Supreme Court dismisses appeal against traffic accident verdict, upholding driver's negligence and intoxication findings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the driver's family against the lower court's finding of liability in a traffic accident. The court affirmed that the driver was intoxicated and drove at excessive speed (72 km/h) in unsafe conditions, constituting negligence. Consequently, the appeal was rejected as the lower court's reasoning was sufficient and legally sound.
Legislator headnote
AI generatedArticles 42(1) & (3) of Law 2696/1999 (Traffic Code); The Supreme Court holds that a traffic accident verdict is valid if supported by toxicological reports and a coherent assessment of driving behavior, such as excessive speed and loss of control, rendering the appeal inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1552 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1552/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευστάθιο Νίκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. χας Α. Ψ., το γένος Κ. Κ., κατοίκου … , ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της α) Α. - Τ. Ψ., ) Κ. Ψ. και ) Α. Ψ., καθώς επίσης και ως ασκούσας αποκλειστικά τη γονική μέριμνα των ως άνω τριών ανηλίκων τέκνων της, εξ αδιαθέτου κληρονόμων, ως ετεροθαλών αδερφών, του αρχικώς ενάγοντα Θ. - Σ. Ψ. του Α., 2) Θ. Ψ. του Α., 3) Κ. συζ. Θ. Ψ., το γένος Θ. Θ., 4) Ε. - Σ. Ψ. του Θ., συζ. Τ. - Ε. Λ. και 5) Κ. Ψ. του Θ., συζ. Γ. Μ., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαρίδημο Δημακαρέα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Β. Π. Σ. ΑΕΒΕ" και δ.τ. "Π.", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Π. ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) D. R. G., κατοίκου …, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργουλόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1η και 3ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2016 αγωγή της ήδη 1ης των αναιρεσειόντων (ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Α. - Τ. Ψ., Κ. Ψ. και Α. Ψ.) και του ήδη αποβιώσαντος Θ. - Σ. Ψ. του Α., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκε με την από 25-7-2016 αγωγή των 2ου, 3ης, 4ης και 5ης των αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 271/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 275/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-10-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σε αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Περαιτέρω, με το άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4690/2020 "Κατεπείγουσες ρυθμίσεις για την προστασία της δημόσιας υγείας από τις συνεχιζόμενες συνέπειες της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, την ανάπτυξη, την κοινωνική προστασία και την επαναλειτουργία των δικαστηρίων και άλλα ζητήματα" ορίζεται ότι "2. Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.
Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".
Με την προαναφερόμενη διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κάποιου διαδίκου κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υποθέσεως στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος, είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε λόγω της αναστολής.
Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, η υπό κρίση από 30.10.2019 και με αρ.
κατ. 29/30-10-2019 αίτηση αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 275/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, προσδιορίσθηκε, κατ' άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ, να συζητηθεί στη δικάσιμο της 5-3-2021, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση αυτής, λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων εξ αιτίας των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, επαναπροσδιορίστηκε δε αυτή αυτεπαγγέλτως στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με πράξη της Προέδρου του Δ' τμήματος, και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο με το άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4690/2020.
Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, παρέστησαν νομίμως και προσηκόντως οι αναιρεσείοντες, καθώς και η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ενώ η πρώτη και ο τρίτος των αναιρεσιβλήτων δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Όπως όμως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. 10291Γ'/9-6-2020 και 1985Δ'/29-6-2020 εκθέσεις επιδόσεως, του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πατρών Χρήστου Παπαδόπουλου η πρώτη, και του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Δωδεκανήσου Γεωργίου Δουρδουνά η δεύτερη, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση από 30.10.2019 και με αρ.
κατ. 29/30-10-2019 αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 5-3-2021, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση αυτής, λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τους αναιρεσείοντες στους προαναφερόμενους πρώτη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, πρέπει, κατά τα προαναφερθέντα, να προχωρήσει η συζήτηση της αναιρέσεως παρά την απουσία τους, ενόψει του ότι, αφού είχαν νομίμως κλητευθεί να παραστούν για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υποθέσεως στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση αυτών.
Η υπό κρίση από αίτηση, με την οποία ζητείται, υπό την επίκληση των διαλαμβανομένων σ' αυτή αιτιάσεων, η αναίρεση της υπ' αριθμ. 275/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, είναι παραδεκτή, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων λόγων της.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ. προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας.
Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 του Α.Κ., υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά την συναλλακτική καλή πίστη από τον δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. Η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.
ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 408/2016, ΑΠ 1672/2012, ΑΠ 2182/2009). Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσεως και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλομένη απόφαση και το αιτιολογικό της, και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων, σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 532/2018, ΑΠ 892/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, ως προς το ζήτημα των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από την επανεκτίμηση των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, καθώς και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, ορισμένα εκ των οποίων αναφέρονται αναλυτικά κατωτέρω, δίχως να παραλείπεται κάποιο κατά την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, τις φωτογραφίες που προσκομίζονται, τις από 29-12-2014 και 4-3-2015 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των διορισθέντων στα πλαίσια της προανάκρισης πραγματογνωμόνων Γ.
Γ. και Ν. Μ., την από 12-2-20187 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Β. Κ., οι οποίες εκτιμούνται ελεύθερα από το δικαστήριο (αρθ. 387 και 390 ΚΠολΔ), αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 9-8-2014 και περί ώρα 3.30 π.μ., ο Α. Ψ. του Θ., θανών συγγενής των εναγόντων, οδηγούσε την με αριθ. κυκλοφορίας … δίκυκλη μοτοσικλέτα και έβαινε επί του 6ου χλμ.
της Ε.Ο. Ρόδου- Καμείρου, στο ρεύμα με κατεύθυνση από την Ιαλυσό προς τη Ρόδο. Στο σημείο αυτό της Ε.Ο. Ρόδου- Καμείρου η οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, διαχωρίζεται από διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, πλάτους 8,40 μ. και είναι ευθεία. Κατά τον ως άνω χρόνο ήταν νύχτα αλλά είχε επαρκή φωτισμό στην ως άνω οδό, υπήρχε καλοκαιρία, το οδόστρωμα ήταν ασφαλές και ξηρό και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή.
Από κανένα δε εμπόδιο φυσικό ή τεχνητό δεν περιοριζόταν η ορατότητα, ενώ λόγω της κατοικημένης περιοχής το όριο ταχύτητας είναι 50 χλμ. Στο 6° χλμ. της ανωτέρω ΕΟ, το υπ' αρ. κυκλ. … ΙΧΦ απορριμματοφόρο, ιδιοκτησίας της πρώτης εναγόμενης, που ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγόμενη, προπορευόμενο της ανωτέρω μοτοσικλέτας, είχε πραγματοποιήσει προσωρινά στάση στην δεξιά πλευρά του οδοστρώματος ως προς την πορεία του δικύκλου (στο ρεύμα με κατεύθυνση τη Ρόδο), αφού τοποθέτησε ο πρώτος εναγόμενος το ως άνω όχημα κοντά και παράλληλα με το διαγώνιο πεζοδρόμιο που υπήρχε στο σημείο, και πραγματοποιούσε αποκομιδή απορριμμάτων από κάδους, έχοντας αναμμένα τα φώτα στάσης-στάθμευσης (αλάρμ) και τους τρεις προειδοποιητικούς φάρους.
Οδηγός του απορριμματοφόρου ήταν ο δεύτερος εναγόμενος, και πλήρωμα αυτού οι B. M. και Χ. Κ.. Καθώς η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο θανών, με μεγάλη για τις περιστάσεις ταχύτητα και υπερβαίνουσα την επιτρεπόμενη, περίπου 72 χλμ./ώρα, πλησίασε το ομορρόπως προπορευόμενο απορριμματοφόρο φορτηγό, το οποίο είχε σταματήσει δεξιά ως προς την πορεία του δικύκλου και οι δύο βοηθοί τοποθετούσαν κάδους απορριμμάτων πάνω στο φορτηγό, επιχείρησε υπέρβαση αυτού (του απορριματοφόρου) από την αριστερή πλευρά, ο θανών απώλεσε την ισορροπία του, η μοτοσυκλέτα ανατράπηκε και αφού διέσχισε διαγώνια το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας εν τέλει προσέκρουσε σε πεζοδρόμιο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και ακινητοποιήθηκε.
Αποτέλεσμα ήταν ο θανών αφού απώλεσε πλήρως τον έλεγχο της δίκυκλης μοτοσικλέτας να επιπέσει στο έδαφος, να διασχίσει διαγώνια το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας συρόμενος και να επιπέσει με σφοδρότητα σε στύλο φωτισμού, και να υποστεί κάταγμα της βάσης του κρανίου κατά το μέσο κρανιακό βόθρο, υπαραχνοειδές αιμάτωμα, εντόνου βαθμού εγκεφαλικό οίδημα, θλάσεις της εγκεφαλικής ουσίας των κροταφικών λοβών, κάταγμα στέρνου και κατάγματα της 6ης και 7ης πλευράς, τραυματικές ρήξεις των άνω και κάτω λοβών του δεξιού πνεύμονα και πολλαπλές ρήξεις της κάψας του δεξιού λοβού του ήπατος κατά τη διαφραγματική του επιφάνεια.
Ως συνέπεια των ανωτέρω σοβαρών κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων και των κακώσεων του θώρακος επήλθε ο θάνατος του (βλ. σχ. την υπ' αρ. πρωτ. … ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου). Η τελική θέση της μοτοσυκλέτας βρέθηκε σε απόσταση περίπου από 20 έως 25 μέτρα από το σημείο ανατροπής αυτής ενώ στον τόπο του ατυχήματος δεν ανευρέθη προστατευτικό κράνος.
Η, υπό τις συνθήκες αυτές, τέλεση του ατυχήματος οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του θανόντος, αφού από απερισκεψία και έλλειψη σύνεσης δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του αποκλειστικά στην οδήγηση της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε, ούτε ασκούσε τον απαραίτητο έλεγχο και την δέουσα εποπτεία, κινούμενος με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, γνωρίζοντας ότι έχει καταναλώσει και μεγάλη ποσότητα αλκοόλ (2,77 g/l σύμφωνα με την αρχική υπ' αρ.
πρωτ. … έκθεση τοξικολογικής εξέτασης του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ και 2,45 g/l σύμφωνα με την δεύτερη, ύστερα από επανεξέταση του δείγματος αίματος, υπ' αρ. … έκθεση τοξικολογικής εξέτασης του ίδιου Εργαστηρίου), που μείωνε ακόμη περισσότερο τα αντανακλαστικά του, και ενώ εκινείτο επί ευθείας οδού, χωρίς περιορισμό της ορατότητας του, δεν προέβη σε μείωση της ταχύτητας του ή σε οποιονδήποτε ικανό αποφευκτικό ελιγμό.
Συγκεκριμένα, ενώ θα μπορούσε να είχε αντιληφθεί το ομορρόπως στην πορεία του φορτηγό που έκανε στάση και ενώ με ευχέρεια θα απέφευγε το ατύχημα αυτό αν είχε τροχοπεδήσει ή αν είχε πραγματοποιήσει αριστερή επιχείρηση προσπέρασης, όπου το οδόστρωμα ήταν ελεύθερο, δεν προέβη σε αυτούς, παρά έχασε την ισορροπία του, λαμβανομένου υπόψη ότι αν δεν τελούσε σε κατάσταση μέθης αυτού του μεγάλου ποσοστού, που μειώνει δραστικά τα αντανακλαστικά του ανθρώπου, θα μπορούσε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να μην είχε χάσει τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του, καθώς και εάν δεν κινούνταν με μεγάλη ταχύτητα.
Ειδικότερα όπως προκύπτει από την πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε κατά την προανάκριση, η ταχύτητα της μοτοσικλέτας υπολογίζεται σε 72 χλμ/ώρα, ενώ στην πραγματογνωμοσύνη που διενήργησε η τρίτη εναγόμενη, υπολογίζεται αυτή σε πάνω από 100 χλμ/ώρα. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, η ανατροπή της μοτοσυκλέτας του θανόντος δεν οφείλεται στην αμέλεια του δεύτερου εναγόμενου, αφού δεν προέκυψε εσφαλμένη οδική συμπεριφορά του δευτέρου εναγομένου, όπως στην από 4-3-2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναλυτικά αναφέρεται.
Ειδικότερα ο β' εναγόμενος ενήργησε χωρίς να δύναται να του αποδοθεί οποιαδήποτε αμελής συμπεριφορά κατά την οδήγηση του φορτηγού οχήματος του Δήμου Ιαλυσού, ενώ η προσωρινή στάση που πραγματοποίησε για την αποκομιδή των απορριμμάτων από κάδους τοποθετώντας το όχημα σε κατάλληλη θέση για την κυκλοφορία των διερχόμενων οχημάτων, έχοντας αναμμένα τα παλλόμενα φώτα στάσης- στάθμευσης (αλάρμ) και τους προειδοποιητικούς φάρους, δεν δημιούργησε καμία κατάσταση κινδύνου και η πιθανότητα διέλευσης οχήματος με υπερβολική ταχύτητα με οδηγό υπό την επήρεια μεγάλου βαθμού μέθης, συνιστά παράγοντα μη προβλέψιμο υπό τις επικρατούσες συνθήκες και την εμπειρία του μέσου συνετού οδηγού.
Εξάλλου, όση επιμέλεια και προσοχή και να έδειχνε ο δεύτερος εναγόμενος δεν θα μπορούσε να είχε προβλέψει το αποτέλεσμα. Υπό τα προεκτεθέντα λοιπόν περιστατικά, ουδεμία αμελής συμπεριφορά και επομένως υπαιτιότητα βαρύνει τον δεύτερο εναγόμενο για το τραγικό αυτό αποτέλεσμα, ο οποίος, αντίθετα, επέδειξε την επιμέλεια που όφειλε και μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να επιδείξει, ως μέσος συνετός οδηγός, το δε ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά στη συμπεριφορά του θανόντος, ο οποίος έθεσε από μόνος του, όλους τους όρους κινδύνου, αφού οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα και τελώντας σε κατάσταση βαριάς μέθης.
Συγκεκριμένα, ο θανών, μη έχοντας την ικανότητα να ενεργεί εγκαίρως αποφευκτικούς ελιγμούς και έχοντας εξασθενημένα τα αντανακλαστικά του λόγω της υπερβολικής κατανάλωσης επιχειρώντας να διέλθει από τον επαρκή χώρο που είχε αφήσει το απορριμματοφόρο όχημα, που επέτρεπε την ασφαλή διέλευση των οχημάτων, κινήθηκε πλησίον αυτού αλλά έχασε τον έλεγχο του οχήματος του με αποτέλεσμα αυτό να ανατραπεί και μάλιστα αρκετά μέτρα μετά το απορριμματοφόρο.
Από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας μάλιστα δεν προέκυψε ότι υπήρχε επαφή της μοτοσικλέτας με το φορτηγό, και αν όμως ακόμη κάτι τέτοιο ίσχυε δεν θα μετέβαλλε την υπαιτιότητα του θανόντος καθότι από όλες τις καταθέσεις των μαρτύρων προκύπτει ότι το απορριμματοφόρο βρισκόταν σε στάση και την ώρα του ατυχήματος γινόταν αποκομιδή των απορριμμάτων.
Εξάλλου, από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του τροχαίου δυστυχήματος προκύπτει ότι κατά τη στάση του απορριμματοφόρου παρέμενε μέρος του ρεύματος κυκλοφορίας, πλάτους από 2,40 έως 1,90 μέτρα, ελεύθερο, ώστε οιοσδήποτε αναβάτης δίκυκλης μοτοσικλέτας έχων πλήρη ικανότητα χειρισμού του οχήματος του και ικανότητα αντίληψης θα μπορούσε μειώνοντας της ταχύτητα του να προσπεράσει με ασφάλεια το απορριμματοφόρο που πραγματοποιούσε στάση, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, την στιγμή του δυστυχήματος επικρατούσε καλοκαιρία, η ορατότητα δεν περιοριζόταν, ο φωτισμός ήταν επαρκής, το οδόστρωμα ήταν ασφαλές και ξηρό, ενώ και από τις συνημμένες φωτογραφίες του τόπου του δυστυχήματος προκύπτει ότι ήταν σε λειτουργία τα παλλόμενα φώτα και οι προειδοποιητικοί φάροι του απορριμματοφόρου.
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στις υπό κρίση αγωγές και ειδικότερα δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε υπαιτιότητα του δεύτερου εναγόμενου στην πρόκληση του τροχαίου δυστυχήματος, που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο του συγγενούς των εναγόντων θα πρέπει να απορριφθούν οι αγωγές".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ. και των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3, 20 παρ. 1 και 42 παρ. 1 του ΚΟΚ (οι οποίες ναι μεν δεν αναγράφονται στην απόφαση, αναφέρονται, όμως, τα πραγματικά περιστατικά που το Εφετείο δέχθηκε, ανέλεγκτα, ότι αποδείχθηκαν και υπάγονται σ' αυτές) και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η αποκλειστική υπαιτιότητα του θανατωθέντος συγγενούς των αναιρεσειόντων, οδηγού της υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας, και η ανυπαρξία οποιασδήποτε υπαιτιότητας του τρίτου αναιρεσείοντος, οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας … ΙΧΦ απορριμματοφόρου, και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και επάρκεια τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, την οποία επέδειξε ο θανατωθείς συγγενής των αναιρεσειόντων, που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δεχθέν ότι ο τελευταίος οδηγούσε το όχημά του χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, κινούμενος με υπερβολική ταχύτητα περίπου 72 χιλ./ω, η οποία ξεπερνούσε το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο των 50 χιλ./ω, χωρίς να έχει τον έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί, σε κάθε στιγμή, να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, επιπλέον δε οδηγούσε αυτό υπό την επήρεια μέθης, δεδομένου ότι ανιχνεύθηκε στο αίμα του ποσότητα οινοπνεύματος 2,77 και 2,45 ανά λίτρο αίματος σε δύο μετρήσεις, γεγονός επηρέαζε την ικανότητα του για πλήρη έλεγχο της οδήγησης και εκτέλεσης των αναγκαίων σταθμίσεων, με συνέπεια την απώλεια της ισορροπίας του κατά την προσπάθεια υπέρβασης από αριστερά του ευρισκόμενου σε προσωρινή στάση απορριμματοφόρου, την πτώση του στο οδόστρωμα, την πρόσκρουσή του σε παρακείμενο στύλο φωτισμού και τον επακόλουθο θανάσιμο τραυματισμό του.
Ακόμη, ως προς την συμπεριφορά του οδηγού του απορριμματοφόρου, ήδη τρίτου αναιρεσείβλητου, το Δικαστήριο έκρινε ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα δεν συνδέεται αιτιωδώς με κάποια αμελή ενέργεια ή παράλειψή του, δεχθέν ότι αυτός είχε σταθμεύσει προσωρινά το απορριμματοφόρο στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος, κοντά και παράλληλα με το διαγώνιο πεζοδρόμιο που υπήρχε στο σημείο, προκειμένου να γίνει η αποκομιδή απορριμμάτων από κάδους, έχοντας αναμμένα τα φώτα στάθμευσης (αλάρμ) και τους τρεις προειδοποιητικούς φάρους.
Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών στην προσβαλλομένη απόφαση σε σχέση με την υπαιτιότητα, επειδή, όπως αυτοί (αναιρεσείοντες) διατείνονται: α) δεν προσδιορίζει αν το απορριμματοφόρο ήταν εν κινήσει ή σταματημένο, β) δεν αναφέρει αν η οδός στην οποία έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα ήταν ταχείας κυκλοφορίας ή αυτοκινητόδρομος, αφού στην περίπτωση αυτή δεν ήταν νόμιμη η στάση, κατ' άρθρ. 34 παρ. 2 του ΚΟΚ, γ) δεν αναφέρει αν το απορριμματοφόρο παραβίασε την προτεραιότητα της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, δ) δεν προσδιορίζει την απόσταση και την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας, για να διαπιστωθεί αν ο οδηγός του απορριμματοφόρου, όταν ξεκίνησε από το σημείο στο οποίο είχε σταματήσει για την αποκομιδή των απορριμμάτων και εισήλθε στο οδόστρωμα, το έπραξε με ασφάλεια για τους λοιπούς χρήστες της οδού, ε) δεν αναφέρει ποιο το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στο σημείο του ατυχήματος και γιατί η ταχύτητα των 72 χιλ./ω που είχε αναπτύξει ο θανών οδηγός της μοτοσυκλέτας τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα, στ) περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο γεγονός αν υπήρξε επαφή της μοτοσυκλέτας με το απορριμματοφόρο και ζ) δεν προσδιορίζει αν η παρουσία αλκοόλης στο αίμα του θανόντος επηρέασε την αντίληψή του και την οδηγική του ικανότητα.
Και τούτο διότι οι αιτιάσεις αυτές (οι οποίες, εκτός από τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως επαναλαμβάνονται εν μέρει και στους δεύτερο και πέμπτο λόγους αυτής) απαραδέκτως προβάλλονται, εφόσον οι φερόμενες ως ελλείψεις και ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ανάγονται σε επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτούς εκδοχής περί του σημείου και των συνθηκών της συγκρούσεως, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθ' όσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.
Σε κάθε περίπτωση, οι ανωτέρω υπό τα στοιχεία α', β', γ', δ', ε' και ζ' αιτιάσεις, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμες, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ρητά ότι τη στιγμή του ατυχήματος το απορριμματοφόρο βρισκόταν σε προσωρινή στάση, ότι η οδός στην οποία έλαβε χώρα το ατύχημα ήταν επαρχιακή οδός (και όχι ταχείας κυκλοφορίας ή αυτοκινητόδρομος), καθώς και ότι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 50 χιλ./ω, ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, λόγω της αυξημένης ταχύτητας των 72 χιλ./ω με την οποία εκινείτο, αλλά και λόγω της μειωμένης αντίληψης εξ αιτίας της κατανάλωσης αλκοόλ, απώλεσε την ισορροπία του και έπεσε στο οδόστρωμα, με επακόλουθο το θανάσιμο τραυματισμό του, η παράθεση δε των επιπλέον αυτών αιτιολογιών δεν ήταν αναγκαία για την επιστήριξη του αποδεικτικού πορίσματος.
Όσον αφορά δε την ανωτέρω υπό στοιχείο στ' αιτίαση, είναι επίσης απορριπτέα ως αβάσιμη, ενόψει του ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι δεν υπήρξε επαφή των δύο οχημάτων, η αναφορά δε ότι ο θανών οδηγός της μοτοσυκλέτας θα ήταν αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι υπήρξε επαφή των εμπλακέντων οχημάτων, αφού το απορριμματοφόρο βρισκόταν σε προσωρινή στάση για αποκομιδή απορριμμάτων, διατυπωθείσα πλεοναστικά και χωρίς να είναι αναγκαία για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος, δεν συνιστά αντιφατική αιτιολογία.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να απορριφθεί, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ.
α' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκτίμηση της αμέλειας δεν εφάρμοσε, ως όφειλε, τις διατάξεις των άρθρων 914 και 330 ΑΚ, αλλά αυτές των άρθρων 302 παρ. και 28 του Π.Κ., ενόψει του ότι προέβη, ως προς την υπαιτιότητα, σε πιστή αντιγραφή του υπ' αριθμ. 151/2017 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την εκτίμηση της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οδηγών, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., στις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που τέθηκαν υπόψη του, είναι δε άνευ σημασίας το γεγονός ότι στην ίδια εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων είχε στηριχθεί και το επικαλούμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δικ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα, πραγματογνωμοσύνη κ.λπ.) που λήφθηκαν υπόψη.
Έτσι, απαιτείται ειδική μνεία της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ` άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση, και γι' αυτό η μνεία της αποφάσεως ότι ελήφθησαν υπόψη τα προσκομισθέντα έγγραφα, περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 8, ΟλΑΠ 12/2005, ΑΠ 64/2019).
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεώς του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Α.Π. 128/2013, Α.Π. 1569/2010, Α.Π. 600/2010, Α.Π. 259/2009). Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 498/2018, Α.Π. 1569/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από αυτούς πραγματογνώμονα Μ.
Π., που είχαν προσκομίσει νομίμως, μετ' επικλήσεως, προκειμένου να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους περί υπαιτιότητας του οδηγού του απορριμματοφόρου στην επέλευση αυτού. Από την κατ' άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των από 5.12.2018 ενώπιον του Εφετείου έγγραφων προτάσεων των αναιρεσειόντων, προκύπτει ότι αυτοί πράγματι, προκειμένου να αποδείξουν τον αγωγικό τους ισχυρισμό ότι υπαίτιος του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, κατά το οποίο τραυματίστηκε θανάσιμα ο συγγενής τους Α.
Ψ., ήταν ο οδηγός του απορριμματοφόρου, επικαλέστηκαν και προσκόμισαν την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από αυτούς πραγματογνώμονα Μ. Π.. Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο βεβαιώνει ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη " όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, ορισμένα εκ των οποίων αναφέρονται αναλυτικά κατωτέρω, δίχως να παραλείπεται κάποιο κατά την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς ......".
Από την ρητή αυτή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενό της, προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι το δικαστήριο εκείνο, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και την ως άνω φερόμενη ως αγνοηθείσα έκθεση, που νόμιμα είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί στο Εφετείο οι ήδη αναιρεσείοντες, χωρίς να υποχρεούται το Δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτής.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου Κώδικα, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ` αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και, ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του.
Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ` αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.
Αντικείμενο της παραμόρφωσης, κατά το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ., είναι μόνον αποδεικτικά, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του Κ.Πολ.Δικ., έγγραφα, όχι όμως διαδικαστικά έγγραφα, όπως η αγωγή, η έφεση και οι προτάσεις, ή έγγραφα στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα (άρθρ. 329 ΚΠολΔ), όπως τα πρακτικά ή η έκθεση του εισηγητή δικαστή που περιέχει τις καταθέσεις μαρτύρων αποδείξεως ή ανταποδείξεως, οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, οι εκθέσεις αυτοψίας ή τα πρακτικά που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων (Α.Π. 1364/2015, 1304/2014, 1012/2013).
Επίσης, δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/ 2008, ΑΠ 49/2015, 809/2017, ΑΠ 861/2014, ΑΠ 1047/2014).
Εξ άλλου, για να είναι ορισμένος ο ως άνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο το περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε ότι έχει το δικαστήριο, καθώς και ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε τούτο, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί από το αναιρετήριο αν το δικαστήριο ανέγνωσε λανθασμένα το έγγραφο και αν στήριξε αποκλειστικά ή προεχόντως σ' αυτό την κρίση του για το αποδεικτέο γεγονός.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο και εν μέρει το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. αναιρετική πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων της ποινικής δικογραφίας που προσκομίστηκαν με επίκληση, και συγκεκριμένα α) των φωτογραφιών, στις οποίες αποτυπώνονται υπολείμματα απορριμμάτων λίγα μέτρα μπροστά από το σημείο στο οποίο βρέθηκε ακινητοποιημένο το απορριμματοφόρο, γεγονός που αποδεικνύει ότι αυτό είχε ήδη εισέλθει στο οδόστρωμα πριν το ατύχημα και μετακινήθηκε προς τα πίσω πριν την άφιξη της Τροχαίας, β) του ταχογράφου του απορριμματοφόρου, ο οποίος αναγράφει ταχύτητα 21 χλμ/ω, γεγονός που αποδεικνύει ότι ήταν σε κίνηση κατά το χρόνο του ατυχήματος, γ) των ενόρκων προανακριτικών καταθέσεων του τρίτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του απορριμματοφόρου, και του Κ.
Χ., χειριστή αποκομιδής των κάδων, δ) της υπ' αριθμ. πρωτ. … εκθέσεως εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Ελληνικής Αστυνομίας και του εργαστηρίου εντυπωμάτων και ε) της από 6-3-2015 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από την Τροχαία Ρόδου πραγματογνώμονα Ν. Μ., ο οποίος διαπιστώνει εκδορές στο όχημα Α', γεγονός που αποδεικνύει επαφή των εμπλακέντων οχημάτων, και επιπλέον εκτιμά ότι η ταχύτητα με την οποία εκινείτο η μοτοσυκλέτα ήταν κανονική, στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται, κατά τους ισχυρισμούς τους, ότι το απορριμματοφόρο δεν ήταν σε στάση κατά το χρόνο του ατυχήματος, αλλά είχε ήδη εισέλθει στο οδόστρωμα, παραβιάζοντας την προτεραιότητα της μοτοσυκλέτας.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το μέρος των ανωτέρω υπό στοιχείο γ' και δ' αιτιάσεων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι επικαλούμενες υπό το στοιχείο γ' ένορκες προανακριτικές καταθέσεις δεν αποτελούν "έγγραφο" με την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ, ενώ για την επικαλούμενη υπό το στοιχείο δ' έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο αυτής, καθώς και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί από το αναιρετήριο αν το δικαστήριο ανέγνωσε αυτήν λανθασμένα, κατά τα προαναφερθέντα.
Και ως προς τις αιτιάσεις υπό στοιχεία α', β' και ε' όμως, έτσι όπως διατυπώνεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθ' όσον δεν αποδίδεται στο Εφετείο διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και την ερμηνεία του περιεχομένου τους, διαφορετική από εκείνη που θεωρούν ορθή οι αναιρεσείοντες, πέραν της ουσιαστικής αβασιμότητάς του, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα συνεκτίμησε τα εν λόγω έγγραφα με τις υπόλοιπες αποδείξεις που προσκόμισαν οι διάδικοι, χωρίς περαιτέρω να εξαίρει την βαρύτητα αυτών στην διαμόρφωση της κρίσεώς του, σχετικώς με τον τόπο και τις συνθήκες του ατυχήματος, και χωρίς να στηρίξει την κρίση του μόνο σ' αυτά ή κυρίως σ' αυτά.
Ο από το πρώτο μέρος της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 16 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, το οποίο προέβη, αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους, σε έρευνα για την συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 του Κ.Πολ.Δικ. προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ίδιου Κώδικα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1793/2017, ΑΠ 1752/2017, ΑΠ 51/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. αναιρετική πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από το υπ' αριθμ. 151/2017 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, τις παραδοχές του οποίου, ως προς τις συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος συγγενούς των αναιρεσειόντων, υιοθέτησε πλήρως.
Από την παραδεκτή όμως, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), ότι ο συγγενής των αναιρεσειόντων είναι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, λόγω του ότι οδηγούσε το όχημά του χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, κινούμενος με υπερβολική ταχύτητα περίπου 72 χιλ./ω, η οποία ξεπερνούσε το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο των 50 χιλ./ω, χωρίς να έχει τον έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί, σε κάθε στιγμή, να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, επιπλέον δε οδηγούσε αυτό υπό την επήρεια μέθης, δεδομένου ότι ανιχνεύθηκε στο αίμα του ποσότητα οινοπνεύματος 2,77 και 2,45 ανά λίτρο αίματος σε δύο μετρήσεις, γεγονός επηρέαζε την ικανότητα του για πλήρη έλεγχο της οδήγησης και εκτέλεσης των αναγκαίων χειρισμών, με συνέπεια την απώλεια της ισορροπίας του κατά την προσπάθεια υπέρβασης από αριστερά του ευρισκόμενου σε προσωρινή στάση απορριμματοφόρου, την πτώση του στο οδόστρωμα, την πρόσκρουσή του σε παρακείμενο στύλο φωτισμού και τον επακόλουθο θανάσιμο τραυματισμό του.
Στο αποδεικτικό του δε πόρισμα κατέληξε μετ' εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων (μαρτυρικών καταθέσεων, εγγράφων κ.λ.π.), και όχι επειδή δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από το υπ' αριθμ. 151/2017 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, ασχέτως εάν οι αποδοχές της προσβαλλόμενης ταυτίζονται με αυτές του βουλεύματος.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τις διατάξεις των § 1 και 3 του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως το άρθρο τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την § 2 του άρθρου 43 του Ν. 2963/2001, "απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.
Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/Ι) και άνω, μετρούμενο με την μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Δημόσιας Τάξης και Μεταφορών και Επικοινωνιών μπορεί.... να καθορίζονται οι επιστημονικοί τρόποι και η διαδικασία διαπίστωσης της χρήσης οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων κατά τις παραγράφους του παρόντος άρθρου, καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια...." (§1) και "σε περίπτωση θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος ο έλεγχος για τη διαπίστωση ύπαρξης στον οργανισμό οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, γίνεται υποχρεωτικά με αιμοληψία από τα θανόντα πρόσωπα, ως και από τους ζώντες..." (§3).
Περαιτέρω, με την 43500/ 5691/2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Μεταφορών και Επικοινωνιών και Δημόσιας Τάξης (ΦΕΚ 1055/12-8-2002 τ. Β' ), η οποία εκδόθηκε κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ. και έχει εφαρμογή στην υπό κρίση περίπτωση, καθορίστηκαν οι επιστημονικοί τρόποι και η διαδικασία διαπιστώσεως της χρήσεως οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, που είναι η αιμοληψία και χρήση αλκοολικής συσκευής στον εκπνεόμενο αέρα.
Στο άρθρο 6 της ως άνω ΚΥΑ προβλέπονται τα ακόλουθα: "1. Οι αρχές που αποστέλλουν δείγματα αίματος και ούρων για ανίχνευση οινοπνεύματος, υποχρεούνται να ανακοινώνουν εγγράφως στους ελεγχόμενους τα αποτελέσματα της εξέτασης. Ο ελεγχόμενος μπορεί εντός αποκλειστικής προθεσμίας πέντε (5) ημερών από τη χρονολογία επίδοσης, να ζητήσει την εξέταση του δείγματος που φυλάσσεται στην υπηρεσία.
Η αίτηση υποβάλλεται στο Αστυνομικό Τμήμα της κατοικίας του ή στην Υπηρεσία του οργάνου που επέδωσε την ανακοίνωση. Δικαίωμα υποβολής αίτησης για εξέταση του δείγματος έχουν οι οικείοι του, (κατιόντες ή ανιόντες μέχρι β' βαθμού), αν ο ελεγχόμενος δεν μπορεί για λόγους ανωτέρας βίας να την υποβάλλει ο ίδιος. 2.
Για την επιβολή των ποινικών και διοικητικών κυρώσεων στον ελεγχόμενο, λαμβάνεται υπόψη το αποτέλεσμα του δευτέρου δειγματοληπτικού ελέγχου, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2α του άρθρου 3 και της προηγουμένης παραγράφου του παρόντος. 3. Αντίγραφο του αποτελέσματος της εξέτασης επισυνάπτεται στην κλήση, επικυρωμένο δε αντίγραφο αποστέλλεται στο Πταισματοδικείο, στις περιπτώσεις που δεν καταβληθεί το πρόστιμο, ενώ το πρωτότυπο παραμένει στο αρχείο της υπηρεσίας μαζί με το στέλεχος της κλήσης".
Με την παραπάνω διάταξη προσδιορίζεται η διαδικασία που πρέπει να τηρηθεί για να διαπιστωθεί, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης, αν ο δράστης του από την επόμενη παράγραφο του ίδιου άρθρου προβλεπόμενου αδικήματος βρίσκοταν, κατά την τέλεση αυτού, υπό την επίδραση οινοπνεύματος. Και ναι μεν η παράβαση της ως άνω διατάξεως του άρθρου 42 παρ. 5 του ν. 2094/1992 (ΚΟΚ) μπορεί να οδηγήσει σε ακυρότητα, ως παραβίαση διάταξης που καθορίζει την υπεράσπιση του υπαιτίου στην ποινική δίκη.
Ωστόσο, στα πλαίσια της πολιτικής δίκης και ειδικότερα της ειδικής διαδικασίας των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση της ασφάλισής του (άρθρο 681 Α Κ.Πολ.Δ), κατά την οποία το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, η διαπίστωση της μέθης του εμπλακέντος σε αυτοκινητικό ατύχημα οδηγού μπορεί να στηριχθεί και στην επιστημονική έκθεση για την περιεκτικότητα σε οινόπνευμα στο αίμα αυτού, έστω και αν δεν τηρήθηκε πλήρως η από την ισχύουσα υπουργική απόφαση διαγραφόμενη διαδικασία, αλλά και σε άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως καταθέσεις μαρτύρων, σοβαρή παραβατική οδηγική συμπεριφορά και άλλες ενδείξεις (ΑΠ 1136/2018, 262/2018, 990/2009).
Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες ή επικουρικές αιτιολογίες και με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι, κατ' άρθρ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ., αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της αποφάσεως.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1136/2018, 154/2018, 1221/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ.
α' ΚΠολΔ, με την αιτίαση, κατ' εκτίμηση, ότι παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 και 3 Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτής, αξιώνοντας για την εφαρμογή της λιγότερα στοιχεία, από όσα ο νόμος απαιτεί για την υπαγωγή στο πραγματικό της των πραγματικών περιστατικών που το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, και συγκεκριμένα την εφάρμοσε παρότι δεν είχε τηρηθεί η διαδικασία επανεξέτασης του δείγματος αίματος του θανόντος συγγενούς των για ανίχνευση οινοπνεύματος, που οι ίδιοι είχαν ζητήσει, και έτσι κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ότι δήθεν ο θανών συγγενής τους τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, το οποίο, δήθεν, επηρέασε αιτιωδώς την οδηγική του συμπεριφορά ως προς το ουσιώδες, για την έκβαση της δίκης, ζήτημα της υπαιτιότητάς του, ως οδηγού της μοτοσυκλέτας.
Επίσης, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε και εκ πλαγίου τις ίδιες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις δικαίου, διότι (κατά συνοπτική περιγραφή): α) δεν προκύπτει η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλ και της επίδρασης αυτής στην οδηγική συμπεριφορά του θανόντος συγγενούς τους και β) η κρίση του Εφετείου στηρίζεται μόνο στο αποτέλεσμα της τοξικολογικής έκθεσης, χωρίς να συνεκτιμήσει τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που είχε στη διάθεσή του, μεταξύ των οποίων και οι προανακριτικές καταθέσεις του οδηγού του απορριμματοφόρου και των δύο εργατών αποκομιδής, κανένας από τους οποίους δεν ανέφερε κάποια ένδειξη ότι ο θανών οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, και έτσι κατέστησε την απόφασή του αναιρετέα με ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας του θανόντος στην πρόκληση του τροχαίου δυστυχήματος υπό την επήρεια οινοπνεύματος.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενόψει του ότι, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, με τις παραδοχές του στο αποδεικτικό του πόρισμα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 297 - 298, 300, 330 ΑΚ σε συνδ.
άρθρ. 42 παρ. 1 και 3 Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), με ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στο πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος στην πρόκληση του ατυχήματος και της οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος, γεγονός που συνετέλεσε αιτιωδώς στην οδηγική του συμπεριφορά.
Το πόρισμά του δε ότι τελούσε κατά το χρόνο του ατυχήματος σε κατάσταση μέθης, το εξήγαγε όχι μόνο από τις αναφερόμενες εκθέσεις τοξικολογικής εξέτασης, τις οποίες ορθά έλαβε υπόψη του (έστω και αν δεν τηρήθηκε πλήρως η από την ισχύουσα υπουργική απόφαση διαγραφόμενη διαδικασία), αλλά και από τη συνεκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών μέσων, καθώς και από τον τρόπο της οδήγησής και την όλη οδηγική του συμπεριφορά (οδηγούσε σε δρόμο με επαρκή φωτισμό, με καλές καιρικές συνθήκες, σε οδόστρωμα ασφαλές και ξηρό, με ορατότητα που δεν περιοριζόταν από κανένα φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο, και παρά ταύτα, στην προσπάθειά του να προσπεράσει το ευρισκόμενο σε στάση απορριμματοφόρο, απώλεσε την ισορροπία του, έπεσε στο οδόστρωμα και τραυματίστηκε θανάσιμα).
Σε κάθε περίπτωση, το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο επάλληλες αιτιολογίες, από τις οποίες η πρώτη, ότι δηλαδή οδηγούσε χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς για την αποφυγή ατυχήματος, κινούμενος με υπερβολική ταχύτητα 72 χλμ./ώρα, υπερβαίνουσα το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χλμ./ώρα, στηρίζει επαρκώς και αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως, αφού δεν επλήγη επιτυχώς αναιρετικά και, συνεπώς, η προβαλλομένη αιτίαση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης της διατάξεως του άρθρου 42 παρ. 1 και 3 Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), κρίνεται, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, απορριπτέα ως αλυσιτελής.
Κατ' ακολουθίαν, ο συναφής έκτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέος, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 180, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ'β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.10.2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 29/30-10-2019 αίτηση αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 275/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ