Appeal dismissed; prior final judgment on full wage claim bars new suit for higher minimum wage difference.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's rejection of the plaintiff's claim for additional wage differences. The plaintiff had previously sued for the same period, requesting the full difference between paid wages and the legal minimum, which the lower courts had already adjudicated and finalized. The court held that because the earlier judgments covered the entire scope of the claim, including the determination of the legal minimum wage, the principle of res judicata prevents a new suit for a higher amount based on a different minimum wage standard. Consequently, the appeal was rejected as the lower court correctly applied the law regarding the binding nature of prior final decisions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 106, 216(1)g, 559(9), 322(1), 324, 331 of the Code of Civil Procedure; If a prior action adjudicates the entirety of a claim, a subsequent action for a different portion or higher amount is barred by res judicata, and the court must reject it without examining its merits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1552 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1552/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ........., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Παιδοψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής, (Ν.Π.Δ.Δ.), νομίμως εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Χατζηκοκολάκη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/6/1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 774/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2462/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/12/2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αναστάσιος - Φιλητάς Περίδης, ανέγνωσε την από 23/3/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1γ, 559 αριθμ. 9 και 322 παρ. 1, 324, 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν με αγωγή που προηγήθηκε είχε καταχθεί σε δίκη μέρος μόνο απαίτησης, το οποίο και επιδικάστηκε, δεδικασμένο (υπό την αρνητική και υπό τη θετική λειτουργία), γεννιέται μόνο ως προς το μέρος αυτό, αφού το επιπλέον δεν «είχε προβληθεί», κατά τη διατύπωση του άρθρου 322 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και συνεπώς το δικαστήριο δεν επιλήφθηκε αυτού.
Μπορεί λοιπόν ο δικαιούχος μεταγενεστέρως να ζητήσει έννομη προστασία, για το υπόλοιπο της ίδιας απαίτησης, το οποίο δεν είχε επιδιώξει με την αρχική αγωγή του, ασκώντας νέα αγωγή, χωρίς να αποκρούεται από το δεδικασμένο. Αντίθετα, αν με την προηγούμενη αγωγή η απαίτηση είχε ασκηθεί ως αποτελούσα το όλον, και η απόφαση η οποία εκδόθηκε δεν έκρινε για το μέρος αλλά για το όλον της απαιτήσεως αυτής, αποκλείεται με νέα αγωγή να επιζητηθεί και άλλο ποσό της ίδιας απαιτήσεως, αφού κρίθηκε ήδη ότι η απαίτηση του δικαιούχου ήταν αυτή που επιδικάστηκε.
Εάν δε το δικαστήριο κρίνει ότι δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο και εξετάσει τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της μεταγενέστερης αυτής αγωγής, τότε κατά παράβαση του νόμου δέχεται ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο και υποπίπτει έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 16 του ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 14/2002). Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (2462/2004), το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα ακόλουθα:
Ο αναιρεσείων (ενάγων) προσλήφθηκε στις 17.6.1985 από το αναιρεσίβλητο (εναγόμενο) νοσοκομείο ως καθαριστής, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και προσφέρει έκτοτε τις υπηρεσίες του σ' αυτό με την πιο πάνω ειδικότητα. Ότι επί προηγούμενων αγωγών που άσκησε αυτός κατά του αναιρεσιβλήτου για την καταβολή διαφορών αποδοχών του, που αφορούσαν τα χρονικά διαστήματα από 17-6-85 έως 31-3-88, από 1-9-88 έως 30-6-91, από 1-7-91 έως 31-12-93 και από 1-1-94 έως 31-12-95, εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 1371/89, 2170/92, 3288/95 αποφάσεις του Μον.
Πρωτοδικείου Αθηνών και η υπ' αριθμ. 237/97 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, κατόπιν δε ασκήσεως εφέσεων κατά των αποφάσεων αυτών εκδόθηκαν οι 2537/90, 240/94, 8225/95 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών και η υπ' αριθμ. 2639/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ότι με τις αποφάσεις αυτές έγινε τελεσιδίκως δεκτό, η δε κρίση αυτή αποτέλεσε στη συνέχεια δεδικασμένο, ότι ο ενάγων τόσο για το από 1-1-93 έως 31-12-93 όσο και για το από 1-1-94 έως 31-12-1995 δικαιούται: 1) τη διαφορά αποδοχών με βάση τα 8/6 του βασικού ημερομισθίου εργατοτεχνίτη που ανέρχονται στο προσδιοριζόμενο στις ανωτέρω αγωγές και αποφάσεις ποσό των 645 δραχμών (παρ. 28 της 42/81 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της 1/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών), 2) το επίδομα τριετιών, 3) το επίδομα πολυετούς υπηρεσίας, 4) το επίδομα συζύγου σε ποσοστό επί του βασικού μισθού, 5) το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, 6) το εκ 40% επίδομα του άρθρου 44 ν. 1193/81 και 7) το εκ 500 δραχμών επίδομα του ν.δ. 1064/71.
Έτσι για τα χρονικά διαστήματα από 1-1-93 έως 31-12-93 και από 1-1-94 έως 31-12-95 επιδικάστηκαν στον ενάγοντα με τις υπ' αριθμ. 3288/1995 και 237/97 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας και Ειρηνοδικείου Κρωπίας που είχαν τελεσιδικήσει ποσά 351.866 δρχ. και 735.973 δρχ, αντίστοιχα. Ότι με τις πιο πάνω αποφάσεις κρίθηκε ότι ο αναιρεσείων προσδιόρισε το βασικό του μισθό, με τον οποίο ζήτησε την επιδίκαση των ως άνω διαφορών στο κατώτατο βασικό ημερομίσθιο των 645 δρχ Χ 8/6 λόγω οκτάωρης απασχολήσεως και επ' αυτού υπολογίσθηκαν οι επίμαχες διαφορές από τις προαναφερόμενες τελεσίδικες αποφάσεις.
Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι με την ένδικη από 10-6-1998 αγωγή του ο αναιρεσείων ζήτησε από το αναιρεσίβλητο νοσοκομείο για το από 1-1-1993 μέχρι 31-12-1995 χρονικό διάστημα, το οποίο συμπίπτει με το διάστημα των δυο προηγούμενων αγωγών, επιπλέον ποσά διαφοράς αποδοχών, τα οποία προκύπτουν από τον υπολογισμό των αποδοχών του με βάση κατώτατο ημερομίσθιο εργατοτεχνίτου μεγαλύτερο από εκείνο των 645 δραχμών, που είχε ζητήσει με τις παραπάνω δυο αγωγές του και που δέχθηκαν οι προαναφερόμενες τελεσίδικες αποφάσεις.
Δηλαδή με βάση το κατώτατο ημερομίσθιο εργατοτεχνίτου που προβλέπουν οι ΕΓΣΣΕ. Ότι ο αναιρεσείων με τις προηγούμενες δυο αγωγές του είχε ζητήσει το σύνολο των διαφορών μεταξύ των καταβαλλόμενων από το νοσοκομείο και των δικαιούμενων από αυτόν νόμιμων αποδοχών, το σύνολο δε των διαφορών αυτών επεδίκασε το δικαστήριο με τις προαναφερόμενες τελεσίδικες αποφάσεις υπ' αριθμ. 3288/95 και 237/97 Μονομ.
Πρωτοδικειόυ Αθήνας και Ειρηνοδικείου Κρωπίας αντίστοιχα, δεχόμενο τον υπολογισμό των νόμιμων αποδοχών του βάσει του ανωτέρω ημερομισθίου και ως εκ τούτου το δεδικασμένο από τις πιο πάνω αποφάσεις καλύπτει και το ύψος του νόμιμου ημερομισθίου του αναιρεσείοντος, αφού το δικαστήριο αναγκαίως το έκρινε για να προσδιορίσει τις νόμιμες αποδοχές του, εντεύθεν δε και τις οφειλόμενες σ' αυτόν διαφορές.
Μετά από αυτά το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσείων εμποδιζόταν από το δεδικασμένο αυτό να επανέλθει με την υπό κρίση αγωγή του και να επιδιώξει την καταβολή επιπλέον διαφορών, υπολογίζοντας τις νόμιμες αποδοχές του με βάση κατώτατο ημερομίσθιο μεγαλύτερο από εκείνο που κρίθηκε τελεσιδίκως με τις προαναφερόμενες αποφάσεις, και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε αποφανθεί αντιθέτως, απέρριψε την ένδικη αγωγή στο σύνολό της.
Με την κρίση του αυτήν το Εφετείο δεν παραβίασε τους άνω περί δεδικασμένου ορισμούς του νόμου, ούτε παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, διέλαβε δε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και συνεπώς οι περί του αντιθέτου από τους αριθμ. 16, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-12-2004 αίτηση του ...........για αναίρεση της 2462/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 11 Ιουλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ