1553/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1553 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1553/2022 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Α...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 1553 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1553/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Αποστολάκη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή και Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Τ. του Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Ζώη - Τσιγάρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα , εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της προσθέτως υπέρ της αναιρεσιβλήτου και κατά του αναιρεσείοντος παρεμβαίνουσας: ανώνυμης εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις με την επωνυμία "...", με τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία ενεργεί εν προκειμένω ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος και ως διαχειρίστρια απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "...", ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Κιούρκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2014 ανακοπή και τον από 30-11-2016 πρόσθετο λόγο ανακοπής του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γρεβενών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 130/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 7/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-2-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 80 KΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 KΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 KΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 1736/2017). Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 KΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 KΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 KΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 KΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 KΠολΔ (ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011). Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 576 παρ. 2 και 3 KΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, αν κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην, όμως, έχει κλητευτεί νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικο, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αυτόν αναγκαίο ομόδικο (ΑΠ 756/2017, ΑΠ 681/2016), αφού, αν και δεν παραστάθηκε, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον αναγκαίο ομόδικό του. Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 17-9-2020 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, κατά σύντμηση της προθεσμίας, στους αναιρεσείοντες και την αναιρεσίβλητη (βλ. τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα υπ` αριθμ. 3795Ε/21-9-2020, και 3796Ε/21-9-2020 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Γρεβενών Δ. συζ. Ι. Ν.), άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "...", ειδικής διαδόχου της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 KΠολΔ). Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση 326/2/17-9-2019 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων, ΦΕΚ B`/3533/20-9-2019), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την αναιρεσίβλητη, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 12-9-2019 συμβάσεως πώλησης και εκχώρησης απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10, 14 και 16 του ν. 3156/2003, αντίγραφα των οποίων έχουν νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν.... και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Aθηνών υπ` αριθ. Πρωτοκόλλου .../2019, έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "...", ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού με έδρα το ... και αριθμό μητρώου ..., η οποία, ακολούθως, ανέθεσε την διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", με την από 12-9-2019 σύμβαση διαχείρισης, σύμφωνα με τα άρθρα 10, 14 και 16 του ν. 3156/2003, η οποία καταχωρήθηκε την 16-9-2019 στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αρ. πρωτ. ... στον τόμο … και αριθμό ... και η οποία ακολούθως εισέφερε σε είδος, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 4548/2018, τον κλάδο διαχείρισης των μη εξυπηρετουμένων δανείων, στον οποίο περιλαμβάνεται και η προαναφερθείσα από 12-9-2019 σύμβαση των ως άνω τιτλοποιημένων απαιτήσεων, στην εταιρεία με την επωνυμία "...", και τον διακριτικό τίτλο "....", η οποία έχει συσταθεί κατά τις διατάξεις του ν.4354/2015, εποπτεύεται και αδειοδοτήθηκε νομίμως από την Τράπεζα της Ελλάδος δυνάμει της με αρ, 326/2/17-9-2019 αποφάσεως της Ε.Π.Α.Θ., που δημοσιεύθηκε στο με αρ. 3.533/20-9-2019 ΦΕΚ, τροποποιηθείσης εν συνεχεία της από 12-9-2019 συμφωνίας διαχείρισης, νομίμως δημοσιευθείσης με αρ. πρωτ. 251/23-9-2019 στα ως άνω βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών του ν. ... στον τόμο … και με αριθμό … και ορισθείσης ακολούθως αυτής ως νέας διαχειρίστριας, με την από 18-9-2019 μεταβολή του προσώπου του διαχειριστή. Εν συνεχεία, καταχωρήθηκε την 1-11-2019 στο Γ.Ε.ΜΗ με ΚΑΚ ... η με αρ. ... απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη Κεντρικού Τομέα Αθηνών, περί εγκρίσεως τροποποίησης, αναρίθμησης, κατάργησης και προσθήκης άρθρων του καταστατικού της ανωτέρω εταιρείας, σύμφωνα με την από 23-10-2019 απόφαση της έκτακτης Γ.Σ. των μετόχων αυτής περί αλλαγής της επωνυμίας της σε "..." με το διακριτικο τίτλο "....". Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, την οποία αυτή κατήρτισε με την Γ. σύζυγο Π. Σ., και της οποίας την τήρηση των όρων εγγυήθηκε ο αναιρεσείων - καθού η πρόσθετη παρέμβαση, κατά του οποίου (και της πιστούχου), δυνάμει της ανωτέρω σύμβασης, εκδόθηκε η υπ` αριθμ. 56/2014 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, που προσβλήθηκε με την ένδικη ανακοπή του αναιρεσείοντος. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ` άρθρο 80 και 83 ΚΠοΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 Κ.Πολ.Δ.). Όπως προκύπτει από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γεωργίου Χριστοδουλόπουλου επί αντιγράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού της παρούσας δικασίμου (23-11-2020) και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή έχει επιδοθεί, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος που επισπεύδει την συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη εταιρεία την 10-5-2019 (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, κατ` εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, εφόσον η τελευταία, αναιρεσίβλητη - υπερ' ης η πρόσθετη παρέμβαση, δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα και η συζήτηση θα χωρήσει ως εάν ήταν και αυτή παρούσα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 361 και 874 ΑΚ, 112 ΕΙσΝΑΚ, 669 του Εμπορικού Νόμου, 47 και 64 έως 67 του ν.δ. της 17- 7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών" προκύπτει ότι με τη σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, της οποίας χαρακτηριστικά γνωρίσματα είναι η παροχή της πίστωσης και ο ανοιχτός λογαριασμός, η συμβαλλόμενη ανώνυμη, τραπεζική συνήθως, εταιρία, ονομαζόμενη πιστώτρια, αναλαμβάνει την υποχρέωση να θέσει στη διάθεση του αντισυμβαλλόμενου πελάτη, που ονομάζεται πιστούχος, ένα ορισμένο συμφωνούμενο μεταξύ τους χρηματικό ποσό (plafon), το οποίο αυτός μπορεί να αναλαμβάνει είτε εφάπαξ είτε διαδοχικά (τμηματικά), με τη συμφωνία να καταχωρίζονται οι εκατέρωθεν απαιτήσεις από τις μεταξύ τους συναλλαγές σε ενιαίο λογαριασμό με τη μορφή χρεωπιστωτικών κονδυλίων, ώστε να οφείλεται μόνο το μέλλον να προκύψει κατάλοιπο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, με συνέπεια το ότι κάθε τέτοια απαίτηση του ενός ή του άλλου μέρους από την καταχώρισή της στο λογαριασμό χάνει την αυτοτέλειά της, χωρίς μάλιστα να καθίσταται απαιτητή μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, και τούτο λόγω της συγχωνεύσεώς της με τις λοιπές καταχωρισμένες απαιτήσεις, καθώς και το ότι δανειστής θεωρείται εκείνο το συμβαλλόμενο μέρος υπέρ του οποίου προκύπτει το οριστικό πιστωτικό κατάλοιπο (ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1081/2015, ΑΠ 1790/2008, ΑΠ 1458/2006). Για να θεωρηθεί, όμως, καταρτισμένη η σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, ειδικότερα αν πρόκειται για σύμβαση μεταξύ τράπεζας και φυσικού ή νομικού προσώπου, πρέπει, εκτός από το ύψος του δανειζόμενου ποσού, να συμφωνηθεί ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής του ποσού από την τράπεζα (ΑΠ 878/2011, ΑΠ 1734/2009). Επομένως, η κατά το άρθρο 361 ΑΚ ελευθερία των συμβάσεων αναδεικνύεται ως η κύρια νομική βάση της προαναφερόμενης σύμβασης, η λειτουργία της οποίας συμφωνείται για ορισμένο ή, συνήθως, για αόριστο χρόνο. Στο πλαίσιο αυτό, η πίστωση μπορεί να συνίσταται είτε στην παροχή αυτουσίων χρημάτων (δάνειο) ή την εξόφληση από την Τράπεζα υποχρεώσεων του πιστούχου προς τρίτους ή προς την ίδια την Τράπεζα (άμεση πίστωση) είτε στην εκ μέρους της τράπεζας παροχή ή διάθεση υπέρ του πιστούχου πίστης (έμμεση πίστωση), όπως είναι η παροχή από την τράπεζα εγγυήσεων ή εγγυοδοσιών υπέρ του πιστούχου προς τρίτους, η αποδοχή εκ μέρους της τράπεζα συναλλαγματικών εις διαταγήν του πιστούχου κλπ, με τις οποίες ενισχύεται η φερεγγυότητα αυτού έναντι των τρίτων (ΑΠ 917/2020). Επομένως, εγκύρως τίθεται στη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό όρος, που παρέχει στην τράπεζα το δικαίωμα ένταξης στον τηρούμενο λογαριασμό και απαιτήσεων αυτής κατά του πιστούχου, προερχομένων από συμβάσεις δανείου και χορήγηση εγγυητικών επιστολών, ως επί μέρους κονδύλια χρεοπιστώσεων (πρβλ. ΑΠ 1087/2019). Επίσης, πιστώτρια και πιστούχος μπορούν, δυνάμει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, να συμφωνήσουν ότι τους τυχόν μεταξύ τους υφισταμένους ανοικτούς λογαριασμούς περισσότερων συμβάσεων πιστώσεων τους ενοποιούν, με συνέπεια, βέβαια, να επέρχεται εφεξής προσωρινό κλείσιμο των παλαιών λογαριασμών, τα αντίστοιχα προσωρινά κατάλοιπα να καταχωρίζονται ως κονδύλια στον ενοποιημένο λογαριασμό και να υπόκειται σε οριστικό κλείσιμο μόνο αυτός ο νέος λογαριασμός (ΑΠ 1437/2014). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 847, 848, 851 Α.Κ., 47 του ν.δ. της 17/7-13/8/1923 και 112 ΕΝ. Α.Κ. προκύπτει, ότι ο του δανειστή, για την καταβολή από μέρους του οφειλέτη, του καταλοίπου, που θα προέλθει από την λειτουργία σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, κατά το οριστικό κλείσιμο αυτού, ευθύνεται, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγύησης, μέχρι του ποσού για το οποίο εγγυήθηκε και όχι για τα κονδύλια του λογαριασμού, τα οποία αναφέρονται σε άλλη μεταγενέστερη σύμβαση παροχής πίστωσης προς τον πρωτοφειλέτη, την εκπλήρωση της οποίας αυτός δεν εγγυήθηκε, εκτός αν η μεταγενέστερη δεν είναι αυτοτελής, αλλά πρόσθετη σύμβαση (συμπληρωματική), με την οποία απλώς αυξάνεται το ποσό της πίστωσης, χωρίς να επέρχεται άλλη μεταβολή, οπότε ο εγγυητής ευθύνεται για την πληρωμή οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου από τη λειτουργία του λογαριασμού και αν ακόμη δεν έλαβε μέρος, με την ιδιότητα του εγγυητή, στην πρόσθετη αυτή σύμβαση, μέχρις, όμως, του ποσού της αρχικής σύμβασης ή και των προσθέτων, στην συνέχεια, όλων ή μερικών συμβάσεων, εφόσον και αυτές τις εγγυήθηκε, δηλαδή, αποδέχθηκε να ευθύνεται για την καταβολή μεγαλύτερου, κάθε φορά, χρεωστικού καταλοίπου σε βάρος του πρωτοφειλέτη, που προέρχεται από τη λειτουργία της σύμβασης (ΑΠ 254/2018, ΑΠ 1229/2007). Ωστόσο ο εγγυητής ευθύνεται για το προαναφερόμενο κατάλοιπο, έως το ποσό, βέβαια, της κύριας οφειλής, ακόμη και αν στον προμνημονευόμενο λογαριασμό εισήλθαν και παρέμειναν έως το οριστικό κλείσιμο του και μη ασφαλιζόμενες προηγουμένως με την εγγύησή του απαιτήσεις, και είναι πιθανόν με τις καταβολές του πρωτοφειλέτη κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού να έχουν υπερκαλυφθεί οι ασφαλιζόμενες απαιτήσεις. Τούτο δε διότι, ούτε η είσοδος και παραμονή μέχρι τέλους στο λογαριασμό μη αρχικώς ασφαλιζομένων με την εγγύηση απαιτήσεων, ούτε η τυχόν κατά τη λειτουργία του ισοσκέλιση του λογαριασμού, επηρεάζουν την ευθύνη του εγγυητή για το κατάλοιπο, εκτός αν η πιστώτρια τήρησε, κατά τη συμφωνία των μερών, χωριστό λογαριασμό για τις εγγυημένες απαιτήσεις και χωριστό για τις μη εγγυημένες, οπότε ο εγγυητής ευθύνεται για το οριστικό κατάλοιπο του λογαριασμού στον οποίο έχουν υπαχθεί οι καλυπτόμενες με την εγγύηση απαιτήσεις (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 1790/2008, ΑΠ 1458/2006, ΑΠ 1434/1999). Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται, επίσης, ότι η εγγύηση στην περίπτωση του ανοίγματος πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, μπορεί, ενόψει της πιο πάνω διακριτής θέσης σύμβασης ανοίγματος πίστωσης και αλληλόχρεου λογαριασμού, να αναφέρεται, σύμφωνα με σχετικό όρο, είτε στη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού, δηλαδή στο κατάλοιπο αυτού, για το οποίο ο εγγυητής ευθύνεται, έως το ποσό, βέβαια, της κύριας οφειλής, ακόμη και αν στο λογαριασμό εισήλθαν και παρέμειναν έως το οριστικό κλείσιμο του και μη ασφαλιζόμενες προηγουμένως με την εγγύηση του απαιτήσεις, είτε στη βασική σύμβαση παροχής πίστωσης, που αποτελεί το πραγματικό θεμέλιο γέννησης των απαιτήσεων, οπότε γεννιέται ευθύνη του εγγυητή, μέχρι του ύψους βέβαια της παρασχεθείσας εγγυητής, για την ολοκληρωτική εξόφληση κάθε ποσού που οφείλεται από τον πιστούχο κατά τους όρους της βασικής σύμβασης και πηγάζει από αυτή (ΑΠ 1229/2007, ΑΠ 1790/2008). Ιδιόμορφη σύμβαση εγγύησης αποτελεί στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων (361 ΑΚ) η εγγυητική επιστολή Τράπεζας, η οποία διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 επ. ΑΚ καί εκδίδεται, για την εξασφάλιση της βασικής σχέσης που συνδέει τον οφειλέτη και το δανειστή, προς τον τελευταίο (τρίτο), ύστερα από εντολή του οφειλέτη προς την Τράπεζα, εντολή η οποία διέπεται από τις διατάξεις του Ε.Ν. για την παραγγελία και του ΑΚ για την εντολή. Αποτελεί μια μορφή έμμεσης πίστωσης και ως τέτοια καταχωρίζεται, ως κονδύλιο, στο λογαριασμό του εντολέα πιστούχου της Τράπεζας, εφόσον βέβαια έχει καταπέσει, διαφορετικά, αν κατά το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού δεν έχει συντελεστεί η κατάπτωση και άρα δεν υπάρχει ακόμη αξίωση αναγωγής κατά του πιστούχου, δεν μπορεί να εισαχθεί, ως χρέωση, στον κλεισθέντα αλληλόχρεο λογαριασμό (ΑΠ 1437/2014, ΑΠ 1287/2012, ΑΠ 1001/2010).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 917/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 917/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της ανακοπής του και τον συνεχόμενο μοναδικό πρόσθετο λόγο αυτής, τους οποίους επανέφερε στο Εφετείο με τον πρώτο λόγο έφεσης, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής πρέπει να ακυρωθεί, καθόσον ο ίδιος δεν ευθύνεται για την επιδικασθείσα με αυτήν απαίτηση της καθ' ης η ανακοπή, προερχόμενη από κατάπτωση εγγυητικής επιστολής ποσού 45.000 ευρώ, που η καθ' ης είχε χορηγήσει στην πιστούχο μη διάδικο Γ. Σ., με σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ αυτών μετά την κατάρτιση της σύμβασης χορήγησης πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που καταρτίστηκε μεταξύ τους, και στην οποία ο ίδιος είχε συμβληθεί ως εγγυητής υπέρ της πιστούχου, εξαιτίας του ότι αυτός, αφενός μεν δεν είχε συμβληθεί στη σύμβαση χορήγησης εγγυητικής επιστολής ως εγγυητής υπέρ της πιστούχου και αφετέρου η σύμβαση αυτή αποτελεί αυθύπαρκτη και αυτοτελή σύμβαση μεταξύ των συμβληθέντων ως άνω μερών και όχι σύμβαση παρεπόμενη και επικουρική της σύμβασης αλληλοχρέου λογαριασμού, στην οποία αυτός είχε συμβληθεί ως εγγυητής. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: " Από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι με επίκληση προσκομίζουν αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Μεταξύ της καθ' ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητης τράπεζας και της μη διαδίκου Γ. συζύγου Π. Σ. καταρτίσθηκε, στα ..., η υπ' αριθμ. ... σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, δυνάμει της οποίας η πρώτη χορήγησε στη δεύτερη πίστωση μέχρι του ποσού των 90.000,00 ευρώ. Προς εξυπηρέτηση της σύβασης αυτής τηρήθηκε ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός. Στην εν λόγω σύμβαση, στην οποία συμβλήθηκε και ο ανακόπτων ως εγγυητής υπέρ της πιστούχου, με τον όγδοο (8) όρο αυτής συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα: "Η Τράπεζα δικαιούται να φέρει σε χρέωση του λογαριασμού κάθε απαίτησή της από οποιαδήποτε αιτία, συμπεριλαμβανομένου και του υπολοίπου άλλου ή άλλων αλληλόχρεων λογαριασμών που έχουν κλείσει, των καταπτώσεων εγγυητικών επιστολών ή απαιτήσεων από γραμμάτια που έχουν προεξοφληθεί ή συναλλαγματικές τρίτων ή από κατάλοιπα δανείων χορηγηθέντα με ενέχυρο εμπορεύματα....και γενικά κάθε έξοδο που μπορεί να προέλθει από οποιαδήποτε συναλλαγή με τον πιστούχο και οιοδήποτε ποσό αυτός οφείλει ή θα οφείλει στην τράπεζα, από οποιαδήποτε αιτία, είτε ως πρωτοφειλέτης είτε ως εγγυητής είτε υπο οιαδήποτε άλλη ιδιότητα. Η απαρίθμηση αυτή είναι ενδεικτική και όχι περιοριστική. Αντίστοιχα, ο λογαριασμός θα πιστώνεται υπέρ του πιστούχου με χρηματικά ποσά προερχόμενα από καταθέσεις χρημάτων, εμβάσματα, επιδοτήσεις, πληρωμή αξιογράφων κ.λ.π. ανεξαρτήτως χρέους του πιστούχου. Ομοίως, δικαιούται να συμψηφίζει στην απαίτηση από την παρούσα και τον σε σχέση με αυτήν λειτουργούντα αλληλόχρεο λογαριασμό οποιοδήποτε ποσό τυχόν οφείλει σε πιστούχο από οιαδήποτε αιτία έστω και μη ληξιπρόθεσμη, ενδεικτικά από καταθέσεις κάθε είδους (ευρώ ή άλλο νόμισμα), συμπεριλαμβανομένων των καταθέσεων ταμιευτηρίου κ.λ.π.". Ενώ με τον εικοστό (20) όρο της σύμβασης μεταξύ της καθ' ης Τράπεζας και του ανακόπτοντος (εγγυητή της σύμβασης) συνομολογήθηκαν τα εξής: "Ο εκ τρίτου των συμβαλλομένων "Εγγυητής" εγγυήθηκε χωρίς επιφύλαξη προς την τράπεζα και υπέρ του Πιστούχου ως αυτοφειλέτης για την τήρηση των όρων της σύμβασης, τους οποίους αποδέχεται ανεπιφύλακτα, για την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου της πιστώσεως, κατά κεφάλαιο, τόκους, ανατοκισμούς και έξοδα που προβλέπονται στην ως άνω σύμβαση και λοιπές επιβαρύνσεις, ανεξάρτητα από κάθε άλλη οποιοσδήποτε μορφής ασφάλεια, ευθυνόμενος για ολόκληρη την έκταση της οφειλής του Πιστούχου "εις ολόκληρον" με αυτόν ως αυτοφειλέτης και μάλιστα ανεξάρτητα από το νομότυπο της υποχρεώσεως του Πιστούχου και οπωσδήποτε ανεξάρτητα από τυχόν ελαττώματα ως προς τις εκπροσωπήσεις του, δηλώνοντας ότι παραιτείται ρητά και ανεπιφύλακτα των ενστάσεων που απορρέουν από τα άρθρα 853, 855, 856 και 862, 863, 866, 867 και 868 του ΑΚ, το περιεχόμενο και τη σημασία των οποίων γνωρίζει καλώς, καθώς και κάθε άλλης ενστάσεώς του κατά της Τράπεζας, παραιτούμενος από τις τυχόν προσωποπαγείς ή μη ενστάσεις του πρωτοφειλέτη, καθώς και από το ευεργέτημα της διζήσεως, υποχρεούμενος να καταβάλει αμέσως και ανεπιφύλακτα κάθε οφειλή του Πιστούχου εκ του οριστικού καταλοίπου κατά κεφάλαιο, τόκους, συμβατικούς και υπερημερίας, και τόκους επί τόκων και τα έξοδα γενικά και μέχρι πλήρους εξοφλήσεώς της. Επίσης ο Εγγυητής δήλωσε ότι κάθε αναγνώριση της οφειλής από τον Πιστούχο ή αφηρημένη υπόσχεση από αυτόν καταβολής του χρέους, υποχρεώνει και τον ίδιο. Ο Εγγυητής, ακόμα και αν ικανοποίησε την τράπεζα, εν μέρει δεν έχει δικαίωμα αναγωγής και δεν υποκαθίσταται στα δικαιώματα της Τράπεζας έναντι του Πιστούχου και των λοιπών εγγυητών, μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε απαιτήσεως της Τράπεζας κατά του Πιστούχου, αναγνωρίζοντας και αποδεχόμενος από τώρα την τροποποίηση οποιουδήποτε όρου της σύμβασης καθώς και τον περιορισμό ή την αύξηση του ποσού της πιστώσεως, την παράταση της προθεσμίας εξόφλησης του χρέους του Πιστούχου, το συμβιβασμό, την μετατροπή του νομίσματος της πίστωσης, τη συνομολόγηση ειδικών επιτοκίων και όρων αποπληρωμής, την ανανέωση του χρέους, την αναγνώριση του προσωρινού ή οριστικού καταλοίπου του λογαριασμού από τον Πιστούχο οποτεδήποτε και με όποιον τρόπο και αν γίνονται, χωρίς να είναι αναγκαία η σύμπραξή του". Όπως, περαιτέρω, αποδείχθηκε, η πιστούχος (Γ. συζ. Π. Σ.) με την από 14-7-2006 επιστολή της προς την καθ' ης Τράπεζα για χρήση ποσού της πίστωσης προς κάλυψη καταπεσουσών εγγυητικών επιστολών (βλ. σχετική ενυπόγραφη επιστολή), καθώς και με την εκ νέου από 2-3-2008 επιστολή της για χρήση ποσού της πίστωσης προς κάλυψη επίσης καταπεσουσών εγγυητικών επιστολών (βλ. σχετ. ενυπόγραφη επιστολή) αναγνώρισε ότι θα κάνει χρήση του ορίου του προαναφερθέντος ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού για την τυχόν κατάπτωση εγγυητικών επιστολών, αναγνώριση, η οποία σύμφωνα με τα οριζόμενα στον προαναφερόμενο όρο 20 της σύμβασης δεσμεύει και τον ανακόπτοντα- εκκαλούντα (σχετ. Για τη δυνατότητα συνδυασμού της έκδοσης εγγυητικής επιστολής με το άνοιγμα πίστωσης μέσω τρέχοντος λογαριασμού βλ. Γεωργιάδη Απ. Η εξασφάλιση των πιστώσεων, εκδ. β'σελ. 147 παρ. 5, Ψυχομάνη, Τραπεζικό δίκαιο, εκδ. ε', σελ. 384 επ. Παμπούκη, Ζητήματα από το τραπεζικό αλληλόχρεο λογαριασμό, ΕπισκΕΔ 11,91). Σε συνέχεια των ανωτέρω επιστολών, στις 26-1-2009, στα ..., μεταξύ της πιστούχου και της καθ' ης -εφεσίβλητης Τράπεζας καταρτίσθηκε η υπ' αριθμ. ... σύμβαση χορήγησης εγγυητικής επιστολής, ποσού 45.000 ευρώ με αποδέκτη τον Αναγκαστικό Συνεταιρισμό Διαχείρισης Συνιδιοκτητών Δασοκτήματος Πριονίων (βλ. σχετ. Εγγυητική επιστολή της καθ' ης απευθυνόμενη προς τον Συνεταιρισμό). Η εγγυητική αυτή επιστολή κατέπεσε στις 18-3-2011 και η καθ' ης -εφεσίβλητη χρέωσε με το ποσό της τον προαναφερόμενο υπ' αριθμ. ... λογαριασμό κίνησης της ... σύμβασης πίστωσης αλληλόχρεου λογαριασμού και στις ΟΙ0-2011, δυνάμει του με την αυτή ημερομηνία συμφώνου αναγνώρισης κεφαλαίου και τόκων έως την 30-9-2011 (βλ. σχετικό έγγραφο), ήτοι σε ημερομηνία μεταγενέστερη της άνω μερικής κατάπτωσης, η πιστούχος αναγνώρισε το υπόλοιπο της οφειλής της από τον εν λόγω λογαριασμό. Από την εκ μέρους αυτή αναγνώριση της πιστούχου δεσμεύεται και ο ανακόπτων -εκκαλών, εγγυητής σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω στον όρο 20 της σύμβασης και δη στο σχετικό εδάφιο αυτού που αναφέρεται ότι: "ο Εγγυητής δήλωσε ότι κάθε αναγνώριση της οφειλής από τον Πιστούχο ή αφηρημένη υπόσχεση από αυτόν καταβολής του χρέους υποχρεώνει και τον ίδιο". Τέλος, σημειωτέον ότι ο ανακόπτων -εκκαλών ως εγγυητής είχε ρητά παραιτηθεί, σύμφωνα με τον όρο 20 της σύμβασης, και από τη διάταξη του άρθρου 866 ΑΚ (εγγύηση για ορισμένο χρόνο), υπό τις προϋποθέσεις της οποίας θα μπορούσε να ελευθερωθεί από αυτή (εγγύηση). Κατόπιν τούτων, απορριπτέος τυγχάνει ως ουσία αβάσιμος ο ανωτέρω πρώτος λόγος της ανακοπής και των προσθέτων αυτής λόγων, καθόσον ναι μεν ο ανακόπτων δεν συμβλήθηκε ως εγγυητής στην υπ' αριθμ. ... σύμβαση χορήγησης εγγυητικής επιστολής και πράγματι αυτή ως σύμβαση ήταν ανεξάρτητη της σύμβασης παροχής πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, πλην, όμως, αφού η τράπεζα -καθ' ης η ανακοπή χρέωσε το ποσό της καταπεσούσης εγγυητικής επιστολής στον τηρούμενο αλληλόχρεο λογαριασμό, όπως είχε δικαίωμα βάσει του όρου 8 της συμβάσεως πιστώσεως στην οποία είχε συμβληθεί και ο ανακόπτων ως εγγυητής, συμφωνώντας με τον ανωτέρω όρο, και η πιστούχος, μετά την χρέωση αυτή, αναγνώρισε το υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού, ο ανακόπτων ευθύνεται ως εγγυητής βάσει του όρου 20 της συμβάσεως, με τον οποίο είχε ρητά παραιτηθεί και από την ένσταση του άρθρου 866 ΑΚ, διάταξη εκ της οποίας δεν μπορούσε να αντλήσει το δικαίωμα και την ένσταση ελευθερώσεως του σε περίπτωση καθυστέρησης της δικαστικής επιδιώξεως της απαιτήσεως εκ μέρους της καθ' ης η ανακοπή - εφεσίβλητης...... Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την ομοίως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 847, 849, 851, 853, 866 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 47,48 και 64 - 67 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923, υπαγάγοντας σωστά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στους ανωτέρω εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, ενώ, εξάλλου, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων αυτών, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Και τούτο, διότι, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) με τον όρο 8 της σύμβασης πίστωσης, η πιστούχος αναγνώρισε στην αναιρεσίβλητη τράπεζα το δικαίωμα να φέρει σε χρέωση του λογαριασμού κάθε απαίτηση της κατ' αυτής από οποιαδήποτε αιτία, συμπεριλαμβανομένου και του υπολοίπου άλλου ή άλλων αλληλόχρεων λογαριασμών που έχουν κλείσει, καθώς και των καταπτώσεων εγγυητικών επιστολών, και β) με τον όρο 20 της ίδιας σύμβασης, ο αναιρεσείων εγγυητής ρητά εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης την τήρηση των όρων αυτής, τους οποίους αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα, και την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου της πιστώσεως, δηλώνοντας ότι κάθε αναγνώριση της οφειλής από την πιστούχο υποχρεώνει και τον ίδιο και, συνεπώς, εφόσον, όπως επίσης ανελέγκτως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, η πιστούχος έκανε χρήση του ποσού της χορηγηθείσας πίστωσης προς κάλυψη της καταπεσούσας εγγυητικής επιστολής και η αναιρεσίβλητη, όπως είχε δικαίωμα με βάση τον όρο 8 της σύμβασης, χρέωσε με το αντίστοιχο ποσό, ως επί μέρους κονδύλιο, τον λογαριασμό κίνησης της σύμβασης πίστωσης, η δε πιστούχος αναγνώρισε, στη συνέχεια, μετά την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, το υπόλοιπο της οφειλής της από τον παραπάνω λογαριασμό, ο αναιρεσείων εγγυητής, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο έγκυρο όρο 20 της σύμβασης, δεσμεύεται από την αναγνώριση αυτή και ευθύνεται για την πληρωμή του επίμαχου υπολοίπου του λογαριασμού, αφού η σύμβαση εγγύησης, δυνάμει του ανωτέρω όρου, αναφερόταν στη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού, δηλαδή στο κατάλοιπο αυτού. Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει, αναφορικά με το κεφάλαιο των 45.000 ευρώ, προερχόμενο από την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, το οποίο και εισήχθη, στον αλληλόχρεο λογαριασμό της πιστούχου, ως χρέωση, τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με το να δεχθεί ευθύνη του, ως εγγυητή, για το χρεωστικό κατάλοιπο λογαριασμού, από τη σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό, το οποίο αντιπροσωπεύει το ποσό εγγυητικής επιστολής που εξέδωσε η αναιρεσίβλητη ύστερα από εντολή της πιστούχου, που κατέπεσε, χωρίς ο ίδιος να έχει συμβληθεί σ' αυτή την μεταγενέστερη σύμβαση της εγγυητικής επιστολής, η οποία είναι αυθύπαρκτη και αυτοτελής, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη, πράγματα που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά τη διάταξη αυτή, θεωρούνται και οι νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση λόγων ανακοπής (ενστάσεων) προς ακύρωση διαταγής πληρωμής. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός (λόγος ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής), είναι μη νόμιμος, αόριστος, απαράδεκτος ή αλυσιτελής, διότι το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, αφού δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 14/2004), καθώς και όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο ουσιαστικό ή τυπικό (Ολ. ΑΠ 12/1991, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 1323/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο, επικουρικά προβαλλόμενο, λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό του, που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το εφετείο, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές του, έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό, αλλά τον απέρριψε με την προαναφερόμενη αιτιολογία, κρίνοντας διαφορετικά από όσα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.
Κατόπιν τούτων, πρέπει ν απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς υπέρ της αναιρεσίβλητης προσθέτως παρεμβαίνουσας, η οποία παραστάθηκε, και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 182, 183, 191 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου από τον αναιρεσείοντα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-2-2019 αίτηση για αναίρεση της 7/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς υπέρ της αναιρεσίβλητης προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ