Legislator Case Law & Legislation
1553/2018 AI generated

1553/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1553/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1553 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated
1553/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1553 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) «ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.»

Keywords

AI generated
changed family circumstances family circumstances family hardship grounds changed financial circumstances family status rights untimely family reunification

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1553 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1553/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Γιογλή και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Α. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Δεμερούκα και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/2/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Φλώρινας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 39/2015 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/11/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 30/10/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 1400 παρ.1 του ΑΚ, που ορίζει ότι: "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απόκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες", προκύπτει ότι για την περί επελεύσεως ή όχι επαυξήσεως της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου κρίση του Δικαστηρίου, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης αυτού συντρέχει δε όταν, από τη σύγκριση της περιουσιακής κατάστασής του στο χρονικό σημείο της τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία), με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελικά η περιουσία), προκύπει αύξηση της τελευταίας, η οποία δεν αποκλείεται να αρχίζει από μία ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που τη διαφοροποιούν (χρεών κ.λ.π.) αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο (ΑΠ 825/2015, ΑΠ 1710/12). Ο χρόνος λύσης ή ακύρωσης του γάμου ή συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας, υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν (ΑΠ 1223/2007, ΑΠ 477/2005.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δίκαιου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως του άρθρου 1400 ΑΚ η προσβαλλομένη απόφαση συνυπολόγισε για την εξεύρεση της πραγματικής αυξήσεως της, κατά τη διάρκεια του μετά της αναιρεσιβλήτου γάμου του, κτηθείσας περιουσίας του και την προ του γάμου υφισταμένη περιουσία του ίδιου (αναιρεσείοντος) (1/3 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού εκτάσεως 13737 τ.μ. κειμένου στη θέση ...) αποτιμηθείσα, κατά τον κρίσιμο χρόνο έγερσης της ενδίκου αγωγής στο ποσό των 5.000 ευρώ". Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (αρ. 561 §2 ΚΠολΔ) και δη από την παραδοχή αυτής ότι "ο εναγόμενος (αναιρεσείων) κατά τη διάρκεια του γάμου και έως το κρίσιμο χρονικό σημείο της αμετάκλητης λύσης αυτού απέκτησε τα παρακάτω περιουσιακά στοιχεία, [στα οποία όμως δεν περιλαμβάνονται το κατά την προβαλλομένη αιτίαση ως άνω περιουσιακό στοιχείο], τα οποία είχαν την ακόλουθη, σημειουμένη για καθένα αξία, συνολικού ποσού 231.100 ευρώ" προκύπτει ότι για την εξεύρεση της συντελεσθείσης επαυξήσεως της περιουσίας του αναιρεσείοντος (εναγομένου) κατά τη διάρκεια του μετά της αναιρεσιβλήτου (ενάγουσας) γάμου του δεν συνυπολογίσθηκε και το προ του γάμου υφιστάμενο εξ αδιαιρέτου παραπάνω ποσοστό (1/3) συγκυριότητος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Αντίφαση στις διαλαμβανόμενες αιτιολογίες υφίσταται όταν (εξ αιτίας αυτής) δεν προκύπτουν αναμφιβόλως από την προσβαλλομένη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η τελευταία ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι απαιτούμενες για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διατάξεως προϋποθέσεις (ΑΠ 1131/2007) ενόψει του ότι κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο .αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 217/2016 ΑΠ 2119/2014).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 632/2015, ΑΠ 2119/2014).

Με τους δεύτερο, τρίτο, [κατά το πρώτο σκέλος του] και τέταρτο λόγους της αναιρέσεως προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα οι, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 1400 και 1389 ΑΚ έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την κατ' αυτού από την αναιρεσίβλητη ασκηθείσα ένδικη (περί αποκτημάτων) αγωγή δεχθείσα, με ελλειπείς και αντιφατικές αιτιολογίες της ελλάσσονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των ως άνω διατάξεων, την κατάφαση συνδρομής των θεμελιωτικών, των απ' αυτές προβλεπομένων, προϋποθέσεων της αξιώσεως της αναιρεσιβλήτου (ενάγουσας) περί συμμετοχής της στην, κατά τη διάρκεια του μετ' αυτού (αναιρεσείοντος) γάμου, επελθούσα επαύξηση της περιουσίας του τελευταίου, παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλεισαν την κρίση αυτή επιβάλλοντα την απόρριψη της αγωγής ως (ουσιαστικά) αβασίμου, ενόψει της μηδενικής συμβολής της (ενάγουσας) αναιρεσιβλήτου στην επελθούσα επαύξηση.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθ. 561 §2 ΚΠολΔ), επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή, μετ' εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα, τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο ... στις 7-11-1992, από τον οποίο απέκτησαν ένα τέκνο ..., ηλικίας σήμερα 23 ετών περίπου. Αμέσως μετά το γάμο τους εγκαταστάθηκαν μονίμως .... Η έγγαμη σχέση τους άρχισε να κλονίζεται σοβαρά κατά το έτος 2000, εξαιτίας των διαφορετικών προσδοκιών τους από την τέλεση του γάμου τους κα. της σύναψης από τον εναγόμενο διαφόρων εξωσυζυγικών σχέσεων. Παρά την υπομονή και ανεκτικότητα που επέδειξε η ενάγουσα η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διακόπηκε οριστικά κατά το καλοκαίρι του έτους 2004, ενώ ο γάμος τους λύθηκε αμετάκλητα στις 23-7-2010 με την υπ' αριθ. 69/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας. Κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους ο εναγόμενος, δικηγόρος Φλώρινας, ήταν κύριος κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού, έκτασης 13.737 τ.μ., κειμένου στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής ..., το οποίο πωλήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων δυνάμει του υπ' αριθ. 2293/23-1-2004 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Φλώρινας Α. Κ., με εκτιμηθείσα αντικειμενική αξία του όλου ακινήτου 7.676,98 ευρώ και δηλωθέν τίμημα στο άνω συμβόλαιο για το όλο ακίνητο 8.268,29 ευρώ. Η αξία του περιουσιακού αυτού στοιχείου, μετ' αναγωγή στον κρίσιμο χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής αποτιμάται στο ποσό των 5.000,00 ευρώ (15.000,00 ευρώ η αξία του όλου ακινήτου Χ 1/3), λαμβανομένων υπόψη των διδαγμάτων της κοινής πείρας και των κανόνων της λογικής αναφορικά με τη σχέση αντικειμενικής προς αγοραία αξία και με συνυπολογισμό της προφανούς μεταβολής της αξίας αυτού κατά τον διαδραμόντα χρόνο. Ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια του γάμου τους και έως το κρίσιμο χρονικό σημείο της αμετάκλητης λύσης αυτού απέκτησε τα παρακάτω αναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία είχαν την ακόλουθη σημειούμενη για καθένα αξία κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής: α) Ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας σε οικόπεδο, εμβαδού 50 τ.μ. περίπου, που κείται επί της ... ..., μετά της επ' αυτού παλαιάς διόροφης οικίας, αποτελούμενης από ημιυπόγειο, εμβαδού 30 τ.μ., πρώτο όροφο, εμβαδού 50 τ.μ. και δεύτερο όροφο, εμβαδού 50 τ.μ., το οποίο περιήλθε σ' αυτόν δυνάμει του υπ' αριθ. 5961/1996 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Φλώρινας Δ. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Φλώρινας στον τόμο ... μέ αριθμό .... Το έτερο 1/2 εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας του ίδιου ακινήτου περιήλθε δυνάμει του αυτού συμβολαίου στην ενάγουσα. Η αντικειμενική αξία του όλου ακινήτου προσδιορίσθηκε κατά τον άνω χρόνο στο ποσό των 9.068.172 δραχμών, ενώ η αξία αυτού τόσο κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους, όσο και κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της κρινόμενης αγωγής αναβιβάζεται στο ποσό των 40.000,00 ευρώ και επομένως η αξία του μεριδίου του εναγομένου ανέρχεται στο ποσό των 20.000,00 ευρώ, β) Ποσοστό 11/24 εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας σε οικόπεδο, εμβαδού κατά τον τίτλο κτήσης 382 τ.μ. και κατόπιν νεώτερης εμβαδομέτρησης 354,82 τ.μ., που κείται επί της συμβολής των οδών ... ..., το οποίο περιήλθε σ' αυτόν δυνάμει του υπ' αριθ. 8724/1999 συμβολαίου πώλησης της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών στον τόμο ... με αριθμό .... Ποσοστό 11/24 εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας του ίδιου ακινήτου περιήλθε δυνάμει του αυτού συμβολαίου στην ενάγουσα. Η αντικειμενική αξία των μεταβιβασθέντων ποσοστών 11/12 εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας προσδιορίσθηκε κατά τον άνω χρόνο στο ποσό των 12.933.756 δραχμών, ενώ η αξία αυτών τόσο κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους, όσο και κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της κρινόμενης αγωγής αναβιβάζεται στο ποσό των 110.000,00 ευρώ, και επομένως η αξία του μεριδίου του εναγομένου ανέρχεται στο ποσό των 110.000,00 ευρώ, γ) το διαμέρισμα, εμβαδού καθαρού 91,25 τ.μ. και μικτού 109,95 τ.μ., του τρίτου ορόφου της κειμένης επί της ... ... οικοδομής, μετά του αναλογούντος σ' αυτό εξ αδιαιρέτου ποσοστού συγκυριότητας επί των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χωρών, μερών και εγκαταστάσεων της όλης οικοδομής 71,52/1000, το οποίο περιήλθε σ' αυτόν δυνάμει του υπ' αριθ. 1271/21-12-2001 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Φλώρινας Α. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών στον τόμο 1289 με αριθμό 65149. Η αντικειμενική αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου προσδιορίσθηκε κατά τον άνω χρόνο στο ποσό των 16.125.243 δραχμών, ενώ η αγοραία αξία αυτού τόσο κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους, όσο και κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της κρινόμενης αγωγής αναβιβάζεται στο ποσό των 130.000,00 ευρώ, δ) Το οικόπεδο 430 τ.μ., που κείται στον Α. ..., το οποίο περιήλθε σ' αυτόν δυνάμει του υπ' αριθ. 21633/31-10-2002 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Φλώρινας Ά. Χ. Μ., και η αντικειμενική αξία του προσδιορίσθηκε στο ποσό των 3.013,50 ευρώ. Η αγοραία αξία του τόσο κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους, όσο και κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της κρινόμενης αγωγής αποτιμάται στο ποσό των 12.000,00 ευρώ, ε) Ποσοστό 2/24 εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας επί ενός οικοπέδου, εμβαδού κατά τον τίτλο κτήσης 354,82 τ.μ., κειμένου στον αστικό προσφυγικό συνοικισμό ... ... και επί της συμβολής των ... μετά της επ' αυτού παλαιάς οικίας, αποτελούμενης από ισόγειο εμβαδού 60 τ.μ., και πρώτο όροφο, εμβαδού 60 τ.μ., και πρώτο όροφο, εμβαδού 60 τ.μ., το οποίο περιήλθε σ' αυτόν δυνάμει του υπ' αριθ. 1949/17-4-2003 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Φλώρινας Α. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών στον τόμο ... με αριθμό .... Η αντικειμενική αξία του μεταβιβασθέντος ποσοστού εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας προσδιορίσθηκε κατά τον άνω χρόνο στο ποσό των 5.596,74 ευρώ, ενώ η αγοραία αξία αυτού τόσο κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους, όσο και κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της κρινόμενης αγωγής αναβιβάζεται στο ποσό των 9.100,00 ευρώ, στ) Το ισόγειο γκαράζ, εμβαδού 14,52 τ.μ., της κειμένης επί της συμβολής των ... ... οικοδομής, μετά του αναλογούντος σ' αυτό εξ αδιαιρέτου ποσοστού συγκυριότητας επί του οικοπέδου και των λοιπών κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων, μερών και εγκαταστάσεων της οικοδομής 10/1000, το οποίο περιήλθε σ' αυτόν δυνάμει του υπ' αριθ. 3048/21-12-2005 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Φλώρινας Α. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών στον τόμο 1... με αριθμό ... Η αντικειμενική αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου προσδιορίσθηκε κατά τον άνω χρόνο στο ποσό των 2.169,29 ευρώ, ενώ η αγοραία αξία αυτού τόσο κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους, όσο και κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της κρινόμενης αγωγής αναβιβάζεται στο ποσό των 5.000,00 ευρώ, και ζ) Το διαμέρισμα, εμβαδού καθαρού 96,10 τ.μ. και μικτού 117,49 τ.μ., του δευτέρου ορόφου της κειμένης επί της συμβολής των ... ... οικοδομής, μετά του αναλογούντος σ' αυτό εξ αδιαιρέτου ποσοστού συγκυριότητας επί των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων, μερών και εγκαταστάσεων της όλης οικοδομής 174,99/1000, το οποίο περιήλθε σ' αυτόν δυνάμει του υπ' αριθ. 3463/24-1-2007 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Φλώρινας Α. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών στον τόμο ... με αριθμό .... Η αντικειμενική αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου προσδιορίσθηκε κατά τον άνω χρόνο στο ποσό των 54.488,70 ευρώ, ενώ η αγοραία αξία αυτού τόσο κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμους τους, όσο και κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της κρινόμενης αγωγής αναβιβάζεται στο ποσό των 120.000,00 ευρώ. Το τελευταίο αυτό διαμέρισμα αγόρασε ο εναγόμενος κατόπιν άτυπης γονικής παροχής από τη μητέρα του των δικαιωμάτων της που απέρρεαν από το υπ' αριθ. 2391/30-4-2004 προσύμφωνο συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Φλώρινας Α. Κ., δυνάμει του οποίου η πωλήτρια Θ. σύζυγος Γ. Α. ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει και μεταβιβάσει κατά κυριότητα το εν λόγω ακίνητο στη μητέρα του εναγομένου Μ. χήρα Π. Σ. το γένος Ε. Χ., έναντι του τιμήματος των 50.250,69 ευρώ, συνεπώς δεν μπορεί να συνυπολογισθεί αυτό στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, κατ' άρθρο 1400 παρ. 3 του ΑΚ. Έτσι, η αξία των περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου κατά την 23-7-2010, οπότε λύθηκε αμετάκλητα ο γάμος του με την ενάγουσα, ανέρχεται κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής αλλά και κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους, σε 231.100.00 ([20.000,00 + 55.000,00 + 130.000,00 + 12.000,00 + 9.100,00 + 5.000,00 + 120.000,00] = 351.000,00 - 120.000,00 = 231.000,00) ευρώ, ποσό κατά το οποίο αυξήθηκε η περιουσία του. Η απόκτηση της περιουσίας αυτής εκ μέρους του εναγομένου έγινε με τα εισοδήματα του από την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος, η έναρξη της οποίας τοποθετείται στο έτος 1985, αλλά και με τη συνεισφορά της ενάγουσας, όπως αναλυτικά εκτίθεται στη συνέχεια. Συγκεκριμένα, τα καθαρά εισοδήματα του εναγομένου κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης του με την ενάγουσα ανέρχονται: α) για το οικονομικό έτος 1993 (εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 1-1-1992 έως 31-12-1992) στο ποσό των 536.407 δραχμών (1.574,00 ευρώ) από την άσκηση της δραστηριότητας του ως δικηγόρου, β) για το οικονομικό έτος 1994 (εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 1-1-1993 έως 31-12-1993) στο ποσό των 1.934.174 δραχμών (5.676,20 ευρώ), από την άσκηση της δραστηριότητας του ως δικηγόρου, γ) για το οικονομικό έτος 1995 (εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 1-1-1994 έως 31-12-1994) στο ποσό των 2.511.479 δραχμών (7.370,40 ευρώ), από την άσκηση της δραστηριότητας του ως δικηγόρου, δ) για το οικονομικό έτος 1996 (εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 1-1-1995 έως 31-12-1995) στο ποσό των 3.883.839 δραχμών (11.398,00 ευρώ), από την άσκηση της δραστηριότητας του ως δικηγόρου, ε) για το οικονομικό έτος 1997 (εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 1-1-1996 έως 31-12-1996) στο ποσό των 3.923.060 δραχμών (11.513,00 ευρώ), από την άσκηση της δραστηριότητας του ως δικηγόρου, στ) για το οικονομικό έτος 1998 (εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 1.1.1997 έως 31.12.1997) στο ποσό των 4.621.629 δραχμών (13.563,10 ευρώ, από την άσκηση της δραστηριότητας του ως δικηγόρου, ζ) για το οικονομικό έτος 1999 (εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 1-1-1998 έως 31-12- 1998) στο ποσό των 3.329.604 δραχμών (9.971,40 ευρώ), από την άσκηση της δραστηριότητας του ως δικηγόρου, και στο ποσό των 1.098 δρχ. (3,22 ευρώ) και 8.015 δρχ. (23,50 ευρώ) από την εκμίσθωση ακινήτων του, η) για το οικονομικό έτος 2000 (εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 1-1-1999 έως 31-12- 1999) στο ποσό των 5.295.694 δραχμών (15.541,20 ευρώ), από την άσκηση της δραστηριότητας του ως δικηγόρου, και στο ποσό των 1.098 δρχ. (3,22 ευρώ) και 2.854 δρχ. (8,40 ευρώ) από την εκμίσθωση ακινήτων του, θ) για το οικονομικό έτος 2001 (εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 1-1-2000 έως 31-12- 2000) στο ποσό των 10.390.164 δραχμών (30.492,00 ευρώ), από την άσκηση της δραστηριότητας του ως δικηγόρου, και στο ποσό των 1.098 δρχ. (3,22 ευρώ) και 2.854 δρχ. (8,40 ευρώ) από την εκμίσθωση ακινήτων του, ι) για το οικονομικό έτος 2002 (εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 1-1-2001 έως 31-12- 2001) στο ποσό των 12.229.603_δραχμών (35.890,25 ευρώ), από την άσκηση της δραστηριότητας του ως δικηγόρου, και στο ποσό των 1.098 δρχ. (3,22 ευρώ) και 240.000 δρχ. (704,35 ευρώ) από την εκμίσθωση ακινήτων του, ια) για το οικονομικό έτος 2003 (εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 1-1-2002 έως 31-12-2002) στο ποσό των 27.109,72 ευρώ, από την άσκηση της δραστηριότητας του ως δικηγόρου, και στο ποσό των 3,29 ευρώ, 1.327,00 ευρώ και 705,00 ευρώ από την εκμίσθωση ακινήτων του, ιβ) για το οικονομικό έτος 2004 (εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 1-1-2003 έως 31-12-2003) στο ποσό των 24.290,98 ευρώ, από την άσκηση της δραστηριότητας του ως δικηγόρου, και στο ποσό των 3,29 ευρώ και 705,00 ευρώ από την εκμίσθωση ακινήτων του, και τέλος, ιγ) για το οικονομικό έτος 2005 (εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 1-1-2004 έως 31-12-2004) στο ποσό των 13.201.81 ευρώ από την άσκηση της δραστηριότητάς του ως δικηγόρου, και στο ποσό των 8,10 ευρώ και 705,00 ευρώ από την εκμίσθωση ακινήτων του.

Συνεπώς, τα συνολικά εισοδήματα του εναγομένου κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης του, με την ενάγουσα ανέρχονται στο ποσό των 211.806.27 ευρώ. Η ενάγουσα, η οποία ήδη κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους ήταν πτυχιούχος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Φλώρινας και φοιτούσε στο Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων του ΤΕΙ Κοζάνης, κατά τα πρώτα χρόνια του γάμου τους και συγκεκριμένα μέχρι το έτος 1997, δεν εργαζόταν, παρέχοντας αποκλειστικά τις υπηρεσίες της για τη λειτουργία του οικογενειακού οίκου. Έκτοτε μέχρι και την οριστική διάσπαση της έγγαμης σχέσης τους η ενάγουσα παρείχε την εργασία της καθημερινά στο κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος με το διακριτικό γνώρισμα "..." που στεγάζεται ..., συνεκμετάλλευσης αυτής και του Κ. Σ., μέχρι το έτος 2000, οπότε αποκλειστικός φορέας της επιχείρησης έγινε η ενάγουσα. Η επιχείρηση αυτή ιδρύθηκε και άρχισε να λειτουργεί κατόπιν επίμονων πιέσεων του εναγομένου στο όνομα της ενάγουσας, ενόψει της δικηγορικής ιδιότητας του ίδιου και της εντεύθεν αδυναμίας του να είναι τυπικά φορέας αυτής, ωστόσο την οικονομική διαχείριση της είχε ο τελευταίος. Μετά το διορισμό της ως εκπαιδευτικού κατά το έτος 2002, συνέχισε η ενάγουσα να παρέχει την εργασία της στην ανωτέρω επιχείρηση κατά τα σαββατοκύριακα και κατά τις σχολικές διακοπές. Ειδικότερα η ενάγουσα παρείχε την προσωπική της εργασία στην ανωτέρω επιχείρηση καθημερινά από της έναρξης λειτουργίας της το έτος 1997 μέχρι το έτος 2002 και έκτοτε κατά τα σαββατοκύριακα, εορτές και διακοπές σχολικές, τουλάχιστον επί 12ωρο ημερησίως, οργανώνοντας και ελέγχοντας τις προμήθειες, τη λήψη και εκτέλεση παραγγελιών, την εξυπηρέτηση των πελατών, το προσωπικό, το ταμείο, επιμελούμενη των χώρων της επιχείρησης και γενικά εποπτεύοντας όσα αφορούσαν στην ορθή λειτουργία αυτής, χωρίς αμοιβή. H οικονομική αξία των ανωτέρω υπηρεσιών της αποτιμώνται, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, τουλάχιστον στο ποσό των 300.000 δραχμών/μήνα και συνολικά για το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 30-112001, στο ποσό ήδη των 51.920,00 (880,00 ευρώ Χ 59 μήνες) ευρώ, μετ' αναγωγή στο χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής, και για το χρονικό διάστημα από το έτος 2002 έως την οριστική διάσταση τους κατά το καλοκαίρι έτους 2004. στο ποσό των 19.080.00 (680,00 ευρώ Χ [3 μήνες κατ' έτος, δηλαδή] 6 μήνες = 5.280,00 ευρώ + [138 σαββατοκύριακα Χ 100,00 ευρώ =] 13.800,00) ευρώ. Ταυτόχρονα η ενάγουσα, η οποία κατάγεται από ιδιαίτερα εύπορη και επιφανή οικογένεια, καθόλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης φρόντιζε και περιποιόταν τον εναγόμενο και το παιδί τους, ασχολούμενη καθημερινά με τις οικιακές εργασίες, που είχαν σχέση με την οργάνωση, τη συντήρηση, την καθαριότητα, την παρασκευή φαγητού και την ανατροφή του κοινού τους τέκνου, διαχειριζόμενη με σύνεση τα έσοδα της οικογενείας τμήμα των οποίων απετέλεσαν και οι χρηματικές παροχές από τους γονείς της, είτε για την κάλυψη των δαπανών επίπλωσης της συζυγικής οικίας αλλά και του γραφείου του εναγομένου, που στεγάσθηκε στο προαναφερόμενο υπό στοιχ. γ' ακίνητο, είτε για την κάλυψη μέρους του τιμήματος αγοράς των προαναφερομένων ακινήτων. Ειδικότερα οι παροχές των γονέων της ενάγουσας γίνονταν σε μετρητά απευθείας στα χέρια είτε της ενάγουσας είτε του εναγομένου, τον οποίο ο πατέρας της ενάγουσας αντιμετώπιζε ως γιό του, οι οποίοι ακολούθως είτε κατέθεταν αυτά στους τραπεζικούς λογαριασμούς που τηρούσαν είτε κατέβαλαν αυτά στους πιστωτές τους, όπως στη "... Α.Ε.", στην οποία καταβλήθηκε το ποσό των 1.385.471 δρχ., στις 12-12-1992 και στην "Ανώνυμη Βιομηχανική Εταιρία Παραγωγής Επίπλων Α.Ε.", στην οποία καταβλήθηκε το ποσό των 300.000 δρχ. στις 12-12-1992, ενώ για την απόκτηση από την ενάγουσα των προαναφερομένων υπό στοιχ. α' και β' ακινήτων (ποσοστό 1/2 και 11/24 εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας, αντιστοίχως) μηδενική συμμετοχή είχε ο εναγόμενος, αφού αποκτήθηκαν αυτά αποκλειστικά με χρήματα των γονέων της ενάγουσας. Η τελευταία, περαιτέρω, παρείχε αμέριστη συμπαράσταση στον εναγόμενο, με αποτέλεσμα να δημιουργεί ασφάλεια στο συζυγικό οίκο, αλλά και το κατάλληλο κοινωνικό και ψυχολογικό κλίμα για την απρόσκοπτη ενασχόληση του εναγομένου με την εργασία του, ακόμη δε και όταν πληροφορήθηκε για τις εξωσυζυγικές σχέσεις αυτού, έκανε υπομονή και ανέχθηκε την ανωτέρω συμπεριφορά του, προκειμένου να διατηρηθεί η έγγαμη σχέση, για χάρη του ανήλικου τότε τέκνου τους. Οι υπηρεσίες αυτές υπήρξαν σημαντικές και υπερέβαιναν το μέτρο της υποχρέωσης της για συμβολή στις οικογενειακές ανάγκες δεδομένου ότι ο εναγόμενος δεν συμμετείχε στη διαχείριση του κοινού οίκου, τη φροντίδα του παιδιού και την αντιμετώπιση των καθημερινών αναγκών, πλην της συμμετοχής του στην κάλυψη των οικονομικών αναγκών της οικογένειας. Η οικονομική αξία των υπηρεσιών αυτών της ενάγουσας αποτιμάται τουλάχιστον στο ποσό των 400,00 ευρώ ανά μήνα και συνολικά για όλη τη διάρκεια, της έγγαμης συμβίωσής τους ανέρχεται στο ποσό των 56.000,00 (400,00 ευρώ Χ 140 μήνες). Εξάλλου, η ενάγουσα εισέπραξε από την εκμίσθωση κατά την 21-10-1994 του διαμερίσματος, ιδιοκτησίας της, το οποίο απέκτησε πριν από το γάμο τους, εμβαδού 90 τ.μ., κειμένου στο δεύτερο όροφο τΐ3ς οικοδομής επί της ... ..., έναντι μηνιαίου μισθώματος ύψους 110.000 δρχ., πλέον χαρτοσήμου 3,6%1 αναπροσαρμοζομένου κατά ποσοστό 15% ανά διετία, έως και την 1-2-2001, οπότε λύθηκε η σύμβαση μίσθωσης, μισθώματα συνολικού ύψους 29.413,80 ευρώ, και από 1-3-2001 έως 1-4-2003, έναντι μηνιαίου μισθώματος ύψους 585,00 ευρώ Χ 24 μήνες = 14.051,00 ευρώ, πλέον τόκων ύψους 520,87 ευρώ και δικαστικών εξόδων ύψους 550,00 ευρώ, που επιδικάσθηκαν σ' αυτήν με την υπ' αριθ. 16536/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Άλλωστε, κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους η ενάγουσα είχε ήδη κατατεθειμένο στον υπ' αριθ. 22813684 τραπεζικό λογαριασμό, που τηρούσε με τον πατέρα της στην Εμπορική Τράπεζα Ελλάδας, το ποσό των 2.450.000 δραχμών και ήδη 7.190,00 ευρώ με αφορμή δε το γάμο της αυτόν της χορηγήθηκε το ποσό των 1.220.326 δραχμών και ήδη 3.581,30 ευρώ, ως γαμήλιο επίδομα από το Ταμείο Νομικών, διότι τυγχάνει θυγατέρα δικηγόρου, ήτοι, το συνολικό ποσό των 10.771,30 ευρώ, το, οποίο όμως εξακολουθεί να παραμένει στην περιουσία της ενάγουσας. Το ημερομίσθιο της ως αναπληρωματικής εκπαιδευτικού στην Κοζάνη κατά το χρονικό διάστημα από 27-3-2002 έως 21-6-2002 ανερχόταν σε 32,58 ευρώ, στην 'Αθυτο Χαλκιδικής κατά το σχολικό έτος 2002-2003 ανερχόταν σε 40,12 ευρώ, και στη ... κατά το σχολικό έτος 2003 - 2004 στο ποσό των 44,93 ευρώ, ήτοι, συνολικά από την παραπάνω εργασία της εσόδευσε το ποσό των 17.750.00 (950,00 ευρώ μηνιαίως Χ 9 μήνες] = 8.550,00 + [1.000,00 ευρώ Χ 9 μήνες] = 9.000,00) ευρώ. Τη στεγαστική της ανάγκη, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα υπηρεσίας της στη Χαλκιδική, κάλυψε η ενάγουσα μισθώνοντας ένα διαμέρισμα έναντι μηνιαίου μισθώματος 150,00 ευρώ, ποσό το οποίο ήδη εισέπραττε από την εκμίσθωση του γραφείου, που κείται επί της ... ..., συνιδιοκτήτρια του οποίου τυγχάνει κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου. Έτσι, η ενάγουσα συνέβαλε ποικιλοτρόπως στην προαναφερόμενη περιουσιακή επαύξηση του εναγόμενου.

Ειδικότερα, συνέβαλε με την παροχή της προσωπικής της εργασίας στην εκμετάλλευση του άνω καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος, με τα εισοδήματά της από τη δραστηριότητα της ως εκπαιδευτικού και με τις υπηρεσίες που προσέφερε για τη λειτουργία της συζυγικής οικίας και για την ανατροφή του παιδιού τους, κατά το υπερβαίνον, την κατ' άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ υποχρέωση της, μέρος. Η συμβολή της αυτή έγινε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, αλλά απέδωσε καρπούς και κατά τη διάρκεια της διάστασης τους κατά το καλοκαίρι έτους 2004 μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου τους στις 23-7-2010.

Συνεπώς, στην απόκτηση από τον ενάγοντα όλων των προαναφερομένων υπό στοιχ. α', β', γ', δ', ε' και στ' ακινήτων συνέβαλε η ενάγουσα κατά το ποσό των 188.215,00 (51.920,00 + 19.080,00 + 56.000,00 + 29.413,80 + 14.051,00 + 17.750,00) ευρώ, ήτοι, κατά ποσοστό 81,48%, το οποίο υπερβαίνει το 1/3 εκείνου των 231.000,00 ευρώ κατά το οποίο έγινε δεκτό ότι αυξήθηκε η περιουσία του εναγομένου. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο ισχυρισμός του εναγομένου περί μηδενικής συμβολής της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον δεν απέδειξε αυτός, ως όφειλε, ότι η ενάγουσα δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος του είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας του οφείλεται μόνο σ' αυτόν, τουναντίον αποδείχθηκε ότι ο ίδιος με ετήσιο συνολικό εισόδημα 3.923.060 δραχμών κατά το έτος 1996, δεν μπορούσε ν' αγοράσει ακίνητο αντικειμενικής αξίας 4.534.086 δραχμών, η οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατ' εκείνο το χρόνο, υπολειπόταν κατά πολύ της αγοραίας αξίας, ούτε με ετήσιο συνολικό εισόδημα 5.299.646 δραχμών κατά το έτος 1999 . μπορούσε ν' αγοράσει ακίνητο αντικειμενικής αξίας 12.933.756 δραχμών, ούτε με ετήσιο συνολικό εισόδημα 12.470.701 δραχμών κατά το έτος 2001 μπορούσε ν' αγοράσει ακίνητο αντικειμενικής αξίας 16.125.243 δραχμών. Κατ' ακολουθίαν, η κρινόμενη αγωγή, πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, ν' αναγνωρισθεί ότι η πραγματική συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, η οποία προσδιορίσθηκε στο ποσό των 231.000,00 ευρώ, απαρτιζόμενη από τα προαναφερθέντα υπό στοιχ. α' έως στ' ακίνητα, ανέρχεται σε ποσοστό 81,48%,.....".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες με τους παραπάνω λόγους, από το άρθρο 550 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, Πλημμέλειες καθόσον, μετ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 1400 και 138 ΑΚ, έκανε διετή, ως ουσιαστικά βάσιμη, την ένδικη, περί αποκτημάτων, αγωγή της αναιρεσιβλήτου δεχθείσα με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου αφενός την ουσιαστική αβασιμότητα της προταθείσας από τον αναιρεσείοντα ενστάσεως περί μηδενικής συμβολής της αναιρεσιβλήτου στην επαύξηση της περιουσίας του και αφετέρου την κατάφαση συνδρομής των από τις παραπάνω διατάξεις προβλεπομένου θεμελιωτικών της αγωγικής αξιώσεως προϋποθέσεων και ειδικότερα, πλην της συνομολογουμένης, αμετακλήτου λύσεως (23.7.2010) του μεταξύ των διαδίκων, κατά την 7.11.92, τελεσθέντος, γάμου, α) της αυξήσεως της περιουσίας του αναιρεσείοντος αποτιμώμενης, κατά (περιουσιακό στοιχείο) και αξία που είχε αυτό κατά τον χρόνο τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο γεννέσεως της επιδίκου αξιώσεως για την οποία (επαύξηση της περιουσίας) ορθώς δεν υπολογίστηκαν η προ του γάμου υφιστάμενη περιουσία του αναιρεσείοντος (1/3 εξ αδιαιρέτου αγρού εκτάσεως 13737 τμ. στη θέση ...) και η κατά τη διάρκεια του γάμου αποκτηθείσα από δωρεά της μητρός του αναιρεσείοντος περιουσία (διαμέρισμα καθαρού εμβαδού 96,10 τ.μ. οικοδομής. Επί των ... Φλώρινας και β) της συμβολής της αναιρεσιβλήτου στην επελθούσα επαύξηση με λεπτομερή προσδιορισμό του είδους της συμβολής, της αξίας της και του αιτιωδούς συνδέσμου αυτής με την επαύξηση με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή αιτιολογία "η ενάγουσα συνέβαλε ποικιλοτρόπως στην περιουσιακή επαύξηση του εναγόμενου ειδικότερα συνέβαλε με την παροχή της προσωπικής της εργασίας στην εκμετάλλευση του καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος με τα εισοδήματά της από τη δραστηριότητά της ως εκπαιδευτικού και με τις υπηρεσίες που προσέφερε για τη λειτουργία της συζυγικής οικίας ,και για την ανατροφή του παιδιού τους κατά το υπερβαίνον, την κατ' αρθρ. 1389, 1390 ΑΚ υποχρέωσή τους, μέτρο. Η συμβολή αυτή έγινε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης αλλά απέδωσε καρπούς και κατά τη διάρκεια του χρόνου της διάστασής του (κατά το καλοκαίρι του 2004 μέχρι και την αμετάκλητης λύση του γάμου (23.7.2010), ο οποίος (χρόνος διαστάσεως) παραδεκτώς ελήφθη υπόψη για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας του αναιρεσείοντος, εφόσον το κρίσιμο χρονικό σημείο υπολογισμού αυτής είναι κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ο χρόνος της αμετακλήτου λύσεως του γάμου, του εναγόμενου δικαιουμένου στην ανταπόδειξη μηδενικής συμμετοχής της ενάγουσας στην κατά την διάρκεια της διαστάσεως επαλθούσα επαύξηση, την οποία όμως απέρριψε η προσβαλλόμενη, με την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως αναφερόμενη σε εκτίμηση πραγμάτων, παραδοχή ότι "η συμβολή.... απέδωσε καρπούς και κατά την περίοδο της διαστάσεως (καλοκαίρι 2004-μέχρι τη αμετάκλητη λύση του γάμου 23.7.2010).

Υπό τις πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προσβαλλόμενες από το αρθ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις οι οποίες, για το λόγο αυτό, κρίνονταν απορριπτέες ως αβάσιμες, σημειωμένου ότι η περαιτέρω δια των ως άνω λόγων προβαλλόμενη αιτίαση αναφορικά με τα, κατά το από 21.10.94 μέχρι 1.2.2001 χρονικό διάστημα εισπραχθέντα και, μετ' αναγωγή, στο συνολικό ποσό των 29413,8 ευρώ υπολογισθέντα μισθώματα, κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη καθόσον υπό την επίκληση της εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλειας, πλήττεται ανεπιτρέπτως η εκτίμηση των αποδείξεων.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ β' προκύπτει ότι, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, [ήτοι τις γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα] για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τις παραδοχές του, και όχι όταν παραβιάζει αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 1662/2010).

Με τον τρίτο [κατά το δεύτερο σκέλος του], λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αρ. 1 εδαφ. β ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση δια της παραδοχής της "περί σταθερής συμβολής της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας μου δια υπηρεσιών εντός του οίκου που υπερβαίνουν το εκ του άρθρου 1389 ΑΚ μέτρο κατά ποσό 400 ευρώ μηνιαίως....", παραβιάζει τα διδάγματα της κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία "όταν ο ένας εκ των συζύγων για επαγγελματικούς ή άλλους λόγους, αναγκάζεται να διαμένει μακριά από την οικογενειακή οικία η συνεισφορά του στις ανάγκες της οικογένειας εκ των πραγμάτων μειώνεται και δεν μπορεί να είναι ισοδύναμη εκείνης που επιδείκνυε όταν ζούσε εντός του οικογενειακού οίκου και επομένως δεν μπορεί να δέχεται (η προσβαλλόμενη απόφαση) σταθερή συμβολή της αναιρεσίβλητης στην αύξηση της περιουσίας μου με υπηρεσίες εντός του οίκου αποτιμώμενες σε 400€ μηνιαίως....". Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται σταθερή μηνιαία συμβολή της αναιρεσιβλήτου στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος αποτιμώμενη σε 400€, ενώ από την επισκόπηση αυτής (αποφάσεως) και δη από την παραδοχή κατά την οποία "η οικονομική αξία των υπηρεσιών αυτών της ενάγουσας αποτιμάται τουλάχιστον στο ποσό των 400€ κατά μήνα.....", προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχεται σταθερά μηνιαία συμβολή αξίας 400€ αλλά "τουλάχιστον 400 ευρώ", ευχερώς εντεύθεν συναγομένου ότι το ως άνω ποσό των 400 ευρώ αποτελεί το μέσο όρο της αξίας των προσφερθεισών υπηρεσιών της ενάγουσας καθ' όλη τη διάρκεια του γάμου (140 μήνες).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά α που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, παργ/νη, ένορκες βεβαιώσεις κ.λ.π.). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αμφίβολο, (Ολ.Α.Π. 2/2008) ή, κατ' άλλη έκφραση, αδιστάκτως βέβαιο (Ολ. Α.Π. 13-14-15/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το αρθρ. 559 περ. 11 γ' αναιρετικός λόγος (ΑΠ 577/2015, ΑΠ 87, 483, 1461/13). Με τους πέμπτο, [κατά το δεύτερο σκέλος] και έκτο, λόγους της αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος τα προς απόκρουση της κατ' αυτού από την αναιρεσίβλητης ασκηθείσας αγωγής και (προς) απόδειξη των προβληθεισών και ερευνηθεισών ενστάσεών του (υπάρξεως δωρεάς κ.λ.π.) μετ' επίκλησεως προσκομισθέντα από τον ίδιο έγγραφα και ειδικότερα τους υπ' αριθμ. 484/617007 - 25 και 33259531 τραπεζικούς λογαριασμούς του που διατηρούσε στην Εθνική και Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος αντίστοιχα καθώς και την 425/2008 απόφαση του Μον. Πρω. Φλώρινας περί έγγραφης προσημειώσεως. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και δε από την παραδοχή αυτής ότι "από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, που χρησιμεύουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων,.....". Προκύπτει ότι η τελευταία έλαβε υπόψη (και) τα παραπάνω έγγραφα με τη γενική αυτή αναφορά από την οποία, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της (προσβαλλομένης αποφάσεως) δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία περί του ότι και τα έγγραφα αυτά έχουν ληφθεί υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος.

Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι, η δια των ερευνομένων ως άνω λόγων προβαλλόμενη περαιτέρω - αιτίαση ότι από το παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκληση της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το αρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13, ΑΠ 1127/13). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο απ' αυτήν προβλεπόμενος λόγος, αναίρεσης για τη μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δεν ιδρύεται όταν ο προταθείς ισχυρισμός (πράγμα) είναι μη νόμιμος ή αλυσιτελής και επομένως μη δυνατή η άσκηση ουσιώδους επίδρασης στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 12/2004, Ολ. ΑΠ 2/89, ΑΠ 992/2014, ΑΠ 291/10). Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, 1072/2005), θα πρέπει όμως, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988, ΕλλΔνη 1989.1324). Ειδικότερα αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το αρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1011/1994, 1446/2003, 1933/2006) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 885/1994, 539/2003, 760/2004), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του αρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το αρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ προκύπτει ότι αν έχουν αυξηθεί κατά τη διάρκεια του γάμου οι περιουσίες και των δύο συζύγων και εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, θα γεννιώνται δύο αμοιβαίες αξιώσεις συμμετοχής στα αποκτήματα. Για καθεμιά θα εξετάζονται χωριστά οι προϋποθέσεις και το ύψος της. Οι δύο αμοιβαίες αξιώσεις, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του συμψηφισμού, υπόκεινται σε συμψηφισμό. Από το νόμο δεν προκύπτει η ανάγκη σύγκρισης των αυξήσεων των δύο περιουσιών, ώστε η διαφορά τους να αποτελέσει το αντικείμενο μιας μόνο αξίωσης προς μια κατεύθυνση (κατά του συζύγου με την μεγαλύτερη αύξηση). Άλλωστε κάθε αξίωση πρέπει να διατηρήσει την αυτοτέλειά της, αφού μπορεί και οι λοιπές προϋποθέσεις (εκτός από την αύξηση της περιουσίας του υποχρέου) να ποικίλλουν, π.χ. να διαφέρει το μέγεθος της συμβολής του καθενός (ΑΠ 658/05).

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την πληρότητα της ένστασης, όπως και. της αντένστασης, που προβάλλεται προς κατάλυση της ένστασης, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν όλα τα θεμελιωτικά της γεγονότα, που επιφέρουν, ως έννομη συνέπεια, την παρακώλυση της γέννησης ή άσκησης ή κατάλυσης του ένδικου δικαιώματος σε μεταγενέστερο χρόνο, ταυτόχρονα δε πρέπει να διατυπώνεται και αίτημα απόρριψης της αγωγής, ή της ένστασης για το συγκεκριμένο λόγο (Ολ. ΑΠ 472/1983).

Με τους έβδομο, [κατά το πρώτο σκέλος του], λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα την απ' αυτόν δια του εφετηρίου δικογράφου προβληθείσα ένσταση συμψηφισμού προς την αγωγική απαίτησης της με την παρακάτω διατύπωση υποβληθείσας αμοιβαίας, "ομοειδούς και ληξιπρόθεσμου αυταπαιτήσεως του", κατά τη διάρκεια του γάμου αυξήθηκε και η δίκη της (αναιρεσιβλήτου - ενάγουσας), περιουσία, καθώς απέκτησε μαζί με εμένα και με τα ίδια συμβόλαια αγοραπωλησίας, δύο ακίνητα που περιγράφονται στην αγωγή της και στη σελ. 8 αυτής υπό στοιχεία 1 και 2. Ειδικότερα η αντίδικος με το υπ' αριθ. .../31.12.1999 συμβόλαια της συμβ/φου Φλώρινας Δ. Κ. Κ. τα οποία μεταγράφηκαν νόμιμα απέκτησε: α) το 1/2 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο που βρίσκεται στην Φλώρινα και στην ... 50 τ.μ. (το λοιπό 1/2 του ακινήτου δυνάμει του ιδίου ως άνω συμβολαίου αγοραπωλησίας ανήκει σε εμένα) και β) τα 11/24 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου που βρίσκεται ... επί της οδού ... συνολικής εκτάσεως 383 τ.μ., όπως αυτό αναλυτικά περιγράφεται στην σελ. 8 και 9 της αγωγής υπό στοιχείο 2 (τα λοιπά 11/24 δυνάμει του ιδίου συμβολαίου ανήκουν σε εμένα).

Τα ακίνητα αυτά, αποκτήθηκαν αποκλειστικά με δικά μου εισοδήματα, τα τιμήματα των αγοραπωλησιών καταβλήθηκαν από εμένα και μόνο και περιήλθαν στην κυριότητά της, χωρίς αυτή να καταβάλλει ουδέν ποσό και συνακόλουθα η περιουσία της κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής μας αυξήθηκε κατά το ποσό στο οποίο ανέρχεται η αξία των παραπάνω ακινήτων.

Τα παραπάνω δεν έλαβε υπόψη της η εκκαλούμενη η οποία θα έπρεπε ορθώς κρίνοντας και εκτιμώντας τα αποδεικτικά στοιχεία η εκκαλούμενη να λάβει υπόψη, να προσδιορίσει κατά ποσό και εν τέλει να συμψηφίσει αυτό με το ποσό της απαίτησής της ενάγουσας από τη συμμετοχή στα κοινά αποκτήματα".

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού ο υπό την παραπάνω διατύπωση προβληθείς ισχυρισμός, στον οποίο αφορά η προσβαλλόμενη αιτίαση, έπασχε αοριστία ως ενδεής της επίκλησης των θεμελιωτικών της προτεινόμενης ανταπαιτήσεως πραγματικών περιστατικών και ειδικότερα, της αξίας κατά τον χρόνο αγοράς, εκάστου των ως άνω ακινήτων και αυτής κατά τον κρίσιμο χρόνο εγέρσεως της αγωγής, [στην οποία, (αξία) κατά τον αναιρεσείοντα, περιορίζεται η επαύξηση της περιουσίας της αναιρεσιβλήτου - ενάγουσας], (και) η οποία (αξία) ως μη αναφερόμενη στο εφετήριο δικόγραφο δεν μπορεί να συμπληρωθεί με την παραπομπή στην αναγραφόμενη στην αγωγή, καθόσον και ανεξάρτητα του απαραδέκτου της τοιαύτης παραπομπής, ο ενιστάμενος - αναιρεσείων αμφισβητεί ρητά αυτή (αξία) με την επίκληση ότι "οι αξίες των ακινήτου του κατά τους ισχυρισμούς της αντιδίκου αποτελούν τη διαφορά μεταξύ τελικής και αρχικής περιουσίας είναι παντελώς αυθαίρετες, αόριστες και ανταποδεικτές....η αξία των ακινήτων της αγωγής προσδιορίζεται με εντελώς αυθαίρετο υπολογισμό στον οποίο προβαίνει η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) εξ ιδίων κριτηρίων". Η περαιτέρω δια του πέμπτου και εβδόμου [κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του], λόγων της αναίρεσης προσβαλλομένη από τον αναιρεσείοντα, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη την δια των, από 17.12.14 δευτεροβάθμιων προτάσεων του υποβληθείσα α) ένσταση συμψηφισμού προς την αγωγική απαίτηση της κατά της αναιρεσιβλήτου υφισταμένης ανταπαιτήσεώς του απορρέουσας από την, διαρκούντος του γάμου τους, επέλθουσα επαύξηση της περιουσίας της τελευταίας αφενός δια της αγοράς αποκλειστικώς εκ των εισοδημάτων του ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου μάρκας ROVER μοντ. 2002 αξίας 16495 και αφετέρου δια της καταβολής της δαπάνης διατροφής του ανήλικου τέκνου τους "για τα έτη 2002-2010", με αποτέλεσμα την δια της εξοικονομήσεως της απαλαγούσης συμμετοχής της επαύξησης της περιουσίας της (ΑΠ 658/05) και β) ένσταση ύπαρξης κατά τον κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της τελικής περιουσίας, ανεξοφλήτων χρεών της κτηθείσας περιουσίας κρίνεται απορριπτέα ως αλυσιτελώς προβαλλόμενη εφόσον οι προβληθέντες ως άνω ισχυρισμοί δεν είχαν προταθεί, κατά τη σχετική ομολογία του αναιρεσείοντος, με το δικόγραφο της εφέσεως ή των ασκηθέντων πρόσθετων λόγων (κατά της πρωτοβαθμίου, ερήμην του αναιρεσείοντος εκδοθείσας 22/2013 αποφάσεως Π. Πρ. Φλώρινας), αλλά απαραδέκτως δια των ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κατατεθεισών από 17.12.2014 (ΑΠ 88, 571/2011, ΑΠ 1372/2010, ΑΠ 53/2009), μη δυνάμενοι για το λόγο αυτό να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας με αποτέλεσμα η σχετική παράλειψη του τελευταίου να μη μπορεί, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να θεμελιώσει την προβαλλόμενη (από το αρθ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ) αιτίαση.

Από το άρθρο 1400 Α.Κ. προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης του συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, αφότου τελέσθηκε ο γάμος και γ) η συμβολή, με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτής της περιουσίας του υπόχρεου. Για την τελευταία είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου. Η συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να συνίσταται όχι μόνον στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο γι ατην επιμέλεια και ανατροφή τέκνων, όταν και κατά το μέτρο αυτό δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσης του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ο υπόχρεος σύζυγος και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του. Η αποτίμηση των υπηρεσιών του ενάγοντος με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας-του εναγομένου συζύγου του, απαιτείται όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής. Στην περίπτωση αυτή, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμηση τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν. Η χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών αυτών του δικαιούχου συζύγου μπορεί να προκύπτει και από την χρηματική αξία ενός υποθετικού εισοδήματος, που ο δικαιούχος θα αποκόμιζε αν, αντί για τις υπηρεσίες αυτές, ασκούσε ορισμένη επαγγελματική δραστηριότητα, στην οποία θα μπορούσε να επιδοθεί και την οποία θυσίασε για χάρη της οικογένειας (ΑΠ 43/2015, ΑΠ 1059/2014). Ειδικότερα, όταν ο ενάγων δεν περιορίζεται στο μαχητό τεκμήριο του άρθρου 1400§1 εδ. β' ΑΚ και στον καθιερούμενο με αυτό τεκμαρτό προσδιορισμό της συμβολής και του μεγέθους της στο 1/3, αλλά θεμελιώνει την αγωγή του, στον πραγματικό υπολογισμό και επικαλείται συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου του, με παροχές, οι οποίες συνιστούν ιδιαίτερους τρόπους εκπλήρωσης της υποχρέωσής του για συνεισφορά στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, τότε για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής του, με την οποία ζητεί από τον εναγόμενο, να του αποδώσει το μέρος της αύξησης της περιουσίας του που προέρχεται από τη δική του συμβολή, πρέπει: α) να καθορίζει τη δαπάνη που απαιτήθηκε, για την πραγματοποίηση της περιουσιακής αύξησης του εναγόμενου, β) να αποτιμά τις παροχές του, προς τον εναγόμενο, καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο έγιναν και γ) να καθορίζει είτε α) το ποσό το οποίο όφειλε, με βάση τις δυνάμεις του, να, συνεισφέρει, στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, αφού οι παραπάνω παροχές, μόνον κατά το μέρος που υπερβαίνουν το ποσό της οφειλόμενης συνεισφοράς, αποτελούν συμβολή στην περιουσιακή επαύξηση του εναγόμενου και παρέχουν δικαίωμα απόδοσης και όχι στο σύνολό τους, έτσι ώστε από το λόγο της αξίας των παροχών, κατά το μέρος που υπερβαίνουν την οφειλόμενη συνεισφορά, προς τη δαπάνη που απαιτήθηκε, για την πραγματοποίηση της περιουσιακής επαύξησης του εναγόμενου, να προκύπτει το αιτούμενο με την αγωγή ποσοστό συμμετοχής του ενάγοντος σε αυτήν, είτε β) το, πέραν της εκ των διατάξεων των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ αναλογούσης υποχρεωτικής συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, ποσό της συμβολής αυτούς (ενάγοντος) στην επικαλούμενη επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, για το ορισμένο της σχετικής (υπο στοιχ.β) επικλήσεως μη απαιτουμένης ούτε της αναφοράς του ύψους των συνολικών οικογενειακών αναγκών ούτε του κατά ποσό προσδιορισμού της συνεισφοράς στην οποία υποχρεούται ο ενάγων (ΑΠ 1155/2017, ΑΠ 1511/2005, ΑΠ 43/2015, ΑΠ 825/2015). Όταν όμως η αξίωση στηρίζεται στην τεκμαρτή συμβολή, τότε, μοναδική προϋπόθεση έχει, την επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου, κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποία, και μόνον, ο ενάγων οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει, προσδιορίζοντας την τυχόν αρχική, κατά την τέλεση του γάμου περιουσία του εναγόμενου και την τελική, κατά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου ή τη συμπλήρωση τριετούς διάστασης περιουσία του, καθώς και την αξία σε χρήμα και των δύο, κατά το χρόνο αυτό και ειδικότερα, για την περίπτωση της συμπλήρωσης τριετούς διάστασης, την αξία της. περιουσίας κατά το χρόνο παροχής της έννομης προστασίας, δηλαδή της άσκησης της αγωγής. Άρα, στην περίπτωση αυτή, ο δικαιούχος σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ούτε της συμβολής του καθ' εαυτήν, ούτε του ποσοστού της, επομένως δε ούτε του ποσού της οφειλόμενης συνεισφοράς του, αν έχει συμβάλει με παροχές που συνιστούν εκπλήρωση της υποχρεώσεως για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας (ΑΠ 1173/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 411/2004 ΕλλΔνη 2004.1355).

Με τον όγδοο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η κατ' ορθή εκτίμηση, των προς θεμελίωση του εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αρ. 14 (και όχι 1) ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, δέχθηκε το ορισμένο, απορρίπτοντας την υπ' αυτού προβληθείσα ένσταση αοριστίας, της επί της πραγματικής συμβολής του άρθρου 1400 ΑΚ ερειδομένης κυρίας βάση της κατ' αυτού εγερθείσας, περί αποκτημάτων, ενδίκου αγωγής της αναιρεσιβλήτου, παρά την έλλειψη προσδιορισμού στο αγωγικό δικόγραφο, του απαιτούμενου για τον καθορισμό του (πέραν της εκ των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ αναλογούσης υποχρεωτικής συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών) ποσού της συμβολής της ενάγουσας - αναιρεσιβλήτου στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου - αναιρεσείοντος, αναφοράς αφενός του ύψους των συνολικών οικογενειακών αναγκών και αφετέρου του κατά ποσό προσδιορισμού της συνεισφοράς στην οποία υποχρεούτο, η τελευταία αρκεσθείσα στην επίκληση αυτής (ενάγουσας) ότι "οι αναφερθείσες υπηρεσίες μόνο στο συζυγικό οίκο υπερέβαιναν την κατά νόμο υποχρέωση μου να συμβάλλων στις οικογενειακές ανάγκες, και ως τούτου αφαιρώντας το υποχρεωτικό αυτό ποσοστό συνεισφοράς στις οικογενειακές ανάγκες, οι προσφερόμενες επιπλέον οικιακές υπηρεσίες μου αποτιμώνται οικονομικά: 1) για τη χρονική περίοδο 1.1.1993 μέχρι 31.12.1995 σε 14.088,6 ευρώ, 2) για το χρονικό διάστημα από 1.1.1996 μέχρι 31.12.2000 σε 38.738,8 ευρώ και 3) για τη χρονική περίοδο από 1.1.2001 μέχρι 29.7.2004 σε 30.818,9 ευρώ". Ο λόγος, αυτός κρίνεται απορριπτέο ως αβάσιμος αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν απαιτείται για το ορισμένο της ενδίκου αγωγής η αναφορά των κατά την προβαλλόμενη αιτίαση ελλειπόντων στοιχείων αρκούσης προς τούτο της αναφοράς του, πέραν της εκ των διατάξεων των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ αναλογούσης υποχρεωτικής συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, ποσού της συμβολής της (ενάγουσας) στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου - αναιρεσείοντος.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλους (κυρίου ή προσθέτου) αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρ. 495§4 ΚπολΔ). Έξοδα, δεν επιδικάζονται λόγω μη υποβολής σχετικού αιτήματος (ΚπολΔ 191§2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την [από 18.11.2015 και με αριθμ. Καταθ. 29/2015] αίτηση αναιρέσεως της 39/2015 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ