Legislator Case Law & Legislation
1552/2010 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against lower court's property ownership ruling based on acquisitive prescription errors.

Case Number 1552/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially accepted the appeal filed by three plaintiffs against a second-instance judgment regarding property ownership. The lower court had incorrectly applied rules on acquisitive prescription, failing to account for the specific legal status of the property as a dowry asset which excludes such prescription. Consequently, the court found the lower court's reasoning insufficient and the application of substantive law erroneous.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553, 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a lower court's decision on property acquisition via acquisitive prescription is void if it fails to distinguish between ordinary and dowry assets, and the appeal must be remitted to a new panel of judges.

Keywords

AI generated
acquisitive prescription dowry asset property ownership appeal admissibility substantive law error remittal to court Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 566 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 553 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 64-65 of the Introductory Law to the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1552 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1552/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ. Ν. Ζ., κατοίκου ..., 2. Γ. Ν. Ζ., κατοίκου ..., 3. Α. Δ. Κ., κατοίκου ... και 4. Ε. συζ. Χ. Β., το γένος Δ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

ΥΠΕΡ : 1. Α. Δ. Μ. και 2. Α. συζ. Α. Μ., κατοίκου Αθηνών. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος Αθανάσιος Παπαγεωργίου δήλωσε ότι ο πρώτος Α. Μ. του Δ. απεβίωσε στις 27-10-2004 και κληρονομήθηκε από α) την θυγατέρα του Φ. Μ. του Α., και β) από την σύζυγό του Α. χα Α. Μ. (ήδη δεύτερη), οι οποίες συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη. Η μεν Φ. Μ. παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Παπαγεωργίου η δε Α. Μ. εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Της αναιρεσιβλήτου : 1. Μ. συζ. Π. Ρ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του πατρός της Π. Η. Λ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Μάρκελλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την : α) με την από 2-10-1984 αγωγή β) με την από 10-4-1986 προσεπίκληση των Α. Μ. και Α. Μ. και γ) με την από 25-8-1986 πρόσθετη παρέμβαση των Χ. Ζ., Γ. Ζ. και Χ. Ζ., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 424/1995 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 232/1999 μη οριστική, 17/2001 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση των 17/2001 Εφετείου Ναυπλίου και 424/1995 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-3-2001 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 8-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των Φ. και Α. Μ. ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 566 παρ.2 ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ.1 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο ασκήσεως των ενδίκων μέσων, έχει ως έννομη συνέπεια την απόρριψη ως απαράδεκτης της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος που προσβάλλει την απόφαση του δικαστηρίου εκείνου στη γραμματεία του οποίου δεν έχει κατατεθεί το αναιρετήριο.

Εξάλλου, από το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι, αν η έφεση γίνει τυπικώς δεκτή και απορριφθεί κατ'ουσίαν ή γίνει δεκτή κατ'ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, δεκτική προσβολής με αναίρεση είναι μόνο η εφετειακή απόφαση, με την οποία περατώνεται οριστικώς η δίκη (Ολ.ΑΠ 40/1996). Από την επισκόπηση των κατωτέρω διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με την οποία συμπροσβάλλονται η 17/2001 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και η ενώπιον αυτού εκκληθείσα 424/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, έχει κατατεθεί στη γραμματεία του άνω Εφετείου με αριθμό σχετικής εκθέσεως 26/2001, χωρίς όμως να αποδεικνύεται κατάθεσή της και στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Προκύπτει ακόμη, ότι το άνω Εφετείο απέρριψε κατ'ουσίαν την από 5-12-1996 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της άνω πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχαν απορριφθεί η αγωγή των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων και η υπέρ αυτών -εναγόντων-πρόσθετη παρέμβαση των ήδη αναιρεσειόντων. Επομένως η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που πλήττει την πρωτόδικη απόφαση, είναι απαράδεκτη, αφενός διότι δεν έχει κατατεθεί στη γραμματεία του Πρωτοδικείου και αφετέρου διότι η εν λόγω απόφαση δεν υπόκειται σε αναίρεση.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ.α', 287 παρ.1 και 290 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκουσία επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους, ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υποθέσεως (ΑΠ 1846/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζομένη .../27-10-2004 Ληξιαρχική πράξη του ληξίαρχου του Δήμου Ζωγράφου Αττικής, στις 27-10-2004 δηλαδή μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης (22-3-2001) απεβίωσε στην Αθήνα ο πρώτος ενάγων Α. Δ. Μ., υπέρ του οποίου παρενέβησαν προσθέτως οι αναιρεσείοντες, ο οποίος όπως προκύπτει από το νομίμως προσκομιζόμενο .../2004 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Αθηναίων και δεν αμφισβητείται από τους λοιπούς διαδίκους κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου (βλ.το με αριθ..../2010 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης) από τη σύζυγό του Α.

χήρα Α. Μ., δεύτερη ενάγουσα υπέρ της οποίας η πρόσθετη παρέμβαση και από τη θυγατέρα του Φ. Α.Μ.. Επομένως, αυτές, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος (αρθρ.1710, 1813, 1820 και 1846 ΑΚ), εκπροσωπούμενη η πρώτη και παριστάμενη η δεύτερη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Παπαγεωργίου, νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, το θάνατο του ανωτέρω Α.

Δ.Μ. και την εκουσία στο όνομά τους επανάληψη της δίκης, που βιαίως διακόπηκε λόγω του θανάτου αυτού, η οποία παραδεκτώς συνεχίζεται πλέον νόμιμα.

Από τις 496 Β/3-6-2009, 497 Β/3-6-2009, 1199 Β/9-10-2009 και 906 Β/31-7-2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κορίνθου Δημητρίου Γ.Γ., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι αμέσως πιο πάνω διάδικοι Α. και Φ. Μ., οι οποίες επισπεύδουν τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 15 Μαρτίου 2001 αίτησης αναίρεσης, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως αυτής, με κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσείοντες. Όμως αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν, με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους (αρθρ.576 παρ.2 εδ.α'και γ'του ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του νικήσαντος διαδίκου ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων του, όχι δε και κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη, λόγω της έλλειψης έννομου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού, η οποία βλάπτει τον αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 24/1997), εκτός αν συντρέχει αναγκαστική ομοδικία, οπότε πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη (Ολ.ΑΠ 11/1992).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ.1, 80, 82, 83 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση και όταν δεν ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, εφόσον έχει έννομο συμφέρον υφιστάμενο όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρεώσεως (Ολ.ΑΠ 28/2007) η αναίρεση, όμως, απευθύνεται μόνο κατά του αντιδίκου του, που νίκησε και όχι κατά του διαδίκου υπέρ του οποίου άσκησε την παρέμβαση, έστω και αυτοτελή.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε, κατ'ουσίαν, την έφεση των προσθέτως παρεμβαινόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της αναιρεσίβλητης η οποία υπεισήλθε στη δικονομική θέση του αρχικά εναγομένου καθ'ου η πρόσθετη παρέμβαση λόγω του επισυμβάντος κατά τη διάρκεια της δίκης θανάτου του, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή και η πρόσθετη υπέρ των εναγόντων παρέμβαση των ήδη αναιρεσειόντων, κατ'αποδοχή της ένστασης ιδίας κυριότητας της εναγόμενης-αναιρεσίβλητης Μ.

Ρ.. Επομένως, οι προσθέτως παρεμβαίνοντες έχουν έννομο συμφέρον, ως εκ του αντικειμένου της δίκης, να ασκήσουν αναίρεση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία όμως, καθόσον στρέφεται κατά των φερόμενων ως αναιρεσιβλήτων Φ. Μ. και Α. Μ., πρέπει, κατά την αυτεπάγγελτη από το Δικαστήριο έρευνα (αρθρ.577 παρ.2 ΚΠολΔ) να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Κατά τις διατάξεις του βυζαντιρωμαϊκού δικαίου, το οποίο εφαρμόζεται για τις προίκες που συστήθηκαν πριν από την εισαγωγή του Α.Κ.(23-2-1946), σύμφωνα με το άρθρο 78 του Εισ.Ν.ΑΚ, τα προικώα εξαιρούντο της τακτικής χρησικτησίας, όχι όμως και της έκτακτης χρησικτησίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 64 του Εισ.Ν.ΑΚ, οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη χρησικτησία της κυριότητας ή των δουλειών εφαρμόζονται από την εισαγωγή του και στη χρησικτησία που είχε αρχίσει προηγουμένως, εφόσον δεν είχε συμπληρωθεί όταν άρχισε η εφαρμογή του.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1055 του ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από το Ν.1329/1983, εξαιρούντο της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας τα προικώα πράγματα διαρκούντος του γάμου, εφόσον πρόκειται να απωλέσει ταύτα η γυνή. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ναι μεν τα προικώα δεν εξαιρούντο της έκτακτης χρησικτησίας , υπό την ισχύ του β.ρ.δ., πλην όμως ο χρόνος αυτής ( τριακονταετία ) έπρεπε να είχε συμπληρωθεί μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23.2.1946) διότι μετά την εισαγωγή αυτού (ΑΚ) εξαιρούντο αυτά (προικώα) και της έκτακτης χρησικτησίας.

Τέλος, οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως ιδρύονται, ο μεν πρώτος, όταν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στον εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στη δεύτερη ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρισίμων πραγματικών γεγονότων.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής : " Το επίδικο ακίνητο είναι αγροτεμάχιο επιφανείας 2.243.03 τ.μ. διαχωριζόμενο σε δύο τμήματα των 458,17τ.μ.και 1784,86 τ.μ. από διερχόμενη αγροτική οδό, βρίσκεται στην περιοχή "..." της κτηματικής περιφερείας Λουτρακίου και συνορεύει συμφωνά με το από του Απριλίου 1978 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α.

Δ. προς βορράν με ιδιοκτησία ..., προς νότον με ιδιοκτησία ... προς ανατολάς με ιδιοκτησία ... και προς δυσμάς με ιδιοκτησία …. Το επίδικο αποτελούσε τμήμα αγρού μεγαλύτερης επιφανείας 10.000 τ.μ. περίπου, το οποίο με το νόμιμο μεταγεγραμμένο υπ' αριθμ. .../1936 προικοσύμφωνο του συμβ/φου Περαχώρας Δ. Μπακταλιά ο Γ.

Θ. Λ. μεταβίβασε λόγω προικός στη κόρη του Μ. και στο σύζυγο της Ν. Ζ., το είχε δε παραχωρήσει σ' αυτούς ατύπως από το γάμο τους το 1925. Τουλάχιστον όμως από το 1940 το επίδικο, το οποίο ήταν άμπελος και ακόμη σ' αυτό υπάρχουν 6 ελαιόδενδρα μία αμυγδαλιά και συκιές παραχωρήθηκε ατύπως από τους ως άνω προικολήπτες στην Θ.

Λ., αδελφή της Μ. Ζ., και έκτοτε ή τελευταία συνεχώς μέχρι το 1960 ενέμετο αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου ασκώντας επ'αυτού τις αρμόζουσες ως προς τη φύση του πράξεις νομής και κατοχής βοηθούμενη από το σύζυγο της Π. Λ. (εναγόμενο). Ειδικότερα, καλλιεργούσε την άμπελο και από τη συλλογή των σταφυλιών, μάλιστα πολλές φορές και με τη βοήθεια του Χ.

Ζ. (1ου εκκαλούντος), ο οποίος μετέφερε με τη σούστα του τα σταφύλια από το επίδικο στο σπίτι του εναγομένου, παρασκεύαζε κρασί. Περί της καλλιέργειας του επιδίκου από τον εναγόμενο σαφείς και μετά λόγου γνώσεως είναι οι καταθέσεις α)του μάρτυρα Α. Σ. στην από 9/3/1974 ένορκη κατάθεση του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κορίνθου "Από το 1960-1968 εκλάδευα το αμπέλι του Λ.

κατ' εντολήν του, με πλήρωνε μεροκάμματο, και οι ελιές που ήταν μέσα στο κτήμα ήταν περιποιημένες τότε. Από την πάνω μεριά ήταν ο Ζ. ποτέ δεν παραπονέθηκε ότι αυτό ήταν δικό του". Ο ίδιος στην από 13/4/1992 ένορκη κατάθεση του ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή "Ο Γ. Θ. για την εργασία που προσέφερε στον Π. Λ., δηλαδή για το κλάδεμα του αμπελιού του πληρώθηκε από τον Λ..

Το παραπάνω περιστατικό με τον Γ. Θ. συνέβη αν θυμάμαι καλά κατά το 1965 ή 1966" β) του μάρτυρα Δ. Τ. στην από 19/3/1979 ένορκη βεβαίωση του συμ/φου Κορίνθου Βασ. Σπηλιοπούλου.

"Μάλιστα κατά το Μάρτιο του 1973 εγώ πήγα και όργωσα με το άλογο το επίδικο αμπέλι εκτάσεως (2 1/2 ) δύο και ημίσεως περίπου στρεμμάτων, κατ' εντολήν του Π. Λ. ο οποίος και με πλήρωσε (250) διακόσιες πενήντα δραχμές. Όπως δε θυμάμαι τα όρια του αμπελιού μου τα έδειξε ο ίδιος ο Π. Λ.", γ)του μάρτυρα Σ. Β. στην από 19/3/1979 ένορκη βεβαίωση του συμ/φου Κορίνθου Β.

Σπηλιόπουλου "Κάθε χρόνο δε πήγαινα και βοηθούσα τον Π. Λ. στον τρύγο ενός αμπελιού που βρίσκεται στην "..." εκτάσεως (2 1/2 ) δύο και ημίσεως στρεμμάτων περίπου.... Μάλιστα Θυμάμαι ότι για τελευταία φορά τρυγήσαμε το 1974 και έκτοτε δεν καλλιεργήθηκε πάλι, "εκτός από δύο ελιές που έχει μέσα τις οποίες μάζευε ο Λ." δ)του μάρτυρα Α.

Ν. στην από 19/3/1979 ένορκη βεβαίωση του ιδίου ως άνω συμβ/φου " Εγώ από του έτους 1946 έως και το 1955 σχεδόν κάθε χρόνο πήγαινα και όργωνα το αμπέλι, τρυγούσα, μετέφερα τα σταφύλια επί του ληνού του Λ. και εκλάδευα το αμπέλι κατ' εντολήν του Λ. ο οποίος και με πλήρωνε για κάθε εργασία". Εξάλλου ενδεικτικό της απώλειας της νομής από την ως άνω προικολήπτρια (Μ.

Ζ.) του επιδίκου, είναι η αναφορά του εναγομένου ως ομόρου ιδιοκτήτη του υπολοίπου τμήματος των 7.500 τ.μ. στο υπ' αριθμ. .../1960 προσύμφωνο συστάσεως αδιατιμήτου προικός του συμ/φου Λουτρακίου Περ. Νικολοπούλου, με το οποίο αυτή και ο σύζυγος της Ν. Ζ. υποσχέθηκαν τη μεταβίβαση τούτου στην κόρη τους Χ. και του Λ.

Κ.. Τη νομή του επιδίκου ουδέποτε απώλεσε η ως άνω Θ. Λ., η οποία το 1965 μεταβίβασε αυτό με το νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ' αριθμ. .../1965 πωλητήριο συμβόλαιο του συμ/φου Λουτρακίου Περ. Νικολακοπούλου στο σύζυγο της Π. Λ. (εναγόμενο), ο οποίος συνέχισε τη νομή αυτού με την καλλιέργεια της αμπέλου μέχρι το 1974 περίπου, τη συλλογή του ελαιοκάρπου και την επίβλεψη του μέχρι την άσκηση της αγωγής (3.10.1984).

Η ως άνω Μ. Ζ. με βάση το .../1936 προικοσύμφωνο του συμ/φου Δ. Μπακταλιά, μεταβίβασε το επίδικο λόγω πώλησης στους ενάγοντες με το νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ' αριθμ. .../1978 συμβόλαιο του συμβ/φου Κορίνθου Περ. Τόγια, οι οποίοι κατέλαβαν αυτό, αλλά απεβλήθησαν σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 299/1979 απόφασης Ειρηνοδικείου Κορίνθου (διαδ.

ασφ. μέτρων) η οποία εκδόθηκε μετά από αίτηση του εναγομένου.

Με βάση τα περιστατικά αυτά, και λαμβανομένου υπόψη ότι άσκηση νομής, για την κτήση κυριότητος ακινήτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς επάνω σ' αυτό πράξεις με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του, οι ενάγοντες δεν απέκτησαν με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία το επίδικο καθόσον τη νομή επ'αυτού ασκούσε από το 1940 μέχρι το 1965 η σύζυγος του εναγομένου Θ. Λ. και στη συνέχεια ο ίδιος μέχρι την άσκηση της αγωγής.

Συνεπώς απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη είναι η βάση της αγωγής που στηρίζεται στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας του επιδίκου. Αλλά και ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας αυτού είναι απορριπτέα η αγωγή δεκτής γενομένης και ως ουσιαστικά βάσιμη της ένστασης του εναγομένου περί έκτακτης χρησικτησίας αυτού, καθόσον, όπως προεκτέθηκε πριν την έναρξη ισχύος του ΑΚ χωρούσε έκτακτη χρησικτησία επί των προικώων ακινήτων και σύμφωνα με το άρθρο 78 του Εισ.

Ν ΑΚ η χρησικτησία που είχε αρχίσει με την ανεπίληπτη νομή συνεχίζεται, χωρίς την προϋπόθεση της καλής πίστης, μέχρι να συμπληρωθεί κατά τις διατάξεις των άρθρων 64-65 του Εισ. Ν. ΑΚ ο χρόνος της χρησικτησίας. Στην προκειμένη περίπτωση στο πρόσωπο του εναγομένου συμπληρώθηκε ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας με την ανεπίληπτη νομή του επιδίκου μέχρι το 1946 και στη συνέχεια μέχρι το 1965 με τη νομή του από τη σύζυγο του Θ.

Λ. και περαιτέρω από τον ίδιο ως ειδικού διαδόχου αυτής μέχρι της άσκησης της αγωγής". Ακολούθως, το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι κύριος του επιδίκου κατέστη ο εναγόμενος , με έκτακτη χρησικτησία, απέρριψε, κατ' ουσίαν, την έφεση των αναιρεσειόντων -προσθέτως παρεμβαινόντων κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχαν απορριφθεί η αγωγή και η πρόσθετη παρέμβαση , ως κατ'ουσίαν αβάσιμες.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενόψει του ότι μέχρι της εισαγωγής του Αστικού Κώδικα η αδελφή της προικολήπτριας Θ. Λ. δεν είχε καταστεί κυρία του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία , ενώ μετά την εισαγωγή του Α.Κ.

δεν μπορούσε να καταστεί κυρία με έκταση χρησικτησία αυτού (επιδίκου) αφού το επίδικο, ως προικώο, εξαιρείτο της χρησικτησίας (τακτικής και έκτακτης), ενώ μετά το θάνατο του συζύγου της προικολήπτριας Μ. Ζ., Ν. Ζ., επισυμβάνοντος το έτος 1969, ότε το επίδικο απώλεσε την ιδιότητα του, ως προικώου και μέχρι της ασκήσεως της αγωγής (Οκτώβριος 1984) δεν συμπληρούται ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας (εικοσαετία) υπό την ισχύ του Α.Κ στο πρόσωπο του εναγομένου.

Οι ερευνώμενοι, επομένως, λόγοι από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται οι πλημμέλειες της ευθείας παραβίασης των αμέσως πιο πάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και της στέρησης της απόφασης από τη νόμιμη βάση της εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς την κτήση κυριότητας στο επίδικο προικώο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία, ο χρόνος της οποίας συμπληρώθηκε υπό την ισχύ του ΑΚ, είναι βάσιμοι.

Κατ'ακολουθίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος της που ασκείται κατά της αναιρεσίβλητης-εναγομένης Μ. Ρ., να αναιρεθεί ως προς αυτή η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση (αρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15 Μαρτίου 2001 αίτηση των Χ. Ν. Ζ. κ.λπ για αναίρεση της 17/2001 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου και της 424/1985 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, κατά το μέρος της που αυτή ασκείται κατά της Φ. Μ. και της Α. Μ..

Δέχεται την αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος της που ασκείται κατά της αναιρεσίβλητης Μ. Ρ..

Αναιρεί ως προς αυτή την 17/2001 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ