Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on penalty interest and security deposit forfeiture.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Government's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to award penalty interest and order the forfeiture of a security deposit. The Court found the lower court's reasoning sufficient regarding the legal requirements for forfeiture and the calculation of interest under the relevant laws. Consequently, the appeal was rejected, and the Government was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 11(1) and 5 of Law 2322/1995; Article 10 of Administrative Act 2/56179/2006; Unit A(2) of Administrative Act 2/478/2006: The court must uphold a lower court decision if the reasoning clearly establishes the factual prerequisites for statutory forfeiture and interest calculations, rejecting appeals based on insufficient grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1551 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1551/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ευτυχία Τσούντου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου - καλούσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσιβλήτου Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Μητσιμπούνα και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/4/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2267/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4327/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13/2/2020 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1000/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσίβλητη με την από 24/11/2022 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία φέρεται προς συζήτηση με την από 24-11-2022 κλήση της αναιρεσίβλητης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 4327/2019 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 2267/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (με την οποία είχε απορριφθεί η από 11.4.2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος), εξαφάνισε την απόφαση αυτή ως προς το κεφάλαιο, με το οποίο απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή για τους ζητούμενους τόκους υπερημερίας, και, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή ως προς το αίτημα καταβολής των νόμιμων τόκων υπερημερίας και υποχρέωσε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και ήδη αναιρεσείον να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη τους νόμιμους τόκους υπερημερίας που αναλογούν επί του ποσού των 774.729,92 ευρώ ανερχομένων σε ποσοστό 6% από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση που έλαβε χώρα την 26.7.2016.. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 588, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Το άρθρο 346 του Α.Κ., που όριζε ότι "ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος", αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρο 113 του νόμου αυτού, από 02-04-2012, κατά το οποίο: "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας). Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβασθεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως. Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ` εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ` εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο".
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.11 β' ΚΠολΔ, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νομίμως, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας β) ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης.(Ολ. ΑΠ 911/2002, ΑΠ 1665/2018, ΑΠ 1348/2013, ΑΠ 881/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του την από 21.7.2009 επιστολή της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, η οποία δεν προσκομίστηκε από αυτήν, αλλά ούτε έγινε νόμιμη επίκλησή της ενώπιον τόσον του πρωτοβάθμιου όσο και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη το ως άνω αποδεικτικό μέσο, δεν καθορίζεται το περιεχόμενό του ώστε να μπορεί να κριθεί αν είναι κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του ισχυρισμού και δεν αναφέρεται η επίδραση του ισχυρισμού στο διατακτικό της αποφάσεως.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 2322/1995 " 1. Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του που απορρέουν από την κατάπτωση των εγγυήσεων που έχει παράσχει μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ. Ο. Υ.) και με βάση τα δικαιολογητικά που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος ή άλλου φορέα που χορήγησε το δάνειο, την εγγυητική επιστολή ή την πίστωση γενικά, τόσο κατά των πρωτοφειλετών όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυπόχρεων".
Εξάλλου, σύμφωνα με την παρ. 5 του ως άνω άρθρου "τα αναγκαία δικαιολογητικά που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα των τραπεζών, ο χρόνος και ο τρόπος βεβαίωσης, οι περιπτώσεις έκπτωσης από την αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομικών (ΓΛΚ Δ25), βεβαιωμένων ήδη οφειλών και κάθε άλλο σχετικό θέμα, καθορίζονται με αποφάσεις του υπουργού Οικονομικών".
Περαιτέρω δυνάμει της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 1 του ν. 2322/1995 εκδόθηκε η υπ' αριθ. ΥΑ 2/56179/0025/2006 (Β' 1697) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, σύμφωνα με την οποία ορίστηκε ότι σε περίπτωση που οι οφειλέτες δεν εξοφλήσουν δύο συνεχόμενες τοκοχρεολυτικές δόσεις που προκύπτουν από την ανωτέρω ρύθμιση, και μετά ένα τρίμηνο από τη λήξη της δεύτερης ανεξόφλητης δόσης, ολόκληρο το ποσό των ρυθμιζόμενων οφειλών θα καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Οι Τράπεζες, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο οι εγγυημένες απαιτήσεις τους, θα πρέπει να υποβάλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην αριθμ. 2/478/0025/4.1.2006 (ΦΕΚ 16/τ.Β713.1.2006) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών". Τέλος, σύμφωνα με την παρ. 12 της ως άνω υπ' αρ. ΥΑ 2/56179/0025/2006 υπουργικής απόφασης, "το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση εξόφλησης των εγγυημένων απαιτήσεων των τραπεζών, που θα περιλαμβάνουν το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό κεφαλαίου, τους ανεξόφλητους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας μέχρις ενός τριμήνου) και τέλος τα έξοδα επίδοσης της αναγγελίας κλεισίματος του λογαριασμού".
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 1340/2022).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 316/2017, ΑΠ 24/2015, ΑΠ 1819/2014).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντιφάσεως των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1340/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 11 παρ. 1 και 5 ν. 2322/1995, του άρθρου μόνου παρ. 10 της ΥΑ 2/56179/20025/2006 και της Ενότητας Α' παρ. 2 ΥΑ 2/478/0025/2006 παρ. 1-6 και Ενότητας Β' της αυτής ΥΑ δεχόμενο εσφαλμένα ότι η απαίτηση της Τράπεζας για κατάπτωση της εγγύησης του Δημοσίου δεν ικανοποιήθηκε εντός ευλόγου χρόνου μετά την από μέρους της τήρηση της υποχρεωτικής διοικητικής προδικασίας με τη συμπλήρωση του σχετικού φακέλου, ενώ, εάν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά τις ως άνω διατάξεις, έπρεπε να δεχθεί ότι η εξόφληση του οφειλομένου ποσού έλαβε χώρα εντός ευλόγου χρόνου μετά την ολοκλήρωση της προαναφερθείσας προδικασίας.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το ενδιαφέρον τον ως άνω αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: <<...Η 'Τράπεζα Εργασίας α.ε.', κατήρτισε με την ανώνυμη εταιρεία υπό την επωνυμία Ανώνυμη εταιρεία πρωτοτυπιών και συσκευασίας τροφίμων' και το διακριτικό τίτλο Άργώ α.ε,' που είχε έδρα και δραστηριοποιείτο στις Σέρρες, τις .../1992 και .../1997 συμβάσεις παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, τις οποίες εγγυήθηκαν οι Ι.
Κ. και Κ. Μ. Τη 10.9.2003, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, υποκαθιστάμενη, ένεκα καθολικής διαδοχής (Φ.Ε.Κ. 8391/13.9.2000 τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), στα δικαιώματα και της υποχρεώσεις της άνω πιστώτριας τράπεζας, έκλεισε οριστικά και τις δυο πιστωτικές συμβάσεις, με συνέπεια να προκύψουν αντίστοιχες ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της τελευταίας, εμπραγμάτως ασφαλισμένες.
Ειδικότερα, την 30.9.2006, το οφειλόμενο εκ της .../1992 συμβάσεως ποσό ήταν 783.088,95 ευρώ ενώ το όμοιο εκ της μεταγενέστερης .../1997 συμβάσεως ήταν 5.978,22 ευρώ, πλέον των τόκων της περιόδου χάριτος (από 1.10.2006 έως 31.12.2007). Κατόπιν της από 23.5.20007 σχετικής αιτήσεως της πιστούχου εταιρείας, το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου ενέκρινε την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 80%, σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης ....2006 του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, στις υφιστάμενες οφειλές της επιχείρησης, και δη στο χρέος της προς την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, το οποίο την 30.9.2006 ανέρχονταν στις 789.744,34 ευρώ, με τον όρο διατήρησης των ενοχικών και εμπραγμάτων εξασφαλίσεων.
Συγκεκριμένα με την αμέσως ανωτέρω Υ.Α. ορίζεται ότι παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για τη ρύθμιση των μέχρι 30.9.2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών που προέρχονται από δάνεια που έχουν χορηγηθεί για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης σε βιοτεχνικές, βιομηχανικές, μεταλλευτικές, κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιομηχανικού τύπου και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν, ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης, στους Νομούς Πέλλας και Σερρών σε ένα νέο δάνειο, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων για το διάστημα από 1.1.2006 έως 30.9.2006, το οποίο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, με πρώτη καταβλητέα την 30.6.2008 και τελευταία την 31.12.2016, οι δε τόκοι της περιόδου χάριτος κεφαλαιοποιούνται την 31.12.2007.
Σε κάθε περίπτωση το ύψος της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου δεν δύναται να υπερβαίνει το 80 % των υφιστάμενων μέχρι 30.9.2006 ληξιπρόθεσμών και μη οφειλών από δάνεια για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης προς πιστωτικά ιδρύματα. Κατά τους νυν ενδιαφέροντες όρους, ως επιτόκιο οριζόταν το εκάστοτε επιτόκιο της αγοράς ενώ σε περίπτωση που οι πρωτοφειλέτες δεν εξοφλούσαν δύο συνεχόμενες τοκοχρεολυτικές δόσεις που προκύπτουν από την ανωτέρω ρύθμιση, και μετά ένα τρίμηνο από τη λήξη της δεύτερης ανεξόφλητης δόσης, ολόκληρο το ποσό των ρυθμιζόμενων οφειλών θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.
οι Τράπεζες, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο, οι εγγυημένες απαιτήσεις τους, θα πρέπει να υποβάλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην 2/478/0025/4.1.2006 (ΦΕΚ 16/τ.Β ' / 13.1.2006) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση εξόφλησης των εγγυημένων απαιτήσεων των Τραπεζών, που θα περιλαμβάνουν το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό κεφαλαίου, τους ανεξόφλητους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας μέχρι ενός τριμήνου) και, τέλος, τα έξοδα επίδοσης της αναγγελίας κλεισίματος λογαριασμού.
Πράγματι, σε εφαρμογή της άνω Υ.Α. και της δοθείσας έγκρισης, τη 13.11.2007 με το αυθημερόν συνταγέν ιδιωτικό συμφωνητικό η πιστώτρια ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, η πιστούχος α.ε. και οι εγγυητές, Ι. Κ. και Κ. Μ., συναποδέχθηκαν ότι, μετά από εξωλογιστικό προσδιορισμό των τόκων και συνυπολογισμό των γενόμενων καταβολών, την 30.9.2006 οι οφειλές (0 από την .../1992 σύμβαση είχε διαμορφωθεί στις 783.088,95 ευρώ και μαζί με τους τόκους της περιόδου χάριτος (από 1.10.2006 έως 31.12.2007) ύψους 92.947,14 ευρώ στις 876.036,09 ευρώ και (Ί) από την .../1997 σύμβαση είχε ανέλθει στις 5.978,22 ευρώ και μαζί με τους τόκους της περιόδου χάριτος (από 1.10.2006 έως 31.12.2007) ύψους 709,56 ευρώ στις 6.687,78 ευρώ.
Η πιστούχος ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει την τράπεζα με ισόποσες εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, με επιτόκιο 9,35% ετησίως. Η πρώτη δόση, ύψους 73.050,68 ευρώ για την σύμβαση .../1992 και 557,68 ευρώ για τη .../1997, έπρεπε να καταβληθεί την 30.6.2008 ενώ η τελευταία την 31.12.2016 (όροι 1 και 2). Σε περίπτωση μη εξόφλησης δύο συνεχόμενων τοκοχρεωλυτικών δόσεων σε σχέση με οποιαδήποτε των ρυθμιζόμενων οφειλών, οι απαιτήσεις της τράπεζας θα καθίσταντο αμέσως και στο σύνολό τους ληξιπρόθεσμες και απαιτητές.
Έκτοτε θα οφείλονται τόκοι υπερημερίας, το ποσοστό των οποίων καθορίσθηκε σε 2,5 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το άνω επιτόκιο. οι τόκοι υπερημερίας θα ανατοκίζονται ανά εξάμηνο (όρος 3). Η εν λόγω σύμβαση ρύθμισης τελούσε υπό την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου (όρος 4), Παρά ταύτα η πιστούχος δεν εκπλήρωσε τις, απορρέουσες από το ιδιωτικό συμφωνητικό, υποχρεώσεις της.
Αύτη δεν κατάβαλε μήτε την πρώτη, της 30.6.2008, μήτε τη δεύτερη, της 31.12.2008, από τις άνω τοκοχρεωλυτικές εξαμηνιαίες δόσεις. Σε συνέπεια αυτού, την 31.3.2009, δηλονότι μετά ένα τρίμηνο από τη λήξη της δεύτερης ανεξόφλητης δόσης, ολόκληρο το ποσό των ρυθμισμένων οφειλών, ολικού ύψους (783.088,95 + 5.978,22) 789.067,17 ευρώ και κατά την έγκριση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου 789.744,34 ευρώ (έγγραφο Α,π. ....2007 της 25ης Διεύθυνσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους), κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, σύμφωνα με την Υ.Α. ....2006, όπου είχαν τούτες υπαχθεί.
Με την από 26.3.2009 επιστολή της, προς την 25η Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ζήτησε την κατάπτωση της εγγύησης που είχε παράσχει το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο και την καταβολή από αυτό του συνολικού ποσού των 778.297,22 ευρώ, επισυνάπτοντας όλα τα έγγραφα που απαιτεί η 2/478/0025/4.1.2006 απόφαση Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ 16/τ.
β' / 13.1.2006), προκειμένου να βεβαιωθεί η εγγυημένη ολική οφειλή (ΑΠ 819.2018 Νόμος). Η άνω Διεύθυνση, όμως, επέστρεψε τα δικαιολογητικά, γνωστοποιώντας, παράλληλα, ότι τροποποιήθηκε η Υ.Α. ....2006 και πλέον με την Υ.Α, ....2009 η πρώτη καταβλητέα δόση είχε για την 30.6.2009 (Α.π. ....2000 της άνω 25ης Διεύθυνσης). Η τράπεζα, μολονότι δεν υποχρεούτο, κάλεσε την πιστούχο να προσαρμόσουν το από 13.11.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό.
Η τελευταία, όμως, δεν ανταποκρίθηκε. Επίσης, με το Α.Π. ....2009 η ίδια Διεύθυνση επέστρεψε εκ νέου τα δικαιολογητικά που επανυπέβαλε, με την από 21.7.2009 επιστολή της, η τράπεζα, επειδή με τη νέα τροποποιητική Υ.Α. ....2009 η πρώτη καταβλητέα δόση είχε, πλέον, ορισθεί για την 31.12.2010 και όφειλε η τράπεζα να επανεξετάσει την υπαγωγή της.
Ακολούθως, η τράπεζα με την από 3.11.2009 επιστολή της επανέφερε το αίτημά της για την κατάπτωση της εγγύησης και την άμεση εκπλήρωση της εξ αυτής πηγάζουσας υποχρέωσης του εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου, Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα διατείνεται ότι η συγκεκριμένη επιστολή της συνοδευόταν με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά έγγραφα.
Αντιθέτως το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο το αρνείται. Εν τέλει η πιστώτρια άσκησε την ένδικη αγωγή, με το προεκτιθέμενο περιεχόμενο. Ύστερα από σχετική αλληλογραφία που αναπτύχθηκε ανάμεσα στους διαδίκους, αναφορικά με την επαναπροσκόμιση των ενδιαφερόντων εγγράφων, βεβαιώθηκε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε.
Αθηνών σε βάρος της υπόχρεης επιχείρησης και των εγγυητών φυσικών προσώπων, το συνολικό ποσό των 774.729,90 ευρώ, το οποίο και καταβλήθηκε, την 26.7.2016, στην τράπεζα προς εξόφληση της καταπεσούσας επίμαχης εγγύησης. Στο ποσό των 774.729,92 ευρώ περιλαμβάνεται ποσό 631.253,73 ευρώ για το ολικώς οφειλόμενο την 31.12.2008 κεφάλαιο, ποσό 139.743,55 ευρώ για συμβατικούς τόκους, ποσό 3.619,03 ευρώ για τόκους υπερημερίας και ποσό 113,60 ευρώ για έξοδα.
Η διαφορά των 3.567,32 ευρώ που προκύπτει μεταξύ του ζητηθέντος εξ 778.297,22 ευρώ ποσού και του εξ 774.729,92 ευρώ καταβληθέντος ομοίου, οφείλεται στον, μετά από έλεγχο, προσδιορισμό ότι τούτο (3.567,32 ευρώ) αφορά συμβατικούς τόκους εκτός της εγγυημένης περιόδου, για το λόγο αυτό και αφαιρέθηκε. Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα δεν αμφισβητεί την ορθότητα του προσδιορισμού της εγγυημένης από το Ελληνικό Δημόσιο απαιτήσεώς της.
Περιορίζεται, μόνο, στο να καταλογίσει το καταβληθέν ποσό πρώτα στους τόκους, σύμφωνα με το επικουρικό αγωγικό αίτημα που κρίθηκε νόμιμο, και κατόπιν στο κεφάλαιο (πρβλ. άρθρο 422 του Α.Κ.). Αλλά ο τοιουτοτρόπως γενόμενος καταλογισμός δεν δύναται να γίνει δεκτός, εφόσον δεν υπάρχει σχετική συμφωνία των μερών.
Απεναντίας, από τα εκκαθαρκπικά και το υπό πρωτόκολλο 2/51123/0025/26,7.2016 έγγραφα της Διεύθυνσης κίνησης κεφαλαίων και δανείων (σχετικά 10, 15 και 15α του Ελληνικού Δημοσίου), τα οποία συντάχθηκαν βάσει των αποσταλέντων καταστάσεων της τράπεζας, σαφώς συνάγεται η βούληση του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου οφειλέτη σε ποια ακριβώς χρέη θα καταλογισθεί τούτο και δη στην επίδικη κυρία απαίτηση.
Ωστόσο, το τελευταίο όφειλε να καταβάλει την εγγυημένη χρηματική ποσότητα μετά την 31.3.2009, αφού έκτοτε κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό όλο το ρυθμισθέν, προερχόμενο από τις άνω δύο πιστωτικές συμβάσεις, ποσό. Με την υποβολή του ως άνω αιτήματος κατάπτωσης, δια της από 21.7.2009$ επιστολής, εκ μέρους της τράπεζας και εφόσον πληρούνταν οι νόμιμες προϋποθέσεις από την Υ.Α. ....2006 προσκομίστηκαν και τα αναγκαία δικαιολογητικά, το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο ήταν υποχρεωμένο να βεβαιώσει την οφειλή του από την κατάπτωση της εγγύησης και στη συνέχεια να εξοφλήσει την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα (βλ.
άρθρο 11 ξ 1 του ν. 2322/1995 και άρθρο μόνο Α.2 της υπουργικής απόφασης 2/248/0025/4-1-2006). Πλην, όμως, αποδείχθηκε ότι τούτο δεν προχώρησε στην εξόφληση της ως άνω οφειλής του, προβάλλοντας αλυσιτελώς ισχυρισμούς στηριζόμενους σε νεότερες, μεταγενέστερες υπουργικές αποφάσεις, τροποιητικές της αμέσως προμνημονευομένης, οι οποίες ωστόσο δεν δέσμευαν την εν λόγω τράπεζα.
Τούτο διότι η δυνάμει νεότερων υπουργικών αποφάσεων ρύθμιση υφιστάμενων και ήδη εγγυημένων από το Δημόσιο οφειλών (με τροποποίηση προγενέστερων υπουργικών αποφάσεων για την παροχή εγγύησης του Δημοσίου, Ιδίως ως προς τους όρους αποπληρωμής των εγγυημένων οφειλών, όπως με αναστολή συγκεκριμένων δόσεων ή επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής) δεν είναι υποχρεωτική για τη δανείστρια τράπεζα, αλλά εναπόκειται στη διακριτική της ευχέρεια ανάλογα με το πλάνο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, εφόσον με την τροποποίηση του τρόπου αποπληρωμής των εγγυημένων οφειλών, κατά αποτέλεσμα τροποποιούνται και οι όροι κατάπτωσης της εγγύησης του Δημοσίου που προϋποθέτουν ύπαρξη ληξιπρόθεσμων οφειλών στο πρόσωπο του πρωτοφειλέτη (βλ.
Ε. Χ., ο.π., σελ. 24,25 με παραπομπή και στο με αρ. πρωτ. .../2011 έγγραφο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους). Ακολούθως, μάλιστα, αντέτεινε την έλλειψη των απαιτούμενων εγγράφων, τα οποία επανειλημμένως είχε, προηγουμένως, επιστρέψει.
Συνεπώς, η κρινόμενη αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή και να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα τους νόμιμους τόκους υπερημερίας, οι οποίοι αναλογούν στην εξοφληθείσα, εξ 774.729,92 ευρώ, κυρία απαίτηση και ανέρχονται σε ποσοστό από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι ολοσχερή εξόφληση που έλαβε χώρα την 26.7.2016, εφόσον τούτοι επιβαρύνουν ανεξαρτήτως υπαιτιότητός του ...>>.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με αυτές τις διατάξεις και τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, το αναιρεσείον, το οποίο είχε παράσχει την εγγύησή του σε ποσοστό 80%, σύμφωνα με την ΥΑ ...-2006, στις υφιστάμενες οφειλές της εταιρείας "ΑΡΓΩ ΑΕ" προς την αναιρεσίβλητη, καθώς και στην από 13-11-2007 σύμβαση ρυθμίσεως χρέους, με βάση την οποία σε περίπτωση μη εξοφλήσεως δύο συνεχόμενων τοκοχρεωλυτικών δόσεων οι απαιτήσεις της Τράπεζας θα καθίσταντο αμέσως και στο σύνολό τους ληξιπρόθεσμες και απαιτητές και ενώ η πιστούχος δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της, αφού δεν κατέβαλε ούτε την πρώτη δόση της 30-6-2008, ούτε τη δεύτερη της 31-12-2008, με συνέπεια ολόκληρο το ποσό των ρυθμισμένων οφειλών, συνολικού ποσού 789.744,34 ευρώ, να καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό στις 31-3-2009, όταν η αναιρεσίβλητη με την από 26-3-2009 επιστολή της προς την 25η Δ/νση ΚΚΕΔΑ του ΓΛΚ ζήτησε την κατάπτωση της ως άνω εγγυήσεως, επισυνάπτοντας όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, αυτό (αναιρεσείον) επέστρεψε τα δικαιολογητικά, επικαλούμενο ότι είχε τροποποιηθεί η ως άνω ΥΑ και σύμφωνα με τη νεότερη ΥΑ η πρώτη δόση είχε ορισθεί να καταβληθεί στις 30-6-2009, το ίδιο δε έπραξε το αναιρεσείον και στις 10-9-2009, όταν η αναιρεσίβλητη επανυπέβαλε τα δικαιολογητικά με την από 21-7-2009 επιστολή της, επικαλούμενο ότι με νεότερη ΥΑ η πρώτη δόση είχε ορισθεί να καταβληθεί στις 31-12-2010.
Εφόσον το ρυθμισθέν χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό στις 31-3-2009, από τότε το αναιρεσείον όφειλε να καταβάλει την εγγύηση στην αναιρεσίβλητη, η τροποποίηση δε με μεταγενέστερη ΥΑ του τρόπου αποπληρωμής της εγγυημένης οφειλής θα είχε ως αποτέλεσμα την τροποποίηση και των όρων της καταπτώσεως της εγγυήσεως του αναιρεσείοντος που προϋποθέτουν ύπαρξη ληξιπρόθεσμης οφειλής.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 11 παρ. 1 και 5 ν. 2322/1995, του άρθρου μόνου παρ. 10 της ΥΑ 2/56179/20025/2006 και της Ενότητας Α' παρ. 2 ΥΑ 2/478/0025/2006 παρ. 1-6 και Ενότητας Β' της αυτής ΥΑ, οι οποίες εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις παραπάνω διατάξεις. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό. Τέλος, δεν γίνεται λόγος περί του κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παραβόλου, διότι το αναιρεσείον, κατ' άρθρο 19 παρ.1 του Ν.Δ. της 26-6/10-7-1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών Δημοσίου¨, σε συνδυασμό με άρθρο 36 ΠΔ 28/1931(ΦΕΚ Α' 239/1931), απαλλάσσεται από την καταβολή του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13.2.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4327/2019 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης