Legislator Case Law & Legislation
1552/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to improper timing and lack of specific grounds in the writ of appeal.

Case Number 1552/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court's decision regarding a will invalidity suit. The appellant argued procedural errors involving a witness who was a close relative of the testator, but the court found the specific claim regarding the degree of kinship was raised for the first time during the appeal. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible because the necessary legal grounds were not properly presented in the initial writ of appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287 of the Code of Civil Procedure; Article 527 of the Code of Civil Procedure: An appeal ground must be specifically stated in the writ of appeal with the time and manner of its prior proposal to the court of first instance, otherwise it is inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal writ of appeal requirements timing of legal grounds cassation procedure close relative witness will invalidity suit procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287 of the Code of Civil Procedure
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 562, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3, letter e of the Code of Civil Procedure
Articles 1725, 1726 of the Civil Code
Article 559, paragraph 1a of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1552 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1552/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. χήρας Ε. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Θεοδωρόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. (Β.) Σ. - Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χριστίνα Φλούδα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Θ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-8-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3333/2017 εν μέρει οριστική, 371/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4687/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-11-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδάφ. α' και 287 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573§1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν, εωσότου τελειώσει η συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η διακοπή δε αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως από εκείνον, που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που, μέχρι την επέλευση του θανάτου, ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη διαδικασία επιδόσεως με επίσπευση της αναιρεσείουσας ακριβούς αντιγράφου του αναιρετηρίου, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα δικάσιμο (17.11.2021) προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο (Θ.

Σ. του Ν.), από την τρίτη σύζυγό του (Μ. χήρα Θ. Σ.), δηλώθηκε στον επιχειρούντα την πράξη επιδόσεως δικαστικό επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ι. Α. ότι ο προς ον η επίδοση διάδικος αποβίωσε (βλ. τη με στοιχεία 5063Ε'/09.07.2021 έκθεση "επιδόσεως" του προαναφερόμενου δικασστικού επιμελητή), με συνέπεια τη ματαίωση της επιδόσεως.

Ενόψει τούτου και του ότι η υπόθεση αφορά σε αγωγή αναγνωρίσεως ακυρότητας διαθήκης, που άσκησε, μαζί με άλλους, η αναιρεσείουσα κατά των αναιρεσίβλητων, οι τελευταίοι συνδέονται μεταξύ τους με τον δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρο 74 του Κ.Πολ.Δ.) και, επομένως, πρέπει, κατά τη διάταξη του άρθρου 576§3 του Κ.Πολ.Δ., να χωριστεί η υπόθεση ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα, για τον οποίο, με τη μη προσήκουσα γνωστοποίηση του θανάτου του, δεν επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης (άρθρο 287 του Κ.Πολ.Δ.) και δεν έλαβε χώρα επίδοση ακριβούς αντιγράφου του αναιρετηρίου, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα δικάσιμο (17.11.2021), κηρυσσομένης της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως απαράδεκτης (άρθρο 576§2 εδάφ.

β' του Κ.Πολ.Δ.), αλλά να προχωρήσει η συζήτηση ως προς την παριστάμενη προσηκόντως και συνδεόμενη με τον δεσμό της απλής ομοδικίας με αυτόν πρώτη αναιρεσίβλητη, καθόσον εξ αντιδιαστολής από το άρθρο 288 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι η διακοπή, που επέρχεται στο πρόσωπο του ενός ομοδίκου δεν επηρεάζει τη δίκη ως προς τους λοιπούς (Α.Π. 75/2021, Α.Π. 399/2018, Α.Π. 241/2017).

Με την κρινόμενη από 12.11.2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 4687/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την από 17.04.2019 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 371/2019 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε κάνει απορρίψει την από 07.08.2015 αγωγή αναγνωρίσεως ακυρότητας διαθήκης της αναιρεσείουσας.

Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 1 της υπ' αριθμ. Δ1α/Γ.Π.οικ.: 71342/06.11.2020 - Ε.τ.Κ. Φ. Β' 4899/2020). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.).

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο και εκτιμώντας, εσφαλμένως, τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) είτε έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αυτός ο λόγος έχει στόχο τη διασφάλιση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ.). "Πράγματα" είναι οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκείται, με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562§2 του Κ.Πολ.Δ.), συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα) της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήσαν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται.

Δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την ως άνω έννοια, η αιτιολογημένη ή απλή άρνηση της αγωγής (Ολ.Α.Π. 469/1984, Α.Π. 474/2021, Α.Π. 59/2020, Α.Π. 150/2015). Περαιτέρω, το άρθρο 240 ΚΠολΔ ορίζει τα ακόλουθα: "Για την επαναφορά ισχυρισμών, που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους, με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, που τους περιέχουν οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται, απαραιτήτως, σε επικυρωμένο αντίγραφο.".

Η παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 240 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. . Ειδικότερα, προς μη προταθέντες εξομοιώνονται και οι απαραδέκτως προταθέντες αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, δηλαδή εκείνοι, που για την επαναφορά τους από προηγούμενη συζήτηση, δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 240 του Κ.Πολ.Δ.

Επιβάλλεται δε, η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 240 του Κ.Πολ.Δ., για τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, με τις έγγραφες προτάσεις και όχι για εκείνους, που περιέχονται στην αγωγή και συγκροτούν τη νομική και ιστορική αιτία του αγωγικού δικαιώματος (Α.Π. 474/2021, Α.Π. 1386/2009, Α.Π. 729/2006).

Στην κατ' έφεση δίκη, η επαναφορά ισχυρισμών δια των εγγράφων προτάσεων στο εφετείο, με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις ή με ενσωμάτωση του κειμένου αυτών, στις προτάσεις του εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη. Ωστόσο, δεν πρόκειται για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της κατ' έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο ή μη και το κείμενο των πρωτόδικων προτάσεων, ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο καλύπτεται, ως ενιαίο κείμενο προτάσεων, από την υπογραφή του συντάκτη τους, πληρεξούσιου δικηγόρου του διαδίκου στην κατ' έφεση δίκη διότι έτσι, καθίστανται, οι πρωτόδικες και στο εφετείο προτάσεις, ενιαίες (Α.Π. 258/2019, Α.Π. 696/2017).

Πάντως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, που προτάθηκε και ευθέως τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, διότι η απόρριψη σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπόψη, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 272/2020, Α.Π. 797/2013, Α.Π. 1703/2008, Α.Π. 561/2008, Α.Π. 17/2008, Α.Π. 1253/2003).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα "πράγματα", που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη, ενώ δεν προτάθηκαν ή εκείνα που δεν έλαβε υπόψη παρά το ότι είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν, αν τα "πράγματα" ήσαν ουσιώδη και να μνημονεύεται το σφάλμα από τη λήψη ή τη μη λήψη υπόψη των "πραγμάτων" (Α.Π. 1194/2008).

Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας για να διαγνώσει την αλήθεια, όσων πραγματικών ισχυρισμών ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν (άρθρα 106, 335, 338, 339, 340, 346, 240 του Κ.Πολ.Δ.).

Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ή, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίστηκαν ή, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Έτσι, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, στην πρώτη περίπτωση έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, που δεν περιλαμβάνεται στα αποδεικτικά μέσα, όπως καθορίζονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 339 του Κ.Πολ.Δ. ή, όταν περιλαμβάνεται σε αυτά, όμως, δεν επιτρέπεται η χρήση του, στη συγκεκριμένη υπόθεση, στη δεύτερη περίπτωση έλαβε υπόψη αποδείξεις, των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση και στην τρίτη περίπτωση, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προς άμεση απόδειξη ή προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) αυτός ο λόγος αναιρέσεως και στις τρεις περιπτώσεις του, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται τα επίμαχα αποδεικτικά μέσα. Για τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 11 περίπτ. β' του Κ.Πολ.Δ., νόμιμη, δηλαδή σαφής και ορισμένη, είναι η επίκληση, ειδικότερα, εγγράφου, όταν είναι ειδική και προκύπτει η ταυτότητα του εγγράφου.

Η επίκληση γίνεται, κατ' ανάλογη εφαρμογή του ως άνω άρθρου 240 του Κ.Πολ.Δ.. Δεν είναι, συνεπώς, νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις έγγραφες προτάσεις, ενώπιον του εφετείου, περιέχεται γενική, μόνο, αναφορά σε όλα τα έγγραφα, που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσκομίσει, πρωτοδίκως ή η ενσωμάτωση του κειμένου των πρωτόδικων προτάσεων, στις προτάσεις του εφετείου (Ολ.Α.Π. 23/2008).

Δεν πρόκειται, όμως, κατά τα παραπάνω, για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της κατ' έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο ή μη, και το κείμενο των πρωτόδικων προτάσεων, ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο (όπου διαλαμβάνονται τα επικαλούμενα από τον διάδικο έγγραφα), το οποίο καλύπτεται, ως ενιαίο κείμενο προτάσεων, από την υπογραφή του συντάκτη τους, πληρεξούσιου δικηγόρου του διαδίκου στην κατ' έφεση δίκη, αφού, έτσι, οι πρωτόδικες προτάσεις και οι προτάσεις στο εφετείο καθίστανται ενιαίες (Α.Π. 474/2021, Α.Π. 258/2019, Α.Π. 696/2017, Α.Π. 982/2013, Α.Π. 476/2011).

Ακόμη, αβάσιμος είναι ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 11 περίπτ. γ' του Κ.Πολ.Δ., εάν από την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας αποδεικνύεται ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως προσκομίστηκαν, με επίκληση, από τους διαδίκους. Αρκεί η γενική αναφορά στην απόφαση του είδους των αποδεικτικών μέσων.

Ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγησή τους ή/και διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη δεν είναι αναγκαία, εφόσον από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν αφήνεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, δηλαδή, για τον αναιρετικό έλεγχο, αρκεί να προκύπτει, με βεβαιότητα ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όσα υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Δεν αποκλείεται, όμως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, που, κατά την ελεύθερη κρίση του, έχουν μεγαλύτερη σημασία (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 445/2019). Στην προκειμένη περίπτωση επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 11β' του Κ.Πολ.Δ.

με την αιτίαση ότι δεν ήταν νόμιμη ως αόριστη ούτε η επαναφορά στο Εφετείο των ισχυρισμών των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων που υπέβαλαν με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ούτε η επίκλιση των εγγράφων που είχαν πρωτοδίκως επικαλεστεί και προσκομίσει, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του.

Τούτο δε διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται αναλυτικά τόσο οι ισχυρισμοί όσο και τα αποδεικτικά μέσα που κατά τα εκτιθέμενα απαραδέκτως επανέφεραν ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου οι αναιρεσίβλητοι και έγιναν δεκτοί, επιπλέον δε δεν προσδιορίζεται η συμβολή των ως άνω ισχυρισμών και αποδεικτικών μέσων στο διατακτικό της εκδοθείσης αποφάσεως.

Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως (άρθρο 336§4 του Κ.Πολ.Δ.), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Αν, στην πρώτη περίπτωση, χρησιμοποιώντας τα διδάγματα κοινής πείρας ή τα πορίσματα της επιστήμης αντίθετα προς τις αρχές της λογικής, το δικαστήριο διαγνώσει εσφαλμένως ότι συνέτρεξαν ή όχι τα περιστατικά που στηρίζουν το δικαίωμα, δεν υπάρχει παραβίαση κανενός νόμου και, άρα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 297/2007).

Δεν ιδρύεται όμως ο πιο πάνω λόγος όταν τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινή ςπείρας κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο χρησιμεύουν για την εκτίμηση των αποδείξεων ή για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων και γενικά όταν παραβιάζονται τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ Ολ 10/2005, ΑΠ 266/2014, ΑΠ 1532/2013, ΑΠ 1662/2010, ΑΠ 120/2004).

Αν πάλι το δικαστήριο παραλείψει εντελώς να τα χρησιμοποιήσει, η παράλειψη αυτή δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, καθόσον, όπως συνάγεται από τα άρθρα 336§4 και 339 του Κ.Πολ.Δ., τα διδάγματα κοινής πείρας δεν καταλέγονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.Α.Π. 11/2005). Στην προκειμένη περίπτωση ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1β' του Κ.Πολ.Δ, είναι απαράδεκτος.

Τούτο δε διότι, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, το εκδόσαν την ως άνω απόφαση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ενόψει των ισχυρισμών τηςαναιρεσείουσας και των αποδεικτικών μέσων που επικαλέστηκε και προσκόμισε, εσφαλμένα χρησιμοποίησε τα διδάγματα της κοινής πείρας προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των ως άνω αποδεικτικών μέσων και ως εκ τούτου εσφαλμένα, κατέληξε στο αποδεικτικό συμπέρασμα ότι η αποβιώσασα συγγενής των διαδίκων ήταν ικανή για τη σύνταξη της επίδικης δημόσιας διαθήκης.

Κατά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 131 του Α.Κ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 16 του ν. 2447/1996 "Η δήλωση της βούλησης είναι άκυρη αν, κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική ταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του.".

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η δήλωση είναι άκυρη, αν κατά τον χρόνο που έγινε, ο δηλών, από τις παραπάνω αιτίες, δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή, λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, δεν είχε έλλογη κρίση, που να του επιτρέπει να προσδιορίζει ελεύθερα τη βούλησή του με λογικούς υπολογισμούς και βρισκόταν σε αδυναμία να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχειρεί και τις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτήν.

Η ακυρότητα των δικαιοπραξιών του, κατά τα παραπάνω, ανικάνου, λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής είναι απόλυτη, ώστε, οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, δύναται να την προσβάλλει (Α.Π. 360/2021, Α.Π. 531/2018). Κρίσιμος χρόνος για τη διανοητική κατάσταση του προσώπου είναι η στιγμή της δηλώσεως της βουλήσεως, γεγονότα δε προγενέστερα ή μεταγενέστερα από τα οποία εμμέσως μπορεί αυτή να συναχθεί, δεν είναι ουσιώδη.

Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1718 του Α.Κ., η διαθήκη, για την οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 του ίδιου Κώδικα, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθμ. 3 του Α.Κ., ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι, όσοι κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης, δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεώς τους.

Στην αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης, δηλαδή είτε έλλειψη συνειδήσεως των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως μέθη, ύπνωση κτλ) δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επιμέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνειδήσεως του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη της λειτουργίας του νου είτε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεως του διαθέτη.

Ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεως του διαθέτη, νοείται ειδικότερα κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, δηλαδή όταν, εξαιτίας της διαταραχής αυτής, αποκλείεται, κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βουλήσεως του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων (Α.Π. 360/2021, Α.Π. 913/2019).

Οι ασθένειες που μπορούν να οδηγήσουν στην πιο πάνω διαταραχή είναι οι ψυχώσεις, όπως π.χ. η διπολική διαταραχή, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οργανικά ψυχοσύνδρομα, ανοϊκά σύνδρομα, όπως η νόσος Alzheimer, όταν από αυτά προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου σε βαθμό που να αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσεως.

Η απλή νοητική μείωση, που συχνά συνοδεύει τη γήρανση είναι φαινόμενο απολύτως φυσιολογικό και η επίκληση και απόδειξή της δεν δικαιολογεί, από μόνη της, ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης (ΑΠ 558/2021, Α.Π. 237/2017, ΑΠ 1337/2015). Η ανικανότητα κρίνεται κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης, ενώ η μεταγενέστερη επέλευσή της ή η ύπαρξή της σε προγενέστερο χρόνο δεν ασκεί οποιαδήποτε έννομη επιρροή.

Στην περίπτωση ειδικά που ο διαθέτης πάσχει από ψυχική ή διανοητική διαταραχή, αν μεν πρόκειται για πάθηση περιοδικού ή παροδικού χαρακτήρα, απαιτείται και πάλι να αποδειχτεί η ψυχική ή διανοητική διαταραχή του διαθέτη κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης, αν όμως πρόκειται για πάθηση μη ιάσιμη ή βαριά ψυχική διαταραχή, τότε δεν είναι ανάγκη η απόδειξή της κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης, αφού τεκμαίρεται αυτή λόγω της διάρκειάς της (Α.Π. 360/2021, Α.Π. 1198/2012, Α.Π. 1420/2010, Α.Π. 1110/2008).

Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση στην συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 448/2020, Α.Π. 1633/2018).

Στην υπό κρίση περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το εκδόσαν αυτή Δικαστήριο δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στις 04.04.2015 απεβίωσε στο … Κρήτης η Ε. Σ. του Θ. και Π., σε ηλικία 87 ετών, κάτοικος εν ζωή ..., όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο απόσπασμα της υπ' αρ. ...

ληξιαρχικής πράξης θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου .... Η αποβιώσασα ήταν άγαμη. Πλησιέστεροι συγγενείς της κατά τον χρόνο του θανάτου της ήταν: 1) τα ανίψια της, ήτοι η Δ. - Ι. Σ. - Ε. και Θ. Σ. - τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού της Δ. Σ., 2) ο Θ. Σ., Α. Σ. και Γ. Σ. - τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού της Ε. Σ., 3) ο Θ. Σ., Κ.

Σ. και Α. Σ. - Κ. - τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού της Ν. Σ. και 4) η Μ. Σ. - Μ. - τέκνο του προαποβιώσαντος αδελφού της Γ. Σ., όπως τούτο προκύπτει από το προσκομιζόμενο με αρ. πρωτ. 6865/2015 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου .... Η αποβιώσασα κατέλειπε τη με αριθμό ... δημόσια διαθήκη της, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Φανής Ταμβάκη και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αρ. ...

πρακτικό του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με την ως άνω διαθήκη της εγκατέστησε κληρονόμους της την πρώτη, τον δεύτερο και την τέταρτη των εναγομένων. Στην πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητη κατέλειπε το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου στην οδό ... στον … μαζί με όλα τα κινητά πράγματα εντός αυτού, το πρώτο αριστερά στην πρόσοψη μαγαζί μετά του υπογείου του στην ίδια οικοδομή και το άλλο υπόγειο δεξιά στην πίσω πλευρά της ίδιας οικοδομής.

Στον δεύτερο εναγόμενο - εφεσίβλητο άφησε την υπόλοιπη κινητή και ακίνητη περιουσία της, που βρίσκεται στην … και στην … και στην τέταρτη εναγομένη άφησε ένα οικόπεδο εξήντα μέτρων στην συνοικία …. Επιπλέον η διαθέτης ανέθεσε στον δεύτερο εναγόμενο - εφεσίβλητο να καταβάλει τα αναφερόμενα στη διαθήκη χρηματικά ποσά από την κληρονομία εφόσον αυτά υπήρχαν (κατά τον χρόνο του θανάτου της) και ειδικότερα στον αρχικώς πρώτο ενάγοντα Θ.

Σ. του Δ. το ποσό των 12.000 ευρώ, στην Α. χήρα Α. Κ. - τέταρτη εναγομένη το ποσό των 12.000 ευρώ, στον Κ. Σ. του Ν. - τρίτο εναγόμενο το ποσό των 12.000 ευρώ, στον Γ. Σ. του Ε. - τρίτο ενάγοντα το ποσό των 12.000 ευρώ και στην Μ. Σ. χήρα Μ. Μ. - έκτη ενάγουσα το ποσό των 12.000 ευρώ. Η αποβιώσασα με την ανωτέρω διαθήκη της απέκλεισε από την κληρονομία της την Ι.

χήρα Ν. Ε. - δεύτερη ενάγουσα και τους Θ. και Α. Σ. του Ε. - τρίτο και τέταρτο των εναγόντων, αντίστοιχα. Η αρχικώς έκτη ενάγουσα - εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η διαθέτης κατά τον χρόνο συντάξεως της άνω διαθήκης ήτοι στις 06.06.2014 και προγενέστερα από τον θάνατο της αδελφής της το έτος 2011, δεν ήταν σε θέση να διατυπώσει κατά τρόπο σαφή και κατηγορηματικό την τελευταία της βούληση, λόγω της βαριάς κατάστασης της υγείας της.

Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι έπασχε από ανοϊκή συνδρομή υψηλής βαρύτητας με συμπτώματα διαταραχών μνήμης, σκέψης και αντίληψης και υπόκειτο λόγω υποβολιμότητας σε εύκολο έλεγχο της βούλησης, των συναισθημάτων και της συμπεριφοράς της από τρίτους και ειδικότερα από τους δύο πρώτους εναγόμενους - εφεσίβλητους.

Βέβαια, στην ένδικη διαθήκη η συμβολαιογράφος βεβαιώνει ότι "μετά από συζήτηση που είχε μαζί της διαπίστωσε ότι η διαθέτης δεν στερείται καμία από τις αισθήσεις της, ότι σοβαρά θέλει να κάνει διαθήκη και δεν υπάγεται σε καμία περίπτωση ανικανότητας από όσες αναφέρονται στο άρθρο 1719 ΑΚ ..." Ωστόσο, τα γεγονότα αυτά, που επιβεβαιώνει (αναφορικά με την κατάσταση της διαθέτιδας) επιδέχονται, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη ανταπόδειξη.

Διότι η καταχωρηθείσα σε δημόσια διαθήκη βεβαίωση του συμβολαιογράφου για την ικανότητα του διαθέτη να συντάξει διαθήκη κατά το άρθρο 1719 εδάφιο 3 ΑΚ αποτελεί υποκειμενική κρίση και αντίληψη αυτού και μπορεί να ανατραπεί με απλή απόδειξη για το αντίθετο, χωρίς προσβολή της διαθήκης για πλαστότητα. Διαφορετικά, αν δηλαδή για το γεγονός αυτό, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει και διαπιστώσει ο συμβολαιογράφος και να αναφέρει σχετικά στη διαθήκη, δεν αποδεικνύεται ανταποδεικτικά η αναλήθεια του, η ίδια η διαθήκη παρέχει πλήρη απόδειξη, σύμφωνα με τα άρθρα 438 και 440 ΚΠολΔ ... .

Στην προκείμενη περίπτωση δεν είναι βάσιμοι οι ισχυρισμοί της έκτης ενάγουσας - εκκαλούσας ότι η διαθέτης δεν είχε κατά τη σύνταξη της διαθήκης συνείδηση των πράξεων της, λόγω της επικαλούμενης βαριάς κατάστασης της υγείας της. Έπασχε, βέβαια από κολπική μαρμαρυγή και υπέρταση και προ της σύνταξης της διαθήκης την 01.02.2014 υπέστη συμπιεστικό οστεοπορωτικό κάταγμα σώματος Ο3, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι έπασχε από γεροντική άνοια, και μάλιστα τέτοιας μορφής, ώστε από αυτή να έχει προκληθεί μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που να αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της διαθήκης και να την καθιστά ευάλωτη σε συναισθηματικές επιδράσεις του οικογενειακού ή μη περίγυρού της.

Ειδικότερα, η εκκαλούσα, προς απόδειξη του παραπάνω βασικού ισχυρισμού της, επικαλείται έγγραφο του Τμήματος Υπολογιστικής Τομογραφίας - Μαγνητικού Συντονισμού του Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου "ΒΕΝΙΖΕΛΕΙΟ - ΠΑΝΑΝΕΙΟ", που αφορά εργαστηριακές εξετάσεις, στις οποίες υποβλήθηκε η διαθέτης την 01.02.2015, την από 06.08.2015 ιατρική έκθεση του Ψυχίατρου Π.

Χ., την από 05.03.2015 ιατρική γνωμάτευση της Μ. Σ., Ειδικευόμενης Καρδιολογίας, της Καρδιολογική Κλινικής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Κρήτης και το από 10.04.2015 ιστορικό νοσηλείας του Διαγνωστικού Θεραπευτικού Κέντρου "ΑΣΚΛΗΠΕΙΟΝ ΚΡΗΤΗΣ", που υπογράφει ο Π. Τ., Ιατρός Παθολόγος. Ειδικότερα στην από 06.08.2015 ιατρική γνωμάτευση ο ψυχίατρος Π.

Χ. βεβαιώνει ότι κατά την τελευταία ιατρική εξέταση το έτος 2015 η αποβιώσασα Ε. Σ. παρουσίαζε διαταραχές συναισθήματος, διαταραχή μνήμης και ψυχοκινητική ανησυχία, για τον λόγο αυτό της χορήγησε ήπια αντικαταθλιπτική και νευρολογική αγωγή και συνέστησε απεικονιστικό έλεγχο (μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου) αιματολογικό έλεγχο και νευρολογική εκτίμηση.

Σύμφωνα δε με την υπό χρονολογία 01.02.2015 ιατρική εξέταση (υ.τ. εγκεφάλου), της αποβιώσασας διαπιστώθηκαν εκτεταμένες αλλοιώσεις ισχαιμικής μικροαγγειοπάθειας της περικοιλιακής λευκής ουσίας και εγκεφαλική ατροφία. Ακολούθως, στην από 05.03.2015 ιατρική γνωμάτευση της Μ. Σ. σύμφωνα με την οποία η Ε. Σ., ετών 87, υπερτασική, με αγγειοπλασθείσα στεφανιαία νόσο, μόνιμη κολπική μαρμαρυγή και εμφύτευση ΜΤΒ νοσηλεύτηκε στην καρδιολογική κλινική από 01.03.2015 έως τις 05.03.2015 λόγω περικαρδιακής συλλογής διαπιστώνεται για πρώτη φορά η άνοια, ενώ σύμφωνα με το από 10.04.2015 ιστορικό νοσηλείας, η αποβιώσασα εισήχθη στην ιδιωτική κλινική ...

στις 27.05.2015, όπου διαπιστώθηκε ότι έπασχε από λοίμωξη κατώτερου αναπνευστικού και επιδείνωση της άνοιάς της. Ωστόσο, από τα ανωτέρω ιατρικά πιστοποιητικά και εξετάσεις, τα οποία σημειωτέον χρονολογούνται επτά - οκτώ μήνες μετά τη σύνταξη της επίδικης διαθήκης, δεν προκύπτει μετά βεβαιότητας ότι η θανούσα κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν ήταν σε θέση με λογικούς υπολογισμούς να εκφράσει τη βούλησή της απορριπτομένου ως αβάσιμου του πρώτου και δεύτερου λόγου έφεσης.

Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το πόρισμα της με αριθμό ... ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δυνάμει της με αριθμό 3333/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών Νευρολόγου - Ψυχίατρου Γ. Δ. σύμφωνα με τον οποίο η κληρονομούμενη Ε. Σ.

κατά τον χρόνο σύνταξης της με αριθμό ... δημόσιας διαθήκης δεν έπασχε από ανοϊκή συνδρομή καθόσον δεν υπάρχει κάποια ένδειξη (γνωμάτευση) ή ανάλογη φαρμακευτική αγωγή την περίοδο εκείνη, που να υποδηλώνει το αντίθετο. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και ο διορισθείς από τον πρώτο εναγόμενο - εφεσίβλητο τεχνικός σύμβουλος Α.

Δ. Ψυχίατρος στην από 07.05.2018 γνωμοδότησή του σύμφωνα με τον οποίο δεν υπάρχει καμία απολύτως ένδειξη ότι κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης (δέκα μήνες πριν τον θάνατό της) η θανούσα εμφάνιζε συμπτώματα άνοιας ή οποιαδήποτε άλλης ψυχιατρικής διαταραχής, η οποία επηρέαζε τη βούληση. Κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της διαθήκης της ήταν απολύτως ικανή να σχηματίσει και εκφράσει ελεύθερα τη βούλησή της.

Σε αντίθετο βέβαια πόρισμα καταλήγει ο διορισθείς από την έκτη ενάγουσα - εκκαλούσα τεχνικός σύμβουλος Ν. Κ. - Ψυχίατρος Ψυχοθεραπευτής στην από 24.09.2018 ψυχιατρική γνωμοδότηση - την οποία επιβεβαίωσε και στο ακροατήριο - σύμφωνα με τον οποίο η θανούσα έπασχε από άνοια υψηλής βαρύτητας κατά τη στιγμή της σύνταξης της επίδικης διαθήκης, η οποία αποδεικνύεται από τα ευρήματα της απεικόνισης τα οποία υποδηλώνουν σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία εξελικτική διαδικασία 6 - 8 ετών πριν να μπορούν να απεικονιστούν οι ανωτέρω βλάβες, καθώς και από τις γνωματεύσεις του Ψυχιάτρου Π.

Χ. και του εξιτηρίου του νοσοκομείου Ασκληπιείου Κρήτης. Κατά την επισήμανση του ανωτέρω ιατρού ο ανοϊκός ασθενής εκτός από την έκπτωση των ανώτερων πνευματικών λειτουργιών και την παρουσία ελλειμάτων στις κυρίαρχες γνωστικές λειτουργίες (αντίληψη, σκέψη, μνήμη, κρίση) υπόκειται λόγω υποβολιμότητας σε εύκολο έλεγχο της βούλησης, των συναισθημάτων και της συμπεριφοράς από τρίτους.

Ωστόσο, τελικώς και ο ιατρός αυτός γνωμοδοτεί ότι ο ίδιος δεν είχε την ευκαιρία να εξετάσει ο ίδιος την ασθενή και επομένως τα παραπάνω συμπεράσματα του ενδεικτική αξία και μόνο έχουν. Επομένως, όπως και οι παραπάνω ιατροί σημειώνουν, κατά τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης, η βεβαία και ασφαλής διάγνωση ότι ένας άνθρωπος πάσχει από άνοια γίνεται μόνο από τον άμεσο κλινικό έλεγχο του ειδικού ιατρού.

Κατά τα ίδια διδάγματα η άμεση αυτή κλινική εξέταση από τον ειδικό ιατρό απαιτεί κατανάλωση αρκετού χρόνου για να ερευνήσει, μεταξύ άλλων, τη νοητική κατάσταση του ασθενούς, αφού η έκπτωση των νοητικών λειτουργιών είναι χαρακτηριστικό στοιχείο της άνοιας. Σε τέτοια, όμως, κλινική εξέταση και μάλιστα σε χρόνο, που δεν απέχει κατά πολύ από τον χρόνο της σύνταξης της ένδικης διαθήκης (06.06.2014) δεν αποδεικνύεται ότι υποβλήθηκε η αποβιώσασα.

Το γεγονός ότι κατά τον χρόνο σύνταξης της ένδικης διαθήκης η κληρονομούμενη δεν έπασχε από άνοια και δεν είχε εκδηλώσει ανοική συμπτωματολογία αλλά διατηρούσε την πνευματική της διαύγεια επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης Α. Σ. στο ακροατήριο, σύμφωνα με την οποία η θανούσα ήταν μια έξυπνη και ευφυής γυναίκα, η οποία ρύθμιζε μόνη της τις υποθέσεις της αλλά και από τις προσκομιζόμενες από τους εναγομένους - εφεσίβλητους ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Γ.

Κ., Σ. Δ. και Α. Β., εκ των οποίων ο πρώτος ήταν φίλος της θανούσας και η τρίτη συνεργάτης της δεύτερης εναγομένης - εφεσίβλητης, οι οποίοι καταθέτουν μετά λόγου γνώσεως ότι από την προσωπική επικοινωνία τους τα έτη 2012 και 2013 και το καλοκαίρι του 2014 με τη θανούσα συζητούσε μαζί τους για οικογενειακά και τεχνικά θέματα και η πνευματική της κατάσταση ήταν αρτιότατη, ο δε δεύτερος, που είναι ιατρός και επισκέφθηκε την θανούσα το πρώτο εξάμηνο του 2014, στην οικία της στον ..., επί της οδού ..., αρ. .., για εξέταση, που αφορούσε παθολογικά ζητήματα (ζάλη - ίλιγγο, αρτηριακή υπέρταση και κοιλιακό άλγος) κατέθεσε ότι η ασθενής κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα είχε επικοινωνήσει μαζί του αρκετές φορές τηλεφωνικά ρωτώντας τον για θέματα της υγείας της αναφορικά με την πίεσή της και ότι η επικοινωνία τους ήταν άριστη χωρίς να διαπιστωθεί σε οποιοδήποτε βαθμό διαταραχή της γνωστικής της λειτουργίας.

Οι ανωτέρω μαρτυρικές καταθέσεις ενισχύονται και από το γεγονός ότι η θανούσα παρά το προχωρημένο της ηλικίας της μέχρι και το τελευταίο καλοκαίρι της ζωής της (2014) ζούσε μόνη της στην οικία της στον ... και φρόντιζε το σπίτι της, τη διατροφή και την περιουσία της. Ειδικότερα η ιδία κατάρτισε ως εκπρόσωπος της αδελφής της Ε.

Α. στις 06.08.2010 σύμβαση με την πρότυπη μονάδα ηλικιωμένων με την επωνυμία "..." για την ανάληψη της φροντίδας της τελευταίας, εισέπραττε μισθώματα από την εκμίσθωση του καταστήματός της στον ... (σχ. αντίγραφα επτά αποδείξεων εισπράξεως μισθωμάτων Ιανουαρίου έως και Ιουλίου 2014 στον μισθωτή Κ. Μ.), κατήρτισε την από 15.09.2014 σύμβαση επαγγελματικής μίσθωσης με μισθώτρια την Α.

Α. αντί μηνιαίου μισθώματος 500 ευρώ, διαχειριζόταν χρήματα και διατηρούσε με συγγενικά της πρόσωπα προθεσμιακούς τραπεζικούς λογαριασμούς και ρύθμιζε τεχνικά θέματα της οικίας της. Επίσης έλεγχε τακτικά την υγεία της και επισκεπτόταν τον καρδιολόγο της και έκανε τακτικά αιματολογικές εξετάσεις για την πηκτικότητα του αίματός της καθόσον λάμβανε αντιπηκτική αγωγή.

Τα ανωτέρω αποδειχθέντα δεν αναιρούνται από τις προσκομιζόμενες από την έκτη ενάγουσα - εκκαλούσα ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Κ. Μ., Φ. Σ. και Ε. συζ. Θ. Σ. το γένος Μέλβιν Γκρίφιν, εκ των οποίων ο πρώτος ήταν μισθωτής της θανούσας, η δεύτερη θυγατέρα του ανιψιού της Θ. Σ. και η τρίτη σύζυγός του, καθόσον τα όσα καταθέτουν οι μάρτυρες σχετικά με την διανοητική κατάσταση της θανούσας δεν επιβεβαιώθηκαν από κανένα πλησιόχρονο στον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της διαθήκης ιατρικό έγγραφο αλλά και τη λήψη από τη διαθέτιδα τόσο πριν όσο και μετά τη σύνταξη της διαθήκης κάποιας αντιανοϊκής αγωγής.

Σύμφωνα με τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι η διαθέτης κατά το χρόνο συντάξεως της διαθήκης της (06.06.2014), είχε συνείδηση των πράξεων της και ειδικότερα γνώριζε ότι υπέγραφε τη διαθήκη της με το συγκεκριμένο περιεχόμενο. Εφόσον λοιπόν η έκτη ενάγουσα - εκκαλούσα δεν απέδειξε (ανταποδεικτικά) την αναλήθεια της περιεχόμενης στη διαθήκη βεβαιώσεως της συμβολαιογράφου για την ικανότητα της διαθέτιδας να συντάξει διαθήκη κατά το άρθρο 1719 εδάφιο 3 Α.Κ, η ίδια η διαθήκη παρέχει (σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες) πλήρη απόδειξη περί αυτού κατά τα άρθρα 438 και 440 ΚΠολΔ. ... .".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η, περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της υπ' αριθμ. ... δημόσια διαθήκη της ως άνω αποβιώσασας συγγενούς αμφοτέρων των διαδίκων που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Φανής Ταμβάκη - Παπαδοπούλου και δημοσιεύτηκε νόμιμα, αγωγή, μεταξύ άλλων, της αναιρεσείουσας, στηριζόμενη στην, κατά το άρθρο 1719 αριθμ. 3 του Α.Κ., ανικανότητα της διαθέτιδος προς σύνταξη της ως άνω διαθήκης, λόγω ελλείψεως συνειδήσεως των πραττομένων και στερήσεως της χρήσεως του λογικού της εξατίας ψυχικής και διανοητικής διαταραχής, κατόπιν δε τούτου απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει όμοια.

Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και άνευ αντιφάσεων αιτιολογίας, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της εγκυρότητας της επίμαχης δημόσιας διαθήκης και της αποδείξεως ότι ηανωτέρω διαθέτις, κατά τον κρίσιμο χρόνο της συντάξεώς της, είχε συνείδηση των πράξεών της και μπορούσε να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της επιχειρούμενης πράξεώς της, η οποία αποτύπωνε την πραγματική της βούληση, καθόσον βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική κατάσταση που της επέτρεπε τον ελεύθερο προσδιορισμό αυτής (βουλήσεως) με λογικούς υπολογισμούς και τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, συμβατά άλλωστε με την ηλικία της, δεν επηρέασαν την ικανότητά της αυτή.

Αντιφάσεις δε ή ελλείψεις δεν προσδίδουν στο αποδεικτικό πόρισμα του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ως προς τα ζητήματα αυτά, οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, κατά τα ανωτέρω, παρατίθενται σ' αυτήν προς στήριξη του πορίσματος αυτού, ότι " ... δεν αποδείχθηκε ότι έπασχε από γεροντική άνοια, και μάλιστα τέτοιας μορφής, ώστε από αυτή να έχει προκληθεί μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που να αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της διαθήκης και να την καθιστά ευάλωτη σε συναισθηματικές επιδράσεις του οικογενειακού ή μη περίγυρού της. ...

καθόσον τα όσα καταθέτουν οι μάρτυρες (αποδείξεως) σχετικά με την διανοητική κατάσταση της θανούσας δεν επιβεβαιώθηκαν από κανένα πλησιόχρονο στον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της διαθήκης ιατρικό έγγραφο αλλά και τη λήψη από τη διαθέτιδα τόσο πριν όσο και μετά τη σύνταξη της διαθήκης κάποιας αντανοϊκής αγωγής.".

Και τούτο, διότι στο πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθενται σαφώς ήτοι προκύπτουν από την εκτίμηση αυτή όλα τα περιστατικά που είναι νομικώς αναγκαία για την υπαγωγή στην ως άνω εφαρμοσθείσα διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, και συγκεκριμένα ότι η ανωτέρω διαθέτις, παρά τα προβλήματα υγείας, είχε την ικανότητα να διαγνώσει με πνευματική διαύγεια την ουσία και το περιεχόμενο των πράξεών της και ήταν σε θέση να ορίζει τη βούλησή της με λογικούς υπολογισμούς, αφού τα προβλήματα της υγείας της ουδεμία διαταραχή της νοήσεως και της βουλήσεώς της ήταν δυνατό να προκαλέσουν.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562§2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων της αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο της αναιρέσεως, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562§2 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 199/2021, ΑΠ 344/2019, ΑΠ 966/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τα άρθρα 1725 αριθμ. 2, 1726 του Α.Κ. και 559 αριθμ. 1α' του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ως προς τα πρόσωπα που απαγορεύεται να συμπράξουν στη σύνταξη δημόσιας διαθήκης και συγκεκριμένη ως προς το πρόσωπο του μάρτυρα Γ.

Μ., που συνέπραξε στη σύνταξη της επίδικης δημόσιας διαθήκης και ο οποίος είναι εξ αγχιστίας συγγενής με την τιμώμενη στην εν λόγω διαθήκη Π. (Β.) Σ. Σ. (πρώτη αναιρεσίβλητη). Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και τούτο διότι ο σχετικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο προβλήθηκε απαραδέκτως λόγω αοριστίας (εξ αιτίας της μη αναφοράς του βαθμού της συγγένειας του ως άνω παραστάντος μάρτυρα κατά τη σύνταξη της διαθήκης με τιμώμενο πρόσωπο) για πρώτη φορά με την έφεσή της στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αλλά και χωρίς να επικαλείται κάποιο λόγο της βραδείας προβολής του, όπως απαιτείται από τις διατάξεις του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ..

Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρα 495§3 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 12.11.2020 αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Απορρίπτει την από 12.11.2020 αίτηση της Μ. χήρας Ε. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4687/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ