1553/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1553 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1553/2021
Legislator headnote
AI generatedKeywords
AI generatedRelated Decisions
Full text
Απόφαση 1553 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1553/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευστάθιο Νίκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών - καλουσών:
1) Α. Ε. του Ε.,
2) Δ. Ε. του Ε.,
3) Α. Ε. του Γ. και
4) Α. Ε. του Γ.,
κατοίκων ... Αττικής, οι οποίες δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης – καθ’ ης η κλήση:
Χ. Φ. του Θ., κατοίκου ... Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσιτίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22.10.2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4576/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 807/2013 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 30-5-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Αποστολάκη διάβασε την από 12.11.2014 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία τότε Αρεοπαγίτη και μετέπειτα Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 30.05.2014 αιτήσεως για αναίρεση της 807/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 - 3 του ΚΠολΔ ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής:
α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο.
β) Η πληρεξουσιότητα, κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων.
γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται, ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.
δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει την συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους και
ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει την συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε την συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται τα εξής:
1) οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παράστασης, καθώς και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως και ο διάδικος θεωρείται, ότι δεν παρίσταται (ΑΠ 838/2017, ΑΠ 1921/2014, ΑΠ 652/2014, πρβλ. ΟλΑΠ 8/2009, ΟλΑΠ 9/2003) και
2) σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν την συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά την συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, ή ότι είχε κλητευθεί για την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο ή τους νόμιμα παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (ΟλΑΠ 4/1994, ΟλΑΠ 2/1992, ΑΠ 762/2020, ΑΠ 747/2020, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 782 / 2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της υπόθεσης προκύπτει, ότι η συζήτηση για την κρινόμενη από 30.05.2014 αίτηση για αναίρεση της 807/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς ορίσθηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 21.11.2014, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 20.03.2015, κατά την οποία ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 23.01.2019 κλήση, με επιμέλεια των αναιρεσειουσών, για τη δικάσιμο της 10.01.2020, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 05.03.2021, οπότε η συζήτηση ματαιώθηκε και κατ’ άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του Ν. 4790/2021 σε συνδυασμό με το άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το άρθρο 26 του Ν 4792/2021 και την Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου προσδιορίσθηκε αυτεπαγγέλτως για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (βλ. την από 26.03.2019 επισημείωση του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Παναγιώτη Κοντογιάννη στο προσκομιζόμενο με επίκληση από την αναιρεσίβλητη αντίγραφο της από 23.01.2019 κλήσης των αναιρεσειουσών). Οι τελευταίες όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Περαιτέρω, από τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία και συγκεκριμένα από την επισκόπηση των προσκομιζομένων πληρεξουσίων, δεν προκύπτει ότι οι με αύξ. αριθμ. αναιρετηρίου 1η, 3η και 4η αναιρεσείουσες είχαν επισπεύσει έγκυρα την συζήτηση, καθ’ όσον δεν αποδεικνύεται ότι είχαν χορηγήσει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους πληρεξουσιότητα, με έναν από τους προαναφερόμενους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 του ΚΠολΔ. Εξ άλλου, από τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία δεν προκύπτει, ότι οι ίδιες πιο πάνω αναιρεσείουσες έχουν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από τη 2η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει έγκυρα τη συζήτηση, ή από την αναιρεσίβλητη.
Συνεπώς, κατ’ εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 3 εδάφ. β' του ΚΠολΔ, όπως το εδάφ. β' προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013 και ισχύει από τις 23.3.2013, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, πρέπει, δεδομένου ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων που επισκοπούνται παραδεκτώς, οι αναιρεσείουσες συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας, να χωριστεί η υπόθεση ως προς τις 1η, 3η και 4η αναιρεσείουσες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τις αναιρεσείουσες αυτές, ενώ ως προς τη 2η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει έγκυρα τη συζήτηση, πρέπει η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης να προχωρήσει νομίμως.
[II] Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι οι ενάγουσες εκμισθώτριες, μεταξύ των οποίων και η ήδη αναιρεσείουσα Δ. Ε., με την από 22.10.2010 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη μισθώτρια και ήδη αναιρεσίβλητη να τους καταβάλει κατά το 1/4 σε καθεμία: α) 3.000 ευρώ για μισθώματα, οφειλόμενα λόγω δυστροπίας, β) 10.000 ευρώ για μισθώματα μέχρι τη λήξη της διετίας από την έναρξη της μίσθωσης λόγω πρόωρης καταγγελίας κατ’ άρθρο 43 του ΠΔ 34/1995 εκ μέρους της εναγομένης, γ) 6.000 ευρώ για μισθώματα λόγω της εξάμηνης προθεσμίας για την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας και δ) 4.000 ευρώ για τέσσερα μισθώματα ως αποζημίωση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 4576/2011 απόφασή του, απέρριψε τα υπό στοιχ. β’, γ’ και δ’ κονδύλια ως μη νόμιμα και αφού απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την ένσταση συμψηφισμού, που πρότεινε η εναγομένη για ανταπαίτησή της ποσού 2.380 ευρώ από τη μισθωτική σχέση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατ’ ουσίαν ως προς το υπό στοιχ. α’ κονδύλιο. Κατόπιν άσκησης έφεσης εκ μέρους της εναγομένης και αντέφεσης εκ μέρους των εναγουσών εκδόθηκε η 807/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η αντέφεση κατ’ ουσίαν, έγινε δεκτή η έφεση κατά το ουσιαστικό της μέρος, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και απορρίφθηκε στο σύνολό της η αγωγή.
[III] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη γι’ αυτά (ΑΠ 73/2020, ΑΠ 15/2020, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 150/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, τα έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις των εναγουσών. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε χωρίς απόδειξη, ότι το μίσθιο κατάστημα είχε πραγματικό ελάττωμα, που δεν μπορούσε να αποκατασταθεί, δηλαδή ότι παρουσίαζε έλλειψη εξαερισμού της τουαλέτας λόγω μη πρόσβασης σε ακάλυπτο χώρο της πολυκατοικίας, συνεπεία του οποίου (ελαττώματος) υφίστατο αδυναμία εκδόσεως άδειας λειτουργίας του καταστήματος, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα είναι αβάσιμα και πρέπει ο πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης να απορριφθεί.
[IV] Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης. Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 59/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016).
Εξάλλου, το δικαίωμα του μισθωτή από το άρθρο 576 παρ. 1 του ΑΚ, για μη καταβολή του μισθώματος λόγω πραγματικού ελαττώματος, μπορεί να ασκηθεί τόσο εξώδικα όσο και δικαστικά με αγωγή, ανταγωγή ή με ένσταση κατά της αξίωσης του εκμισθωτή για καταβολή του μισθώματος.
Η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο κατά παράβαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ έλαβε υπόψη ένσταση της αναιρεσίβλητης για μη καταβολή των καθυστερούμενων μισθωμάτων των μηνών Φεβρουαρίου έως Απριλίου 2010 λόγω πραγματικού ελαττώματος στο μίσθιο κατάστημα, η οποία δεν προβλήθηκε παραδεκτώς στον πρώτο βαθμό. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση των πρωτόδικων προτάσεων της αναιρεσίβλητης προκύπτει, ότι η τελευταία πρότεινε την ένσταση νόμιμης καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης λόγω πραγματικού ελαττώματος, εκθέτοντας ότι ενημέρωσε από τον Ιανουάριο του 2010 προφορικώς για το πραγματικό ελάττωμα του μισθίου, ότι τους δήλωσε, ότι θα μεταστεγαζόταν από τον Απρίλιο του 2010 και ότι μέχρι τον Απρίλιο δεν θα τους κατέβαλε πλέον μίσθωμα, καθώς και ότι στις 16.04.2010 κατήγγειλε εγγράφως τη μίσθωση για τον ίδιο λόγο, ενώ τα πρωτόδικα πρακτικά δεν προσκομίζονται.
[V] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β` ΚΠολΔ). Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ’ αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά. Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 40/2020, ΑΙ 518/2017, ΑΠ 64/2017).
Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας και των συναλλακτικών ηθών, ότι οι εκμισθώτριες είχαν πρότερον ειδοποιηθεί προφορικώς από την αναιρεσίβλητη για το μη δυνάμενο να αποκατασταθεί πραγματικό ελάττωμα του μισθίου και για την αδυναμία χρήσης πλέον αυτού, καθώς και για την πρόθεσή της να ασκήσει τα από το άρθρο 576 του ΑΚ απορρέοντα δικαιώματά της. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας και των συναλλακτικών ηθών ανάγονται στην εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης ή μη πραγματικών περιστατικών που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
[VI] Τέλος, κατά το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 561/2021, ΑΠ 766/2019, ΑΠ 898/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης από το άρθρο 559 παρ. 1 του ΚΠολΔ ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, προκειμένου να διαπιστώσει, ότι η αληθινή βούληση και των δύο μερών (εκμισθωτριών και μισθώτριας) ήταν να ισχύσει η καταγγελία της μίσθωσης ως στηριζόμενη στο άρθρο 43 του ΠΔ 34/1995. Το Εφετείο, σχετικά με το ζήτημα αυτό, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: « [...] Πλην όμως, εφ’ όσον αφ’ ενός οι ενάγουσες δεν επικαλέσθηκαν στην ένδικη αγωγή τους ότι η εναγομένη μισθώτρια είχε την βούληση μετατροπής της άκυρης καταγγελίας της λόγω ακαταλληλότητας του μισθίου σε έγκυρη πρόωρη τοιαύτη οφειλομένη σε λόγους μεταμελείας, στοιχείο το οποίο το δικαστήριο δεν δύναται να εκτιμήση αντικειμενικώς μόνον αφ’ εαυτού, ήτοι χωρίς οποιαδήποτε από τους διαδίκους γενόμενη επίκληση, σύμφωνα με τα προρρηθέντα, και αφ’ ετέρου ισχυρίζονται στο αγωγικό δικόγραφο ότι ο μοναδικός πραγματικός λόγος της έγγραφης άκυρης καταγγελίας της εναγομένης συνίστατο στην απόκρουση των εκ μέρους των ιδίων (εναγουσών εκμισθωτριών) αιτηθέντων τριών μηνιαίων μισθωμάτων, προς αποφυγήν δηλαδή καταβολής τους, θα πρέπει τα σχετικά αγωγικά κονδύλια (συνολικού ύψους 20.000 ευρώ), τα εσφαλμένως επιχειρούμενα να θεμελιωθούν στην προρρηθείσα διάταξη του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995, να απορριφθούν ως μη νόμιμα [...]».
Με την κρίση αυτή η προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, δεν διέλαβε παραδοχή κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση καταγγελίας της επίδικης μίσθωσης, ώστε να προσφύγει στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ. Επομένως , πρέπει να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης προεχόντως ως απαράδεκτος.
[VII] Μετά από αυτά, η από 30.05.2014 (αριθμ. κατάθ. 61/19-06-2014) αίτηση αναίρεσης της 2ης αναιρεσείουσας πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί η 2η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν διαλαμβάνεται διάταξη για την τύχη του παραβόλου που έχουν καταθέσει όλες οι αναιρεσείουσες, δεδομένου ότι απομένει προς έρευνα η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος, που ασκήθηκε από τις υπόλοιπες αναιρεσείουσες, ως προς τις οποίες η συζήτησή της κηρύχθηκε απαράδεκτη (ΑΠ 96/2020, ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 60/2014).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 30.05.2014 αίτησης (αριθμ. κατάθ. 61/19-06-2014) για αναίρεση της 807/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, ως προς τις 1η, 3η κα 4η αναιρεσείουσες.
Διατάζει το χωρισμό της υποθέσεως ως προς αυτές.
Απορρίπτει την αναίρεση ως προς τη 2η αναιρεσείουσα.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα αυτή στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ