, όπως αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τον όρο 3. Συγκεκριμένα, το συνολικό ποσό κατάθεσης σε όλους τους λογαριασμούς καταθέσεων "Αποδίδω" του συνεταίρου δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το 10% της συνολικής αξίας των ενεργών συνεταιριστικών μερίδων του συνεταίρου κατά την ημερομηνία πραγματοποίησης εκάστης κατάθεσης. Ως ενεργές συνεταιριστικές μερίδες λογίζονται οι πλήρως αποπληρωμένες και μη αποτελούσες αντικείμενο αίτησης ρευστοποίησης συνεταιριστικές μερίδες. 3. Ως αξία των συνεταιριστικών μερίδων κατά τους όρους της παραγράφου 2 λαμβάνεται η τρέχουσα αξία των συνεταιριστικών μερίδων κατά την ημερομηνία πραγματοποίησης της κατάθεσης όπως η αξία αυτή έχει προσδιορισθεί στην τελευταία εκάστοτε Γενική Συνέλευση της Τράπεζας. Η αξία αυτή αποτελεί τη βάση υπολογισμού του ανώτατου ποσού της κατάθεσης στον ή στους Λογαριασμού Κατάθεσης "ΑΠΟΔΙΔΩ" [...] 4. [...] Ο λογαριασμός είναι έντοκος. Το επιτόκιο καθορίζεται ως εξής: Η κατάθεση θα εντάσσεται στην αντίστοιχη κλίμακα του εκάστοτε προσφερόμενου από την Τράπεζα επιτοκίου για προθεσμιακές καταθέσεις διάρκειας 365 ημερών δεκαπλάσιου ποσού (σύμφωνα με τις δημοσιεύσεις της Τράπεζας στον τύπο ή/και στην ιστοσελίδα της Τράπεζας www.chaniabank gr), όπως το επιτόκιο αυτό ισχύει κατά την ημερομηνία πραγματοποίησης της κατάθεσης και σε κάθε ετήσια επέτειο αυτής. Το κατ' αυτόν τον τρόπο συναγόμενο επιτόκιο πολλαπλασιάζεται με τους εξής δύο ειδικούς συντελεστές: [...] 7. Ο συνεταίρος - καταθέτης δικαιούται να προβαίνει σε αναλήψεις από τον ειδικό λογαριασμό κατάθεσης "ΑΠΟΔΙΔΩ" οποτεδήποτε, χωρίς ποινή, αναπροσαρμοζόμενου αναλόγως του επιτοκίου, όπως ορίζεται ανωτέρω υπό τον όρο 4. 8. Η διάρκεια της παρούσας και των λογαριασμών που θα τηρηθούν σύμφωνα με αυτήν είναι αόριστη. Ο συνεταίρος μπορεί να διατηρήσει κάθε ειδικό λογαριασμό κατάθεσης "Αποδίδω" για όσο χρονικό διάστημα επιθυμεί, δικαιούμενος να ζητήσει από την Τράπεζα οποτεδήποτε, με έγγραφη αίτησή του προς αυτή, το κλείσιμο όποιου λογαριασμού επιθυμεί. Η Τράπεζα έχει το δικαίωμα να κλείσει οποτεδήποτε τους ειδικούς λογαριασμούς καταθέσεων "Αποδίδω" του συνεταίρου, κατόπιν έγγραφης προειδοποίησης αυτής προς το συνεταίρο 30 ημέρες πριν από το κλείσιμο των λογαριασμών. Σε περίπτωση κλεισίματος του λογαριασμού κατάθεσης "Αποδίδω", το κεφάλαιο αυτού -εφόσον υφίσταται υπόλοιπο-θα μεταφέρεται σε λογαριασμό που ο συνεταίρος έχει δηλώσει, διαφορετικά σε οποιονδήποτε άλλο λογαριασμό τηρεί αυτός στην Τράπεζα". Από τους προαναφερόμενους όρους του προγράμματος "ΑΠΟΔΙΔΩ" προκύπτει ότι αυτό ήταν τεχνηέντως διαμορφωμένο ως προς τα βασικά του χαρακτηριστικά όπως ακριβώς και το πρόγραμμα "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" ώστε να μη δύναται ευχερώς ο μέσος καταθέτης - επενδυτής, όπως η ενάγουσα να αντιληφθεί ότι πρόκειται για διαφορετικό προϊόν και να παραπλανηθεί έτσι ως προς την ισχύ του προγράμματος της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ", δοθέντος ότι προϋπέθετε και αυτό την υποχρεωτική κατανομή του όλου κεφαλαίου της κατάθεσης κατά ποσοστό 90% σε συνεταιριστικές μερίδες και κατά ποσοστό 10% σε κατάθεση, όπως ακριβώς και η "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" και η απόδοσή του ισούτο με το εκάστοτε προσφερόμενο από τον εναγόμενο επιτόκιο για προθεσμιακή κατάθεση, ανάλογου της όλης κατάθεσης ποσού (βλ. όρο 4 περί επιτοκίου δεκαπλάσιου ποσού), προσαυξανόμενο μάλιστα με τους ίδιους ακριβώς ειδικούς συντελεστές επιβράβευσης της διάρκειας του προγράμματος, κατά πιστή αντιγραφή της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ". Άλλωστε, η πρακτική του εναγομένου, να παρουσιάζει το νέο πρόγραμμα "Αποδίδω" ως συνέχεια του προηγούμενου "Χρυσή Επένδυση", χωρίς να παρέχει επαρκείς πληροφορίες για τις συνέπειες της ένταξης σε αυτό, προκύπτει και από το κείμενο των ενημερωτικών επιστολών που απέστειλε στους επενδυτές του επενδυτικού προγράμματος "Χρυσή Επένδυση" κατά τον Δεκέμβριο του έτους 2013, στο οποίο αναφέρεται ότι η τράπεζα έκρινε σκόπιμο και αναγκαίο, ενόψει της επικείμενης ισχύος του υπ' αριθ. 575/2013 Κανονισμού (ΕΕ) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και αποφάσισε να διακόψει το επενδυτικό πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση" και να το αντικαταστήσει με το καταθετικό προϊόν "Αποδίδω" και ότι καλεί τους επενδυτές να συμμετάσχουν στο τελευταίο (σχετ. η από 23.12.2013 επιστολή του εναγομένου προς τους Ε. Δ. και Γ. Π.). Όπως δε περαιτέρω αποδείχθηκε, ο εναγόμενος με τον ίδιο τρόπο, ήτοι την ως άνω παραπλανητική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων του, έπεισε και άλλους επενδυτές-καταθέτες της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" να ενταχθούν στο πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ", λόγος για τον οποίο έχουν ασκηθεί εναντίον του για την αιτία αυτή αντίστοιχες αγωγές, όπως τούτο αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες από τους διαδίκους δικαστικές αποφάσεις. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το ότι το πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ" παρουσιάσθηκε από τον εναγόμενο το πρώτον το μήνα Νοέμβριο του 2013, ήτοι κατά το χρόνο που ο ν. 4141/2013 με την υπ' αριθ. 28 διάταξή του τροποποίησε την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 1667/1986 και έθετε όρια στους συνεταίρους αναφορικά με την ρευστοποίηση συνεταιριστικών μερίδων και την αποχώρηση από τον συνεταιρισμό, ο τελευταίος αναζητούσε λύση για την κάλυψη των ιδίων κεφαλαίων του, και προωθήθηκε μόνο στους επενδυτές-καταθέτες της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με το δόλο του εναγόμενου για παραπλάνηση του κοινού, και όχι για αμελή συμπεριφορά των προστηθέντων του, αφού δεν συνάδει με τη λογική όλοι οι υπάλληλοι του εναγόμενου που ασχολήθηκαν με το πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ" να επέδειξαν την ίδια αμελή συμπεριφορά χωρίς σχετικές οδηγίες του εναγόμενου. Με τη σύναψη δε της σύμβασης "ΑΠΟΔΙΔΩ", ο εναγόμενος πέτυχε τον ανωτέρω σκοπό του, αφού με αυτήν, σε συνδυασμό με τον υπ' αριθ. 10 όρο του καταστατικού του που του παρείχε τη δυνατότητα να μην εξοφλεί τις συνεταιριστικές μερίδες και άρα αποκτούσε δικαίωμα ελέγχου αυτών, οι συνεταιριστικές μερίδες της ενάγουσας, αλλά και άλλων επενδυτών-καταθετών της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ", πληρούσαν πλέον τις απαιτήσεις των άρθρων 28 και 29 του Κανονισμού 575/2013 και ο εναγόμενος μπορούσε να ταξινομεί λογιστικά αυτές ως ίδια κεφάλαια. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα, ο εναγόμενος δεν εκπλήρωσε την απορρέουσα από την αρχή της καλής πίστης (άρθρο 288 ΑΚ) και των χρηστών συναλλακτικών ηθών υποχρέωσή του περί πληροφόρησης δια των υπαλλήλων του της ενάγουσας για τον υπαρκτό και πιθανό κίνδυνο απώλειας μέρους του επενδυθέντος κεφαλαίου της, ούτε και για την διακριτική ευχέρειά του, σύμφωνα με το καταστατικό του, να αρνηθεί την αίτηση ρευστοποίησης των μερίδων της, υποχρέωση που παρότι προβλέπεται στον νόμο στο περιθώριο της ενοχής, δεν παύει να θεωρείται (και να είναι) συμβατική, με συνέπεια, η παράβασή της να συνιστά εκ μέρους του εναγομένου πλημμελή εκπλήρωση της παροχής. Λόγω δε της πλεονεκτικότερης κατά πολύ θέσης του εναγομένου πιστωτικού συνεταιρισμού από αυτή της ενάγουσας, ο εναγόμενος, παρά τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό του, είχε αυξημένη υποχρέωση προστασίας των συμφερόντων της τελευταίας, έναντι της οποίας όφειλε, να μην προτάξει τα ατομικά του συμφέροντα αποκρύπτοντας στις διαπραγματεύσεις τους πριν την σύναψη αλλά και μετέπειτα κατά την λύση της σύμβασης, ως θα αναφερθεί κατωτέρω, τα ιδιαίτερα στοιχεία τόσο του προϊόντος της ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ όσο και του ΑΠΟΔΙΔΩ εκμεταλλευόμενος την υπερέχουσα θέση του έναντι τούτης (ενάγουσας) και μάλιστα με την χρησιμοποίηση μεθοδεύσεων μη ανταποκρινόμενων στην εντιμότητα και την ειλικρίνεια των συναλλαγών, αλλά να την ενημερώσει και διαφωτίσει σχετικά με τα μειονεκτήματα της επένδυσης του μεγαλύτερου μέρους του κεφαλαίου της στις συνεταιριστικές μερίδες του, λαμβάνοντας υπόψιν το επίπεδο γνώσεών της, την έλλειψη εμπειρίας της στις επενδύσεις, και την οικονομική και περιουσιακή της κατάσταση, εν προκειμένω δε της μικροκαταθέτιδας, κρίνοντας από το ύψος του κεφαλαίου της που επενδύθηκε. Τούτο έπραξε ο εναγόμενος με σκοπό διαφύλαξης των ιδίων συμφερόντων του καθώς αύξανε την κεφαλαιακή του επάρκεια, ισχυροποιούσε την θέση του δια της βελτίωσης των οικονομικών του δεικτών και εξασφάλιζε την υγιή μελλοντική του λειτουργία.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, θορυβούμενη από την οικονομική κρίση που είχε ενσκήψει στη Χώρα, η οποία, μεταξύ άλλων, είχε προκαλέσει ανασφάλεια στους καταθέτες για τη βιωσιμότητα των τραπεζών και την τύχη των κεφαλαίων τους, κατά τον Μάιο του έτους 2015 επισκέφθηκε το κεντρικό κατάστημα του εναγομένου στην πόλη των Χανίων, προκειμένου να αποσύρει τις αποταμιεύσεις της, ώστε να διασφαλίσει την απαιτούμενη ρευστότητα για τη διαβίωσή της, πλην όμως οι υπάλληλοι του εναγομένου Ε. Κ. και Δ. Μ. την καθησύχασαν παριστώντας σ' αυτήν εν γνώσει τους ψευδώς ότι το κεφάλαιό της είναι εξασφαλισμένο στο σύνολό του από το ΤΕΚΕ και με παρελκυστικό τρόπο, μεταθέτοντας κάθε φορά τον χρόνο για την επομένη, την απέτρεψαν να αιτηθεί τούτο εγγράφως. Κατόπιν, λόγω της, επακόλουθης των δυσμενών οικονομικών συγκυριών στη Χώρα, επιβολής των capital controls με την από 28.6.2015 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, ο εναγόμενος, δυνάμει σχετικής απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του κατά τη συνεδρίαση της 27ης.6.2015 (βλ. με αριθ. 490/27.06.2015 πρακτικό του ΔΣ του εναγομένου), προέβη στην προσωρινή αναστολή της ρευστοποίησης και εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων του, ώστε να αποτραπεί η ανέλεγκτη εκροή ίδιων κεφαλαίων και να μην υπάρξει κίνδυνος σχετικά με την κεφαλαιακή επάρκειά του, ενώ την 29.06.2015 κηρύχθηκε, συνεπεία της έκδοσης της από 28.06.2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, τραπεζική αργία, που διήρκεσε μέχρι την 20.07.2015. Μετά την επαναλειτουργία των τραπεζών, ακολούθησε ανακεφαλαιοποίηση του εναγομένου, η οποία ολοκληρώθηκε το Δεκέμβριο του έτους 2015, αντλώντας κεφάλαια από τους συνεταίρους του, με αποτέλεσμα να μειωθεί η ονομαστική αξία της συνεταιριστικής μερίδας και η πραγματική αξία αυτής. Εν συνεχεία, το ΔΣ του εναγόμενου με την υπ' αριθ. 540/29.2.2016 απόφασή του καθόρισε τη συνολική τιμή διάθεσης της συνεταιριστικής μερίδας από 35 σε 14 ευρώ, τιμή που διατηρήθηκε και με την υπ' αριθ. 566/25.8.2016 απόφασή του, και έπειτα, με την υπ' αριθ. 620/17.8.2017 απόφαση του ίδιου οργάνου του εναγομένου καθορίστηκε η πραγματική αξία και η τιμή διάθεσης της συνεταιριστικής μερίδας σε 14,30 ευρώ με ισχύ από την 21.8.2017. Επίσης, αποδείχθηκε ότι την 08.12.2015, ήτοι σε χρόνο που η ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων απαγορευόταν, μετά από προτροπή των υπαλλήλων του εναγομένου, οι οποίοι παρέστησαν στην ενάγουσα, εν γνώσει ψευδώς, ότι ο μόνος τρόπος να λάβει τα χρήματά της ήταν να συμμετάσχει στην αύξηση του κεφαλαίου του εναγομένου, η ενάγουσα απέκτησε 832 πρόσθετες συνεταιριστικές μερίδες, επενδύοντας το ποσό των 4.160 €. Το γεγονός ότι η ενάγουσα, τον Δεκέμβριο του έτους 2015, συμμετείχε στην αύξηση του συνεταιριστικού κεφαλαίου, με την αγορά μεριδίων, παρασυρόμενη από τις διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων ότι με αυτό τον τρόπο θα ελάμβανε τα χρήματά της, καταδεικνύει την έλλειψη των ειδικών γνώσεων που έπρεπε να διαθέτει για να κατανοήσει το τι πραγματικά είχε συμβεί, ενώ συνηγορεί υπέρ του ότι εξακολουθούσε να τελεί σε πλάνη, εξαιτίας της απάτης. Την ίδια ημέρα, ήτοι την 08.12.2015, λύθηκε η συναφθείσα από την ενάγουσα σύμβαση "αποδίδω", κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης από την τελευταία. Σημειώνεται δε ότι με νομοθετική πρόβλεψη (άρθρο 149 του Ν. 4261/2014), σύμφωνα με την οποία για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων που συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ίδιων κεφαλαίων συνεταιριστικής τράπεζας, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία μέχρι και σήμερα δεν έχει χορηγήσει τέτοια στον εναγόμενο (σχετ. η υπ' αριθ. πρωτ. 831/7.6.2016 επιστολή της Τράπεζας της Ελλάδος), επιβλήθηκε περιορισμός της ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μεριδίων ήδη σε χρόνο προγενέστερο της διενεργηθείσας ανακεφαλαιοποίησης, με συνέπεια να μην είναι δυνατόν να λάβουν οι συνεταίροι από την τράπεζα το κεφάλαιό τους, ρευστοποιώντας τα εταιρικά μερίδια, για τα οποία η ως άνω μείωση, εξαιτίας της ανακεφαλαιοποίησης, ήταν μονόδρομος. Εξάλλου, η εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων εξακολουθεί να μην είναι εφικτή, καθώς, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, αυτό θα είχε σαν συνέπεια τη διαμόρφωση των δεικτών Κεφαλαιακής Επάρκειας της Τράπεζας κάτω από το ελάχιστο επιτρεπόμενο όριο σύμφωνα με το άρθρο 92 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013. Ο εναγόμενος, επικαλούμενος την ως άνω νομοθετική μεταβολή στη διαδικασία ρευστοποίησης και την αδυναμία ρευστοποίησης εξαιτίας της απουσίας σχετικής έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, αρνείται έως σήμερα να αποδώσει στην ενάγουσα το κεφάλαιό της, που αντιστοιχεί στη συνολική αξία των συνεταιριστικών μερίδων που κατέχει αυτή, συνεπεία της συμμετοχής της στα ως άνω προγράμματα του εναγομένου και στην συμμετοχή της στην ανακεφαλαιοποίησή του, δηλαδή το ποσό των 45.110 € που αντιστοιχεί σε 1.170 συνεταιριστικές μερίδες αξίας 35 ευρώ έκαστη, υπολογιζόμενη με την τρέχουσα τιμή εκάστης κατά τον κρίσιμο χρόνο ένταξης της ενάγουσας στα ως άνω προγράμματα και σε 832 συνεταιριστικές μερίδες αξίας 5 € που αντιστοιχεί στην ονομαστική αξία τους κατά τον χρόνο κτήσης τους, με συνέπεια η ενάγουσα να υποστεί αιτιωδώς συνδεόμενη ισόποση θετική ζημία. Η δε ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου σε βάρος της ενάγουσας πελάτισσας του και καταναλωτού στα πλαίσια της παροχής σε αυτής των υπηρεσιών του και των προσφερόμενων από αυτήν επενδυτικών προϊόντων, συνδέεται αιτιωδώς προς την επελθούσα περιουσιακή ζημία της ενάγουσας, διότι ο εναγόμενος, κατά παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεών του, παρείχε εσφαλμένες, ελλιπείς και ακατάλληλες συμβουλές και πληροφορίες σε σχέση με τα ως άνω προϊόντα (ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ και ΑΠΟΔΙΔΩ) εκδόσεώς του, δημιουργώντας πεπλανημένες εντυπώσεις, που συντήρησε και επέτεινε καθ' όλη τη διάρκεια της κρίσιμης επένδυσης παραβιάζοντας τις υποχρεώσεις του, ήτοι το καθήκον διαφύλαξης των συμφερόντων της ενάγουσας και το καθήκον βέλτιστης εκτέλεσης κατά τη συναλλακτική του διάσταση, και θεμελιώνει δικαίωμα της ενάγουσας για αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 330, 281, 288, 914, 922 ΑΚ και 8 του ν. 2251/1994 (του οποίου ο εναγόμενος δεν ανέτρεψε το τεκμήριο, αφού δεν μπόρεσε να αποδείξει την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητας), σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν αναλυτικά στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη. Σημειωτέον ότι κατά την άποψη που υιοθετεί το παρόν δικαστήριο η ενάγουσα εν προκειμένω έχει την ιδιότητα του καταναλωτή, εφόσον ενεργούσε εκτός της επαγγελματικής της δραστηριότητας, δεν διέθετε εμπειρία και εξειδίκευση σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά μέσα, ενώ σκοπός της ήταν κυρίως η κάλυψη της ανάγκης ασφαλούς τοποθέτησης του κεφαλαίου της, πρόκειται δηλαδή για μικροκαταθέτη, τα δε τραπεζικά προϊόντα που προωθούσε ο εναγόμενος ήταν σύνθετα, με επενδυτικό και καταθετικό σκέλος. Μεταξύ δε αυτής της συμπεριφοράς του εναγομένου και της επελθούσας ζημίας της ενάγουσας υφίσταται αιτιώδης, υπό την έννοια της πρόσφορης αιτιότητας, σύνδεσμος, αφού η αδικοπρακτική αυτή συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων του εναγομένου, ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία αυτή, την οποία, σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και επέφερε, η οποία (ζημία) δεν θα επερχόταν, αν οι προστηθέντες αυτού υπάλληλοι δεν είχαν ενεργήσει κατά τον προαναφερόμενο παράνομο τρόπο.

Εξάλλου, το επελθόν αποτέλεσμα της ζημίας δεν επηρεάσθηκε ως προς την επέλευσή του από τον, μεταγενέστερο, περιορισμό που επιβλήθηκε στον εναγόμενο από την Τράπεζα της Ελλάδος με βάση τις διατάξεις του άρθρου 149 του ν. 4261/2014 και του καταστατικού του, που τον εμποδίζουν να προβεί σε ρευστοποίηση των μερίδων χωρίς προηγούμενη έγκριση από την Τράπεζα της Ελλάδος, καθώς αποτελεί γεγονός αδιάφορο για το κρίσιμο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας, ως μεταγενέστερο του χρόνου επέλευσης της ζημίας που συμπίπτει με τον χρόνο σύναψης της σύμβασης ΑΠΟΔΙΔΩ, αφού η ενάγουσα λαμβάνοντας την σωστή πληροφόρηση δεν θα είχε συνάψει τούτη, αλλά θα είχε προβεί στην ρευστοποίηση των μερίδων της........ Εξάλλου, η ενάγουσα λόγω των διαβεβαιώσεων που της παρείχαν οι προστηθέντες του εναγόμενου αναφορικά με τη σύμβαση "ΑΠΟΔΙΔΩ" και ενόψει του ότι ενημερώθηκε ότι απαιτείται μόνον μια τυπική υπογραφή συνέχισης ενός προγράμματος που δεν είχε παρουσιάσει ζημίες, δεν είχε λόγο να αμφιβάλει για τις προθέσεις του τελευταίου. ......

Περαιτέρω, ενόψει των συνθηκών κάτω από τις οποίες τελέστηκε η αδικοπραξία, του είδους και της έκτασης της ζημίας που υπέστη η ενάγουσα, του βαθμού πταίσματος (δόλος) των προστηθέντων υπαλλήλων του εναγόμενου, της έλλειψης συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας καθώς και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη από την σε βάρος της αδικοπραξία και πρέπει να της επιδικαστεί ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 2.000 ευρώ. Έσφαλε επομένως η εκκαλούμενη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, επιδικάζοντας μεγαλύτερο του ως άνω ποσού ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη της ενάγουσας και ο σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ ουσίαν. Κατόπιν των ανωτέρω και ενόψει του ότι η εκκαλούμενη απόφαση έκρινε κατ' αποτέλεσμα όμοια με τα παραπάνω όσον αφορά την υπαιτιότητα του εναγόμενου και την πρόκληση της ζημίας της ενάγουσας, έστω και με εν μέρει διάφορη αιτιολογία, αντικαθιστάμενης από την παρούσα ως προαναφέρεται, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και οι σχετικοί λόγοι της έφεσης που υποστηρίζουν τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Έσφαλε, όμως, ως προς το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της ενάγουσας. Πρέπει, επομένως, η έφεση, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου της περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων, να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, και, για την ενότητα της αναγκαστικής εκτέλεσης, να εξαφανιστεί εξ ολοκλήρου η εκκαλούμενη απόφαση, δηλαδή και ως προς τις καταψηφιστικές διατάξεις της που δεν θίγονται με την απόφαση αυτή..... Αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί κατ' ουσίαν, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των είκοσι δύο χιλιάδων πεντακοσίων πενήντα πέντε ευρώ (22.555 €) και να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα το επιπλέον ποσό των είκοσι δύο χιλιάδων πεντακοσίων πενήντα πέντε ευρώ (22.555 €), για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας την οποία υπέστη η ενάγουσα, συνεπεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου, καθώς και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει σε αυτήν το ποσό των δυο χιλιάδων (2.000) ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη, όλα δε τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής...". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα στην προσβαλλόμενη απόφαση ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος σε βάρος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά τη σύναψη των επίμαχων συμβάσεων και την πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια αυτής στην πρόκληση της ζημίας που δέχθηκε ότι υπέστη η τελευταία και η οποία έγκειται, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, στην απώλεια του ποσού που κατέβαλε για την απόκτηση των συνεταιριστικών της μερίδων, λόγω αδυναμίας ρευστοποιήσεώς τους ένεκα της εντάξεώς της στο πρόγραμμα "Αποδίδω", με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των αναφερθεισών στην αρχή της παρούσας διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, οι αντιφατικές αιτιολογίες συνίστανται στο ότι το Εφετείο : α) ενώ δέχεται ότι με τον όρο 2.2 των συμβάσεων "Χρυσή Επένδυση" συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι : "Περαιτέρω, ο συνεταίρος έχει δικαίωμα με αίτησή του και μετά την πάροδο του ελάχιστου χρόνου διατήρησης του προγράμματος, όπως ανωτέρω αναφέρεται, να ζητήσει την ανάληψη μέρους της χρυσής κατάθεσης και παράλληλα, την αποδέσμευση από το πρόγραμμα αριθμού μερίδων τέτοιου ώστε να διατηρείται πάντα η ποσοστιαία αναλογία κατάθεσης και συνεταιριστικών μερίδων, που συμφωνείται στην παράγραφο 1 της παρούσας..... Συμφωνείται δε ρητά μεταξύ των συμβαλλομένων ότι ο συνεταίρος, εφόσον ζητήσει την αποδέσμευση μερίδων από το πρόγραμμα κατά τη διαδικασία που περιγράφεται σε αυτήν την παράγραφο, δεν θα μεταβιβάσει αυτές κατά τη διάρκεια της χρήσης κατά την οποία ζητήθηκε η αποδέσμευση....", στη συνέχεια, αντιφατικά προς την ανωτέρω παραδοχή, δέχεται ότι πλεονέκτημα της συμβάσεως του προγράμματος "Χρυσή Επένδυση", το οποίο η ενάγουσα απώλεσε με τη σύμβαση "Αποδίδω" που παραπλανήθηκε και υπέγραψε, ήταν το ότι δυνάμει του παραπάνω υπ' αρ. 2.2 όρου των συμβάσεων "Χρυσή Επένδυση", μετά την παρέλευση της ελάχιστης υποχρεωτικής διάρκειας του προγράμματος, η ενάγουσα δικαιούτο και ο εναγόμενος συνεταιρισμός υποχρεούτο να ρευστοποιεί εν όλω ή εν μέρει τις ενταγμένες σε αυτό συνεταιριστικές μερίδες, β) ενώ δέχεται ότι στις συμβάσεις "Χρυσή Επένδυση" ορίζεται ότι ".... 3. Κατά το κλείσιμο του προγράμματος ο συνεταίρος θα εισπράξει α) εφόσον ρευστοποιήσει τις συνεταιριστικές μερίδες του που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα... τα ακόλουθα κονδύλια......... Σημειώνεται ότι η ρευστοποίηση των μερίδων που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα μπορεί να γίνει και σε μεταγενέστερο του κλεισίματος του προγράμματος χρονικό σημείο κατ' επιλογή του συνεταίρου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο καταστατικό της τράπεζας (άρθρα 10 και 11)......, στη συνέχεια, αντιφατικά προς την ανωτέρω παραδοχή, δέχεται ότι από τον όρο αυτό προκύπτει ότι, ο εναγόμενος συνεταιρισμός κατά το κλείσιμο του προγράμματος "Χρυσή Επένδυση" ήταν υποχρεωμένος από τη σύμβαση να ρευστοποιήσει άμεσα και χωρίς άλλη διαδικασία τις ενταγμένες στο πρόγραμμα συνεταιριστικές μερίδες της ενάγουσας, πλην της (μιας) υποχρεωτικής μερίδας αυτής και σε αντίφαση με την τελευταία αυτή παραδοχή δέχεται ότι η προβλεπόμενη από τα άρθρα 10 και 11 του καταστατικού του εναγομένου διαδικασία επιβαλλόταν σύμφωνα με τον ίδιο παραπάνω όρο να τηρηθεί μόνο στις περιπτώσεις ρευστοποιήσεως της υποχρεωτικής μερίδας και των μερίδων που τυχόν δεν είχαν ρευστοποιηθεί κατά τη λήξη του προγράμματος "Χρυσή Επένδυση", γ) ενώ δέχεται ότι στις συμβάσεις "Χρυσή Επένδυση" ορίζεται ότι "...4. Η τράπεζα εγγυάται ότι η επένδυση του συνεταίρου (δηλαδή το κεφάλαιο που αντιπροσωπεύουν με σημερινές τιμές οι άνω μερίδες που εντάσσονται στο άνω πρόγραμμα και η άνω χρυσή κατάθεση) ...... θα έχει συνολική απόδοση.....Ο υπολογισμός της ελάχιστης εγγυημένης απόδοσης συμφωνείται ότι θα γίνεται με βάση το έτος τριακοσίων εξήντα (360) ημερών από ημέρα σε ημέρα... 5. Η τράπεζα δηλώνει ότι αναλαμβάνει την υποχρέωση, σε περίπτωση που τυχόν δεν επιτευχθεί η ως άνω συνολική εγγυημένη απόδοση που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο αριθ. 4 της παρούσας σύμβασης, να καταβάλει στο συνεταίρο τη διαφορά... ", στη συνέχεια, αντιφατικά προς τις ανωτέρω παραδοχές, δέχεται ότι από τον παραπάνω υπ' αρ. 4 όρο προκύπτει ότι ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να αποδώσει στην ενάγουσα κατά τη λήξη του προγράμματος το σύνολο του επενδυθέντος κεφαλαίου της ενάγουσας και δ) ενώ δέχεται ότι η ενάγουσα ενέταξε στα επίμαχα προγράμματα 1.170 συνεταιριστικές μερίδες, εκ των οποίων τις 440 κατείχε ήδη σε προηγούμενο χρόνο και ότι σύμφωνα με τον υπ' αρ. 3 όρο των συμβάσεων "Χρυσή Επένδυση", κατά το κλείσιμο του προγράμματος θα δικαιούτο να εισπράξει την ονομαστική αξία όλων των ρευστοποιούμενων μερίδων της, στη συνέχεια δέχεται με αντιφατικές αιτιολογίες αφενός ότι η ονομαστική αξία της συνεταιριστικής μερίδας της ενάγουσας ορίστηκε στο ποσό των 35 ευρώ ενιαία για όλες τις μερίδες, ανεξάρτητα πότε αποκτήθηκαν από αυτήν και αφετέρου ότι ο εναγόμενος συνεταιρισμός είχε αναλάβει την υποχρέωση να αποδώσει στην ενάγουσα κατά τη λήξη του προγράμματος το ποσό που αυτή κατέβαλε για την κτήση των μερίδων. Περαιτέρω, το Εφετείο με ανεπαρκή αιτιολογία δέχεται : 1) ότι η ζημία, ύψους 40.950 ευρώ, που προκλήθηκε στην ενάγουσα από το γεγονός ότι, παραπλανηθείσα από τους προστηθέντες υπαλλήλους του εναγομένου, συμβλήθηκε στην επίμαχη σύμβαση "Αποδίδω", συνδέεται αιτιωδώς με την ως άνω συμπεριφορά των υπαλλήλων του εναγομένου. Τούτο δε διότι, καίτοι στην προσβαλλομένη απόφαση γίνεται αναφορά στον Κανονισμό 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στην από 30-6-2013 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μελών του εναγομένου που όρισε ότι η εξόφληση των συνεταιριστικών μερίδων θα γίνεται κατόπιν εγκρίσεως των καταστατικών του οργάνων και υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγονται οι υποχρεώσεις αναφορικά με τα ίδια κεφάλαιά του και στο άρθρο 169 παρ. 3 Ν. 4099/2012 που ορίζει ότι για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, η οποία συνεπάγεται μείωση μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος που έχει μορφή συνεταιρισμού του Ν. 1667/1986, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος, δεν αιτιολογείται επαρκώς η μη ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των ως άνω εκ του νόμου περιορισμών στην ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων της ενάγουσας και της προκληθείσας σ' αυτήν ζημίας και 2) ότι η ενάγουσα στις 8-12-2015 αγόρασε επιπλέον 832 συνεταιριστικές μερίδες του εναγομένου, επενδύοντας 4.160 ευρώ, επειδή εξακολουθούσε να τελεί σε πλάνη εξαιτίας της απάτης, καίτοι δέχεται ότι είχε προηγηθεί η επιβολή των "capital controls" με την από 28-6-2015 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου και η απαγόρευση ρευστοποιήσεως και εξοφλήσεως των μερίδων του εναγομένου. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι βάσιμος, η αναιρετική δε εμβέλεια του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων από τους αριθμούς 1, 8, 11 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέθεσε (άρθρο 495 αρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 26/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος απ' αυτόν παραβόλου.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης