Legislator Case Law & Legislation
1552/2016 AI generated

1552/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1552/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 120/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Γεώργιο Αναστασάκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1552/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το άρθρ. 13 εδ. γ του ΠΚ, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία. Ζημιούμενος αμέσως από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του.

Keywords

AI generated
investigation for document falsification handwriting sample credible documentation attestation and certification production of identity documents liability for electronic signature key
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1552 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1552/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 120/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Γεώργιο Αναστασάκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Ι. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ‘ Αγγελο Νεστορίδη, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.180/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Το Τριμελές Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουνίου 2016 αίτησή του, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 10 Ιουνίου 2016, και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 810/2016.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε: α) να γίνει δεκτή εν μέρει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί κατά το σκέλος της το αναφερόμενο στην καταδίκη του αναιρεσείοντα και του συγκατηγορούμενού του Μ. Φ., για το έγκλημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και της άμεσης συνέργειας στην πράξη αυτή και ακολούθως δε να κηρυχθούν αυτοί αθώοι για την πράξη αυτή και β) να απορριφθεί η αναίρεση κατά τα λοιπά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 2 του ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, όπως είναι και η επίτευξη χορηγήσεως παρατάσεως της προθεσμίας εξοφλήσεως οφειλής, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.

Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, η οποία αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 216, στοιχειοθετείται αντικειμενικά όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον τρίτο και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση του εγγράφου ή και να παραπλανηθεί από αυτό ο τρίτος, ή όταν χρησιμοποιηθεί το πλαστό έγγραφο κατά οποιονδήποτε τρόπο άμεσα ή έμμεσα με άλλο πρόσωπο που διατελεί σε καλή πίστη ως προς την πλαστότητα του εγγράφου.

Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το άρθρ. 13 εδ. γ του ΠΚ, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία. Ζημιούμενος αμέσως από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 220 παρ. 1 του Π. Κ, "όποιος επιτυγχάνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα από τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται α) αναληθής βεβαίωση σε δημόσιο, έγγραφο, για περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή που μπορεί να επιφέρει γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης, β) η αναληθής βεβαίωση να προκλήθηκε με οποιοδήποτε απατηλό μέσο δια του οποίου παρασύρθηκε ο υπάλληλος, έστω και από αμέλεια ή ευπιστία, στην παροχή της βεβαιώσεως και γ) δόλος που εμπεριέχει τη γνώση του δράστη, ότι το βεβαιούμενο στο δημόσιο έγγραφο γεγονός είναι αναληθές και μπορεί να έχει τις συνέπειες αυτές, είτε για τον εαυτό του είτε για άλλον, αλλά και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην παραπλάνηση του δημοσίου υπαλλήλου με οποιονδήποτε τρόπο.

Δημόσιο έγγραφο κατά το άρθρο 438 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στο ποινικό δίκαιο, γιατί το άρθρο 13 περ. γ’ του ΠΚ δεν προσδιορίζει την έννοιά του, είναι εκείνο που έχει συνταχθεί από καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη, έναντι πάντων, κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό.

Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 του ΠΚ, "χρόνος τέλεσης της πράξης θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενέργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Ο χρόνος κατά τον οποίο επήλθε το αποτέλεσμα είναι αδιάφορος, εκτός αν ορίζεται άλλως". Επί υφαρπαγής, λοιπόν, ψευδούς βεβαιώσεως, χρόνος τελέσεως είναι ο χρόνος, κατά τον οποίο ο δράστης υπέβαλε στον αρμόδιο υπάλληλο τα ψευδή στοιχεία για την έκδοση της ψευδούς βεβαιώσεως, ανεξαρτήτως του πότε επήλθε το αποτέλεσμα, πότε, δηλαδή, έλαβε την ψευδή αυτή βεβαίωση.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση 180/2016 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για τις πράξεις: 1) της πλαστογραφίας και 2) υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 10 μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία.

Με την ίδια απόφαση κηρύχθηκε ένοχος και ο Μ. Φ. του Ν. για άμεση συνέργεια στις πιο πάνω πράξεις και καταδικάστηκε στην ίδια ποινή φυλάκισης, που ανεστάλη επί τριετία. Η απόφαση αυτή καθ’ ο μέρος αφορούσε τον αναιρεσείοντα, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που λεπτομερώς κατ’ είδος αναφέρει, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην Κομοτηνή, στις 27-11-2008 στο εξεταστικό κέντρο "..." διενεργήθηκαν οι εξετάσεις για την πιστοποίηση γνώσεων χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή στα αντικείμενα "υπολογιστικά φύλλα-standard" και "υπηρεσίες διαδικτύου-Standard" του φορέα χορήγησης πιστοποιητικών πληροφορικής με την επωνυμία "...", της οποίας Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος ήταν ο Ν.

Τ.. Υπεύθυνη του εξεταστικού κέντρου και τεχνική υπεύθυνη ήταν η Ι. Κ., ιδιοκτήτρια του συγκεκριμένου φροντιστηρίου, η οποία συνδεόταν στενά με τον πρώτο κατηγορούμενο. Ο τελευταίος κατά τον παραπάνω χρόνο μετέβη στο φροντιστήριο και βρισκόταν παράτυπα (καίτοι αυτό απαγορευόταν) στον εξεταστικό χώρο καθ’ όλη τη διάρκεια των εξετάσεων, ασχολούμενος μάλιστα με αυτές, μεταφέροντας και παραδίδοντας σχετικά έγγραφα, καταστάσεις υποψηφίων κλπ.

Ο πρώτος κατηγορούμενος εξάλλου είχε διατελέσει στο παρελθόν επιτηρητής του ως άνω φορέα, από τον οποίο όμως είχε απομακρυνθεί και μεταξύ τους υφίστατο σφοδρή αντιδικία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η Φ. Χ., υποψήφια στις παραπάνω εξετάσεις ήταν γνωστή του πρώτου κατηγορουμένου αφού στο σύστημα των εξετάσεων δηλώθηκαν ως τηλέφωνο οικίας αυτής το τηλέφωνο της παραπάνω σχολής που χρησιμοποιήθηκε ως εξεταστικό κέντρο και ως κινητό τηλέφωνο το τηλέφωνο του πρώτου κατηγορουμένου.

Ο Ν. Α., μαθηματικός, αποσπασμένος στο δημόσιο ΙΕΚ Κομοτηνής εκτελούσε χρέη επιτηρητή ΟΕΕΚ ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος ήταν επιτηρητής του προαναφερθέντος εξεταστικού φορέα. Η ώρα των εξετάσεων προγραμματίστηκε από 18.00 μέχρι 20.00 και πράγματι διήρκεσε από 18.00 μέχρι 20.25. Μετά την έναρξη των εξετάσεων ο Ν.

Α. παρέλαβε για τον υποχρεωτικό έλεγχο ταυτοπροσωπίας των υποψηφίων εξεταζομένων μία ενιαία κατάσταση για τις τρεις εξεταστικές ώρες (στον ΟΕΕΚ είχαν ανακοινωθεί 2 ώρες) με 19 συνολικά ονόματα, 7 για την 1η ώρα, 5 για τη 2η ώρα και 7 για την 3η ώρα. Οι εξετάσεις της πρώτης και δεύτερης ώρας διεξήχθησαν κανονικά χωρίς προβλήματα με βάση την ονομαστική κατάσταση και τις θέσεις εργασίας των Η/Υ της αίθουσας για τους 7 και τους 5 εξεταζόμενους αντιστοίχως.

Όταν όμως ο Ν. Α. αναζήτησε την ονομαστική κατάσταση που είχε για τον έλεγχο της ταυτοπροσωπίας των 7 υποψηφίων της 3ης εξεταστικής ώρας διαπίστωσε ότι αυτή είχε χαθεί σε σχετική δε ερώτησή του προς το δεύτερο κατηγορούμενο παρισταμένου και του πρώτου κατηγορουμένου που ενεργούσε ως "συνεργάτης" του φροντιστηρίου και βρισκόταν παράτυπα εντός του χώρου των εξετάσεων παραδίδοντας τις καταστάσεις, δεν έλαβε πειστικές απαντήσεις από αυτούς εν τέλει δε μετά από πιέσεις του του παραδόθηκε από το δεύτερο κατηγορούμενο μία νέα κατάσταση στην οποία όμως υπήρχαν 21 ονόματα υποψηφίων εξεταζομένων, εκ των οποίων οι 2 επιπλέον υποψήφιοι εμφανίζονταν και στις 2 πρώτες ώρες που είχαν παρέλθει.

Ειδικότερα επρόκειτο για την προαναφερθείσα Φ. Χ., η οποία φερόταν πως για τις 2 πρώτες ώρες εξετάστηκε στον Η/Υ main στις αντίστοιχες ενότητες, υπολογιστικά φύλλα και υπηρεσίες διαδικτύου επιπέδου standard. Ωστόσο η ανωτέρω δεν βρισκόταν καν στο εξεταστικό κέντρο κατά την τρίωρη εξεταστική ώρα και φυσικά ουδέποτε ταυτοποιήθηκαν τα στοιχεία της τις δύο πρώτες ώρες παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από το δεύτερο κατηγορούμενο.

Σε σχετικές δε παρατηρήσεις του Ν. Α. αναφορικά με τη διαφοροποίηση των δύο καταστάσεων εκ των οποίων αυτή που έφερε ως ώρα εκτύπωσης την 1.25.24 μμ ανέγραφε 19 υποψήφιους εξεταζόμενους ενώ η άλλη που έφερε ως ώρα εκτύπωσης την 7.14.28 μμ ανέγραφε 21 υποψήφιους εξεταζόμενους, περιλαμβανομένης και της προαναφερθείσας Φ.

Χ., που φερόταν ως εξετασθείσα τις 2 πρώτες ώρες, παρότι και οι δύο ανέγραφαν τον ίδιο εξεταστικό χρόνο (18.00 - 20.00), οι κατηγορούμενοι του απαντούσαν αδιάφορα πως ενδεχομένως να "κόλλησε" το σύστημα τις δυο επιπλέον εγγραφές, γεγονός που δεν έπεισε τον Ν. Α., ο οποίος προέβη μεν κανονικά στην εξέταση της τρίτης ώρας, προβαίνοντας στον έλεγχο ταυτοπροσωπίας ο ίδιος πλην όμως στη συνέχεια συνέταξε το από 27-11-2008 έντυπο επιτηρητή ΟΕΕΚ και το από 30-11-2008 έγγραφό του προς τη Διεύθυνση Οργάνωσης και Πληροφορικής του ΟΕΕΚ (μέσω ΙΕΚ Κομοτηνής αρ.πρωτ .../1-12-2008), με αναλυτική παράθεση των γεγονότων επισημαίνοντας επίσης πως εντόπισε παρατηρώντας την οθόνη του κεντρικού υπολογιστή της αίθουσας στο τέλος των εξετάσεων ότι είχαν καταχωρηθεί και αποσταλεί στα κεντρικά της εταιρείας ..., αποτελέσματα για 21 υποψηφίους, συμπεριλαμβανομένου και του ονόματος της Φ.

Χ. ως υποψήφιας σε 2 ενότητες ενώ δίπλα στον κεντρικό υπολογιστή υπήρχε ανοιχτός φορητός υπολογιστής και ο δεύτερος κατηγορούμενος στο τέλος της 2ης ώρας κλείνοντας διάφορα παράθυρα, όπως του είπε, ανοιχτά στον server, έκλεισε την εφαρμογή του προγράμματος των εξετάσεων κατά λάθος, την οποία επανάφερε για την πραγματοποίηση της 3ης εξεταστικής ώρας κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας του με τα κεντρικά της εταιρείας.

Εν τέλει η Φ. Χ. έλαβε το από Νοεμβρίου 2008 πιστοποιητικό γνώσης χειρισμού Η/Υ αφού όπως πιστοποιήθηκε επέτυχε στις, παραπάνω εξετάσεις. Από όλα τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις αποδιδόμενες σε αυτούς αξιόποινες πράξεις, απορριπτομένων των αυτοτελών ισχυρισμών τους και ειδικότερα ο μεν πρώτος κατηγορούμενος τις πράξεις της πλαστογραφίας και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως ο δε δεύτερος την πράξη της άμεσης συνέργειας στις παραπάνω πράξεις, καθόσον προέκυψε ότι:

ο πρώτος κατηγορούμενος, κατά τη διάρκεια των παραπάνω εξετάσεων, έχοντας πρόσβαση στο ηλεκτρονικό σύστημα, εισήγαγε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή τις ορθές απαντήσεις φερόμενες ως εισαχθείσες από την υποψήφια Φ. Χ. του Θ., ενώ αυτή δεν είχε προσέλθει να εξεταστεί, με σκοπό να παραπλανήσει τους νομίμους εκπροσώπους του φορέα χορήγησης πιστοποιητικών πληροφορικής με την επωνυμία "..." ώστε να εκδώσουν υπέρ αυτής πιστοποιητικά γνώσης χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή στα ως άνω γνωστικά αντικείμενα.

Επιπλέον προβαίνοντας στην παραπάνω πράξη του πέτυχε να εξαπατήσει τον ως άνω φορέα και να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθόσον εξέδωσε υπέρ της ανωτέρω το υπ’ αριθμ. ... πιστοποιητικό γνώσης χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή, το οποίο αποτελεί κατά την Κ.Υ.Α Α/25081 Υπ.

Εσωτ. Δημ. Διοίκησης και Αποκέντρωσης-Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων δημόσιο έγγραφο.". Ακολούθως το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α’ ΠΚ, του ότι: "Στην Κομοτηνή στις 27-11-2008 με περισσότερες πράξεις τέλεσαν περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα: Α. Κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.

Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο και στο εξεταστικό κέντρο "..." κατά την διάρκεια εξέτασης για την πιστοποίηση γνώσεων χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή στα αντικείμενα "υπολογιστικά φύλλα-standard" και "υπηρεσίες διαδικτύου-Standard" εισήγαγε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή τις ορθές απαντήσεις φερόμενες ως εισαχθείσες από την υποψήφια τέταρτη κατηγορούμενη Φ.

Χ. του Θ., ενώ αυτή δεν είχε προσέλθει να εξεταστεί. Τα παραπάνω έπραξε με σκοπό να παραπλανήσει τους νομίμους εκπροσώπους του φορέα χορήγησης πιστοποιητικών πληροφορικής με την επωνυμία "..." ώστε να εκδώσουν υπέρ της τέταρτης κατηγορουμένης πιστοποιητικά γνώσης χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή στα ως άνω γνωστικά αντικείμενα Β.

Πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο και στο εξεταστικό κέντρο "..." κατά την διάρκεια εξέτασης για την πιστοποίηση γνώσεων χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή στα αντικείμενα "υπολογιστικά φύλλα-standard" και "υπηρεσίες διαδικτύου-Standard" εισήγαγε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή τις ορθές απαντήσεις φερόμενες ως εισαχθείσες από την υποψήφια τέταρτη κατηγορουμένη Φ.

Χ. του Θ., ενώ αυτή δεν είχε προσέλθει να εξεταστεί. Τα παραπάνω έπραξε με σκοπό να παραπλανήσει τους νομίμους εκπροσώπους του φορέα χορήγησης πιστοποιητικά πληροφορικής με την επωνυμία "..." ώστε να εκδώσουν υπέρ της τέταρτης κατηγορουμένης πιστοποιητικά γνώσης χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή στα ως άνω γνωστικά αντικείμενα, πράγμα που πέτυχε καθώς εκδόθηκε το υπ’ αριθμ. ...

πιστοποιητικό γνώσης χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή. Το πιστοποιητικό αυτό αποτελεί κατά την Κ.Υ.Α Α/25081 Υπ. Εσωτ. Δημ. Διοίκησης και Αποκέντρωσης-Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων δημόσιο έγγραφο.". Με αυτές τις παραδοχές, όμως το δικαστήριο, καθ’ ο μέρος αφορά, την τέλεση της δεύτερης πράξης (υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης), εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 220 παρ. 1 ΠΚ, κηρύσσοντας ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη αυτή.

Και τούτο γιατί δέχθηκε ότι τα πιστοποιητικά πληροφορικής που εξέδιδε η αναφερόμενη στην απόφαση ανώνυμη εταιρεία, ήταν δημόσια έγγραφα, μνημονεύοντας προς τούτο την ΚΥΑ Α/25081/1-12-2005 (η οποία έχει ήδη καταργηθεί με το άρθρο 41 της Υ.Α. 4204/2014). ‘ Όμως, τα πιστοποιητικά αυτά, από καμία διάταξη της πιο πάνω ΚΥΑ δεν χαρακτηρίζονται ως δημόσια έγγραφα, αλλά ούτε και οι υπάλληλοι της εταιρείας αυτής (φορέα πιστοποίησης) είναι δημόσιοι υπάλληλοι, ασκούντες δημόσια υπηρεσία.

Μάλιστα, στο άρθρο 2 της πιο πάνω ΚΥΑ, που αναφέρεται στη διοικητική δομή και τους φορείς που μπορούν να χορηγήσουν τέτοια πιστοποιητικά, ορίζεται ότι ο φορέας χορήγησης τέτοιων πιστοποιήσεων πληροφορικής, μπορεί να είναι νομικό πρόσωπο του αστικού κώδικα ή του εμπορικού νόμου, καθώς και ΝΠΔΔ ή ΝΠΙΔ του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Στην προκείμενη, συνεπώς, περίπτωση η εταιρεία που χορηγούσε τις σχετικές πιστοποιήσεις πληροφορικής (...), είναι ανώνυμη εταιρεία του εμπορικού νόμου και επομένως, τα έγγραφα που συντάσσουν οι υπάλληλοί της δεν είναι δημόσια έγγραφα. Κατόπιν αυτών είναι βάσιμος ο πρώτος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε’ ΚΠΔ. Κατά τα λοιπά, η προσβαλλόμενη, καθ’ ο μέρος, αφορά την τέλεση της πρώτης πράξης (πλαστογραφίας) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ, κηρύσσοντας ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη αυτή. Διέλαβε, δε, περαιτέρω, την επιβαλλόμενη, από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πιο πάνω πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων.

Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, για πλημμέλειες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Ενώ, τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις του δεύτερου αναιρετικού λόγου, που αναφέρονται σε αξιολογικές εκτιμήσεις του αποδεικτικού πορίσματος, πλήττουν, υπό την επίκληση αναιρετικού λόγου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α’ (171 παρ. 1 στοιχ. δ’ ) ΚΠΔ, την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι απαράδεκτες.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠΔ, "αν ασκηθεί αναίρεση επειδή έχει γίνει εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ο Άρειος Πάγος δεν παραπέμπει την υπόθεση αλλά εφαρμόζει τη σωστή ποινική διάταξη και αν δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη, κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο".

Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση, αφού δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της πιο πάνω πράξης της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, δεν πρέπει να παραπεμφθεί, ως προς την πράξη αυτή, η υπόθεση στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αλλά να κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων για την πράξη αύτη και απαλειφθεί η διάταξη που αφορά την ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών που του επιβλήθηκε. Κατόπιν αυτών πρέπει ν’ αναιρεθεί μερικά η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη διάταξη αυτής που κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πιο πάνω πράξη και την επιβολή ποινής φυλάκισης σ’ αυτόν, ενώ κατά τα λοιπά η αίτηση πρέπει ν’ απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Αναιρεί μερικά την απόφαση 180/2016 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και ειδικότερα ως προς τη διάταξη αυτής που κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και της επιβολής ποινής φυλάκισης.

Κηρύσσει τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ‘ Α. Ι. του Θ., κάτοικο ..., αθώο του ότι, στην Κομοτηνή, στις 27-11-2008, πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο και στο εξεταστικό κέντρο "..." κατά την διάρκεια εξέτασης για την πιστοποίηση γνώσεων χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή στα αντικείμενα "υπολογιστικά φύλλα-standard" και "υπηρεσίες διαδικτύου-Standard" εισήγαγε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή τις ορθές απαντήσεις φερόμενες ως εισαχθείσες από την υποψήφια τέταρτη κατηγορουμένη Φ. Χ. του Θ., ενώ αυτή δεν είχε προσέλθει να εξεταστεί. Τα παραπάνω έπραξε με σκοπό να παραπλανήσει τους νομίμους εκπροσώπους του φορέα χορήγησης πιστοποιητικά πληροφορικής με την επωνυμία "..." ώστε να εκδώσουν υπέρ της τέταρτης κατηγορουμένης πιστοποιητικά γνώσης χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή στα ως άνω γνωστικά αντικείμενα, πράγμα που πέτυχε καθώς εκδόθηκε το υπ’ αριθμ. ... πιστοποιητικό γνώσης χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή.

Απαλείφει τη διάταξη για την επιβολή ποινής φυλάκισης επτά (7) μηνών για την πιο πάνω πράξη, διατηρουμένης της ποινής φυλάκισης των επτά (7) μηνών για την πράξη της πλαστογραφίας.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Οκτωβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ