Legislator Case Law & Legislation
1553/2008 AI generated

1553/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1553/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1553 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1553/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομά...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1553 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1553/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - αιτούντος την επαναφορά των πραγμάτων: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσικρικά.

Του αναιρεσιβλήτου - καθού η αίτηση: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μαρίνου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2366/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1864/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-7-2006 αίτησή του, με τους από4-10-2007 πρόσθετους λόγους και με την 1-11-2007 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων . Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 30-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή των αιτήσεων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου συζητήθηκαν και οι εξής υποθέσεις: α) η από 10.07.2006 (αρ. κατ. 1003/17.07.2006) αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1.864/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και β) η από 01.11.2007 (αρ.κατ. 51/02.11.2007) με αυτοτελές δικόγραφο ασκηθείσα αίτηση του ιδίου, ως άνω, αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τα άρθρα 152 επ. ΚΠολΔ, με την οποία ζητείται επικουρικώς η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ούτως ώστε να θεωρηθεί ότι η άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπροθέσμως Οι υποθέσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν.

ΙΙ. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 144 παρ. 1 και 564 παρ. 1, προκύπτει ότι αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επομένη της νόμιμης επίδοσης της απόφασης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η αναίρεση ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά δε το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, το εμπρόθεσμο της ασκήσεως της αναίρεσης είναι προϋπόθεση του παραδεκτού της. Τη συνδρομή ή μη του εμπροθέσμου της αναίρεσης εξετάζει αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, με βάση τα προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα έγγραφα, αν δε διαπιστώσει ότι αυτή ασκήθηκε εκπρόθεσμα την απορρίπτει ως απαράδεκτη. Το απαράδεκτο λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της αναίρεσης παραδεκτώς προτείνεται από τον αναιρεσίβλητο με τις προτάσεις του, κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, οι οποίες όμως πρέπει όμως να κατατίθενται είκοσι ημέρες πριν τη δικάσιμο, σύμφωνα με το άρθρο 570 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1339/2003). Για την έναρξη και διαδρομή της γνήσιας αυτής προθεσμίας απαιτείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις περί επιδόσεως διατάξεις του ΚΠολΔ και δεν έχει σημασία η τυχόν γνώση της δημοσίευσης της απόφασης και του περιεχομένου της, από τον δικαιούμενο να ασκήσει αναίρεση (ΑΠ 980/1997). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 119 παρ. 1, 3, και 120 ΚΠολΔ, με τις οποίες ορίζεται ότι οι διάδικοι οφείλουν να αναγράφουν στα δικόγραφα τους την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας τους, (οδός και αριθμό) κάθε δε μεταβολή της διεύθυνσης πρέπει να γνωστοποιείται με τα δικόγραφα που κοινοποιούνται εκατέρωθεν ή με τις προτάσεις ή με χωριστό δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση, επισυνάπτεται στη δικογραφία και κοινοποιείται στον αντίδικο, η επίδοση δε εγγράφου που αφορά εκκρεμή δίκη, συμπεριλαμβανομένης και της οριστικής απόφασης είναι έγκυρη, όταν γίνει στην κατά το άρθρο 119 ΚΠολΔ αναφερόμενη διεύθυνση και αν ακόμα ο αποδέκτης της επίδοσης δεν είχε πια εκεί την κατοικία του, εφόσον αυτός δεν είχε δηλώσει (γνωστοποιήσει) κατά έναν από τους περιοριστικώς ως άνω οριζόμενους τρόπους μεταβολή της κατοικίας του, σαφώς προκύπτει, αφενός μεν ότι συνιστά έγκυρη κατά το άρθρο 119 αρ.4 ΚΠολΔ γνωστοποίηση η δηλούμενη στο προεισαγωγικό τμήμα των εγγράφων προτάσεων του διαδίκου διεύθυνση της κατοικίας του, αφετέρου δε ότι είναι έγκυρη η επίδοση της οριστικής απόφασης στη διεύθυνση της κατοικίας του διαδίκου, που αυτός αναφέρει στα δικόγραφα τις δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η επιδιδόμενη απόφαση, ακόμη και αν αυτός δεν κατοικεί πλέον εκεί (ολ.ΑΠ 3/2003) Σκοπός των διατάξεων αυτών, κατά τις οποίες είναι έγκυρη η επίδοση στη διεύθυνση κατοικίας του παραλήπτη του επιδιδόμενου εγγράφου, την οποία αυτός εδήλωσε είτε αρχικώς είτε μετά νόμιμη, ως άνω, γνωστοποίηση μεταβολής της κατοικίας του, ακόμη και αν πράγματι δεν κατοικεί εκεί (πλασματική κατοικία) είναι η πάταξη της στρεψοδικίας με την επίκληση ακυροτήτων της επίδοσης από τον παραλήπτη του επιδιδομένου εγγράφου, ώστε να διασφαλίζονται τα έννομα συμφέροντα του αντιδίκου του για την ομαλή και κατά το δυνατό χωρίς προσκόμματα διεξαγωγή και ολοκλήρωση της δίκης με την έκδοση δικαστικής απόφασης, επί της αιτουμένης παροχής έννομης προστασίας και της αναγκαστικής αυτής εκτέλεσης. Όπως όμως σαφώς προκύπτει από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 120 σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 124, 126 παρ.1 περ.α', 127 παρ.1 και 128 ΚΠολΔ, η επίδοση και της οριστικής απόφασης στην κατά τα άνω δηλωθείσα, αρχικώς ή μετά γνωστοποίηση μεταβολής της κατοικίας, διεύθυνση του παραλήπτη, δεν αποτελεί τον μοναδικό νόμιμο τρόπο επίδοσης, η οποία νομίμως γίνεται και στη διεύθυνση της πραγματικής κατοικίας του παραλήπτη, με τις διατυπώσεις που ορίζονται στο άρθρο 128 ιδίου κώδικα. Ως κατοικία του παραλήπτη, στην οποία μπορεί να γίνει η επίδοση, κατά το άρθρο 128 ΚΠολΔ θεωρείται το σπίτι ή το διαμέρισμα που είναι προορισμένο για διημέρευση ή διανυκτέρευση του παραλήπτη, ακόμη και αν για πολύ μικρό χρονικό διάστημα δεν χρησιμοποιείται για το σκοπό αυτό, σύνοικοι δε θεωρούνται εκείνοι που διαμένουν στο ίδιο διαμέρισμα, προς τους οποίους έτσι εγκύρως γίνεται η επίδοση του εγγράφου, αν ο παραλήπτης δεν βρεθεί από το δικαστικό επιμελητή στην κατοικία του. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 του ΚΠολΔ, η έκθεση επίδοσης που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτήν ότι έγιναν από το δικαστικό επιμελητή ή ενώπιον του. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή της ως πλαστής. Τα περιστατικά αντίθετα που βεβαιώνονται σ' αυτήν, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής, αλλά τα οποία δεν υποπίπτουν από τη φύση τους στην άμεση αντίληψή του, όπως είναι και η βεβαίωση στην έκθεση επιδόσεως ότι στη συγκεκριμένη διεύθυνση όπου έγινε η επίδοση του εγγράφου είναι η κατοικία του παραλήπτη, είναι περιστατικό την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής και εντεύθεν τούτο επιδέχεται ανταπόδειξη χωρίς να προσβληθεί η έκθεση ως πλαστή (ΑΠ 1679/95), το βάρος δε της ανταποδείξεως αυτής φέρει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, εκείνος που αμφισβητεί την αλήθεια της σχετικής βεβαίωσης στην έκθεση του επιμελητή (ΑΠ 236/2006, 361/2004, 1425/88, 455/93). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, προς απόκρουση της παραδεκτώς με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις προβαλλόμενης από τον αναιρεσίβλητο έντασης απαραδέκτου, ως εκπρόθεσμης, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, για το λόγο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στον ήδη αναιρεσείοντα, κάτοικο ημεδαπής, την 25η Μαΐου 2006 και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε την 12 Ιουλίου 2006, ήτοι μετά την κατά το άρθρο 564 αρ.1 προθεσμία των τριάντα ημερών, με την προσθήκη των προτάσεών του, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στην φερομένη ως διεύθυνση της κατοικίας του, επί της οδού ... στη ..., είναι άκυρη, διότι δεν έγινε στην γνωστοποιηθείσα από αυτόν, με τις προτάσεις του στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση της έφεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διεύθυνση της κατοικίας του επί της οδού ... στη ... και επομένως δεν άρχισε η προς άσκηση αναίρεσης προθεσμία με την επίδοση αυτή, αφετέρου δε ότι η επίδοση αυτή είναι άκυρη διότι η πραγματική κατοικία του, κατά το χρόνο της επίδοσης ήταν επί της οδού ... στη ..., την οποία γνωστοποίησε στον ήδη αναιρεσίβλητο με τις έγγραφες προτάσεις του στο Εφετείο, από την άκυρη δε αυτή επίδοση υφίσταται βλάβη συνισταμένη στο ότι αν αυτή ήθελε θεωρηθεί έγκυρη η αίτησή του για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη). Ο πρώτος των άνω ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, περί ακυρότητας δηλαδή της επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι αυτή έγινε όχι στην γνωστοποιηθείσα με τις προτάσεις του στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση της έφεσης, διεύθυνση της κατοικίας επί της οδού ..., αλλά στην προγενέστερη διεύθυνση αυτού επί της οδού ..., είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι, κατά τα παραπάνω στις νομικές σκέψεις αναπτυχθέντα, η μη επίδοση της οριστικής απόφασης στην γνωστοποιηθείσα νομίμως από το διάδικο διεύθυνση κατοικίας αυτού, δεν συνεπάγεται ακυρότητα της επίδοσης, αν αυτή έγινε στην πραγματική κατοικία του παραλήπτη. Ως προς τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι κατά την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η πραγματική κατοικία αυτού δεν ήταν επί της οδού ... , όπου αυτή επιδόθηκε με θυροκόλληση, αλλά επί της οδού ... της ιδίας περιοχής, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, αποδεικνύονται τα εξής: Από την υπ' αριθμ. ..... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ....., με τις κάτω από αυτή υπό ιδία ημερομηνία πράξη εγχείρισης του θυροκολληθέντος δικογράφου στο αρμόδιο αστυνομικό όργανο και βεβαίωση περί ταχυδρομήσεως αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 128 παρ.4 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, αντίγραφο της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1.864/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, επιδόθηκε με θυροκόλληση στην φερομένη ως κατοικία του αναιρεσείοντος επί της οδού ... την 25.05.2006. Κατά τη διαδικαστική πορεία της δίκης που ανοίχτηκε με την αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος και σε όλα τα κατατεθέντα από τον ήδη αναιρεσείοντα διαδικαστικά έγγραφα μέχρι και 3.11.2005 (προτάσεις αυτού κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο, έφεση αυτού κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου, την από 26.10.2005 κλήση αυτού προς τον αναιρεσίβλητο για τη λήψη ενόρκων βεβαιώσεων εν όψει της συζήτησης των αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων στο Εφετείο) ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων δηλώνει ως διεύθυνση της κατοικίας του την και αρχικώς αναφερομένη στην αγωγή, ήτοι επί της οδού ... στη ... . Το πρώτο αυτός με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, που κατέθεσε την 03.11.2005 αναγράφει στο προεισαγωγικό τμήμα αυτών, ως διεύθυνση της κατοικίας του επί της οδού ... . Η αναγραφή της άνω διεύθυνσης κατοικίας του, αποτελεί νόμιμο τρόπο γνωστοποίηση αλλαγής της κατοικίας του. Στην παραπάνω διεύθυνση επί της οδού ... ο αναιρεσείων διέμενε με την οικογένεια του, τη σύζυγό του και τον υιό του, μέχρι το έτος 2004. Έκτοτε όμως αυτός, λόγω του ότι οι σχέσεις του με τη σύζυγό του είχαν προ πολλού διαταραχθεί, αποχώρησε από τη συζυγική οικία και εγκαταστάθηκε σε διαμέρισμα επί της οδού ... στην ίδια περιοχή (...) όπου και διαβίωνε πλέον μόνος χωριστά από τη σύζυγό του και τον υιό τους, άσκησε δε κατά της συζύγου του την από 3.12.2004 αγωγή διαζυγίου, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ.2.909/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δεν προκύπτει ότι έχει καταστεί αμετάκλητη, με την οποία λύθηκε ο γάμος τους για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 1439 παρ.3 ΑΚ λόγο διαζυγίου (τετραετής διάσταση). Τη νέα αυτή διεύθυνση της κατοικίας του αναιρεσείοντος, την οποία αυτός γνωστοποίησε το πρώτο στον αντίδικο του με τις από 3.11.2005, όπως προαναφέρθηκε, προτάσεις, εγνώριζε από το έτος 2004 και ο αναιρεσίβλητος, όπως αποδεικνύεται από τις με ημερομηνίες 13.10.2004 και 2.8.2005 μηνύσεις του αναιρεσιβλήτου στον εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με τις οποίες ζήτησε την άσκηση ποινικών διώξεων κατά του αναιρεσείοντος και του Α για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας, της ψευδούς καταμήνυσης, της συκοφαντικής δυσφήμισης και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία, και στις οποίες μηνύσεις αναγράφεται ως διεύθυνση της κατοικίας του τότε εγκαλουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, εκείνη επί της οδού ... και όχι η προγενέστερη αυτού συζυγική οικία επί της οδού ... . Το γεγονός ότι κατά τη διαδρομή του μεταξύ των διαδίκων δικαστικού αγώνα, πριν τη συζήτηση της έφεσης, στα δικόγραφα του αναιρεσείοντος, που συνέτασσε ο πληρεξούσιός του δικηγόρος, (προτάσεις στο πρωτοβάθμιο, έφεση του ήδη αναιρεσείοντος και κλήση για λήψη ενόρκων βεβαιώσεων) αναγράφεται ως κατοικία αυτού επί της οδού ... και όχι εκείνη επί της οδού ..., η οποία και γνωστοποιήθηκε με τις προτάσεις στο Εφετείο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η επιδοθείσα τελεσίδικη απόφαση, δεν αποδεικνύει και ότι πράγματι ο αναιρεσείων διημέρευσε και διανυκτέρευε στην πρώην συζυγική οικία, αφού τα δικόγραφα αυτά, συνέτασσε, όπως προαναφέρθηκε, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, αναγράφοντας ως διεύθυνση κατοικίας αυτού, την και επί της αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου αναγραφόμενη (...). Το γεγονός επίσης ότι την 19.12.2006, μετά δηλαδή την επίδοση της προσβαλλόμενης, επιδόθηκε με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου, επί της οδού ... δικόγραφο παραίτησης αυτού από το δικόγραφο άλλης αγωγής του κατά του αναιρεσείοντος, το οποίο παρέλαβε ως σύνοικος του παραλήπτη αναιρεσείοντος, ο υιός του Β, χωρίς να δηλώσει ότι ο παραλήπτης πατέρας του δεν κατοικεί εκεί, δεν αποδεικνύει, εν όψει των προαναφερομένων, ότι ο αναιρεσείων, κατά το χρόνο επίδοσης της προσβαλλόμενης κατοικούσε πράγματι επί της οδού ..., εν όψει μάλιστα του ότι αυτός από της 3.11.2005 είχε γνωστοποιήσει τη διεύθυνση της νέας του κατοικίας. Από αυτά αποδεικνύεται ότι η ως άνω γενομένη επί της οδού ... επίδοση της προσβαλλόμενης είναι άκυρη και δεν κινείται από την επίδοση αυτή η κατά το άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔ τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης, ο δε αναιρεσείων υφίσταται βλάβη από την άκυρη αυτή επίδοση. Επομένως η κρινόμενη από 10.07.2006 αίτηση για αναίρεση κατά της υπ' αριθμ. 1864/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που ασκήθηκε την 12.07.2006 ασκήθηκε εμπροθέσμως και η προβαλλόμενη από τον αναιρεσίβλητο με τις προτάσεις του ένσταση απαραδέκτου της αναίρεσης, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως αυτής, για το λόγο ότι ασκήθηκε μετά την παρέλευση τριάντα ημερών από την άνω άκυρη επίδοση είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Μετά ταύτα παρέλκει η έρευνα της συνεκδικαζομένης και επικουρικώς ασκηθείσας από τον αναιρεσείοντα αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, με την οποία ο αναιρεσείων, επικαλούμενος ανώτερη βία και δόλο του αντιδίκου του, ζητεί όπως, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η άνω επίδοση της προσβαλλόμενης είναι έγκυρη, να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη και να θεωρηθεί ως εμπροθέσμως ασκηθείσα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

IΙΙ. Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ή έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν επιτρέπει ο νόμος ή αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 ν. 1915/2001 και ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή προξένου, το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή. Οι βεβαιώσεις αυτές δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ. του ΚΠολΔ., αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο που διακρίνεται από τα έγγραφα και γι' αυτό ακριβώς, αν η απόφαση του ουσιαστικού δικαστηρίου αναφέρει μόνο ότι λήφθηκαν υπόψη τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, δεν αποδεικνύεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τις ένορκες βεβαιώσεις που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι και ιδρύεται ο ανωτέρω από το άρθρο 559 αριθ. 11 λόγος αναιρέσεως. Η επίκληση της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή ο αριθμός, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται (ΑΠ 1076/2000) Τέλος από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 εδ. β' ΚΠολΔ, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ.1 ιδίου κώδικα, εφαρμόζεται και στη δίκη ενώπιον του Εφετείου, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 529 ΚΠολΔ, σαφώς συνάγεται, ότι στην κατ' έφεση δίκη, είναι, κατά κανόνα, παραδεκτή η το πρώτον επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, επομένως και ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, που έχουν δοθεί νομίμως μετά την συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εκτός αν η προσαγωγή αυτών αποκρουσθεί ρητώς από το Εφετείο, διότι, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν είχε προσκομίσει τα αποδεικτικά αυτά μέσα στην πρωτοβάθμια δίκη, από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με τις από 2.11.2005 έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του εφετείου, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων, προς ανταπόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του αντιδίκου του, ότι αυτός (αναιρεσείων) χωρίς δικαίωμα αναπαρήγαγε εξολοκλήρου ή τμηματικώς τα αναφερόμενα στην αγωγή εκπαιδευτικά βοηθήματα, το ένα των οποίων είχε εκδοθεί με την συνεργασία του αναιρεσείοντος και το άλλο αποκλειστικά από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο και προς απόδειξη του ισχυρισμού του ιδίου (αναιρεσείοντος- εναγομένου) περί παραγραφής της αξίωσης του ενάγοντος, ο οποίος απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο και επαναφέρθηκε με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο,

επικαλέστηκε και προσκόμισε και τις υπ' αριθμ. ..... και ..... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Χαραλαμποπούλου των μαρτύρων Α και Γ, καθώς και την υπ' αριθμ. ..... ένορκη βεβαίωση ενώπιον της ιδίας συμβολαιογράφου της μάρτυρα Δ. Με τις ίδιες αυτές προτάσεις του ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και τις υπ' αριθμ. ... και ... εκθέσεις επιδόσεων του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., από τις οποίες, όπως επικαλείται, προέκυπτε η κλήτευση του αντιδίκου, κατά την εξέταση των μαρτύρων του ενώπιον της άνω συμβολαιογράφου. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του το εφετείο, αφού δέχτηκε την έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δικάζοντας την αγωγή, απέρριψε την περί παραγραφής ένσταση του αναιρεσείοντος και δέχτηκε εν μέρει την αγωγή. Στην κρίση του αυτή κατέληξε το εφετείο, όπως στην προσβαλλόμενη απόφαση του βεβαιώνεται, αφού έλαβε υπόψη τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, την υπ' αριθμ. ..... ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, χωρίς όμως να γίνεται ειδική αναφορά ότι λήφθηκαν υπόψη και οι άνω ένορκες βεβαιώσεως τις οποίες επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων ενώπιον του εφετείου, προς απόδειξη και ανταπόδειξη ασκούντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμών, και χωρίς επίσης να αποκρούονται από το Εφετείο οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις, κατά το άρθρο 529 παρ.2 ΚΠολΔ ως απαραδέκτως το πρώτο προσκομιζόμενες ενώπιον του.. Επομένως το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τις άνω ένορκες βεβαιώσεις που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε, και κατ' ακολουθίαν πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του και ο ταυτόσημος δεύτερος πρόσθετος λόγος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του εφετείου, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων. Μετά ταύτα πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν αυτή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 597 παρ.2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Αυτοτελές δικόγραφο, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης, με το οποίο μπορεί ο αναιρεσείων να υποβάλλει αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων, είναι και το δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι, κατά το άρθρο 569 παρ.2 ΚΠολΔ, ασκούνται με κατάθεση στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και επίδοση στον αναιρεσίβλητο τριάντα πλήρεις ημέρες πριν τη συζήτηση της αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με το από 4.10.2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου την 09.10.2007 και επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο την 10.10.2007, (βλ. υπ' αριθμ. ..... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών .....) επικαλούμενος, ότι προς αποφυγή αναγκαστικής εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, κατέβαλε εκουσίως στον αναιρεσίβλητο το επιδικασθέν με αυτή ποσό κεφαλαίου, τόκων και δικαστικών εξόδων, συμποσούμενο σε 27.179,73 ευρώ, ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να του καταβάλει το εν λόγω ποσό. Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη με ημερομηνία 04.04.2006 απόδειξη είσπραξης αποδεικνύεται, ότι ο αναιρεσείων, προς αποφυγή αναγκαστικής εκτέλεσης της αναιρούμενης απόφασης του Εφετείου, ως προς το καταψηφιστικό της μέρος, παρέδωσε στον δεκτικό καταβολής πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου Μ. Μαρίνο, δια χειρός του πληρεξουσίου του δικηγόρου Νικολάου Τσώλη την υπ' αριθμ. ..... τραπεζική επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, πληρωτέα εις διαταγήν του αναιρεσιβλήτου συνολικού ποσού 30.079 ευρώ, σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των επιδικασθέντων με την αναιρούμενη απόφαση του Εφετείου, και με την επιφύλαξη της άσκησης του εκτάκτου ενδίκου μέσου της αναίρεσης, αναλυομένου του άνω ποσού για επιδικασθέν κεφάλαιο ευρώ 20.000, για τόκους δεδουλευμένους 7.179,73 ευρώ και για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ευρώ 2.900. Ο αναιρεσίβλητος ομολογεί ότι εισέπραξε το άνω ποσό της επιταγής (βλ.τέλος 6ης σελίδας των προτάσεών του) Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση επαναφοράς στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκούσια εκτέλεση της αναιρούμενης και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να καταβάλλει στον αναιρεσείοντα το αιτούμενο ποσό των 27.179,73 ευρώ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1.864/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, προς περαιτέρω εκδίκαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Δέχεται την αίτηση του αναιρεσείοντος περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της προσβαλλομένης. Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ποσό των είκοσι επτά χιλιάδων εκατόν εβδομήντα εννέα ευρώ και εβδομήντα τριών λεπτών (27.179,73) Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από ευρώ δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Ιουλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ