1553/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1553 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Legislator headnote
AI generated1553/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1553 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1553 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Με την προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι οι αναιρεσίβλητοι, πρώην εργαζόμενοι στην Α.Σ.Ο. τοποθετήθηκαν με απόφαση του Νομάρχη Ηλείας από την Α.Σ.Ο., στην οποία μέχρι τότε υπηρετούσαν, σε προσωποπαγείς θέσεις της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηλείας, η οποία αποτελεί ανεξάρτητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει ότι μοναδικός εργοδότης των αναιρεσιβλήτων είναι η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηλείας και συνεπώς, ως προς αυτήν συντρέχει παθητική νομιμοποίηση και όχι και ως προς το Δημόσιο.
Αριθμός 1553/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Στέργιο Κίκα, Πάρεδρο ΝΣΚ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Τ. Ν. Μ., κατοίκου ..., 3) Γ. Ν. Σ., κατοίκου ..., 4) Α. Σ. Κ., κατοίκου ..., 5) Δ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 6) Γ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 7) Δ. Χ. Μ., κατοίκου ..., 8) Σ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 9) Ε. Μ. - Κ. του Δ., κατοίκου ... και 10) Ι. Τ. του Π., κατοίκου .... Δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πύργου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 147/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-10-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Περαιτέρω, όμως, όπως προκύπτει από τις υπ' αρ. 4381Δ', 4380Δ', 4379Δ', 4378Δ', 4377Δ' και 4382Δ'/11-11-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πύργου Ηλείας, Π. Π. και τις υπ' αρ. 8581/10-11-2010 και 8615/19-11-2010 της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αμαλιάδας Ν. Σ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ακριβές αντίγραφο αυτής (αιτήσεως αναιρέσεως) και της κλήσεως προς εμφάνιση κατά την παραπάνω δικάσιμο της 20-9-2011, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους 1) Σ. Δ., 2) Τ. Μ., 3) Γ. Σ., 4) Α. Κ., 5) Δ. Κ., 6) Σ. Σ., 7) Δ. Μ. και 8) Ε. Μ. - Κ.. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις 5297 Δ', 5298 Δ', 5299Δ', 5293Δ', 5294Δ', και 5295Δ'/15-4-2011 εκθέσεις επιδόσεως του παραπάνω δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πύργου Ηλείας, Π. Π., ακριβές αντίγραφο αυτής (αιτήσεως αναιρέσεως) και της κλήσεως προς εμφάνιση κατά την παραπάνω δικάσιμο της 20-9-2011, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους α) Γ. Γ., ) Κ. Γ. και γ) Φ. χήρα Γ. Γ., μοναδικούς, εξ αδιαθέτου, κληρονόμους του ήδη αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου Γ. Γ., (βλέπε την ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Ζαχάρως, το ... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών και τα 24/2011 και 273/2011 πιστοποιητικά του γραμματέως του Πρωτοδικείου Ηλείας, τα οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον), δ) Π. χήρα Ι. Τ., ε) Π. Τ. και στ) Δ. Τ., μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του ήδη αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου Ι. Τ. (βλέπε την ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Αμαλιάδος, το ..., πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών και τα 774/2011 και 775/2011 πιστοποιητικά του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αμαλιάδος, τα οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον). Επομένως, όλοι οι αναιρεσίβλητοι και οι υπεισελθόντες στη θέση των παραπάνω αποβιωσάντων αναιρεσιβλήτων, κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους.
Για το παραδεκτό της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε στις 22-10-2008, έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη, από το άρθρο 12 του ν. 2298/2005, όπως οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαταστάθηκαν, αντίστοιχα, με τα άρθρα 28 παρ. 3 του ν. 2579/1008 (η παρ. 1) και 42 του ν. 2721/1999 (η παρ. 2) προδικασία (καταργηθείσα ήδη με το άρθρο 13 παρ. 9 του ν. 3790/2009 για τις ασκούμενες έκτοτε), αφού προσκομίζεται η 1489/2008 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του κράτους. Κατά το άρθρο 648 παρ.1 του ΑΚ, με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει την υποχρέωση να παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό. Την έννοια των όρων "εργοδότης" και "μισθωτός" απέδωσε το άρθρο 1 του ν. 3239/1955 "περί συλλογικών διαπραγματεύσεων" κατά το οποίο "εργοδότης" μεν θεωρείται παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον, συμπεριλαμβανομένου και του Δημοσίου, ως και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, όπερ χρησιμοποιεί την εργασίαν άλλων φυσικών προσώπων, δυνάμει σχέσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μισθωτός δε ο παρέχων εις εργοδότην εξηρτημένην εργασίαν έναντι αμοιβής, υπολογιζομένης, είτε κατά χρονικήν διάρκειαν, είτε κατά μονάδα ή κατ' αποκοπήν ή ποσοστά. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 του ισχύοντος Συντάγματος, η απορρέουσα από αυτές αρχή της ισότητας στη μισθολογική μεταχείριση των Ελλήνων πολιτών, που τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας από άποψη βαθμού, χρόνου υπηρεσίας, τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, είδους προσφερόμενης εργασίας και εν γένει υπηρεσιακής απόδοσης, μη επιτρεπομένης οποιασδήποτε αδικαιολόγητης διάκρισης υπέρ μιας κατηγορίας μισθωτών εις βάρος άλλης, τυγχάνει εφαρμοστέα ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτήρα της σχέσης με την οποία παρέχεται η εργασία ως δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου. Τούτο δε γιατί το τυπικό και μόνο κριτήριο δεν αρκεί για να καταστήσει δικαιολογημένη την εισαγόμενη από τον κοινό νομοθέτη δυσμενή εις βάρος κατηγορίας μισθωτών διάκριση και υπέρ άλλης, αλλά πρέπει, για να είναι αυτή συνταγματικά δικαιολογημένη να στηρίζεται και σε γενικότερα ουσιαστικά, αντικειμενικά κριτήρια που την δικαιολογούν, πρέπει δηλαδή να συντρέχουν και λόγοι γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος που υπαγορεύουν στην συγκεκριμένη περίπτωση την ευμενή μεταχείριση μιας κατηγορίας μισθωτών. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1 και 2 του κωδ. Ν. 2490/1953 σε συνδυασμό προς το άρθρο 6 παρ. 1 ν. 1256/1982, 8 Π.Δ. 437/1985 και 3 παρ. 2 Π.Δ. 332/1983, ο Αυτόνομος Σταφιδικός Οργανισμός (Α.Σ.Ο.), που συστήθηκε με το από 10-8-1925 Ν.Δ. και έχει ήδη διαλυθεί με το Ν. 2538/1997 αποτελούσε αυτόνομη οικονομική οργάνωση, έχοντας διφυή χαρακτήρα, μετέχοντας του δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, λειτουργούσε χάριν των γενικότερων κοινωνικών σκοπών, όπως αυτοί καθορίζονται, στο άρθρο 2 του προαναφερόμενου Κωδ. Νόμου και ειδικότερα προς προστασία της σταφιδοπαραγωγής γενικώς, έχοντας καθαρά κοινωφελή και όχι κερδοσκοπικό χαρακτήρα, τελώντας υπό την άμεση εποπτεία του Υπουργείου Γεωργίας και ανήκοντας στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Δεν αποτελούσε νομικό πρόσωπο δημοσίου, αλλά ιδιωτικού δικαίου, πλην όμως συνιστούσε κρατικό οργανισμό υπό την ευρεία έννοια, γι' αυτό και τελούσε υπό την άμεση εποπτεία της πολιτείας. Διοικείτο από το Διοικητικό Συμβούλιο, τη Διοικούσα Επιτροπή και τον Διευθύνοντα Σύμβουλο (άρθρα 5, 6, 10 Κωδ. Νόμου). Στην αρμοδιότητα της διοικούσας Επιτροπής υπαγόταν ό,τι αφορούσε στην εν γένει υπηρεσία και μισθολογική κατάταξη του προσωπικού, καταρτίζοντας ή τροποποιώντας το Γενικό Κανονισμό Προσωπικού, εγκρινόμενο με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας και Εμπορίου, που δημοσιευόταν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 11 παρ. 1 του Κωδ. Νόμου), μετά δε το Π.Δ. 332/1983, με απόφαση του οικείου Νομάρχη, δημοσιευμένη ως ανωτέρω και στη συνέχεια, βάσει του άρθρου 4 ν. 2240/1990 και 14 ν. 2297/1995 με απόφαση Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος δημοσιευμένης ομοίως ως ανωτέρω. Με τον εκάστοτε ισχύοντα δε κανονισμό προσωπικού του Α.Σ.Ο., νόμιμα εγκεκριμένο και δημοσιευμένο και υπέχοντα ισχύ νόμου, το υπαλληλικό προσωπικό αυτού είχε υπαχθεί από άποψη τυπικών και ουσιαστικών προσόντων διορισμού, βαθμολογικής, μισθολογικής εξέλιξης και συνταξιοδότησης υπό καθεστώς ταυτόσημο με το διέπον τους τακτικούς διοικητικούς υπαλλήλους του δημοσίου και ειδικότερα του Υπουργείου Γεωργίας και των από αυτό εποπτευομένων Ν.Π.Δ.Δ. Ειδικότερα, το μισθολόγιο των τακτικών διοικητικών υπαλλήλων και του επιστημονικού προσωπικού του Α.Σ.Ο. ταυτιζόταν με εκείνο που ίσχυε για τους μόνιμους υπαλλήλους του Δημοσίου, αφού το προσωπικό αυτού με τον κανονισμό του και τις τροποποιήσεις του είχε υπαχθεί πλήρως από άποψη μισθοδοσίας στο ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων, που διεπόταν από το Ν.1505/1984, λαμβάνοντας κάθε παροχή που προβλεπόταν για τους υπαλλήλους αυτούς του αντίστοιχου βαθμού, κλάδου και κατηγορίας. Περαιτέρω, με απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής, που κυρώθηκε με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας (αριθμ. 16512/21-7-1997 όπως τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 23708/24-10-1997 όμοια απόφαση) το προσωπικό του Α.Σ.Ο. υπήχθη στο νέο ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων που διέπεται από το ν. 2470/1997, το άρθρο 3 παρ. 2 παρ. β του οποίου ορίζει ότι "οι υπάλληλοι που υπηρετούν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και ανήκουν στις κατηγορίες..... β) ΤΕ ή ΠΕ χωρίς πτυχίο ή δίπλωμα ΤΕΙ ή ΑΕΙ, αντίστοιχα, εξελίσσονται στο ΜΚ με εισαγωγικό το 27° και καταληκτικό το 10°", με δε την υπ' αριθμ. 2026439/3480/022/97 κοινή απόφαση όλων των Υπουργών (ΦΕΚ Β' 462/6-6-97) επεκτάθηκαν από 1-1-1997 οι διατάξεις του ν. 2470/97 και, ειδικότερα, του άρθρου 3 και έχουν ανάλογη εφαρμογή και στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου που υπηρετεί στο Δημόσιο, στα ΝΠΔΔ και στους ΟΤΑ. Στην προκειμένη περίπτωση, το, ως εφετείο, δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, κρίνοντας, ύστερα από έφεση των αναιρεσιβλήτων, επί αγωγής των κατά του αναιρεσείοντος, καθώς και κατά της, μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη, Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηλείας, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα παρακάτω: Οι ενάγοντες, οι οποίοι κατέχουν απολυτήριο εξαταξίου γυμνασίου ή λυκείου, προσλήφθηκαν προ του έτους 1980 και υπηρετούσαν στον Α.Σ.Ο., ως υπάλληλοι με καταληκτικό βαθμό το βαθμό του τμηματάρχη Α' δηλαδή τον αντίστοιχο καταληκτικό βαθμό των δημοσίων υπαλλήλων της κατηγορίας ΑΡ (σήμερα ΤΕ), με προσόν το απολυτήριο εξαταξίου γυμνασίου ή λυκείου. Μετά την ισχύ του ν.1504/1984 "περί ενιαίου μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων" και ειδικότερα της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 7 περ. γ' που όριζε ότι: "Οι υπάλληλοι που, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, ανήκουν στον κλάδο... γ) ΑΡ με απολυτήριο λυκείου ή εξαταξίου γυμνασίου εξελίσσονται μέχρι και το 7° μισθολογικό κλιμάκιο. Για την κατάταξή τους σε μισθολογικό κλιμάκιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24, εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο θεωρείται το 22°". Με απόφαση της Διοικούσας επιτροπής του Α.Σ.Ο. και την Α12501/9-4-1985 εγκριτική απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας, τροποποιήθηκε ο κανονισμός προσωπικού του Α.Σ.Ο. με την προσθήκη στο άρθρο 2 της παρ. 8 γ', η οποία όρισε για τους υπαλλήλους αυτού ότι " .... γ) οι υπάλληλοι που κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος ανήκουν στον κλάδο ΑΡ με απολυτήριο λυκείου ή εξαταξίου γυμνασίου εξελίσσονται μέχρι και το 7° μισθολογικό κλιμάκιο με εισαγωγικό το 22° και καταληκτικό το 7ο". Προς εφαρμογή των ανωτέρω, με την υπ' αριθμ. 244/13-5-1985 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου του Α.Σ.Ο, όλοι οι ενάγοντες κατατάχθηκαν στην κατηγορία ΑΡ με εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο το 22° και καταληκτικό το 7°, κατά πλήρη αντιστοιχία με τα ισχύοντα για τους δημοσίους υπαλλήλους. Στη συνέχεια με το ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" και ειδικότερα με το άρθρο 3 παρ. 2 περ. β ορίστηκε ότι "οι υπάλληλοι οι οποίοι υπηρετούν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και ανήκουν στις κατηγορίες .... β) ΤΕ ή ΠΕ χωρίς πτυχίο ή δίπλωμα ΤΕΙ ή ΑΕΙ αντίστοιχα ή ισότιμο μ' αυτά εξελίσσονται στα μισθολογικά κλιμάκια με εισαγωγικό το 27° και καταληκτικό το 10°", ενώ με το άρθρο 13 του ίδιου νόμου χορηγήθηκε κίνητρο απόδοσης, το οποίο για την κατηγορία ΤΕ ή ΠΕ χωρίς πτυχίο ΑΕΙ ή ΤΕΙ ορίστηκε σε 53.000 δραχμές το μήνα, για δε την κατηγορία ΔΕ ορίστηκε σε 48.000 δραχμές το μήνα. Μετά τη θέση σε ισχύ του, ως άνω, νόμου, με σχετική απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής Α.Σ.Ο. και ακολούθως με την υπ' αριθμ. 16512/21-7-1997 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας και την υπ' αριθ. 23708/24-10-97 τροποποιητική αυτής, τροποποιήθηκε ο κανονισμός προσωπικού του Α.Σ.Ο., και περιλήφθηκε σ' αυτόν ρύθμιση που όριζε ότι "οι υπάλληλοι που υπηρετούν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος στις κατηγορίες β) ΤΕ ή ΠΕ χωρίς πτυχίο ή δίπλωμα ΤΕΙ ή ισότιμο μ' αυτά εξελίσσονται στα μισθολογικά κλιμάκια με εισαγωγικό το 27ο και καταληκτικό το 10°", και στη συνέχεια με την υπ' αριθ. 278/27-11-1997 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου του Α.Σ.Ο. οι ενάγοντες από 1-1-1997 εντάχθηκαν σε κλιμάκια με εισαγωγικό το 27ο και καταληκτικό το 100. Ακολούθως, μετά τη διάλυση του Α.Σ.Ο. με τη διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2538/1997 και σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 27 του ίδιου νόμου, που καθόρισε τη διαδικασία απορρόφησης του υπηρετούντος σ' αυτόν (Α.Σ.Ο.) προσωπικού είτε από τη συσταθείσα διάδοχο ανώνυμη εταιρία, είτε από το Υπουργείο Γεωργίας είτε από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση των αντίστοιχων περιοχών σε κενές θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, με βάση τα τυπικά προσόντα που προβλέπονται για τις θέσεις αυτές, τα έτη υπηρεσίας, τον τόπο κατοικίας και κοινωνικούς λόγους και αν δεν υπάρχουν κενές θέσεις την κατάταξη σε προσωποπαγείς θέσεις αντίστοιχες με την ειδικότητα την οποία ο υπάλληλος είχε προσληφθεί, οι ενάγοντες ζήτησαν με αίτησή τους να μεταφερθούν στο πρώτο εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηλείας. Με βάση τις εν λόγω αιτήσεις, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 346394/9-9-1998 (ΦΕΚ 180/30-9-1998) κοινή απόφαση του Υπουργού Γεωργίας και των Υφυπουργών Εσωτερικών, Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών, με την οποία οι ενάγοντες μεταφέρθηκαν από τον Α.Σ.Ο. σε προσωποπαγείς θέσεις, αντίστοιχες με την ειδικότητα με την οποία είχαν πρoσληφθεί και με τα τυπικά τους προσόντα με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Σε εκτέλεση της ανωτέρω Υπουργικής απόφασης, με αποφάσεις του Νομάρχη Ηλείας, οι ενάγοντες τοποθετήθηκαν σε προσωποπαγείς θέσεις της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηλείας στην κατηγορία ΔΕ με εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο το 28ο και καταληκτικό το 11ο και όχι στην κατηγορία ΤΕ αντίστοιχη της κατηγορίας ΑΡ με εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο το 27ο και καταληκτικό το 10ο, όπως είχαν τοποθετηθεί και υπηρετούσαν στον Α.Σ.Ο., με αποτέλεσμα να λαμβάνουν κατώτερες αποδοχές από εκείνες που ελάμβαναν στον Α.Σ.Ο. και με εκείνες που λαμβάνουν άλλοι συνάδελφοί τους της ίδιας κατηγορίας και με τα ίδια προσόντα, αφού, σύμφωνα με όσα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη εκτίθενται, η εξέλιξή τους θα έπρεπε να ήταν η ίδια με αυτή των συναδέλφων τους του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., εφαρμοζόμενης και στη δική τους περίπτωση της ευνοϊκής ρύθμισης του άρθρου 3 παρ. 3 περ. β' του ν. 2470/1997, η οποία μάλιστα με την υπ' αριθμ. 20264349/3480/022/1997 K.Υ.Α. επεκτάθηκε και στο προσωπικό που εργάζεται στο Δημόσιο, στα Ν.Π.Δ.Δ. και στους Ο.ΤΑ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου. Δεδομένου λοιπόν του ότι όλοι οι ενάγοντες - εκκαλούντες κατά το χρόνο υπηρεσίας τους στον Α.Σ.Ο. είχαν υπαχθεί στο ίδιο μισθολογικό και βαθμολογικό καθεστώς των τακτικών υπαλλήλων του Δημοσίου και κατόπιν εφαρμογής και σ' αυτούς του ν. 2470/1997 κατετάγησαν, όπως όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι της αντίστοιχης κατηγορίας, στον κλάδο ΤΕ (αντίστοιχο του ΑΡ), η κατάταξή τους στη νέα τους υπηρεσία στην κατηγορία ΔΕ και σε μικρότερα μισθολογικά κλιμάκια από αυτά που κατείχαν σε αντίθεση με άλλους συναδέλφους τους όμοιας κατηγορίας, που υπηρετούσαν στο Δημόσιο, στα Ν.Π.Δ.Δ. και στους Ο.ΤΑ, χωρίς να υπαγορεύεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος και χωρίς να δικαιολογείται από τη μετάταξή τους στην υπηρεσία της πρώτης εναγομένης, αποτελεί δυσμενή διάκριση σε βάρος τους και αντίκειται προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας. Πρέπει συνεπώς, κατ' εφαρμογή της ανωτέρω αρχής, να εφαρμοσθεί και σ' αυτούς η ευνοϊκή ρύθμιση του άρθρου 3 παρ. 3 περ. β' του ν. 2470/1997 και να αναγνωρισθεί ότι οι ενάγοντες - εκκαλούντες κατά τη μεταφορά τους στην πρώτη εναγομένη έπρεπε να καταταχθούν σε θέσεις του κλάδου ΤΕ χωρίς πτυχίο ανώτερης σχολής, με πτυχίο εξαταξίου γυμνασίου ή λυκείου και να μισθοδοτούνται από την 1-10-1998 μέχρι σήμερα με εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο το 27ο και καταληκτικό μισθολογικό κλιμάκιο το 10ο. Στη συνέχεια, με βάση τα περιστατικά αυτά, το Πρωτοδικείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί, ως αόριστη, η αγωγή των, δέχθηκε αυτήν ως προς τους εναγομένους, δηλαδή και ως προς το αναιρεσείον και αναγνώρισε ότι οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι, κατά τη μεταφορά τους από τον Α.Σ.Ο. στην πρώτη εναγομένη, μη διάδικο στην αναιρετική δίκη, έπρεπε να καταταχθούν σε θέσεις του κλάδου ΤΕ χωρίς πτυχίο ανώτερης σχολής, με πτυχίο εξαταξίου γυμνασίου ή λυκείου και να μισθοδοτούνται από την 1-10-1998 μέχρι σήμερα με εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο το 27ο και καταληκτικό μισθολογικό κλιμάκιο το 10ο, επιβάλλοντας σε βάρος των εναγομένων και τη δικαστική δαπάνη. Με την κρίση του αυτή το, ως Εφετείο, δικάσαν, Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε, τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά, ως άνω, πραγματικά περιστατικά, το αναιρεσείον δεν συνδέεται με τους αναιρεσίβλητους με σύμβαση εργασίας και έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή ως προς αυτό, για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης. Αντίθετα από τις ίδιες παραδοχές προκύπτει ότι μοναδικός εργοδότης αυτών είναι η, μη διάδικος στην αναιρετική δίκη, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηλείας, εφόσον γίνεται δεκτό ότι οι αναιρεσίβλητοι τοποθετήθηκαν με απόφαση του Νομάρχη Ηλείας από την Α.Σ.Ο., στην οποία μέχρι τότε υπηρετούσαν, σε προσωποπαγείς θέσεις της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηλείας, η οποία αποτελεί ανεξάρτητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και συνεπώς μόνο ως προς αυτήν συντρέχει παθητική νομιμοποίηση. Επομένως, ο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι βάσιμος. Κατά συνέπεια πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολο της (ως προς το αναιρεσείον), η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω έρευνα από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του KΠολΔ.), να καταδικασθούν δε οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ και 22 του Ν. 3693/1957), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, ως προς το αναιρεσείον, την 147/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το παραπάνω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που την εξέδωσαν. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ