Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as lower court properly weighed evidence without specific listing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Athens' judgment regarding dog damage compensation. The appellants argued the lower court failed to properly evaluate evidence and provided insufficient reasoning for accepting certain claims. The court ruled that the appellate court's decision was admissible because it clearly analyzed and weighed the evidence presented by both parties.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 11 para. g' CPolD; Art. 106, 237, 453, 524 CPolD: An appeal based on failure to consider evidence is inadmissible if the lower court's decision clearly demonstrates the analysis and weighing of all evidence, even if specific mention of every document is absent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1552 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1552/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Χ1 και Χ2, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Δουβαρά.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ντούμο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 8-10-2001 και 20-11-2001 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, και συνεκδικά-σθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 681/2002 μη οριστική, 130/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 246/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-4-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 15-5-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ.1 στοιχ.β', 453 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε εν μέρει τις συνεκδικασθείσες προς αποζημίωση εξ αδικοπραξίας αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά των αναιρεσειόντων, δεχόμενο επίσης ως βάσιμη εν μέρει κατ' ουσίαν την ένσταση των εναγομένων περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος και επιδίκασε στον τελευταίο τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση του ποσά αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αφού έλαβε υπόψη, όπως στην προσβαλλόμενη απόφασή του βεβαιώνεται, τις καταθέσεις των εξετασθέντων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μαρτύρων, την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνώμονα και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα.
Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, σε συνδυασμό και με τις αιτιολογίες, προκύπτει αδιστάκτως ότι αυτό έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα εξής έγγραφα, που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι τότε εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσείοντες: α) την από την από 2.1.2001 έκθεση αυτοψίας του πολιτικού μηχανολόγου μηχανικού Α την οποία προσκόμισε ο αναιρεσείων Χ2, από την οποία, κατ' αυτόν προκύπτει ο χώρος της εξοχικής του οικίας προς φύλαξη της οποίας διατηρούσε δύο σκύλους, οι οποίοι, όπως δέχτηκε το Εφετείο προξένησαν τη θανάτωση ζώων του ποιμνίου του ενάγοντος, ήταν περίκλειστος με συρματόπλεγμα και σενάζ από σκυρόδεμα στη βάση του και επομένως ήταν αδύνατη η εξ αυτού έξοδος των σκύλων του και η θανάτωση των ζώων του ενάγοντος, β) την από 4.1.2001 έκθεση της κτηνιάτρου Β την οποία ο ίδιος ως άνω αναιρεσείων προσκόμισε, και από την οποία προκύπτει, ότι κατά την εξέταση των σκύλων αυτού από την εν λόγω κτηνίατρο, αυτή δεν διαπίστωσε στομαχικά περιεχόμενα και αίμα στο τρίχωμά τους, στην στοματική κοιλότητα και στα άκρα τους, γεγονός που φανερώνει ότι οι σκύλοι του εναγομένου αυτού, δεν θανάτωσαν την ιδία ημέρα (4.1.2001) επτά πρόβατα του ενάγοντος, όπως αυτός ισχυρίζονταν με την αγωγή του και δέχτηκε το Εφετείο, γ) 16 φωτογραφίες τις οποίες προσκόμισε ο ίδιος αναιρεσείων Χ2 και στις οποίες απεικονίζονταν ο περίφρακτος χώρος της εξοχικής του κατοικίας και των σκύλων του, δ) τρείς φωτογραφίες τις οποίες προσκόμισε ο εναγόμενος Χ1 και απεικονίζουν την εξοχική του οικία, από τις οποίες προκύπτει ότι ο χώρος αυτής είναι περίκλειστος με συρματόπλεγμα ύψους 1,70 μέτρων με σενάζ σκυροδέματος στη βάση του, που καθιστούσε αδύνατη την εξ αυτού έξοδο του σκύλου του και τη θανάτωση από αυτόν, μαζί με τους σκύλους του εναγομένου Χ2, προβάτων του ενάγοντος, την 7.12.2000, όπως δέχτηκε το Εφετείο.
Το ότι πράγματι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα εν λόγω έγγραφα, που προσκόμισαν οι εναγόμενοι, προκύπτει, εκτός από την άνω βεβαίωση του Εφετείου, ότι έλαβε υπόψη και όλα τα προσκομιζόμενα έγγραφα, και από το γεγονός ότι το Εφετείο δέχεται μεν, ότι οι χώροι των εξοχικών κατοικιών των εναγομένων είναι περίκλειστοι με συρματόπλεγμα, πλην όμως περαιτέρω δέχεται ότι οι σκύλοι των εναγομένων δημιουργούσαν ανοίγματα σ' αυτό και εξέρχονταν, αντιμετωπίζοντας δε το επιχείρημα των εναγομένων, ότι οι σκύλοι τους δεν θανάτωσαν τα ζώα του ενάγοντος, διότι κατά την εξέτασή τους (των σκύλων) από την κτηνίατρο δε διαπιστώθηκαν υπολείμματα αίματος ή στομαχικά υπολείμματα των ζώων, δέχεται το Εφετείο, αφ' ενός μεν ότι από του χρόνου που έλαβαν χώρα οι ζημιογόνες επιθέσεις των σκύλων στα ζώα του ενάγοντος μέχρι την εξέτασή τους από την κτηνίατρο οι σκύλοι μπορούσαν εύκολα να καθαριστούν εξωτερικά, αφ' ετέρου δε ότι ναι μεν οι σκύλοι θανάτωσαν τα ζώα του ενάγοντος, πλην όμως δεν κατέφαγαν αυτά διότι εκδιώχθηκαν από τον ενάγοντα.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΓΊολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα άνω αποδεικτικά μέσα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙ. Η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία, για να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης από τις τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να προταθεί στο πρωτοβάθμιο και να επαναφερθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο νομίμως, και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, καθοριζομένου συγχρόνως του νομίμου τρόπου προβολής του σχετικού ισχυρισμού στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με αναφορά και των πραγματικών περιστατικών που ελλείπουν, συνεπεία των οποίων η αγωγή είναι αόριστη. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε τις εναντίον τους αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, ως αόριστες. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο, ότι τον περί αοριστίας των αγωγών ισχυρισμό τους προέβαλαν στο πρωτοβάθμιο και επανέφεραν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καθορίζοντας και το νόμιμο τρόπο τόσο της προβολής αυτού στο πρωτοβάθμιο όσο κα της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο, και τα πραγματικά περιστατικά που κατά τους αναιρεσείοντες δεν περιέχουν οι αγωγές συνεπεία των οποίων αυτές είναι αόριστες.
IV. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διάταξης που εφαρμόστηκε η περί της μη συνδρομής τούτων που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών ανάγονται σε πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγησή τους το εκ των οποίων πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποίες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του, και η σύνδεση του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο τις εξής αιτιάσεις: α) ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχτηκε τις αγωγές του αντιδίκου διότι έλαβε υπόψη και την από 7.12.2000 ένορκη κατάθεση του ενάγοντα ως μηνυτή, β) ότι αντιφατικά δέχεται ότι ο ενάγων αναγνώρισε τους σκύλους των εναγομένων μολονότι ήταν νύκτα με τη βοήθεια των προβολέων του αυτοκινήτου του, μολονότι τέτοιος ισχυρισμός δεν προτάθηκε, γ) ότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την μη παραδοχή της από 7.12.2000 βεβαίωση της κτηνιάτρου Β, η οποία εξέτασε τους σκύλους και δεν διαπίστωσε υπολείμματα από αίμα ή στομαχικά περιεχόμενα ούτε εκδορές, δ) ότι χωρίς αιτιολογίες δέχεται ότι οι σκύλοι εξέρχονταν από το συρματόπλεγμα της περίφραξης, διότι δεν αναφέρει ποία δυνατότητα είχαν οι σκύλοι και πώς μπορούσαν να τρυπήσουν το συρματόπλεγμα, ε) ότι περιέχει αντιφατική αιτιολογία διότι ενώ δέχεται ότι οι σκύλοι τρυπούσαν το συρματόπλεγμα και εξέρχονταν, κατά τις αγωγές τα ανοίγματα υπήρχαν και εξ αυτών εξέρχονταν οι σκύλοι, στ) ότι μολονότι δέχεται ότι κατά την επίθεση των σκύλων στο ποιμνιοστάσιο του ενάγοντος δεν βρισκόταν κανείς εκεί για να τους εκδιώξει, αντιφατικά δέχεται, ότι ο ενάγων αναγνώρισε τους σκύλους των εναγομένων, ζ) ότι μολονότι στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται αναφορά στις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος, ουδεμία αναφορά γίνεται στις καταθέσεις των μαρτύρων αυτών (εναγομένων) και η) ότι ως προς το ύψος της αποζημίωσης που εζητείτο για τη ζημία της 4.1.2001 χωρίς αιτιολογία παραπέμπει στην κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντα Γ.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι οι ως άνω, κατά τους αναιρεσείοντες, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ανάγονται πράγματι σε πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Εφετείο, το εκ των οποίων πόρισμα εκτίθεται σαφώς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Απριλίου 2007 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 246/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατικό Χαλκίδας) Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από ευρώ χίλια οκτακόσια (1800).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ