Supreme Court dismisses appeal on alimony claim, ruling lower court facts were clear and sufficient.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's alimony decision. The appellant argued the lower court failed to clarify expenses for the maintenance of the former marital home, but the court found the reasoning clear and consistent with the child's needs. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1389, 1390, 1391 of the Civil Code; Article 1493 of the Civil Code: The court must reject an appeal if the lower court's reasoning regarding alimony amounts is clear, even if the appellant claims ambiguity regarding specific living expenses not explicitly listed in the child's support order.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1552 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1552 /2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Σ. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Βαρλάμη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. συζ. Γ. Σ., το γένος Α. Α., και 2 Κ. Σ. του Γ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Αρτέμιδα Αναστασιάδου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7 Οκτωβρίου 2005 και 7 Μαρτίου 2006 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων και αναιρεσείοντος αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 935/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1142/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 15 Ιανουαρίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1389, 1390 και 1391 ΑΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση αξίωσης του ενός από τους συζύγους για καταβολή σ' αυτόν διατροφής σε χρήμα από τον άλλο, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, πρέπει να αναφέρεται κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ ότι οι διάδικοι είναι μεταξύ τους σύζυγοι, ότι ο ενάγων διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία και ότι οι βιοτικές του ανάγκες, λαμβανομένων υπόψη και των συνθηκών της χωριστής διαβίωσης, δικαιολογούν τον προσδιορισμό της διατροφής στο ζητούμενο με την αγωγή αυτή χρηματικό ποσό.
Οι οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων συζύγων που προσδιορίζουν την αναλογία της συνεισφοράς καθενός απ' αυτούς στη διατροφή αυτή δεν αποτελούν στοιχείο της αγωγής, αλλά ενδέχεται να αποτελέσουν τη βάση σχετικής ένστασης του εναγομένου. Από τις ίδιες διατάξεις των άρθρων 1389, 1390 και 1391 ΑΚ προκύπτει ακόμη ότι οι σύζυγοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση για διατροφή τους, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, ανεξάρτητα του αν ο ένας από αυτούς είναι εύπορος και ο άλλος άπορος, το μέτρο δε της διατροφής καθενός από αυτούς προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και, εφόσον κάποιος από αυτούς διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία που περιλαμβάνει και την εγκατάλειψη του από τον υπόχρεο προς διατροφή σύζυγο, η διατροφή που του οφείλεται από τον άλλον πληρώνεται σε χρήμα κάθε μήνα προκαταβολικώς και προσδιορίζεται αφού ληφθούν υπόψη και οι συνθήκες της χωριστής διαβίωσης.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489 και 1493 του ΑΚ προκύπτει, ότι οι γονείς, είτε υπάρχει μεταξύ τους γάμος και συμβιώνουν, είτε έχει διακοπεί η συμβίωση τους, είτε έχει εκδοθεί διαζύγιο, έχουν κοινή υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ακόμη και αν αυτό έχει περιουσία, εφόσον όμως τα εισοδήματα από αυτήν ή το προϊόν της εργασίας του ή άλλα τυχόν εισοδήματα του δεν αρκούν για τη διατροφή του.
Η πιο πάνω υποχρέωση των γονέων προς διατροφή του τέκνου τους, βαρύνει αυτούς, σύμφωνα με το άρθρο 1489 παρ. 2 ΑΚ, ανάλογα με τις δυνάμεις τους. Όταν ενάγεται ο ένας από τους δύο γονείς για την καταβολή ολόκληρου του ποσού της διατροφής, τότε αυτός μπορεί να επικαλεστεί κατ' ένσταση, κατ' άρθρο 262 ΚΠολΔ, ότι και ο άλλος γονέας έχει την οικονομική δυνατότητα, σε σχέση με τη δική του και σε συνδυασμό με τις λοιπές υποχρεώσεις του, να καλύψει μέρος της ανάλογης διατροφής του ανηλίκου, οπότε, με την απόδειξη της ένστασης αυτής, περιορίζεται η υποχρέωση του γονέα που ενάγεται για την καταβολή ολόκληρης της διατροφής κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην υποχρέωση συνεισφοράς του άλλου γονέα (ΑΠ 416/2007).
Εξάλλου, κατά την έννοια του όρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟΛ&&4&999).
Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά.
Στην προκειμένη περίπτωση προσβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης η απόφαση 1142/2010 του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η από 16.2.2009 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση 935/2007 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επιδικάστηκε, για χρονικό διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής, στην πρώτη από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους, ως διατροφή αυτής, λόγω της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης της με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα σύζυγο της για εύλογη αιτία, το ποσό των 4.500 ευρώ μηνιαίως, και στο δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, ανήλικο κατά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης και ήδη ενήλικο τέκνο των διαδίκων αυτών, του οποίου η πρώτη είχε την επιμέλεια κατά τη διάρκεια της ανηλικότητάς του, ως διατροφή αυτού, το ποσό των 5.000 ευρώ μηνιαίως.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, διότι διέλαβε, ως προς τον αυτοτελή ισχυρισμό του (ένσταση), που αναφέρεται στις προσδιοριστικές της αναλογίας της συνεισφοράς του στη διατροφή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης συζύγου του οικονομικές δυνάμεις του, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι με το λόγο αυτό αναίρεσης δεν προβάλλονται ορισμένως αιτιάσεις για ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που να συνδέονται και με ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, αναφερόμενη, κατά την προεκτεθείσα έννοια, στις οικονομικές δυνατότητες της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και στην κάλυψη μέσω αυτών μέρους της διατροφής του τότε ανήλικου τέκνου τους και ήδη δεύτερου από τους αναιρεσιβλήτους με αντίστοιχο περιορισμό της δικής του υποχρέωσης.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα εξής: "...Η εταιρία DIAMOND ABEE προέβη τον Ιούλιο του 1991 σε παύση πληρωμών και τελικά κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης τον Οκτώβριο του 1991...Αμέσως μετά την πτώχευση της εταιρίας αυτής αρχίζει να δραστηριοποιείται η νεοϊδρυθείσα ανώνυμη εταιρία BRIGHT AE, στην οποία εφέροντο (και εξακολουθούν να φέρονται) μεν ως ιδρυτές μέτοχοι το ζεύγος Κ.
και Ε. Κ. και ο Α. Σ., στην πραγματικότητα όμως μοναδικοί μέτοχοι αυτής ετύγχαναν οι διάδικοι. Πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι οι διάδικοι είχαν γνωριστεί με το ζεύγος Κ. περί το 1989 και έκτοτε αναπτύχθηκαν μεταξύ τους φιλικοί δεσμοί...Η πορεία της εταιρίας BRIGHT AE, καθόσον αφορά τα κέρδη της, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, υπήρξε ανοδική, αφού από την ίδρυση της έχει επαρκώς εδραιωθεί και καταξιωθεί στο πεδίο που αφορά ο σκοπός της (σίτες αλουμινίου).
Ο τζίρος της εταιρίας το έτος 2004 ανήλθε στο ποσό των 3.287.705 ευρώ και το έτος 2005 στο ποσό των 3.853.576 ευρώ, ενώ τα ετήσια καθαρά κέρδη της κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο υπερέβαιναν το ποσό των 1.200.000 ευρώ, δηλαδή το ποσό των 100.000 ευρώ μηνιαίως...Μετά την αποχώρηση του από τη συζυγική κατοικία ο εναγόμενος διέμεινε και εξακολουθεί να διαμένει σε μισθωμένο διαμέρισμα στον έβδομο όροφο της επί της οδού ...
πολυκατοικίας στο …το οποίο φέρεται ότι μισθώνει η εταιρία BRIGHT AE... O εναγόμενος φέρεται ως γενικός διευθυντής της εταιρίας BRIGHT ΑΕ, διατηρών φιλικές και οικογενειακές σχέσεις με τους παραπάνω φερόμενους ως μετόχους αυτής, πλην όμως η ως άνω εταιρία, ενόψει των παραπάνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, είναι δικών του συμφερόντων.
Εξάλλου, το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν έχει περιουσιακά στοιχεία στο όνομα του οφείλεται στο ότι έχει πτωχεύσει η παραπάνω αναφερόμενη εταιρία του, μετά την πτώχευση της οποίας την οποιαδήποτε επαγγελματική δραστηριότητα του την ασκούσε μέσω τρίτων προσώπων. Σαφής περί τούτου είναι τόσο οι παραπάνω αναφερόμενες καταθέσεις του μάρτυρα Ν.
Σ., ο οποίος σαφώς και εξ ιδίας αντιλήψεως κατέθεσε ότι ο εναγόμενος είναι α) ο πραγματικός ιδιοκτήτης της εταιρίας BRIGHT AE, έστω και αν τυπικά φέρονται τρίτοι ως μέτοχοι της, β) είναι ο ιδιοκτήτης της παραπάνω αναφερόμενης πολυτελούς μεζονέτας, που αποτέλεσε τη συζυγική κατοικία και στην οποία διαμένουν κατά τα ανωτέρω η ενάγουσα και ο γιος των διαδίκων Κ...όσο και του μάρτυρα Ν.
Α., επιχειρηματία, που δραστηριοποιείται στο χώρο των συστημάτων αλουμινίου, ιδιοκτήτη της . και . …, ο οποίος καταθέτει ότι από το έτος 2003 που η ως άνω ομόρρυθμη εταιρία, της οποίας τυγχάνει εταίρος, διαχειριστής και εκπρόσωπος, συνεργάζεται με την εταιρία BRIGHT AE, γνωρίζει ως ιδιοκτήτη αυτής τον εναγόμενο, όπως, άλλωστε, και όλη η συναφής αγορά...Ειδικότερα από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συνάγεται πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο εναγόμενος δεν είναι υπάλληλος με μηνιαίες αποδοχές 1.500 ευρώ...Αν ήταν υπάλληλος της ως άνω εταιρίας δεν θα μπορούσε να παραδίδει στους δανειστές του επιταγές εκδόσεως της εταιρίας αυτής, συνολικού ύψους 200.000 ευρώ περίπου, όπως (σχετικά με το ύψος των επιταγών) ισχυρίζεται η ενάγουσα και δεν αμφισβητείται ειδικώς από τον εναγόμενο, ως εγγύηση εξόφλησης δικών του προσωπικών οφειλών...Η ενάγουσα, ηλικίας κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο 54 ετών, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης προσέφερε την προσωπική εργασία της στην εταιρία BRIGHT AE, ως υπάλληλος του λογιστηρίου, εξαιτίας όμως των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν στις σχέσεις των διαδίκων, έχει παύσει να εργάζεται, ενώ λόγω της ηλικίας της αδυνατεί να εξεύρει εργασία, προκειμένου να συμμετέχει με εισοδήματα από εργασία στη δαπάνη διατροφής αυτής και του τέκνου της, στερούμενη συνεπώς οποιουδήποτε εισοδήματος και λοιπών περιουσιακών στοιχείων...".
Από τις πιο πάνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα των προσδιοριστικών της αναλογίας της συνεισφοράς του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος στη διατροφή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης συζύγου του οικονομικών του δυνάμεων, για το οποίο και δικαιολογείται η υποβολή εκ μέρους του σχετικής ένστασης.
Ειδικότερα καθίσταται σαφές από τις παραδοχές αυτές ότι η ιδρυθείσα κατά τον Οκτώβριο του 1991 ανώνυμη εταιρία BRIGHT AE, της οποίας εμφανίζονταν, ως ιδρυτές και μέτοχοι οι Κ. και Ε. Κ. και ο Α. Σ., είχε τότε ως μοναδικούς ουσιαστικούς μετόχους τον αναιρεσείοντα και τη σύζυγο του πρώτη από τους αναιρεσιβλήτους, στη συνέχεια όμως περιήλθε και βρισκόταν κατά τον κρίσιμο από τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης αυτών χρόνο στον αποκλειστικό οικονομικό έλεγχο του πρώτου, ο οποίος ανέπτυσσε την επιχειρηματική του δραστηριότητα, λόγω της προηγούμενης πτώχευσης της εταιρίας του DIAMOND ABEE, με την τυπική παρεμβολή των πιο πάνω παρένθετων προσώπων, ως μετόχων στην εταιρία αυτή (BRIGHT AE), στην οποία αυτός εμφανιζόταν ως υπάλληλος (γενικός διευθυντής), πράγματι όμως καρπωνόταν όλα τα καθαρά κέρδη.
Έτσι από την παραδοχή ότι τα καθαρά κέρδη της εταιρίας BRIGHT AE αποτελούν εισόδημα του εναγομένου-αναιρεσείοντος δεν δημιουργείται αντιφατικά ταύτιση του νομικού προσώπου της εταιρίας αυτής με το φυσικό πρόσωπο του τελευταίου, αφού γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ της τυπικής λειτουργίας της εν λόγω εταιρίας και της ουσιαστικής εκμετάλλευσης της από τον αναιρεσείοντα.
Εξάλλου η περαιτέρω παραδοχή ότι η ενάγουσα-πρώτη από τους αναιρεσιβλήτους, η οποία προσέφερε την προσωπική εργασία της στην εταιρία BRIGHT AE, ως υπάλληλος του λογιστηρίου, από τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης της με τον εναγόμενο έπαψε να εργάζεται και να έχει οποιοδήποτε εισόδημα, δεν ενέχει αντίφαση με την προηγούμενη παραδοχή ότι όταν ιδρύθηκε η εταιρία αυτή η ίδια και ο εναγόμενος ήσαν οι πραγματικοί μέτοχοι, ιδιότητα η οποία, όπως συνάγεται από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υφίστατο πλέον κατά τον κρίσιμο χρόνο από τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων και εφεξής.
Επομένως ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 1 περ. β του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η παράβαση (η μη λήψη υπόψη) των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης μόνον όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι για τη διαπίστωση αυτών.
Ειδικότερα αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνα δικαίου, όταν ιδίως αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτόν.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 περ. β ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής με το να δεχθεί, για τον καθορισμό της διατροφής του δεύτερου αναιρεσιβλήτου τέκνου του ότι, εκτός από τις μηνιαίες δαπάνες για δίδακτρα ιδιωτικού εκπαιδευτηρίου, ύψους 617 ευρώ, για ιδιαίτερα μαθήματα, ύψους 1.500 ευρώ, και για καταβολή φόρου κληρονομιάς 1.200 ευρώ, μετά και από την έκπτωση μηνιαίου εισοδήματος 550 ευρώ από την εκμίσθωση ακίνητης περιουσίας, απαιτείται για τις λοιπές συνήθεις δαπάνες διαβίωσης αυτού, που περιλαμβάνουν τις δαπάνες τροφής, ένδυσης, υπόδησης, ψυχαγωγίας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και είναι συνήθεις για τα παιδιά της ηλικίας του, το επιπλέον ποσό των 2.817 ευρώ.
Όμως η επικαλούμενη παράβαση διδάγματος της κοινής πείρας δεν αναφέρεται στην ερμηνεία κανόνα δικαίου, ούτε στην υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη διάταξη του άρθρου 1493 ΑΚ, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων, με βάση τις οποίες καθορίστηκε η ανάλογη διατροφή του εν λόγω αναιρεσιβλήτου τέκνου και το ειδικότερο τμήμα αυτής για τις υπόλοιπες συνήθεις δαπάνες διαβίωσης του.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β'του ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486 και 1493 ΑΚ προκύπτει το ανήλικο τέκνο, και αν ακόμη έχει περιουσία, έχει δικαίωμα διατροφής από τους γονείς του, εφόσον τα εισοδήματα της περιουσίας του ή το προϊόν της εργασίας του δεν αρκούν για τη διατροφή του, το μέτρο της οποίας προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του (ανάλογη διατροφή), περιλαμβάνει δε όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση του και επιπλέον τα έξοδα για την ανατροφή, καθώς και την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευση του.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, σε σχέση με το ζήτημα του καθορισμού της ανάλογης διατροφής του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, ανήλικου τότε τέκνου του αναιρεσείοντος και της πρώτης αναιρεσίβλητης για το πιο πάνω κρίσιμο διετές χρονικό διάστημα δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του τα εξής: "Ο ανήλικος Κ. (δεύτερος αναιρεσίβλητος) ήταν μαθητής της Α' τάξης Λυκείου στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια …με μηνιαία δίδακτρα 617 ευρώ.
Επίσης παρακολουθούσε ιδιαίτερα μαθήματα αγγλικών, γερμανικών, μαθηματικών, φυσικής , χημείας και ελληνικών αντί μηνιαίων διδάκτρων 1.500 ευρώ. Οι λοιπές δαπάνες διαβίωσης του, όπως τροφής, ένδυσης, υπόδησης, ψυχαγωγίας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, είναι οι συνήθεις δαπάνες διαβίωσης τέκνων της ίδιας ηλικίας.
Είναι συνιδιοκτήτης ακινήτων, τα οποία μισθώνονται και του αποφέρουν ως εισόδημα το ποσό των 550 ευρώ μηνιαίως. Ακόμη είναι συγκύριος από κληρονομιά του παππού του (πατέρα του εναγομένου), άλλοτε κατά ποσοστό 37,50%, άλλοτε κατά ποσοστό 2/3, διάφορων ορεινών κτημάτων-βοσκοτόπων στη ... συνολικής επιφάνειας 80 στρεμμάτων, που όμως είναι απρόσοδα και για τα οποία ο ανήλικος επιβαρύνεται, μετά τη ρύθμιση της πληρωμής του φόρου κληρονομιάς σε δόσεις, με το ποσό των 1.250 ευρώ μηνιαίως.
Ακόμη ο ίδιος, ευθύς μετά την ενηλικίωση του, απευθύνθηκε σε μεσιτικό γραφείο προκειμένου να επιτύχει την εκποίηση τους, ώστε να εξασφαλίσει τα αναγκαία για τη διατροφή του, χωρίς όμως αποτέλεσμα μέχρι τώρα τουλάχιστον, απορριπτόμενου εντεύθεν του αντίθετου ισχυρισμού του εναγομένου, ως αβασίμου κατ' ουσίαν.
Το παραπάνω ποσό δεν αρκεί, με βάση τις προαναφερόμενες ανάγκες του, για τη διατροφή του, ενώ λόγω της ηλικίας του και των αναγκών της εκπαίδευσης του, αδυνατεί να εργαστεί και να αυτοδιατραφεί. Επομένως δικαιούται διατροφής και από τους δύο προς τούτο υπόχρεους γονείς του και μάλιστα ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνατότητες.
Με βάση τις αναφερθείσες οικονομικές δυνατότητες των γονέων του ανηλίκου, τις εν γένει περιστάσεις και τις ανάγκες του τελευταίου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του, η ανάλογη διατροφή που δικαιούται για το επίδικο χρονικό διάστημα, η οποία περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση του και επιπλέον τα έξοδα για την ανατροφή και την εν γένει εκπαίδευση του, ανέρχονται μηνιαίως στο ποσό των 6.000 ευρώ, στο οποίο ποσό συνυπολογίζεται και η προσωπική εργασία που προσφέρει η ενάγουσα για την περιποίηση και φροντίδα του τότε ανηλίκου, η οποία είναι αποτιμητή σε χρήμα.
Από τα ποσά αυτά, που απαιτούνται για την εν γένει διατροφή του, ο εναγόμενος πατέρας του, σύμφωνα με τις οικονομικές δυνατότητες του ίδιου και της ενάγουσας, στις οποίες συνυπολογίζεται και η αξία της ακίνητης περιουσίας του, ως στοιχείο για τον καθορισμό της αναλογίας συμβολής του στη υποχρέωση του προς διατροφή του τέκνου, οφείλει και είναι σε θέση να προκαταβάλλει κάθε μήνα, ως συμμετοχή του στα έξοδα της εν γένει διατροφής του τότε ανηλίκου το ποσό των 5.000 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 1.000 ευρώ καλύπτεται από τα προαναφερθέντα εισοδήματα του και από τη συμμετοχή της ενάγουσας μητέρας του με την προσφορά της προσωπικής της εργασίας και απασχόλησης για τη φροντίδα και περιποίηση του, η οποία είναι αποτιμητή σε χρήμα...".
Από τις πιο πάνω παραδοχές δεν προκύπτει οποιαδήποτε ασάφεια ως προς το ζήτημα, εάν στην ανάλογη διατροφή που επιδικάστηκε στο δεύτερο αναιρεσίβλητο, περιλήφθηκε και δαπάνη για τη συντήρηση και τη λειτουργία της πρώην συζυγικής οικίας (μεζονέτας), όπου κατοικεί με την πρώτη αναιρεσίβλητη μητέρα του, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση στις "λοιπές δαπάνες διαβίωσης του τέκνου" περιλαμβάνει τις δαπάνες τροφής, ένδυσης, υπόδησης, ψυχαγωγίας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, όχι και τις δαπάνες συντήρησης και λειτουργίας της κοινής κατοικίας με τη μητέρα του.
Άλλωστε το Εφετείο, αν ήθελε να περιλάβει στην επιδικασθείσα ανάλογη διατροφή του ανηλίκου και τις δαπάνες συντήρησης και λειτουργίας της κοινής κατοικίας, θα το ανέφερε, όπως έκανε για τον βαρύνοντα το ανήλικο τέκνο φόρο κληρονομιάς, αλλά και για τον προσδιορισμό της αναλογίας συνεισφοράς της αναιρεσίβλητης ενάγουσας, στη διατροφή της, όπου δέχθηκε ρητά ότι αυτή βαρυνόταν με τα έξοδα συντήρησης και λειτουργίας της πρώην συζυγικής κατοικίας.
Το Εφετείο, λοιπόν, δεν διέλαβε στην απόφαση του ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες κατά τον καθορισμό σύμφωνα με το άρθρο 1493 ΑΚ του μέτρου της ανάλογης διατροφής του αναιρεσίβλητου τέκνου, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ελέγχονται αβάσιμα.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.2.2011 αίτηση του Γ. Σ. για αναίρεση της απόφασης 1142/2010 του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2013
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2013
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ