1553/2014 · 1553/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)
AI generatedΑπόφαση 1553 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1553/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Πα...
Headnote / Official Regeste
AI generatedFull Text of the Judgment · 1553/2014
Απόφαση 1553 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1553/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ" νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραΐσκο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Φραγκάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητου και την από 30-6-2006 κύρια αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 510/2007 μη οριστική, 580/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 393/2011 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-9-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης ανέγνωσε την από 4-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από την κατ' άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι, η με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 393/2011 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι μη μετέχοντες της παρούσας κατ' αναίρεση δίκης Κ. Γ. και Φ. συζ. Κ. Γ., ενεργούντες υπό την ιδιότητά τους ως ασκούντων την γονική μέριμνα επί του ανηλίκου τέκνου τους Ν. Γ., άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών την από 30.6.2006 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 2898/2006 αγωγή, στρεφομένη κατά των ήδη διαδίκων, με την οποία ιστορούσαν ότι, η πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που ανήκε στην ιδιοκτησία της και ήταν ασφαλισμένο κατά του κινδύνου γέννησης αστικής ευθύνης της έναντι τρίτων κατά την κυκλοφορία του στην δεύτερη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, προκάλεσε από αποκλειστική υπαιτιότητά της το αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο τραυματίσθηκε σοβαρά το προαναφερόμενο ανήλικο τέκνο τους. Ότι με την υπ' αριθμ. 854/2002 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι αποκλειστικός υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος ήταν η πρώτη εναγόμενη - νυν αναιρεσίβλητη και επιδικάσθηκαν στον ανήλικο τα μνημονευόμενα στην αγωγή ποσά αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης και ότι από την ίδια αιτία του τραυματισμού του ανηλίκου στο ατύχημα εμφάνισε αυτός μεταγενέστερη περιπλοκή της υγείας του, της οποίας έλαβαν γνώση μετά την άσκηση της πρώτης αγωγής, η οποία περιπλοκή ήταν απρόσμενη και δεν μπορούσε να προβληθεί και γι' αυτό και δεν κρίθηκε με την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, οδήγησε δε αυτή σε ολική ισόβια αναπηρία του ανηλίκου. Με βάση δε αυτό το ιστορικό ζήτησαν όπως υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, έκαστος εις ολόκληρον, να καταβάλουν σ' αυτούς, υπό την ιδιότητα υπό την οποία παρίσταντο, ως θετική και αποθετική ζημία, ως αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ και ως περαιτέρω χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, τα ποσά που ειδικότερα μνημονεύονται στην αγωγή, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση αυτής. Περαιτέρω, η πρώτη των εναγομένων της εν λόγω ένδικης αγωγής και ήδη αναιρεσίβλητη Μ. Μ., άσκησε κατά της ομοδίκου της ασφαλιστικής εταιρίας και ήδη αναιρεσείουσας την από 20.12.2006 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 5182/2006 παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία, όπως παραδεκτά περιορίσθηκε, δια μετατροπής του αρχικού καταψηφιστικού της αιτήματος σε αναγνωριστικό, επικαλούμενη την μεταξύ αυτής και της παρεμπιπτόντως εναγόμενης ύπαρξη έγκυρης και ισχυρής κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος (19.12.2000) ασφαλιστικής σύμβασης, δυνάμει της οποίας ασφάλιζε η παρεμπιπτόντως εναγόμενη το ζημιογόνο αυτοκίνητο της παρεμπιπτόντως ενάγουσας, ζήτησε, για την περίπτωση που θα γινόταν δεκτή η πιο πάνω κύρια αγωγή, όπως αναγνωρισθεί ότι η παρεμπιπτόντως εναγόμενη ήταν υποχρεωμένη να της καταβάλει οποιοδήποτε ποσό (κεφάλαιο, τόκους και έξοδα) το οποίο θα υποχρεωνόταν αυτή να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες, με τον νόμιμο τόκο από την καταβολή του σ' αυτούς. Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 510/2007 παρεμπίπτουσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία, αφού κρίθηκε η νομική ή μη βασιμότητα των αιτημάτων τους, στη συνέχεια διατάχθηκε η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης επί του ανηλίκου παθόντος και μετά την διενέργεια αυτής (εκδόθηκε) η υπ' αριθμ. 580/2009 οριστική απόφαση του προαναφερόμενου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η μεν κύρια αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία, η δε παρεμπίπτουσα ως άνευ αντικειμένου πλέον. Κατά των αποφάσεων αυτών ασκήθηκαν εφέσεις από αμφότερα τα διάδικα μέρη και ειδικότερα: α) από τους εκπροσωπούντες τον κυρίως ανήλικο ενάγοντα γονείς του, η από 10.6.2010 και με αριθμό κατάθεσης 405/2010, στρεφομένη κατά των εναγομένων της κύριας αγωγής, β) η από 5.3.2011 και με αριθμό κατάθεσης 89/2011 της δεύτερης κυρίως εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, στρεφομένη κατά των εναγόντων της κύριας αγωγής και γ) η από 9.3.2011 και με αριθμό κατάθεσης 93/2011 της πρώτης εναγόμενης της κύριας αγωγής και παρεμπιπτόντως ενάγουσας Μ. Μ., στρεφομένη τόσο κατά του νομίμως εκπροσωπούμενου από τους γονείς του ανηλίκου ενάγοντος όσο και κατά της παρεμπιπτόντως εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας. Οι εξ αυτών δε, υπό τα στοιχεία β' και γ' ως άνω εφέσεις, είχαν επικουρικό χαρακτήρα, δηλαδή ασκήθηκαν για την περίπτωση ευδοκίμησης της υπό στοιχείο α' έφεσης του νομίμως εκπροσωπούμενου ανηλίκου. Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκάστης τούτων, εκδόθηκε από το Εφετείο Πατρών, το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, η υπ' αριθμ. 393/2011 οριστική απόφαση, με την οποία α) έγινε δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία η ως άνω υπό στοιχείο α' από 10.6.2010 έφεση του νομίμως εκπροσωπουμένου ανηλίκου, β) απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσία η ως άνω υπό στοιχείο β' από 5.3.2011 έφεση της ασφαλιστικής εταιρίας και γ) έγινε δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία η ως άνω υπό στοιχείο γ' από 9.3.2011 έφεση της πρώτης εναγόμενης της κύριας αγωγής και παρεμπιπτόντως ενάγουσας Μ. Μ., καθόσον απευθυνόταν κατά της παρεμπιπτόντως εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, και απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσία καθόσον στρεφόταν κατά του νομίμως εκπροσωπουμένου ανηλίκου ενάγοντος. Κατόπιν δε τούτων και αφού εξαφανίσθηκαν στο σύνολό τους οι ως άνω εκκαλούμενες πρωτόδικες αποφάσεις, κρατήθηκε η υπόθεση, συνεκδικάσθηκαν οι προαναφερόμενες αγωγές και έγιναν δεκτές ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμες τόσο η κύρια αγωγή, για ποσό 458.900 ευρώ, όσο και η παρεμπίπτουσα, για το ίδιο ποσό, το οποίο και κρίθηκε ότι δεν υπερβαίνει το όριο της ασφαλιστικής ευθύνης της κυρίως και παρεμπιπτόντως εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας. Κατά της απόφασης αυτής και ειδικότερα κατά του κεφαλαίου της με το οποίο έγινε δεκτή η παρεμπίπτουσα αγωγή έναντι της ασφαλιστικής εταιρίας, εναντιώνεται η τελευταία αυτή με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τους διατυπούμενους δι' αυτής λόγους, οι οποίοι και ερευνώνται στη συνέχεια κατά τα παρακάτω για ένα έκαστο τούτων ειδικότερον εκτιθέμενα.-
ΙΙ.- Το άρθρο 1 του Ν. 2496/1997, με το οποίο καθορίζονται η έννοια και τα στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης, ως γενική διάταξη, εφαρμόζεται και στην ασφάλιση ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, εφόσον δεν αποκλείεται ειδικώς από συγκεκριμένη διάταξη ή δεν είναι ασυμβίβαστο προς το Ν. 489/1976 και την Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε. που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 6§7 του Ν. 489/1976. Ορίζεται δε από την ως άνω διάταξη του άρθρου 1 § 1 του Ν. 2496/1997 ότι "με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής), αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα), σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση)". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 25 του ως άνω Ν. 2496/1997 που εφαρμόζεται και στην ασφάλιση αστικής ευθύνης από αυτοκίνητα, εφόσον δεν είναι ασυμβίβαστο με το Ν. 489/1976 και την Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε., "η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες, που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλείψεις του για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη". Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι στην ασφάλιση αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων η αξίωση του ασφαλισμένου ή λήπτη της ασφάλισης κατά του ασφαλιστή, κατ' αρχήν, δεν κατευθύνεται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, αλλά πάντοτε μόνο σε ελευθέρωση τούτου από τις αξιώσεις του τρίτου (αξίωση ελευθέρωσης). Ο ασφαλισμένος έχει, αντιθέτως, αξίωση πληρωμής κατά του ασφαλιστή του, εφόσον αυτός από την πλευρά του επιτρεπτώς ικανοποίησε την αξίωση του τρίτου. Στην περίπτωση αυτή η αξίωση ελευθέρωσης του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή μετουσιώνεται σε αξίωση πληρωμής (ΑΠ 595/2003). Στη συνέχεια, επί συνεναγωγής από τον ζημιωθέντα τρίτο ασφαλιστή και ασφαλισμένου, ως εις ολόκληρον ευθυνομένων σε καταβολή αποζημίωσης οφειλόμενης συνεπεία αυτοκινητικού ατυχήματος (άρθρ. 10 § 1 Ν. 489/1976, 914, 481 ΑΚ), ο ασφαλισμένος μπορεί παραδεκτά, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 69§1 περ. ε', 88 και 283 του Κ.Πολ.Δ., να ασκήσει επικουρικά παρεμπίπτουσα αγωγή κατά του συνεναγομένου του ασφαλιστή, ο οποίος είναι δικονομικός εγγυητής του, απαιτώντας από αυτόν να καταδικασθεί να του καταβάλει κάθε ποσόν το οποίο αυτός θα καταβάλει στον ζημιωθέντα τρίτο, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό δεν υπερβαίνει το ασφαλιστικό ποσό. Το τελευταίο θα συμβεί στην περίπτωση, που ο νικήσας τρίτος προτιμήσει να απαιτήσει από τον ασφαλισμένο το επιδικασθέν ποσό αποζημίωσης, προβαίνοντας ενδεχομένως σε αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Με το λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτό διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσοντος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση (ΑΠ 1704/2008, ΑΠ 625/2008).- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, θέτοντας ως βάση εκκίνησης των παραδοχών του το δεδικασμένο το οποίο απορρέει από την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 854/2002 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε επί της από 20.8.2001 προγενέστερης αγωγής των εκπροσωπούντων τον ανήλικο παθόντα γονέων του, η οποία στρεφόταν κατά των ήδη διαδίκων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, ότι οι εναγόμενοι της προαναφερόμενης στην υπ' αριθμ. ένα λατινικό (Ι) σκέψη της παρούσας κύριας αγωγής και ήδη διάδικοι, είναι εις ολόκληρον υπόχρεοι να καταβάλουν στους νομίμως εκπροσωπούντες τον ανήλικο παθόντα υιό τους το συνολικό ποσό των 458.900 ευρώ και ειδικότερα η μεν πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη Μ. Μ. υπό την ιδιότητά της ως οδηγού και ιδιοκτήτη του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ζημιογόνου αυτοκινήτου, η δε δεύτερη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα υπό την ιδιότητά της ως έχουσας ασφαλίσει το εν λόγω αυτοκίνητο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη της πρώτης εναγόμενης. Συγκεκριμένα και όσον αφορά την εν προκειμένω ενδιαφέρουσα παρεμπίπτουσα αγωγή, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : "Το ποσό αυτό (σημείωση: εννοεί το προαναφερόμενο ποσό των 458.900 ευρώ) δεν υπερβαίνει το όριο της ασφαλιστικής ευθύνης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας και υποχρεούται σε καταβολή του, αφού η ίδια προσδιορίζει το υπόλοιπο της ασφαλιστικής ευθύνης της μετά την εκτέλεση της προηγούμενης ως άνω 854/2002 απόφασης στο μεγαλύτερο ποσό των 465.438,81 ευρώ. Επομένως, ο σχετικός ισχυρισμός της από τα άρθρα 6§5 και 10§1 του ν. 489/1976 περί περιορισμού της ασφαλιστικής ευθύνης μέχρι το ως άνω ποσό και ο σχετικός λόγος της εφέσεώς της, που επαναφέρει αυτόν, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών η πρώτη κύρια αγωγή του ενάγοντος παθόντος πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρο ο καθένας σε αυτόν, όπως ως άνω εκπροσωπείται, το προαναφερόμενο ποσό των 458.900 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής ... Περαιτέρω, δεδομένου ότι συνομολογείται μεταξύ των διαδίκων στην παρεμπίπτουσα αγωγή (ασφαλισμένης και ασφαλιστικής εταιρείας) ότι η δεύτερη κατά το χρόνο του ατυχήματος είχε ασφαλίσει το ζημιογόνο αυτοκίνητο της πρώτης και κάλυπτε την αστική ευθύνη αυτής έναντι των τρίτων (άρθρ. 10§1 ν. 489/1976) από τη λειτουργία του αυτοκινήτου της, η πρώτη ασφαλισμένη έχει αξίωση από την ασφαλιστική σύμβαση (άρθρ. 195 Εμπ.Ν.) να στραφεί κατά της ασφαλιστικής εταιρίας και να αξιώσει όσα ποσά θα υποχρεωθεί να καταβάλει στο ζημιωθέντα τρίτο, ως άνω ενάγοντα στην πρώτη αγωγή. Η αξίωση αυτή της ασφαλισμένης ενάγουσας στην παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας γεννήθηκε από όταν ο ενάγων ζημιωθείς τρίτος στην κύρια αγωγή επέδωσε σε αυτήν την σχετική αγωγή αποζημιώσεώς του, γεγονός που ενεργοποιεί την ευθύνη της. Έκτοτε πραγματώνεται η ασφαλιστική περίπτωση (κίνδυνος) έστω και αν δεν έχει πάρει ακόμη συγκεκριμένη μορφή ως προς το ποσόν. Οπότε η ενάγουσα ασφαλισμένη, ορθά στρέφεται κατά της εναγόμενης στην παρεμπίπτουσα αγωγή ασφαλιστικής εταιρείας και τα υποστηριζόμενα από την τελευταία περί πρόωρης ασκήσεως της παρεμπίπτουσας αγωγής πρέπει να απορριφθούν. Επομένως, για την περίπτωση που η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλισμένη ήθελε υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα παθόντα στην κύρια αγωγή το ως άνω ποσό που επιδικάσθηκε σε αυτόν, πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της παρεμπιπτόντως εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλει στην ενάγουσα ασφαλισμένη της όποιο ποσό υποχρεωθεί να καταβάλει αυτή στον ενάγοντα παθόντα στην κύρια αγωγή κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, νομιμοτόκως από την καταβολή του". Με βάση δε τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο εκείνο, όπως ήδη προαναφέρθηκε στην υπ' αριθμ. ένα λατινικό (Ι) σκέψη της παρούσας, έκανε δεκτή τόσο την κύρια αγωγή όσο και την παρεμπίπτουσα και αναγνώρισε την υποχρέωση της παρεμπιπτόντως εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλισμένη της όποιο ποσό υποχρεωθεί να καταβάλει η τελευταία κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα στον ενάγοντα παθόντα ανήλικο της κύριας αγωγής, σε εκτέλεση της σχετικής καταψηφιστικής διάταξης της προσβαλλόμενης απόφασης, νομιμότοκα από την καταβολή του ποσού αυτού στον κυρίως ενάγοντα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 του Ν. 2496/1997 και 914 ΑΚ, όπως και εκείνες των άρθρων 6 και 10 του Ν. 489/1976, η πρώτη των οποίων (άρθρ. 6) καθορίζει προεχόντως α) την ομάδα των προσώπων των οποίων, σε περίπτωση ατυχήματος σε τρίτον από αυτοκίνητο, καλύπτεται η αστική ευθύνη, δηλαδή καθορίζει ποία είναι τα ασφαλιζόμενα πρόσωπα και β) το περιεχόμενο της ασφαλιστικής κάλυψης (§ § 1, 2 ως άνω άρθρου) και η δεύτερη εξ αυτών (άρθρ. 10) καθορίζει προεχόντως μέχρι ποίου ποσού εξικνείται, με βάση την ασφαλιστική σύμβαση, η αξίωση του προσώπου που ζημιώθηκε έναντι του ασφαλιστή (§1 του εν λόγω άρθρου). Τούτο δε (ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων) δεδομένου ότι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την παρεμπίπτουσα αγωγή, με σαφήνεια προκύπτει ότι η παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία έχει υποχρέωση να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα το προαναφερόμενο ποσό των 458.900 ευρώ μόνον εάν και εφόσον η τελευταία αυτή καταβάλει το ποσό τούτο στον παθόντα ενάγοντα ανήλικο. Κατά συνέπεια δεν συντρέχει ο επικαλούμενος από την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία κίνδυνος να καταβάλει αυτή δύο φορές το ως άνω ποσό, ήτοι μία στον κυρίως ενάγοντα και μία στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα. Συνακόλουθα ο επί του άρθρου 559 αριθμ.1 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος κατά σειρά λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, ο ίδιος αυτός πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, που τείνει να θεμελιωθεί επί των προαναφερομένων άρθρου και αριθμού του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αναιρετική πλημμέλεια του ότι εσφαλμένα "εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 195 του Εμπ.Ν., με βάση τις οποίες "...πάσα αγωγή πηγάζουσα εκ της συμβάσεως της ασφαλίσεως κατά ζημιών ή επί της ζωής παραγράφεται δια της παρελεύσεως τριών ετών αρχομένων από το τέλος του έτους εντός του οποίου εγεννήθη η αγωγή..." χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους", πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας του , συνισταμένης στο ότι δεν διευκρινίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου τούτου.-
ΙΙΙ.- Με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ (και όχι και από τον αριθμό 1)., προσάπτεται στο Εφετείο η αναιρετική πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ότι η αξίωση της ασφαλισμένης - παρεμπιπτόντως ενάγουσας έναντι της παρεμπιπτόντως εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας γεννήθηκε αφότου ο ενάγων ζημιωθείς τρίτος στην κύρια αγωγή επέδωσε σε αυτήν (παρεμπιπτόντως ενάγουσα) την κύρια αγωγή, χωρίς και να μνημονεύεται σ' αυτή (απόφαση) η ακριβής ημεροχρονολογία και ο τρόπος επίδοσης της κύριας αγωγής, παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 και 10 του Ν. 489/1976, 1 του Ν. 2496/1997, 914 του ΑΚ και 195 του Εμπ.Ν., διότι με την ως άνω έλλειψη αιτιολογίας "...δεν μπορεί να εξαχθεί, αν και πότε πραγματώθηκε (επήλθε) η ασφαλιστική περίπτωση, για να κριθεί περαιτέρω η βασιμότητα της έννομης σχέσης, που ενεργοποιεί την παρεμπίπτουσα αγωγή, η οποία έχει σαν βάση την σύμβαση ασφαλίσεως". Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος και τούτο διότι η μη μνεία της ημεροχρονολογίας και του τρόπου επίδοσης της κύριας αγωγής δεν ασκεί έννομη επιρροή στην ενεργοποίηση του δικαιώματος της παρεμπιπτόντως ενάγουσας προς έγερση κατά της αναιρεσείουσας της παρεμπίπτουσας αγωγής, η οποία βασίζεται στη σύμβαση ασφάλισης, εφόσον ουδόλως αμφισβητήθηκε από την αναιρεσείουσα η εγκυρότητα και η ισχύς της σύμβασης ασφάλισης κατά τον χρόνο επέλευσης του ενδίκου ατυχήματος.- IV.- Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" δε νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση δικαιώματος (ΑΠ 559/2003).- Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του περιεχομένου της από 20.12.2006 παρεμπίπτουσας αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της ήδη αναιρεσείουσας προκύπτει ότι αυτή θεμελιώνεται επί της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων έγκυρης και ισχυρής σύμβασης ασφάλισης του ζημιογόνου αυτοκινήτου της παρεμπιπτόντως ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και κατά συνέπεια επί της ιδιότητας της παρεμπιπτόντως εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας ως δικονομικού εγγυητή της αναιρεσίβλητης και ουδόλως τελούσε υπό την αίρεση απόρριψης της κύριας αγωγής κατά της ασφαλιστικής εταιρίας ως απαράδεκτης, παραγεγραμμένης κλπ. Το Εφετείο λοιπόν το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την ύπαρξη έγκυρης και ισχυρής σύμβασης ασφάλισης μεταξύ των διαδίκων και την ιδιότητα της παρεμπιπτόντως εναγόμενης ως δικονομικού εγγυητή της παρεμπιπτόντως ενάγουσας και το οποίο στη συνέχεια έκανε δεκτή την αγωγή αυτή, σύμφωνα με όσα ήδη προαναφέρθηκαν, δεν δέχθηκε παρά τον νόμο πράγματα μη προταθέντα.
Συνεπώς, ο τα αντίθετα υποστηρίζων τρίτος και τελευταίος κατά σειρά λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. α' Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο διότι έκανε δεκτή την εν λόγω αγωγή, μολονότι αυτή τελούσε υπό την αίρεση της απόρριψης της κύριας αγωγής ως απαράδεκτης, παραγεγραμμένης κλπ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.- V.- Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει α) να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, β) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495§4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12§2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.201) και για το οποίο εκδόθηκε το υπ' αριθμ. Η 4575676/10.9.2013 διπλότυπο είσπραξης, τύπου Α', της Δ.Ο.Υ. Λαμίας, ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, και γ) να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της έχουσας καταθέσει και προτάσεις αναιρεσίβλητης (άρθρ. 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.9.2013 και με αριθμό κατάθεσης 44/2013 αίτηση αναίρεσης της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο υπ' αριθμ. 393/2011 απόφασης του Εφετείου Πατρών.-
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκε το υπ' αριθμ. Η 4575676/10.9.2013 διπλότυπο είσπραξης, τύπου Α', της Δ.Ο.Υ. Λαμίας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 26η Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ