1553/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1553 / 2016 (Β Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 1553/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B’ Ποινικό Τμήμα Διακοπών Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Νικήτα Χρι...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 1553 / 2016 (Β Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1553/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B’ Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Νικήτα Χριστόπουλο - Εισηγητή, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 25778/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Σ. Ψ. του Π., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Χριστόφορο Αργυρόπουλο και Γρηγόριο Δαρμάρο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 37/9-8-2016 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Δέσποινας Χρονοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 897/2016..
Αφού άκουσε
Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους του κατηγορουμένου, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό Βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση για κάθε απόφαση, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ή δικονομικής διάταξης ποινικής διάταξης [ολΑΠ 8/2005]. Στην προκείμενη περίπτωση, η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου με την από 9-8-2016 ενώπιον της Γραμματέως του Αρείου Πάγου δήλωσή της, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 37/2016 έκθεση, δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά της με αριθμό 25778/2016 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (που καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ στις 2-8-2016), με την οποία ακυρώθηκε το κλητήριο θέσπισμα, που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο Σ. Ψ. για τα αποδιδόμενα σε αυτόν πλημμελήματα, επικαλούμενη ως λόγο αναίρεσης την εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των διατάξεων του ουσιαστικού ποινικού δικαίου των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 ΠΚ και 6 παρ. 1 εδάφ. 1 του Ν. 3213/2003. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [ΚΠοινΔ 457, 504 παρ. 1, 505 παρ. 2, 509 παρ.1] και πρέπει να εξεταστεί κατ’ ουσία. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η αναίρεση είναι απαράδεκτη, γιατί οι επικαλούμενες αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αφορούν στην εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της δικονομικής διάταξης του άρθρου 321 ΚΠοινΔ και όχι αντίστοιχης ουσιαστικής ποινικής, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, γιατί ρητώς αναφέρεται ότι ερμηνεύτηκαν εσφαλμένα οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 και 27 ΠΚ και 6 παρ. 1α του ν. 3213/2003, η δε εσφαλμένη ερμηνεία τους είχε ως συνέπεια την ακύρωση του κλητηρίου θεσπίσματος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 του ν. 3213/2003, όπως ισχύει, 1. Υπόχρεος σε δήλωση που παραλείπει να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή δήλωση τιμωρείται με φυλάκιση και με χρηματική ποινή έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ......2....... 3. Αν οι πράξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 τελέστηκαν από αμέλεια, επιβάλλεται χρηματική ποινή. Το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα όλες τις περιστάσεις, μπορεί να κρίνει τις πράξεις αυτές ατιμώρητες. Όμοια ρύθμιση ως προς το ως άνω αδίκημα υπάρχει και μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 227 του ν.4281/2014 και με το άρθρο 66 του ν.4389/2016. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 510 πα. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε [ολΑΠ 1/2002]. Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: <<...Από την επισκόπηση του αντίτυπου του κλητηρίου θεσπίσματος που υπάρχει στη δικογραφία προκύπτει ότι σε αυτό ουδόλως αναφέρονται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το ζήτημα του είδους της υπαιτιότητας του κατ/νου, αν δηλαδή η πράξη που του αποδίδεται τελέστηκε από δόλο ή από αμέλεια. Μάλιστα δεν αναφέρονται καν οι τυπικές φράσεις <<από πρόθεση>> ή <<από αμέλεια>>, στοιχείο απαραίτητο για την εξειδίκευση της υποκειμενικής υπόστασης του αποδιδομένου εγκλήματος, το οποίο, όπως αναφέρθηκε, διώκεται και τιμωρείται και αν τελεσθεί εξ αμέλειας. Τέλος η παράλειψη περιγραφής στο κλητήριο θέσπισμα του στοιχείου της υπαιτιότητας του κατ/νου δεν αναπληρώνεται από την παράθεση σε αυτό των άρθρων 26 παρ. 1 α και 27 παρ. 1 ΠΚ, αφού η διάταξη του αρ. 321 παρ. 1δ ΚΠΔ ορίζει σαφώς ότι το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει σωρευτικά και τον ακριβή καθορισμό της πράξης και το άρθρο του ποινικού νόμου που την προβλέπει>>. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, ακύρωσε το σε βάρος του αναιρεσίβλητου κλητήριο θέσπισμα, με το ακόλουθο περιεχόμενο: ήτοι του ότι: <<Κατηγορείται ως υπαίτιος του ότι στην "Αθήνα τους κάτωθι αναφερόμενους χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος όντας υπόχρεος σε υποβολή δήλωσης περιουσιακής κατάστασης υπέβαλε ανακριβείς και ελλιπείς δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης ("πόθεν έσχες") και συγκεκριμένα με την ιδιότητα του μετόχου εταιριών που εκμεταλλεύονται ενημερωτικά μέσα και εκδίδουν έντυπα πανελλήνιας εμβέλειας ("...", "..." και το διακριτικό τίτλο "..." (πρώην "...", "..." και το διακριτικό τίτλο "....") και υπόχρεος εκ του νόμου στην υποβολή δηλώσεων της περιουσιακής του κατάστασης, στις οποίες έπρεπε (μέχρι τις 31-12-2014 ως ίσχυε το άρθρο 2 παρ. 1α’ του Ν. 3213/2003 πριν την τροποποίησή του από το άρθρο 223 του Ν. 4281/2014) να περιλαμβάνονται τα υφιστάμενα κατά το χρόνο υποβολής τους περιουσιακά του στοιχεία, ενώ από 1-1-2015 (ως ισχύει το άρθρο 2 παρ. 1α’ του Ν. 3213/2003 μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 223 του Ν. 4281/2014) τα υφιστάμενα κατά τις 31 Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή, μεταξύ άλλων α) τα έσοδα από κάθε πηγή κατά το ελεγχόμενο έτος, γ) οι μετοχές ημεδαπών και αλλοδαπών εταιριών, τα ομόλογα και ομολογίες κάθε είδους, τα μερίδια των αμοιβαίων κεφαλαίων κάθε είδους και τα παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα κάθε είδους, δ) οι κάθε είδους καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια και άλλα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και τα κάθε είδους χρηματιστηριακά ή ασφαλιστικά προϊόντα και συμμετοχές σε κεφάλαια επιχειρηματικών ή επενδυτικών συμμετοχών και τα καταπιστεύματα, παρά ταύτα υπέβαλε ανακριβείς και ελλιπείς δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης, πλέον ειδικότερα α) στη ΔΠΚ του έτους 2011, αφορώσα τη χρήση του έτους 2010 και υποβληθείσα στις 30-6-2011 παρέλειψε να περιλάβει το ποσό των 986.179,92 ευρώ, μέσω του οποίου καλύφθηκαν δαπάνες αντίστοιχου ύψους αφορωσών την υπ’ αριθμ. .../8-8-2005 δανειακή σύμβαση, ποσό το οποίο προήλθε από τρίτο πρόσωπο και δη από το ατομικό χαρτοφυλάκιο του υιού του Π. Ψ., αποτελούν δωρεά - εισόδημα για τον υπόχρεο και το οποίο ουδέποτε δηλώθηκε τόσο στη ΔΠΚ του ελεγχόμενου έτους όσο και στη φορολογική δήλωση αυτού, στην οποία μάλιστα, το αρνητικό υπόλοιπο ύψους 965.685,03 ευρώ (οφειλόμενο κατά κύριο λόγο στις τμηματικές καταβολές ύψους 986.179,92 ευρώ για την εξυπηρέτηση της ως άνω σύμβασης), ήτοι ποσό δαπανών πλέον των εσόδων, δικαιολογήθηκε ως ανάλωση προηγούμενου ήδη φορολογηθέντος ή απαλλασσομένου φορολογίας κεφαλαίου ύψους 1.000.000 ευρώ, καθισταμένης της δηλώσεως ελλιπούς ως "προς το σημείο-τούτο, β) στη δήλωση του έτους 2011 αφορώσα το έτος 2010 και υποβληθείσα στις 30-6-2011 παρέλειψε να περιλάβει τις μετοχές της εταιρίας "...", καθισταμένης της δηλώσεως ελλιπούς ως προς το σημείο τούτο, γ) στη ΔΠΚ του έτους 2013 αφορώσα τη χρήση του έτους 2012 και υποβληθείσα στις 24-9-2013 δήλωσε για πρώτη φορά την κατοχή των μετοχών της ως άνω εταιρίας, χωρίς να αναφέρει βασικά στοιχεία τους, όπως τον αριθμό των τεμαχίων που κατέχονται, πότε έγινε η αγορά του, καθώς και το τίμημα που καταβλήθηκε, ενώ στην ως είρηται δήλωση και στο σχετικό πίνακα τέθηκε ο κωδικός "0", που σημαίνει ότι οι μετοχές αυτές είχαν δηλωθεί σε προηγούμενες χρήσεις, χωρίς ωστόσο να έχουν δηλωθεί, καθισταμένης της δήλωσης ανακριβούς ως προς το σημείο τούτο, δ) στις ΔΠΚ των ετών 2011, 2012 και 2013 αφορωσών των ετών 2010, 2011 και 2012 αντιστοίχως και υποβληθεισών στις 30-6-2011, 29-6-2012 και 24-9-2013 δήλωσε την κατοχή μετοχών εκ μέρους της συζύγου του (14.210 τεμάχια μετοχών ..., 25.000 τεμάχια μετοχών της τράπεζας "..." και 10.000 τεμάχια μετοχών της ...), καίτοι αυτές είχαν εκποιηθεί κατά το χρονικό διάστημα από 26-6-2008 έως 23-10-2008 με συνολική αξία 642.517,56 ευρώ, καθισταμένων των εν λόγω δηλώσεων ως προς το σημείο τούτο ανακριβών, ε) στη ΔΠΚ του έτους 2015 αφορώσα το έτος 2014 και υποβληθείσα στις 30-12- 2015 παρέλειψε να περιλάβει τον αριθμό των μετοχών της "...", που είχε αποκτήσει από τη συγχώνευση της τελευταίας με την εταιρία "...", καθισταμένης της δηλώσεως ως προς το σημείο τούτο ελλιπούς, στ) στη ΔΠΚ του έτους 2015 αφορώσα τη χρήση του έτους 2014 και υποβληθείσα στις 30-12- 2015 παρέλειψε να αναφέρει την κατοχή εκ μέρους των μετοχών των εταιριών "...." και "...", που είχαν δηλωθεί κατά την προηγούμενη χρήση του έτους 2013, καίτοι η αξία των μετοχών της πρώτης είχε μεταβληθεί από 0,01 ευρώ που ανερχόταν κατά το έτος 2013 σε 0,40 ευρώ κατά το ελεγχόμενο έτος, ενώ σχετικά με τις μετοχές της δεύτερης εταιρίας δεν προέκυψε η πράγματι κατοχή των μετοχών και η αξία τους κατά το ελεγχόμενο έτος, καθισταμένης της δηλώσεως ως προς το σημείο Τούτο ελλιπούς, ζ) στις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των ετών 2011 (αφορώσα τη χρήση του έτους 2010 και υποβληθείσα στις 30-6-2011), 2012 (αφορώσα τη χρήση του έτους 2011 και υποβληθείσα στις 29-6-2012), 2013 (αφορώσα τη χρήση του έτους 2012 και υποβληθείσα στις 24-9-2013), 2014 (αφορώσα τη χρήση του έτους 2013 και υποβληθείσα στις 13-10-2014) και 2015 (αφορώσα τη χρήση του έτους 2014 και υποβληθείσα στις 30-12-2015) δε συνυπέβαλε τα παραστατικά που υποστηρίζουν τα δηλωθέντα κονδύλια και ειδικότερα τραπεζικές βεβαιώσεις για τα ποσά καταθέσεων που δηλώθηκαν στις καταστάσεις των ετών 2010 έως 2012, παραστατικά - βεβαιώσεις που να εμφανίζουν την κίνηση των μετοχών του "...." από το έτος 2010 έως το έτος 2013, παραστατικά -βεβαιώσεις για τις αγορές - πωλήσεις λοιπών μετοχών, που δηλώθηκαν στα έτη 2010, 2012 και 2013, το οριστικό συμβόλαιο απορρόφησης της "..." από τη "...", συμβάσεις των δανείων από την τράπεζα "ALPHA BANK" και χρονοδιάγραμμα εκταμίευσης των ποσών των δανείων για το χρονικό διάστημα 2007 - 2014, καθώς και για το ίδιο χρονικό διάστημα βεβαιώσεις της ως άνω τράπεζας για τα ποσά που καταβλήθηκαν για την εξυπηρέτηση και εξόφληση δανείων, παραστατικά εξωχρηματιστηριακής πώλησης 33,718.750 μετοχών της εταιρίας "...." από τον υπόχρεο προς την εταιρία "...", που έλαβε χώρα στις 10-12-2013 και το καταστατικό συμβόλαιο της εταιρίας "...", από το οποίο να προκύπτει από πότε ο υπόχρεος ήταν μέτοχος της εταιρίας, με τι ποσοστό, καθώς και η εξέλιξη της μετοχικής σχέσης μέχρι το έτος 2015, καθισταμένων των δηλώσεων ως προς το σημείο τούτο ελλιπών.
Άρθρα: 1, 12, 14, 26 παρ. 1α’ , 27 παρ. 1, 51, 53, 61, 63, 65, 79, 98 παρ. 1 ΠΚ και 1 παρ. 1 περ. (ιθ), 6 παρ. 1 εδ. α’ , 10 παρ. 2 του Ν. 3213/2003, ως το άρθρο 1 αντικ. από το άρθρο 222 του Ν. 4281/2014 και το άρθρο 6 αντικ. από το άρθρο 227 του Ν. 4281/2014.
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο ερμήνευσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 19, 27 παρ. 1 ΠΚ και 6 παρ. 1 του ν. 3213/2003, όπως ισχύει. Κιαυτό γιατί στο επίμαχο κλητήριο θέσπισμα καθορίζεται επακριβώς η πράξη για την οποία κατηγορείται ο αναιρεσίβλητος, έτσι ώστε ικανοποιείται το εκ του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ δικαίωμά του να πληροφορηθεί την κατηγορία που του αποδίδεται και να μπορέσει να προετοιμάσει την υπεράσπιση του. Είναι δε ακριβής ο καθορισμός της πράξης εφόσον παρατίθενται σ’ αυτό τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αποδιδόμενη στον αναιρεσίβλητο ποινικά επιλήψιμη και διωκώμενη πράξη κατά τα αντικειμενικά αλλά και τα υποκειμενικά της στοιχεία. Ειδικότερα, το κλητήριο θέσπισμα αναφέρει κατά λέξη το κείμενο της ουσιαστικής ποινικής διάταξης της παρ. 1εδα του άρθρου 6 του νόμου 3213/2003, η οποία και αναγράφεται και η οποία δεν περιέχει τη φράση "με πρόθεση", που όμως εν προκειμένω ενυπάρχει στη στοιχειοθέτηση του περιγραφόμενου εγκλήματος, αφού κατά τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ 1α και 27ΠΚ, οι οποίες επίσης αναφέρονται στο εν λόγω κλητήριο, τα κακουργήματα και πλημμελήματα τιμωρούνται μόνο όταν τελούνται με δόλο.
Συνεπώς, αυτονοήτως και σαφώς προκύπτει ότι με το κλητήριο θέσπισμα αποδίδεται κατηγορία τελεσθείσα από δόλο, εφόσον στο κείμενο αυτού δεν αναφέρεται η φράση "από αμέλεια",που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του ίδιου νόμου, η οποία και δεν παρατίθεται, όπως δεν παρατίθεται και η διάταξη του άρθρου 26 παρ.1β ΠΚ, η οποία ορίζει ότι τα πλημμελήματα τιμωρούνται και όταν τελούνται από αμέλεια μόνο κατ’ εξαίρεση στις περιπτώσεις που ορίζει ειδικά ο νόμος. Ενόψει των ανωτέρω, ουδέν στοιχείο ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος δημιουργείται από την μη προσθήκη της φράσης "από πρόθεση" στην παρατεθείσα σ’ αυτό διάταξη του νόμου ,η οποία δεν την περιέχει, κάτι που συμβαίνει και σε άλλες περιπτώσεις, όπως ενδεικτικά στο άρθρο 28 του Ν.1650/1986 όπως ήδη ισχύει ή στο άρθρο 22 του Νόμου 2472/1997. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠοινΔ λόγος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή της ένδικης αίτησης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που τη δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 25.778/2016 απόφαση του Ι’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2016. Και
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Οκτωβρίου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ