1553/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1553 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1553 /2013
Legislator headnote
AI generated1553/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1553 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1553 /2013
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1553 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1553 /2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ν. Π. του Κ., κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Π. του Σ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Ντόκα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Μαρτίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 111/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 176/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Ιουλίου 2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης ανέγνωσε την από 2 Ιουλίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος από τους διαδίκους, είτε αυτός είναι ο αναιρεσείων είτε ο αναιρεσίβλητος, εξετάζεται ποιος από αυτούς επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Αν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίστηκε και δεν εμφανιστεί ο αντίδικος του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση το αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής κλήσης προς συζήτηση, ενώ αν συζήτηση επισπεύδεται από τον αντίδικο του διαδίκου που εμφανίστηκε, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που του επιδόθηκε (είτε αυτοτελώς είτε με την αίτηση αναίρεσης και της πράξης ορισμού δικασίμου). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, ενώ δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο η αναιρεσείουσα. Με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου επισπεύσθηκε η συζήτηση και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσείουσα για την πιο πάνω δικάσιμο της 3.12.2012, ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με κλήση για συζήτηση κατά την εν λόγω δικάσιμο, όπως προκύπτει από την έκθεση επίδοσης ...30.12.2011 της δικαστικής επιμελήτριας Καρδίτσας …. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν παρούσα και η διάδικος αυτή (576 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των άρθρων 361, 806 και 1034 του Α.Κ. συνάγεται ότι, ενόψει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και του ενδοτικού χαρακτήρα του άρθρου 806 ΑΚ, εγκύρως καταρτίζεται σύμβαση συναινετικού δανείου, σύμφωνα με την οποία ο δανειστής αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταβιβάσει κατά κυριότητα στον οφειλέτη χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, γεγονός που συμβαίνει, όταν πρόκειται για χρήματα, και με την παράδοση για το σκοπό αυτό στον οφειλέτη τραπεζικής επιταγής ή άλλου πιστωτικού τίτλου, και ο τελευταίος την υποχρέωση, αφού εισπράξει το ποσό του δανείου, να αποδώσει στον πρώτο άλλα χρήματα της ίδιας ποιότητας και ποσότητας. Έτσι για την ευδοκίμηση της αγωγής του δανειστή, ο οποίος επιδιώκει την επιστροφή του δανείσματος από συναινετικό δάνειο και μάλιστα με την παράδοση τραπεζικών επιταγών, οφείλει αυτός να επικαλεστεί και να αποδείξει, όχι μόνο τη μεταβίβαση, λόγω δανείου, των τραπεζικών επιταγών, αλλά και την είσπραξη εκ μέρους του οφειλέτη του ποσού των επιταγών, με την οποία και ολοκληρώνεται ο δανεισμός. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα προβάλλει με τον πρώτο λόγο αναίρεσης την αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την έφεση της και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της κατά του αναιρεσιβλήτου για απόδοση των συνολικών ποσών των 59.064,13 και 120.000 ευρώ, ως οφειλόμενων από διαδοχικές συμβάσεις δανείου, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, διότι στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με το δανεισθέν ποσό των 38.991,43 ευρώ. Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το παραπάνω ζήτημα, τα εξής:" Περαιτέρω η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι δυνάμει 26 διαδοχικών συμβάσεων δανείου, που καταρτίστηκαν στην Καρδίτσα στις 15.9.1998... και 21.8.2001 μεταξύ των διαδίκων μεταβίβασε κατά κυριότητα στον εφεσίβλητο τα χρηματικά ποσά των 170.000... και 470.771 δρχ. και συνολικά μεταβίβασε το ποσό των 13.286.331 δρχ., δηλαδή το ποσό των 38.991,43 ευρώ. Όμως η ίδια η εκκαλούσα στην προσθήκη των προτάσεων της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ομολογεί ότι δεν μεταβίβασε κατά κυριότητα στον εφεσίβλητο κατά τις πιο πάνω ημερομηνίες χρήματα, αλλά εξέδωσε ισόποσες επιταγές, τις οποίες παρέδωσε στον εφεσίβλητο. Η παράδοση πιστωτικού τίτλου συνιστά συναινετικό δάνειο και το δάνεισμα καταβάλλεται μεταγενέστερα, όταν εισπραχθεί ο τίτλος. Στην περίπτωση αυτή το δάνειο τελειούται με την είσπραξη του τίτλου, όχι με την παράδοση ή έκδοση αυτού. Στην προκειμένη όμως περίπτωση η εκκαλούσα, όχι μόνο δεν αναφέρει τους αριθμούς των επιταγών ή άλλα στοιχεία που εξατομικεύουν αυτές, αλλά και ούτε ισχυρίζεται και ούτε αποδεικνύει συγκεκριμένες επιταγές με συγκεκριμένα ποσά που εισπράχθηκαν από τον εφεσίβλητο και δεν πληρώθηκαν...Εφόσον η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη την ένδικη αγωγή...δεν έσφαλε στην εκτίμηση του αποδεικτικού...και πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε η είσπραξη εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου του πιο πάνω συνολικού ποσού των 13.286.331 δρχ. (38.991,43 ευρώ), φερόμενου ως συναινετικού δανείου, ενσωματωμένου σε τραπεζικές επιταγές, το βάρος απόδειξης της οποίας έφερε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο αυτό ζήτημα και δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάσιμη. Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει επικουρικά την αιτίαση ότι, αν γίνει δεκτή η εκδοχή ότι το πιο πάνω κονδύλιο της αγωγής της /απορρίφθηκε ως αόριστο, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο κήρυξε κατά την έκταση αυτή απαράδεκτη την αγωγή της, ενόψει του ότι ο ίδια εξατομίκευσε επαρκώς τη σύμβαση αυτή δανείου, το ποσό του δανείου και το χρόνο απόδοσης του. Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης βρίσκεται, κατά παράβαση των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 118 § 4, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ, σε αντίφαση με τον πιο πάνω λόγο, με τον οποίο καταφάσκεται ότι η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη και συνακόλουθα ότι εμφιλοχώρησε προηγούμενη κρίση ότι η αγωγή αυτή είναι ορισμένη και νόμιμη. Επομένως πρέπει προεχόντως για την αιτία αυτή να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζήτησης (106), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 352 ΚΠολΔ, η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη, που δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος. Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ ιδρύεται, μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης και την εισαγωγή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, του οποίου (αντικειμενικού βάρους απόδειξης) το εννοιολογικό εύρος εξαντλείται στον προσδιορισμό του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ένστασης πραγματικών περιστατικών. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα προβάλλει με τους τρεις τελευταίους λόγους αναίρεσης τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια, α) του άρθρου 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη του την περιεχόμενη στις προτάσεις του εναγομένου (αναιρεσιβλήτου) ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δικαστική ομολογία, την οποία αυτή επικαλέστηκε και σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος δέχεται ότι πληρώθηκαν από την ίδια οι τραπεζικές επιταγές που του παρέδωσε, λόγω δανείου, συνολικού ποσού 13.286.331 δρχ. (38.991,43 ευρώ), β) του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη της εν λόγω δικαστικής ομολογίας και απέρριψε κατά την έκταση αυτή την αγωγή του, ως αναπόδεικτη και γ) του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, διότι, μολονότι ο εναγόμενος συνομολόγησε την είσπραξη του πιο πάνω δανεισθέντος χρηματικού ποσού, επέρριψε εσφαλμένα στην ίδια το βάρος απόδειξης του δανεισμού αυτού, ενώ θα έπρεπε εκείνος να αποδείξει ότι εξόφλησε το προαναφερόμενο δάνειο. Από την επισκόπηση των προτάσεων του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις οποίες αυτός αναφέρει συγκεκριμένα ότι "τα ποσά που αναφέρονται, ως δάνειο στις ημεροχρονολογίες από 15.9.1998 έως 21.8.2001 (συνολικού ποσού 13.286.331 δρχ.), αντιστοιχούν σε φύλλα επιταγών που μου έδωσε η ενάγουσα προς εξυπηρέτηση μου, λόγω των τότε φιλικών σχέσεων μας, τις οποίες επιταγές πλήρωσα εγώ, όπως αυτό προκύπτει από τα προσαγόμενα καταθετήρια και αποδείξεις παραλαβής και εξόφλησης επιταγών" δεν συνάγεται ομολογία αυτού, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της συντέλεσης του πιο πάνω δανείου των 13.286.331 δρχ. με την είσπραξη των χρηματικών ποσών των τραπεζικών επιταγών από το λογαριασμό της ενάγουσας και όχι με την παράδοση απλώς των εν λόγω επιταγών. Έτσι ορθά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ως αναπόδεικτη κατά την προαναφερόμενη έκταση την αγωγή με τη σκέψη ότι δεν απέδειξε η ενάγουσα ότι εισπράχθηκαν τα ποσά των επιταγών από τον εναγόμενο με χρέωση του λογαριασμού της πρώτης, η οποία σύμφωνα με τα προεκτεθέντα έφερε το σχετικό βάρος απόδειξης. Επομένως κρίνονται αβάσιμοι και οι τρεις προαναφερόμενοι λόγοι αναίρεσης. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.7.2010 αίτηση της Ν. Π. για αναίρεση της απόφασης 176/2010 του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2013
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2013
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ