1552/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/1/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3179/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4142/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η τότε αναιρεσείουσα με την από 17/11/2008 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 880/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 4142/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Legislator headnote
AI generated1552/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δηλαδή, η απαίτηση αυτή εκχωρείται προς την πιστώτρια η οποία ως εκδοχέας δικαιούται να εισπράξει την απαίτηση και μόνο αυτή νομιμοποιείται έκτοτε να εγείρει τη σχετική αγωγή για την απαίτηση και να την εισπράξει για την εξόφληση της ασφαλιζόμενης απαιτήσεως της, ανεξάρτητα του αν αυτή έχει λήξει ή όχι και να αποδώσει στον εκχωρητή το τυχόν υπόλοιπο (ΟλΑΠ 38/1998, ΑΠ 857/2004).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1552 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1552/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου ως καθολικού διαδόχου της αρχικά εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΕΡΤ Α.Ε.", ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Ειδικό Διαχειριστή του συνόλου του ενεργητικού και παθητικού της καταργηθείσας ΕΡΤ Α.Ε., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παναγιώτα Κατσιρούμπα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... A.E.", ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μπόμπο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/1/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3179/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4142/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η τότε αναιρεσείουσα με την από 17/11/2008 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 880/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 4142/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 440/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 7/7/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 35, 36, 39, 44 και 47 του ΝΔ της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", τα οποία διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 41§1 του Εισ/ΝΑΚ, προκύπτει ότι επί ονομαστικής ενεχυριάσεως απαιτήσεως για την εξασφάλιση απαιτήσεως ανώνυμης εταιρείας από παροχή δανείου με ανοικτό λογαριασμό η επίδοση στον τρίτο της συμβάσεως ενεχυριάσεως συνεπάγεται εκχώρηση της απαιτήσεως από τον οφειλέτη στην πιστώτρια, η οποία δικαιούται να εισπράξει την απαίτηση ως εκδοχέας.
Δηλαδή, η απαίτηση αυτή εκχωρείται προς την πιστώτρια η οποία ως εκδοχέας δικαιούται να εισπράξει την απαίτηση και μόνο αυτή νομιμοποιείται έκτοτε να εγείρει τη σχετική αγωγή για την απαίτηση και να την εισπράξει για την εξόφληση της ασφαλιζόμενης απαιτήσεως της, ανεξάρτητα του αν αυτή έχει λήξει ή όχι και να αποδώσει στον εκχωρητή το τυχόν υπόλοιπο (ΟλΑΠ 38/1998, ΑΠ 857/2004).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι, για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξεως ή του καταστατικού του είτε από φυσικό πρόσωπο, στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.
Δικαιοπραξία που έχει καταρτισθεί επ' ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσωπήσεως του δεν το δεσμεύει. Ειδικότερα, η ανώνυμη εταιρεία, η οποία είναι νομικό πρόσωπο, εκπροσωπείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 22 του κωδ. Νόμου 2190/1920, από το διοικητικό της συμβούλιο το οποίο ενεργεί συλλογικώς, μπορεί όμως, εφόσον τούτο ορίζεται στο καταστατικό, να ανατεθεί ευθέως από αυτό το διοικητικό της συμβούλιο η εκπροσώπηση της σε ένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή στους διευθυντές της ή άλλα πρόσωπα ή και σε τρίτο.
Έτσι, όταν αμφισβητείται το κύρος καταρτισθείσας συμβάσεως, λόγω ελλείψεως νόμιμης εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου, εκείνος μεν που επικαλείται τη σύμβαση πρέπει να προτείνει και να αποδείξει ότι αυτή καταρτίστηκε με εκείνον που εκπροσωπεί το νομικό πρόσωπο, ο οποίος δήλωσε κατά νόμιμο τρόπο τη για τη κατάρτιση αυτήν της συμβάσεως βούλησή του, το δε δικαστήριο να προσδιορίσει στην απόφασή του το φυσικό πρόσωπο με το οποίο εκπροσωπήθηκε το νομικό πρόσωπο, για να καταστεί έτσι δυνατός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων. (ΑΠ 880/2011).
Εξάλλου κατά μεν διάταξη του άρθ.559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 10/2011, ΑΠ 486, 528/13).
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.(ΑΠ 627/17).
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως προβάλλονται από το αναιρεσείον οι, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 61, 65, 67, 68, 70 ΑΚ 18, 22 ν. 2190/1920, 35, 36, 39, 44 και 47 ΝΔ της 17.7/18.3.1923, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την, προς απόκρουση της κατά της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΤ - ΑΕ.", [της οποίας αυτό (αναιρεσείον), όπως δεν αμφισβητείται είναι καθολικός διάδοχος] εγερθείσης από την αναιρεσίβλητη τράπεζα [από 15.1.2004] αγωγής, προταθείσα από την ως άνω εναγομένη [ΕΡΤ Α.Ε.], ένσταση ακυρότητος των θεμελιωτικών της τελευταίας (αγωγής), τεσσάρων συμβάσεων ενεχυριάσεως που επέφεραν αποτελέσματα εκχωρήσεως - οι οποίες καταρτίστηκαν μεταξύ της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία ...
και της αναιρεσιβλήτου [δυνάμει των οποίων η πρώτη, προς εξασφάλιση της κατ' αυτής δανειακής απαιτήσεως της τελευταίας συνέστησε υπέρ αυτής (αναιρεσιβλήτου) ενέχυρο επί των αναφερόμενων στην αγωγή απαιτήσεων της (...) κατά της ΕΡΤ - Α.Ε., που απέρρεαν από ισάριθμες συμβάσεις προμήθειας που είχαν καταρτισθεί μεταξύ αυτών [...
και της ΕΡΤ-ΑΕ], απορρέουσα (ακυρότητος) από την έλλειψη νομίμου εκπροσωπήσεως της αναιρεσιβλήτου κατά την κατάρτιση των εν λόγω συμβάσεων ενεχυριάσεως - εκχωρήσεως, δεχθείσα, με ελλιπή αιτιολογία της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού, την αντιπροσωπευτική εξουσία των υπογραψάντων τις παραπάνω συμβάσεις υπαλλήλου της αναιρεσιβλήτου και συνακολούθως την εγκυρότητα αυτών (συμβάσεων) παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά, πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτή επιβάλλοντα την ουσιαστική παραδοχή της ενστάσεως και την απόρριψη της αγωγής.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθρ. 561§2 ΚπολΔ), επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, μετ' εκτίμηση των εκατέρωθεν προσκομισθεισών αποδείξεων δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα τ' ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμ. .../25.4.2000 σύμβαση πίστωσης επί ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, που καταρτίστηκε στην Αθήνα μεταξύ της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...
Ανώνυμη Εταιρεία ...", (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), η τελευταία έλαβε από την πρώτη πίστωση μέχρι του ποσού των 500.000.000 δρχ. ή 1.467.353,43 €. Στη συνέχεια, καταρτίσθηκαν μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων οι υπ' αριθμ. .../1/1.3.2001, .../2/15.11.2001, .../3/2.7.2002 και .../4/13.8.2002 πρόσθετες συμβάσεις αυξήσεως της παραπάνω πιστώσεως (κατά ποσό 150.000.000 δρχ.
ή 440.205,43€ με την πρώτη πρόσθεση σύμβαση, κατά ποσό 100.000.000 δρχ. ή 293.470,29€ με τη δεύτερη, κατά ποσό 146.734,85 € με την τρίτη και κατά ποσό 40.000€ με την τέταρτη), με αποτέλεσμα η χορηγηθείσα πίστωση εκ μέρους της ενάγουσας στην πιστούχο εταιρία να ανέλθει στο συνολικό ποσό των 2.387.762€. Προς εξασφάλιση της πιο πάνω απαιτήσεως της ενάγουσας η πιστούχος εταιρία (...) ενεχυρίασε σ' αυτήν τις ακόλουθες απαιτήσεις της που διατηρούσε κατά της εναγόμενης (ΕΡΤ - ΑΕ..
δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος), από την εκτέλεση συμβάσεων προμήθειας, ειδικότερα: 1. Με την από 10.5.2001, σύμβαση ενεχυριάσεως απαιτήσεως (η πιστούχος εταιρία) συνέστησε υπέρ της ενάγουσας ενέχυρο επί του συνόλου της απαιτήσεώς της κατά της εναγόμενης ύψους 16.130.000 δρχ. ή 47.336,76 €, προερχόμενη από την υπ' αριθμ. ...22.5.2001 σύμβαση προμήθειας (δυνάμει της οποίας η εναγόμενη είχε αναθέσει στην πιστούχο εταιρία την αναβάθμιση σταθμού γραφικών NET και την προμήθεια νέου σταθμού εργασίας).
Αντίγραφο της συμβάσεως αυτής η ενάγουσα επέδωσε εμπροθέσμως και νομοτύπως στην εναγόμενη την 23.5.2001 (βλ. την υπ' αριθμ. 8014/23.5.2001 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Α. Π. - Κ., 2. Με την από 29.6.2001 σύμβαση ενεχυράσεως απαιτήσεως (η πιστούχος εταιρεία) συνέστησε υπέρ της ενάγουσας ενέχυρο επί του συνόλου της απαιτήσεώς της κατά της εναγομένης ύψους 86.070.345 δρχ.
Ή 252.590,89€ προερχόμενη από την υπ' αριθμ. ...8/27.6.2001 σύμβαση προμήθειας, δυνάμει της οποίας η εναγόμενη είχε αναθέσει στην πιστούχο εταιρεία την προμήθεια πέντε συστημάτων μη γραμμικού μοντάζ. Αντίγραφο της συμβάσεως αυτής η ενάγουσα επέδωσε εμπροθέσμως και νομοτύπως στην εναγόμενη την 12.7.2001 (βλ. την υπ' αριθμ. 8252/12.7.2001 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Α.
Π.-Κ.). 3) Με την από 1.10.2001 σύμβαση ενεχυριάσεως απαιτήσεως (η πιστούχος εταιρεία) συνέστησε υπέρ της ενάγουσας ενέχυρο επί του συνόλου της απαιτήσεώς της κατά της εναγόμενης ύψους 71.105,620 δρχ. ή 208.673,87 €, προερχόμενη από την υπ' αριθμ. .../23.7.2001 σύμβαση προμήθειας, δυνάμει της οποίας η εναγόμενη είχε ' αναθέσει στην πιστούχο εταιρία την προμήθεια εξοπλισμού Format DVCPRO 50.
Αντίγραφο της συμβάσεως αυτής η ενάγουσα επέδωσε εμπροθέσμως και νομοτύπως στην εναγόμενη την 5.10.2001 (βλ. την υπ' αριθμ. 8593/5.10.2001 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Α. Π.-Κ.). 4) Με την από 1.10.2001 σύμβαση ενεχυράσεως απαιτήσεως (η πιστούχος εταιρία) συνέστησε υπέρ της ενάγουσας ενέχυρο επί του συνόλου της απαιτήσεώς της κατά της εναγομένης, ύψους 8.193.920 δρχ.
ή 24.046,72€, προερχόμενη από την υπ' αριθμ. ...24.8.2001 σύμβαση προμηθείας (δυνάμει της οποίας η εναγόμενη είχε αναθέσει στην πιστούχο εταιρία την προμήθεια υλικών για τα studio ειδήσεων NET, δύο έγχρωμα monitors εικόνας ακρίβειας 14" και δέκα τέσσερα ψυχρά φώτα). Αντίγραφο της συμβάσεως αυτής η ενάγουσα επέδωσε εμπροθέσμως και νομοτύπως στην εναγόμενη την 5,10.2001 (βλ.
την υπ' αριθμ. 8593/5.10.2001 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Α. Π.-Κ.). Από τα παραπάνω προκύπτει ότι από τον χρόνο επιδόσεως αντιγράφου κάθε συμβάσεως ενεχυριάσεως εκ μέρους της ενάγουσας προς την εναγόμενη και ειδικότερα από 23.5.2001 για την εκχωρηθείσα απαίτηση την προερχόμενη από την υπ' αριθμ. ...2001 σύμβαση, από 12.7.2001 για την εκχωρηθείσα απαίτηση την προερχόμενη από την υπ' αριθμ. ...8/2001 σύμβαση, από 5.10.2001 γα τις εκχωρηθείσες απαιτήσεις τις προερχόμενες από τις υπ' αριθμ. ...2001 και .../2001 συμβάσεις, αποκόπηκε κάθε δεσμός της οφειλέτιδος εναγομένης με την πιστούχο εκχωρήτρια εταιρεία, η οποία πλέον αποξενώθηκε και δεν μπορεί να αναμιχθεί στις ως άνω απαιτήσεις, τις οποίες έκτοτε απέκτησε η ενάγουσα - εκδοχέας (αναιρεσίβλητη) στην οποία εκχωρήθηκαν οι επίμαχες απαιτήσεις και μόνο αυτή νομιμοποιείται εφεξής να τις εισπράξει....Περαιτέρω η εναγομένη ΕΡΤ - Α.Ε. (δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος), ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο της έφεσής της ότι οι επίμαχες συμβάσεως ενεχυράσεως δεν είναι έγκυρες, επειδή δεν αναφέρονται σ' αυτές τα πρόσωπα που νόμιμα έχουν εξουσιοδοτηθεί και νόμιμα εκπροσωπούν και δεσμεύουν την ενάγουσα στην κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων.
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι κατά την υπογραφή των επίδικων συμβάσεων ενεχυρίασης, η ενάγουσα εκπροσωπήθηκε από τους εξουσιοδοτημένους προς τούτο υπαλλήλους της οι οποίοι τις υπέγραψαν για λογαριασμό της. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως Καταστατικό της ενάγουσας Τράπεζας και σύμφωνα με το άρθρο 18§ αυτού το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας είναι αρμόδιο να αποφασίζει κάθε πράξη που αφορά στη διοίκησή της, στη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά στην επιδίωξη του σκοπού της, χωρίς κανένα περιορισμό (με εξαίρεση τα θέματα που σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό έχουν υπαχθεί ρητά στην αρμοδιότητα της Γενικής Συνέλευσης) και να εκπροσωπεί την Τράπεζα επί δικαστηρίου και εξωδίκως.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 18 του ίδιου Καταστατικού, το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας μπορεί να αναθέτει την άσκηση του συνόλου ή μέρους των εξουσιών του σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή υπαλλήλους της Τράπεζας ή τρίτους. Τα πρόσωπα αυτά, στα οποία ανατίθεται από το Διοικητικό Συμβούλιο η εκπροσώπησή της, εκπροσωπούν και δεσμεύουν την Τράπεζα ως όργανά της σε όλη, χωρίς κανέναν περιορισμό, την έκταση των οριζομένων από το ΔΣ αρμοδιοτήτων εκπροσώπησης και δέσμευσής της.
Με βάση την παραπάνω ρύθμιση του Καταστατικού της, το ΔΣ της ενάγουσας Τράπεζας, με το από 14.7.2000 Πρακτικό του (νομίμως δημοσιευμένο στο προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ 8470/15.9.2000), μεταβίβασε την εξουσία εκπροσώπησης της Τράπεζας στον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Ν. Ν.,) ο οποίος και με τον τρόπο τούτο απέκτησε την εξουσία δέσμευσης της Τράπεζας ενώπιον οποιουδήποτε τρίτου (νομικού ή φυσικού) προσώπου με μόνη την υπογραφή του, προσέτι δε του παρασχέθηκε η εξουσία να παρέχει πληρεξουσιότητα σε υπαλλήλους της Τράπεζας προσδιορίζοντας στα πληρεξούσια έγγραφα τις συγκεκριμένες πράξεις ή κατηγορίες πράξεων και γενικότερα την έκταση της πληρεξουσιότητας.
σύμφωνα με το νόμο. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι ο παραπάνω Διευθύνων Σύμβουλος της Τράπεζας δυνάμει των προσκομιζόμενων μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα με αρ. 14092/19.12.2000 και 14240/16.5.2001 Πληρεξουσίων, εξουσιοδότησε συγκεκριμένους υπαλλήλους της Τράπεζας, ενεργούντες ανά δύο (2) από κοινού - μεταξύ άλλων - να συνομολογούν και να υπογράφουν οποιαδήποτε δικαιοπραξία, σύμβαση ή συναλλαγή με οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο και να αναλαμβάνουν οποιεσδήποτε υποχρεώσεις επ' ονόματι και για λογαριασμό της Τράπεζας.
Μεταξύ των προσώπων αυτών, τα οποία ενεργούντα ανά δύο από κοινού δέσμευαν την Τράπεζα κατά το χρόνο της υπογραφής των επίμαχων συμβάσεων ήταν και οι υπάλληλοι αυτής, Μ. Κ. του Θ., Δ. Κ. του Γ. και Α. Χ. Α.. Αποδείχθηκε, εξάλλου, ότι οι επίδικες από 10.5.2001 και 29.6.2001 Συμβάσεις Ενεχυριάσεως Απαιτήσεων υπογράφηκαν για λογαριασμό της Τράπεζας από τους υπαλλήλους της Μ.
Κ. και Δ. Κ. (βλ. τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα δείγματα υπογραφής, τα οποία τηρούνται στην Τράπεζα), ενώ οι από 1.10.2001 Συμβάσεις Ενεχυριάσεως Απαιτήσεων υπογράφηκαν από τους υπαλλήλους της Μ. Κ. και Α. Χ. (βλ. τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα δείγματα υπογραφής, τα οποία τηρούνται στη Τράπεζα).
Τα ανωτέρω ενισχύονται και από την κατάθεση του 1, Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Χορηγήσεων. Μεγάλων Επιχειρήσεων της ενάγουσας, ο οποίος με σαφήνεια κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του συμβολαιογράφου ότι οι συγκεκριμένες συμβάσεις ενεχυριάσεως απαιτήσεως υπογράφηκαν από τους προαναφερθέντες υπαλλήλους της Τράπεζας.
Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, εγκύρως συνήφθησαν οι επίδικες Συμβάσεις Ενεχυρίασης Απαιτήσεων από τους νομίμως προς τούτο εξουσιοδοτηθέντες υπαλλήλους της εκδοχέως Τράπεζας και, επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης (με τον οποίο επαναφέρεται η πρωτοδίκως απορριφθείσα σχετική ένσταση), θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος....".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στο αποδιδόμενος με τους παραπάνω αναιρετικούς, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚπολΔ, λόγους πλημμέλειες καθόσον, μετ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου έκρινε ως αβάσιμη ουσιαστικά, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της ασκηθείσης από την [ηττηθείσα - εναγομένη] ΕΡΤ - Α.Ε.
Εφέσεως κατά της ομοίως αποφανθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως [3179/2007 - Πολ. Πρωτ. Αθηνών], την προς απόκρουση της ενδίκου ως άνω αγωγής της αναιρεσιβλήτου προταθείσα από την εναγομένη - ΕΡΤ, της οποίας καθολικός διάδοχος, είναι το αναιρεσείων Ελληνικό Δημόσιο, ένσταση ακυρότητος των προαναφερθεισών θεμελιωτικών της αγωγής, τεσσάρων συμβάσεων ενεχυράσεως, υπό της επίκλησης ελλείψεως αντιπροσωπευτικής εξουσίας των υπογραψάντων υπαλλήλων της αναιρεσιβλήτου, δεχθείσα, με πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, την ύπαρξη αντιπροσωπευτικής εξουσίας των ως άνω υπαλλήλων και συνακολούθως την εγκυρότητα των εν λόγω συμβάσεων με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή ορθή αιτιολογία ότι, ".....αποδείχθηκε ότι κατά την υπογραφή των επίδικων συμβάσεων ενεχυρίασης, η ενάγουσα εκπροσωπήθηκε από τους εξουσιοδοτημένους προς τούτο υπαλλήλους της, οι οποίοι τις υπέγραψαν για λογαριασμό της.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως Καταστατικό της ενάγουσας Τράπεζας και σύμφωνα με το άρθρο 18§ αυτού το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας είναι αρμόδιο να αποφασίζει κάθε πράξη που αφορά στη διοίκησή της, στη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά στην επιδίωξη του σκοπού της, χωρίς κανένα περιορισμό (με εξαίρεση τα θέματα που σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό έχουν υπαχθεί ρητά στην αρμοδιότητα της Γενικής Συνέλευσης) και να εκπροσωπώ 1|Β την Τράπεζα επί δικαστηρίου και εξωδίκως.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 18 του ίδιου Καταστατικού, το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας μπορεί να αναθέτει την άσκηση του συνόλου ή μέρους των εξουσιών του σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή υπαλλήλους της Τράπεζας ή τρίτους. Τα πρόσωπα αυτά, στα οποία ανατίθεται από το Διοικητικό Συμβούλιο η εκπροσώπησή της, εκπροσωπούν και δεσμεύουν την Τράπεζα ως όργανά της σε όλη, χωρίς κανέναν περιορισμό, την έκταση των οριζομένων από το ΔΣ αρμοδιοτήτων εκπροσώπησης και δέσμευσής της.
Με βάση την παραπάνω ρύθμιση του Καταστατικού της, το ΔΣ της ενάγουσας Τράπεζας, με το από 14.7.2000 Πρακτικό του (νομίμως δημοσιευμένο στο προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ 8470/15.9.2000), μεταβίβασε την εξουσία εκπροσώπησης της Τράπεζας στον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Ν. Ν., ο οποίος και με τον τρόπο τούτο απέκτησε την εξουσία δέσμευσης της Τράπεζας ενώπιον οποιουδήποτε τρίτου (νομικού ή φυσικού) προσώπου με μόνη την υπογραφή του, προσέτι δε του παρασχέθηκε η εξουσία να παρέχει πληρεξουσιότητα σε υπαλλήλους της Τράπεζας προσδιορίζοντας στα πληρεξούσια έγγραφα τις συγκεκριμένες πράξεις ή κατηγορίες πράξεων και γενικότερα την έκταση της πληρεξουσιότητας σύμφωνα με το νόμο.
Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι ο παραπάνω Διευθύνων Σύμβουλος της Τράπεζας δυνάμει των προσκομιζόμενων μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα με αρ. 14092/19.12.2000 και 14240/16.5.2001 Πληρεξουσίων, εξουσιοδότησε συγκεκριμένους υπαλλήλους της Τράπεζας, ενεργούντες ανά δύο (2) από κοινού - μεταξύ άλλων - να συνομολογούν και να υπογράφουν και να υπογράφουν οποιαδήποτε δικαιοπραξία, σύμβαση ή συναλλαγή με οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο και να αναλαμβάνουν οποιεσδήποτε υποχρεώσεις επ' ονόματι και για λογαριασμό της Τράπεζας.
Μεταξύ των προσώπων αυτών, τα οποία ενεργούντα ανά δύο από κοινού δέσμευαν την Τράπεζα κατά το χρόνο της υπογραφής των επίμαχων συμβάσεων ήταν και οι υπάλληλοι αυτής, Μ. Κ. του Θ., Δ. Κ. του Γ. και Α. Χ. Α.. Αποδείχθηκε, εξάλλου, ότι οι επίδικες από 10.5.2001 και 29.6.2001 Συμβάσεις Ενεχυριάσεως Απαιτήσεων υπογράφηκαν για λογαριασμό της Τράπεζας από τους υπαλλήλους της Μ.
Κ. και Δ. Κ. (βλ. τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα δείγματα υπογραφής, τα οποία τηρούνται στην Τράπεζα), ενώ από 1.10.2001 Σύμβαση Ενεχυριάσεως Απαιτήσεων υπογράφηκα από τους υπαλλήλους της Μ. Κ. και^Α. Χ. (βλ. τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα δείγματα υπογραφής, τα οποία τηρούνται στη Τράπεζα)".
Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι εσφαλμένως η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την εγκυρότητα των ενδίκων συμβάσεων αρνηθείσα να συμμορφωθεί προς την κρίση της υπ' αριθμ. 880/2011 αποφάσεως του Δικαστηρίου αυτού (Αρείου Πάγου) η οποία (αντιθέτως) δέχθηκε την ακυρότητα των ως άνω συμβάσεων και αναίρεσε την 4142/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της ασκηθείσης κατ' της ως άνω πρωτοδίκου αποφάσεως του Πολ.
Πρωτ. Αθηνών Εφέσεως της ΕΡΤ-ΑΕ, με την οποία είχε και πάλι απορριφθεί ως αβάσιμη η προταθείσα έλλειψη αντιπροσωπευτικής εξουσίας των υπαλλήλων της αναιρεσιβλήτου", κρίνεται απορριπτέος ως στηριζόμενος στην [εσφαλμένη] προϋπόθεση ότι με την παραπάνω αναιρετική απόφαση κρίθηκε η ακυρότητα των συμβάσεων ενεχυράσεως, η οποία όμως δεν συντρέχει αφού, από την επισκόπηση αυτής προκύπτει ότι η αναίρεση εχώρησε επειδή "η προσβαλλομένη 4142/2008 απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της αντιπροσωπευτικής εξουσίας του προσώπου που κατήρτισε τις ένδικες συμβάσεις καθόσον δεν αναφέρει τα πρόσωπα που τις κατήρτισαν ως και τον τρόπο που αυτά απέκτησαν την εξουσία αντιπροσωπεύσεως", ελλείψεις οι οποίες δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως απόφαση, στην οποία, αντιθέτως, κατά τα προαναφερθέντα, εκτίθενται με πληρότητα τα θεμελιωτικά της αντιπροσωπευτικής εξουσίας των υπαλλήλων της αναιρεσιβλήτου στοιχεία.
Υπό τις πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και καθιστούν εφικτό του αναιρετικό έλεγχο δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προσβαλλόμενες, από το άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 ΚπολΔ αιτιάσεις οι οποίες, για το λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες.
Ο από το άρθρο 559 α. 20 ΚπολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό, αναφορικά με την ανάγνωση του εγγράφου, λάθος με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου,το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, για την πληρότητα του οποίου απαιτείται, πλην άλλων, να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο δικόγραφο και ολόκληρο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου που κατά τον αναιρεσείοντα, παραμορφώθηκε (ΑΠ 1360/2017), θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολομ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 577/2015, ΑΠ 25/2011, ΑΠ 1401/2010).
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από το αναιρεσείων η, από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚπολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, παραμόρφωσε κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος. "Το περιεχόμενο του διαλαμβανομένου στην 8593/5.10.11 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Π. - Κ. εγγράφου και προσέδωσε σε αυτό νόημα διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά είχε δεχόμενη ότι συνιστούσε έγκυρη σύμβαση εκχώρησης....". Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, ανεξάρτητα από την αοριστία του, που απορρέει από τη μη καταχώρηση στο αναιρετήριο του περιεχομένου του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, όπως έπρεπε για την πληρότητα του, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ως απαράδεκτος, ενόψει της προσβολής δια της προβαλλομένης αιτιάσεως όχι της λανθασμένης αναγνώσεως του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου, η οποία και μόνο, κατά τα προεκτεθέντα, θεμελιώνει το προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο, αλλά της κρίσης της προσβαλλομένης αποφάσεως σχετικά με το συνταχθέν από τη λανθασμένη ερμηνεία αυτού (εγγράφου) αντίθετο, από αυτό που το αναιρεσείον θεωρεί ορθό, αποδεικτικό πόρισμα η οποία όμως (κρίση) ως αναφερομένη σε εκτίμηση των αποδείξεων, είναι κατά τα προλεχθέντα αναιρετικά ανέλεγκτη.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει το αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚπολΔ), μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 22 ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την [από 7.7.2017 και με αριθμ. Καταθ. 454/17] αίτηση αναιρέσεως της 440/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου από διακόσια ενενήντα (290) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ