Legislator Case Law & Legislation
1551/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for absent party and rejects substantive ownership claims.

Case Number 1551/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible regarding one defendant due to their absence and lack of proper summons, while rejecting the appeal against the others on substantive grounds. The appellant argued that the court failed to consider his proposal to calculate the acquisitive prescription period for the property, which he claimed should have been recognized. The court found that the lower court had already addressed and dismissed these arguments as unfounded based on the evidence presented. Consequently, the appeal was dismissed in full, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; If a party fails to appear or participate properly in the appeal hearing, the court must determine if the discussion was expedited validly; if not, the appeal is inadmissible against all parties.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility acquisitive prescription legal costs allocation civil procedure code property ownership dispute proper summons requirement substantive dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 108 of the Code of Civil Procedure
Article 110 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 498 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 568 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 8b of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1551 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1551/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γ. Καλαμαρίδης, Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του γραμματέως Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος : Χ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαρούλα Απαλαγάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. χήρας Δ. Γ., το γένος Γ. και Α. Τ., 2) Χ. θυγ. Δ. και Μ. Γ., 3) Α. θυγ. Δ. και Μ. Γ., 4) Ι. θυγ. Δ. και Μ. Γ., κατοίκων ..., 5) Ν. Α. συζύγου Π. Α., το γένος Ι. και Χ. Γ. ή Γ., κατοίκου ..., 6) Σ. - Χ. Ο. του Α. και της Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Σκούρα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 7) Κ. Ο. του Α. και της Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 03-03-2008 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18001/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1570/2011 μη οριστική, 863/2018 του Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-06-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 576 παρ. 1-3, συνάγεται ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, ενώ η επίσπευση της συζήτησης ως προς τον απολειπόμενο μπορεί να γίνει και από απλό ομόδικό του (ΑΠ 1144/2019, πρβλ ΟλΑΠ 7/2008), η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία οπότε, κατά την παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 522/2023, ΑΠ 398/2023, ΑΠ 608/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου και τη συζήτηση αυτής, ο έβδομος αναιρεσίβλητος, Κ. Ο. του Α., δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Από το φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος επέσπευσε τη συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 26-01-2022, η οποία ορίστηκε με την από 06011-2020 πράξη της Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος, το οποίο είχε οριστεί με τη με αριθμ. 1708/2020 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου ως αρμόδιο προς εκδίκαση της υπόθεσης, ενόψει ότι οι παριστάμενοι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν έκθεση επίδοσης της αίτησης αναίρεσης στον ανωτέρω αναιρεσίβλητο ούτε δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης με επ' αυτού σημείωση επίδοσης σ' αυτόν.

Κατά την ανωτέρω συνεδρίαση η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, λόγω κήρυξης κατάστασης ειδικής κινητοποίησης πολιτικής προστασίας της περιοχής της Αττικής, με την ΚΥΑ 14914/2022 (ΦΕΚ 189 Β/25-01-2022), και με σχετική πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος ορίστηκε, αυτεπαγγέλτως, ως νέα δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιήθηκε με ανάρτηση της πράξης στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων (solon.gov.gr), στο site του Αρείου Πάγου, www.areiospagos.gr, στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr, και η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων.

Όμως, η, χωρίς προηγούμενη διαπίστωση με επιμέλεια τίνος είχε γίνει η επίσπευση της συζήτησης και χωρίς νόμιμη κλήση για την αρχική δικάσιμο, εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη σημερινή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτήν και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 464/2021, ΑΠ 694/2021). Οι παριστάμενοι, όμως, διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν έκθεση επίδοσης της αίτησης αναίρεσης ούτε δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης με επ' αυτού σημείωση επίδοσης σ' αυτόν και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο ούτε για τη σημερινή δικάσιμο.

Επομένως, πρέπει να διαταχθεί ο χωρισμός της συζήτησης της υπόθεσης ως προς τον έβδομο αναιρεσίβλητο, Κ. Ο., και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τον αναιρεσίβλητο Κ. Ο. (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ), και να χωρήσει η συζήτηση ως προς τους 1η, 2η, 3η, 4η, 5η και 6η αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι ως ενάγοντες διεκδικητικής αγωγής συνδέονται μεταξύ τους και με τον ενάγοντα Κ.

Ο., με το δεσμό της απλής ομοδικίας, ως προς την μερίδα κυριότητας που ανήκει στον καθένα, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 74 έως 78 ΚΠολΔ, 785 επ., 1113, 1033, 1041, 1045 επ. ΑΚ, και, συνεπώς, η αξίωση καθενός, ως προς την μερίδα (συγ)κυριότητάς του, δεν αποτελεί αδιαίρετο δίκαιο, που να επιβάλει τη συμμετοχή στη δίκη όλων των (συν)δικαιούχων ( ΑΠ 6/2019, πρβλ Ολ.

ΑΠ 902/1982, ΑΠ 55/2008). Ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, η από 16-06-2020 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της αριθμ. 863/04-04-2018 απόφασης του Εφετείου ..., η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία απορρίφθηκε η από 10-09-2010 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 18001/2010, απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 03-03-2008 αγωγή των αναιρεσιβλήτων.

Η ανωτέρω αίτηση του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε, στις 22-06-2020, στη Γραμματεία του Εφετείου ..., έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης με αριθμ. 863/04-04-2018 απόφασης, οπότε άρχισε να τρέχει η ως διετής καταχρηστική προθεσμία μέχρι την παραπάνω (22-06-2020) κατάθεση του δικογράφου, δεν είχε συμπληρωθεί, για το λόγο ότι το χρονικό διάστημα από 13.3.2020 - 31.5.2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) δεν υπολογίζεται στην καταχρηστική προθεσμία άσκησης του ένδικου μέσου, και μετά τη λήξη της αναστολής, η προθεσμία αυτή τρέχει για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία αυτή δεν συμπληρώνεται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη της (άρθρ. 74 του ν. 4690/2020, και ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 του ν. 4963/2022, 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, ΑΠ 49/2023, ΑΠ 762/2022).

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε και νομότυπα, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 571, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. [1] Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 του Ν. 147/1914, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 του ν. 262/1914, στις Νέες Χώρες, οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού Δικαίου "περί γαιών", οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση σ' αυτές δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσης, ενώ οι δικαιοπραξίες γι' αυτά συντελούνται εφεξής κατά του ελληνικούς νόμους.

Στην κατηγορία των Νέων Χωρών ανήκει και η Μακεδονία, στην οποία από 1-2-1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ίδιου πιο νόμου (147/1914), η ελληνική νομοθεσία. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του ΕισΝΑΚ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. [2] Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (χριστιανικού 1856), του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσης σ' αυτές, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν.147/1914, "δημόσιαι γαίαι είναι οι λειμώνες, οι αγροί, αι χειμεριναί και θεριναί βοσκαί, τα δάση και οι παρόμοιοι τόποι", των οποίων η κυριότητα ανήκει στο Τουρκικό Δημόσιο (βλ.

και άρθρα 4, 9, 12, 34 και 49 του ίδιου νόμου). Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημόσιων γαιών (εραζΐϊ - εμιριγιέ) γίνεται με τη χορήγηση από το κράτος έγγραφου τίτλου, ονομαζόμενου "ταπί", το οποίο φέρει το μονόγραμμα (τουγρά) του Σουλτάνου, με το οποίο παρέχεται σ' αυτούς όχι δικαίωμα κυριότητας αλλά ιδιόρρυθμο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), που ισοδυναμεί με διηνεκή μίσθωση, αφού αντικείμενό του είναι η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους - αποτελεί δε το ταπί απλό αποδεικτικό μέσο και όχι συστατικό.

Εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο (ταπί) αποκτάται το δικαίωμα εξουσίασης για ορισμένη χρήση των δημόσιων γαιών καθιερώνει το άρθρο 78 του ίδιου παραπάνω νόμου "περί γαιών", σύμφωνα με το οποίο, εάν κάποιος ιδιώτης καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες και αφιερωμένες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση από το Δημόσιο, αποκτά δικαίωμα μόνιμης εγκατάστασης και είτε κατέχει έγκυρο τίτλο, είτε δεν κατέχει, οι γαίες δεν θεωρούνται σχολάζουσες, αλλά δίδεται σ' αυτόν - ιδιώτη - δωρεάν νέος τίτλος.

Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διάταξης, την ερμηνευτική εγκύκλιο του Τουρκικού Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28 Σ. 1304, του άρθρου 13 του νόμου "περί εγγράφων ταπίων" της 8 Δ. Α. 1275 (ήδη έτος 1857), του άρθρου 2 των διασαφητικών διατάξεων περί ταπίων της 15 Σ. 1276 και των οδηγιών της 23 Μ. 1293 ή 7.2.1921 "περί εξελέγξεως τίτλων δασών", αλλά και το σύνολο των διατάξεων του νόμου περί γαιών (ειδικότερα των άρθρων 8, 9, 24, 30, 61, 71 και 78), προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μόνιμης εγκατάστασης είναι όχι μόνον η συνεχής επί δέκα (10) έτη κατοχή (εξουσίαση), αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια του κτήματος.

Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών, ενώ οι υπόλοιπες μη καλλιεργούμενες εκτάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται τα δάση και οι μη αφιερωμένες στην κοινή χρήση βοσκήσιμες εκτάσεις, που ονομάζονταν εμλάκι μιριγέ ή εμλάκι χουμουγιούν, εξουσιάζονται μόνο με έκδοση τίτλου - ταπίου (Ολ ΑΠ 411/1963 και 409/1963). [3] Με τη διάταξη 2468/1917 της Προσωρινής Κυβέρνησης ... (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με το ν. 1072/1917, καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των δημόσιων γαιών του οθωμανικού δικαίου.

Από της ισχύος του πιο πάνω διατάγματος, δηλαδή από τις 20-5-1917, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπόλοιπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Δημόσιο, ενώ ο Ν. 2052/1920 επαναλαμβάνει στα άρθρα 49 επ. τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917.

Στη συνέχεια, με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του νόμου 1540/1938, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και, έτσι, αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης έγιναν καθ' ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών (ΑΠ 1983/2022, ΑΠ 1931/2022, ΑΠ 24/2020).

Το παραπάνω δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης μετά το θάνατο του εξουσιάζοντος μετέβαινε, με υπεισέλευση στην κληρονομία του, στα τέκνα του, άρρενα και θήλεα, και αν μερικά τέκνα είναι απόντα αδιάλειπτα και άφαντα, που δεν έδωσαν σημεία ζωής, αι γαίαι δίδονται στα παρόντα και υπάρχοντα τέκνα, ενώ αι γαίαι, των οποίων ο κάτοχος είναι απών με αδιάλειπτη απουσία τριών ετών, και του οποίου είναι άγνωστη η ύπαρξη ή θάνατος αι γαία μεταβαίνουν στα τέκνα αυτού, αν κάποιος αποδημήσει σε μεμακρυσμένους τόπους (του οποίου η ύπαρξη είναι γνωστή) κληρονομήσει γαίας είτε από του γονείς και δεν μεταβεί αυτοπροσώπως για να λάβει κατοχή των γαιών που περιήλθαν σ' αυτόν ή δεν διορίσει επίτροπό του με επιστολή ή με άλλο μέσο για να γεωργήσει αυτές, αλλά τις αφήσει χέρσους, επί τρία έτη συνέχεια έτη, χωρίς κώλυμα, καθίστανται αυτές διαθέσιμοι με ταπί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 54, 56, 57 και 74 του προαναφερόμενου Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" και των νόμων 12 Πανδ. (28.7), 14 παρ. 8 (11.7), 6 Πανδ. (29.2), 12 Πανδ. (38.16), 3.616 (2.19), Θεμ.

φ.3 (3.19) του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, το οποίο ίσχυε, κατά τους νόμους αυτούς, και επί Τουρκοκρατίας, στην Ελλάδα, ως προς τους Χριστιανούς υπηκόους του Οθωμανικού Κράτους, δυνάμει σουλτανικών φιρμανιών, μετά δε την απελευθέρωση της Βόρειας Ελλάδος από τον τουρκικό ζυγό, εξακολούθησε να ισχύει σ' αυτήν, όπως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών", σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 2 του Ν. 147/1914 και το άρθρο 7 του Ν.

ΔΡΑΔ/1913, ο οποίος, κατά το άρθρο 16 αυτού, εφαρμόστηκε στις Νέες Χώρες αναδρομικά από 6-10-1912. Ενόψει αυτών, εφόσον, μετά το θάνατο του ασκούντα δικαίωμα εξουσίασης σε δημόσιο ακίνητο τα τέκνα αυτού υπεισήλθαν στην κληρονομία του και συνέχισαν να ασκούν το δικαίωμα αυτό, μετά από δεκαετή αδιαμφισβήτητη κατοχή αυτού, που συμπληρώθηκε στο πρόσωπό τους ή του κληρονομηθέντα μέχρι τις 20-5-1917, γίνονταν κύριοι του εν λόγω ακινήτου τα τέκνα αυτού, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 49 του ν. 2052/1920 και των άρθρων 101-104 του Διατάγματος της 11/12-1-1929, κατά τις οποίες κρίνεται, και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, η κτήση της κυριότητας αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ (πρβλ ΑΠ 1702/2022, ΑΠ 854/2021).

Εξάλλου, όταν ένα ακίνητο υπάγεται στην κατηγορία των δημοσίων γαιών, δεν είναι δυνατόν να αποκτηθεί κατά κυριότητα με χρησικτησία από ιδιώτη, διότι, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1248 και 1314 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, η χρησικτησία δεν αναγνωρίζεται από αυτόν ως τρόπος κτήσης κυριότητας. Εάν, όμως, στο ακίνητο αυτό ο ιδιώτης απέκτησε δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), το οποίο μετατράπηκε, όπως προαναφέρθηκε, σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, τότε το ακίνητο αυτό, μη περιερχόμενο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, μπορεί να χρησιδεσποθεί, αφού οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν.Δ.

της 29.4/6.5.1926, δια του οποίου απαγορεύθηκε εφεξής κάθε παραγραφή των επί κτημάτων του Δημοσίου δικαιωμάτων του, άρα και η επ' αυτών χρησικτησία τρίτων (απαγόρευση η οποία ισχύει από 11.9.1915 βάσει των ισχυσάντων έκτοτε δυνάμει του Ν. ΔΞΗ' /1912 δικαιοστασίων) δεν έχουν εφαρμογή επ' αυτού, γιατί το ακίνητο κατά νόμο έπαυσε να έχει το χαρακτήρα δημοσίου κτήματος και κατέστη ιδιωτικό.

Όλα τα ανωτέρω βέβαια υπό την προϋπόθεση ότι επί των εν λόγω ακινήτων ασκούνταν κατά την 20 Μαΐου 1917 δικαίωμα διαρκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από ιδιώτη, βάσει ταπίου που είχε προεκδοθεί της προσάρτησης των νέων χωρών, ή, προκειμένου περί αγρών, ότι μέχρι την ημερομηνία αυτή είχαν καλλιεργηθεί επί δεκαετία χωρίς δικαστική αμφισβήτηση (ΑΠ 1412/2021, ΑΠ 854/2021).

Οι δύο αυτοί τρόποι κτήσης του δικαιώματος εξουσίασης, το οποίο, στη συνέχεια, μετατράπηκε σε δικαίωμα κυριότητας, διαφέρουν μεταξύ τους και δεν στηρίζονται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία. Και αυτό γιατί η βάση της μιας αγωγής στηρίζεται στην κτήση του δικαιώματος εξουσίασης της δημόσιας γαίας με τη χορήγηση τίτλου (ταπίου) από το Δημόσιο στον ιδιώτη, ενώ της άλλης (αγωγής) στην πραγματική κατάσταση της από μέρους του ιδιώτη κατοχής και καλλιέργειας της καλλιεργήσιμης δημόσιας γαίας επί δέκα συνεχή έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση (ΑΠ 1702/2022, ΑΠ 854/2021, ΑΠ 1340/2010).

Για όσες δημόσιες γαίες δεν συνέτρεχαν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, η κυριότητά τους με την απελευθέρωση των νέων χωρών περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο δικαιώματι πολέμου βάσει διεθνών συνθηκών (άρθρο 60 της Συνθήκης της Λωζάνης που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ της 28.8.1912), σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 7 και 27 της συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας που κυρώθηκε με το Ν. 4793/1930 και της από 21.6.1924 απόφασης της μικτής επιτροπής ανταλλαγής πληθυσμών ή με τις διατάξεις του οθωμανικού νόμου περί γαιών που διατηρήθηκε σε ισχύ, όπως παραπάνω αναφέρεται.

Η κυριότητα δε αυτή δεν μπορούσε πλέον να καταλυθεί με κατάληψη από ιδιώτη δημοσίου κτήματος και επιχείρηση πράξεων νομής σε αυτό μετά το έτος 1914, γιατί κατά το διάστημα μεν από 11.9.1915 έως το 1926 ίσχυε δικαιοστάσιο, με το διάταγμα δε της 22-4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" απαγορεύθηκε η χρησικτησία σε βάρος των δημοσίων κτημάτων (ΑΠ 1931/2022, ΑΠ 854/2021). [4] Σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 παρ. 1 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, ήταν δυνατή η απόκτηση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση νομής πάνω στο πράγμα, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα εκείνου που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει στον χρόνο της ιδίας αυτού νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος τούτου (ΟλΑΠ 75/1987, ΑΠ 1328/2015), και στην τελευταία επέρχεται συνυπολογισμός μόνο με έγκυρη δικαιοπραξία υποβαλλόμενη σε συμβολαιογραφικό τύπο (ΑΠ 374/2022, ΑΠ 1781/2022, ΑΠ 1591/2021), ενώ μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), ο απαιτούμενος για έκτακτη χρησικτησία χρόνος περιορίζεται σε είκοσι χρόνια (άρθρ. 1045 ΑΚ), χωρίς να απαιτείται καλή πίστη, εφόσον όμως ολόκληρος αυτός ο χρόνος έχει διαρρεύσει από 23-2-1946 και μετά (1045 ΑΚ), ενώ αν πρόκειται για συνυπολογισμό χρόνου που έχει διαρρεύσει κατά ένα μέρος του κατά τη διάρκεια ισχύος του ΑΚ και κατά ένα μέρος του κατά τη διάρκεια ισχύος του βρδ, τότε, κατ' εφαρμογή των άρθρων 64 και 65 του ΕισΝΑΚ, αν με τον συνυπολογισμό του χρόνου, που έχει διαρρεύσει πριν από τον ΑΚ υπολείπεται προς συμπλήρωση του χρόνου των 30 ετών, που απαιτείται κατά το προηγούμενο δίκαιο, χρόνος μικρότερος των 20 ετών, θα εφαρμοσθεί το προηγούμενο δίκαιο και η 30ετία θα αρχίσει από την έναρξη της νομής του δικαιοπαρόχου, αν δε αντίθετα υπολείπεται χρόνος μεγαλύτερος των 20 ετών, θα εφαρμοσθεί ο ΑΚ και η 20ετία που καθορίζεται από αυτόν θα αρχίσει από την ισχύ τούτου (23-2-1946).

Η επίκληση όμως του πριν από τον ΑΚ χρόνου χρησικτησίας θα γίνει με τα προσόντα του προηγούμενου δικαίου, δηλαδή απαιτείται η νομή να ασκήθηκε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη (ΑΠ 1642/2018, ΑΠ 69/2018, ΑΠ 1401/2015). [5] Σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 12 πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 πανδ. (11.7) και ν. 69 πανδ. (29.2) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι (heredes voluntarii, extranei), στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος, καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομούμενου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομία με μονομερή δήλωση της βούλησης για αποδοχή αυτής, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομία ή αποδοχή της κληρονομίας - hereditatis aditio, "καταδέχεσθαι την κληρονομίαν").

Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγόμενη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμιξη (pro herede gestio, "εγχείρισις της κληρονομίας", "εγχειρίζειν την κληρονομίαν") σ' αυτή και απόκτησή της. Το ζήτημα δε αν πράξη ή συμπεριφορά του καλούμενου στην κληρονομία αποτελεί ή όχι ανάμιξη και, συνεπώς, εμφαίνει σιωπηρή δήλωση για υπεισέλευση σ' αυτήν ή άσκηση του δικαιώματος ή ευεργετήματος αποχής, είναι πραγματικό, εξαρτώμενο από την εκτίμηση των περιστάσεων (ΑΠ 374/2022, ΑΠ 1781/2022, ΑΠ 1581/2021), ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 10, πανδ. (29.2), Βασ. 10 (35.14) η υπεισέλευση του κληρονόμου σε μέρη της κληρονομίας ισχύει για ολόκληρη την κληρονομία, της οποίας γίνεται αυτός συγκοινωνός με τους λοιπούς κληρονόμους (ΑΠ 1357/2014, ΑΠ 810/2010).

ΙΙΙ. [1] Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 70, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ και 1094 ΑΚ κατά την οποία ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από τρίτο την αναγνώριση της κυριότητάς του, σε περίπτωση αμφισβήτησης αυτής, ή, σε περίπτωση αποβολής, και την απόδοση του πράγματος από τον νομέα ή κάτοχο, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής αγωγής είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του ακινήτου και η νομή ή κατοχή του πράγματος από τον εναγόμενο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και στην περίπτωση της αναγνωριστικής αγωγής πλέον της κυριότητας του ενάγοντος η αμφισβήτηση αυτής, κατά τον ως άνω χρόνο, από τον εναγόμενο.

Αν η διεκδικητική ή αναγνωριστική αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση της κυριότητας του επιδίκου, αρκεί για την πληρότητά της η αναφορά των περιστατικών που απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος. Ο καθορισμός του τρόπου με τον οποίο ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος απέκτησε την κυριότητα δεν είναι κατ' αρχήν απαραίτητος.

Αν, όμως, ο εναγόμενος με τις προτάσεις του, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αμφισβητήσει ειδικώς την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, ο τελευταίος υποχρεούται, με τις προτάσεις της ίδιας συζήτησης, εφόσον δεν το έχει πράξει καθ' υποφορά με την αγωγή του, συμπληρώνοντας παραδεκτά αυτήν (άρθρο 224 ΚΠολΔ), να καθορίσει, με σαφή έκθεση των γεγονότων, τον τρόπο κτήσης της κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό του και αν είναι ανάγκη, σε περίπτωση δηλαδή διαδοχικών μεταβιβάσεων, να καθορίσει τον τρόπο κτήσης της κυριότητας και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, φθάνοντας μέχρι πρωτότυπου τρόπου κτήσης της κυριότητας, δυναμένου να αντιταχθεί κατά των τρίτων, όπως είναι η έκτακτη χρησικτησία.

Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν καθορίσει τον τρόπο κτήσης της κυριότητας από τον ή τους δικαιοπαρόχους του, η αγωγή καθίσταται αόριστη (ΑΠ 1935/2022, ΑΠ 1214/2020), ενώ η αοριστία αυτή δεν είναι νομική, ως συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, οπότε η παραβίασή της ελέγχεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1α ΚΠολΔ, αλλά είναι ποσοτική, εφόσον στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέροντα με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημά της αγωγής οπότε η παραβίασή της ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1223/2022, ΑΠ1292/2011).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 701/2023, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 106/2015).

Για να είναι, όμως, ορισμένος και, άρα, παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του, και, επιπλέον, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε ως ορισμένη, ενώ ήταν αόριστη, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται το συγκεκριμένο αίτημα παροχής έννομης προστασίας, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος των αποδιδόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμελειών (ΑΠ 1223/2022, ΑΠ 1305/2019, ΑΠ1291/2010). [2] Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 8 και 14 του άρθρου 599 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά τα οικείο μέρος αυτού, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, εκθέτοντας ότι δέχθηκε την αγωγή ως ορισμένη, αν και δεν συμπληρώθηκε με τις προτάσεις, αρκεσθείσα σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα για τη θεμελίωση της αγωγής στις διατάξεις των άρθρων 4 και 5 του ν.

ΣΙΓ/14-11-1913, 2 παρ. 7 υου ν. 147/1914, 3, 54 και 78 του Οθωμανικού Νόμου "Περί Γαιών", της 7ης Ραμαζάν 1274, σε συνδυασμό με το άρθρο 8 των οδηγιών για έγγραφα ταπία της 7 Σ. 1276, άρθρ. 2 του Δ/τος της Προσωρινής Κυβέρνησης ... που κυρώθηκε με το ν. 1072/1917, άρθρ. 50 του ν. 2052/1920, 101 -104 του δ/τος της 11/12-11-1929, ούτε, αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, παρά την αμφισβήτηση της κυριότητας των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων, συνιστάμενη η αοριστία ως προς τα ακόλουθα: 1) "την περιέλευση του δικαιώματος εξουσιάσεως στον Ζ.

Π. Ν., τη μη απώλεια αυτού τη μη έκπτωση του από το δικαίωμα εξουσιάσεως και τη διατήρηση του σχετικού δικαιώματος μέχρι το θάνατό του, - την κληρονομική διαδοχή του Ζ. Π. Ν. από τις αναφερόμενες στην αγωγή τρεις θυγατέρες του, - τον τρόπο απόκτησης του αναφερόμενου στην αγωγή δικαιώματος εξουσιάσεως στον ένδικο αγρό από τις τρεις αναφερόμενες στην αγωγή θυγατέρες του Ζ.

Π. Ν. και συγκεκριμένα εάν αυτή θεμελιώθηκε σε ταπί που παραχωρήθηκε στις τρεις θυγατέρες από το Οθωμανικό κράτος, ως έχουσες δικαίωμα εγκαταστάσεως λόγω της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων του αποβιώσαντος πατρός τους ή αν έγινε δυνάμει του άρ. 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών, επειδή εγκαταστάθηκαν σ' αυτόν ως κληρονόμοι και τον εξούσιασαν με πράξεις καλλιέργειας χωρίς αμφισβήτηση για δέκα έτη, - τη μη απώλεια του δικαιώματος εξουσιάσεως των τριών θυγατέρων του Ζ.

Π. από το δικαίωμα - και τη μη έκπτωση τους από το δικαίωμα και τη διατήρηση του εν λόγω δικαιώματος μέχρι την 20-5-1917, - τη μετατροπή του αναφερόμενου στην αγωγή δικαιώματος εξουσιάσεως σε δικαίωμα κυριότητος, - τη νομιμότητα και την εγκυρότητα της μεταβίβασης με το υπ' αρ. ... συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου ...

Β. Κ. και με τα μεταγενέστερα συμβόλαια, - τη κτήση με παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο της κυριότητας από όλους τους αναγραφόμενους στην αγωγή ως αποκτήσαντες αυτήν. ... δηλαδή, και με βάση τις προαναφερθείσες επισημάνσεις, η αοριστία της αγωγής συνίσταται στο ότι δεν αναφέρονται σ' αυτήν οι τίτλοι των προκτητόρων του επιδίκου, οι ημεροχρονολογίες και ο τρόπος που επήλθε η κληρονομική διαδοχή, οι ημεροχρονολογίες κατοχής του ακινήτου από συγκεκριμένους εξουσιαστές από τον εποχή της Τουρκοκρατίας, προκειμένου να ελεγχθεί και η κυριότης των δικαιοπαρόχων επί του επιδίκου και η μετατροπή του αναφερόμενου στην αγωγή δικαιώματος εξουσιάσεως σε δικαίωμα κυριότητας, κλπ.", 2) Δεν αναφέρουν ...

ληξιαρχική πράξη θανάτου και πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών - κληρονόμων του Ζ. Π. Ν., δεν αναφέρουν ακριβή ημεροχρονολογία θανάτου του Ζ. Π. Ν. ούτε εξειδικεύουν, εάν επήλθε κληρονομική διαδοχή εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης, εάν οι τρεις θυγατέρες του ήταν οι μοναδικοί πλησιέστεροι συγγενείς κατά το χρόνο του θανάτου του Ζ.

Π. Ν. σε περίπτωση εξ αδιαθέτου διαδοχής, εάν τον αγρό αυτόν τον κατείχε ο Ζ. Π. Ν. και μέχρι ποια συγκεκριμένη ημεροχρονολογία και από ποια συγκεκριμένη ημεροχρονολογία τον κατείχαν οι θυγατέρες τους.... δεν αναφέρουν μεταγραφή στο όνομά τους του δήθεν κληρονομιαίου τίτλου.... για να κριθεί εάν και πότε περιήλθε δήθεν το επικαλούμενο από τους ενάγοντες δικαίωμα εξουσιάσεως του Ζ.

Π. Ν. επί του επιδίκου στις θυγατέρες του, εάν, πότε και πως έγιναν κληρονόμοι οι αναφερόμενες θυγατέρες του, εάν και πως μετεράπη το δήθεν δικαίωμα εξουσιάσεως των τριών θυγατέρω του σε δικαίωμα κυριότητας, κλπ.... ο επικαλούμενος τίτλος ....... που αναφέρονταν στις προτάσεις της προηγούμενης απορριφθείσας αγωγής ......

αναφέρουν ως τίτλο του Ζ. Π. Ν. το Ταπί 10 μηνός Ιουνίου 1316 καθ' ημάς 1901 ενώ στην υπό κρίση αγωγή αναφέρεται ο υπ' αριθμ. … τίτλος μηνός Ιανουάριου 1316 καθ' ημάς 1901, ο οποίος ουδέποτε όπως αναγράφεται στο σώμα του ότι μεταγράφηκε στο όνομα των φερομένων ως κληρονόμων του... δεν αναφέρεται σε αυτήν, ο τίτλος του τουρκικού κτηματολογίου, βάσει του οποίου οι αναφερόμενες ως θυγατέρες του Ζ.

Π. Ν. κατείχαν το επίδικο...., διότι όπως προκύπτει από την λογική και γραμματική ερμηνεία του παραπάνω τίτλου βάσει του οποίου κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς ο Ζ. Π. κατείχε το επίδικο, στον τίτλο αυτό αναφέρεται και αναγράφεται με έμφαση ότι δεν σημειώνεται νέα μεταγραφή αυτού εις τους κληρονόμους αν πράγματι οι αναφερόμενες ήταν κληρονόμοι του Ζ.

Π..... θα έπρεπε να αναφέρουν ποιος ήταν ο προκάτοχος αυτού του τίτλου και ποιος ήταν ο αρχικός τίτλος από τον οποίο προήλθε ο υπ αρ. 10 της 2 Ιανουάριου 1316 και καθ ημάς 1901 τίτλος (ταπί) και ποιοι οι απώτατοι δικαιοπάροχοι φτάνοντας μέχρι τον αρχικό τίτλο Ταπί του Τουρκικού Κτηματολογίου.... έπρεπε να καθορίζεται ....

στην αγωγή, εάν αυτές κληρονόμησαν εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου τον αποβιώσαντα, πότε κληρονόμησαν αυτόν, ποια τα κληρονομικά τους μερίδια, εάν οι κληρονόμοι εδήλωσαν ρητώς ή σιωπηρώς την περί αποδοχής της κληρονομιάς βούλησή τους και το σπουδαιότερο ΕΑΝ ΥΠΗΡΧΑΝ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ, όπως και πράγματι υπήρχαν δηλαδή η σύζυγός του.....

στο προαναφερθέν συμβόλαιο ... με το οποίο ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι απέκτησαν την κυριότητα οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των του επιδίκου κ.κ. Λ. και Μ., ρητώς αναφέρεται ότι μεταξύ των κληρονόμων του Ζ. Π. Ν. περιλαμβάνεται και η αποβιώσασα το 1920 σύζυγός του (.....) Μ. θυγατέρα Σ. Μ. χήρα Ζ. Π. Ν., η οποία όμως δεν συνέπραξε στην πώληση του επιδίκου.

Εφ' όσον ο Ζ. Π. Ν., προαποβίωσε,..., θα έπρεπε να υπάρχει ρητός ισχυρισμός, εάν αυτή υπήρξε επίσης κληρονόμος του.." 3) ενώ δεν αναφέρεται στην αγωγή η χωρίς δικαστική αμφισβήτηση κατοχή και καλλιέργεια του αγρού, που αποτελεί προϋπόθεση εφαρμογής των άρθρ. 78 του ν. περί Γαιών, 2 του δ/τος 2468 της Προσωρινής Κυβέρνησης ..., που κυρώθηκε με το ν. 2072/1917 και 101- 104 του δ/τος 11/12-11-1929, θεώρησε ότι αναφέρεται η προϋπόθεση της μη δικαστικής αμφισβήτησης, και ο, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, εκθέτοντας ότι το Εφετείο παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή, λόγω αοριστίας, διότι δεν εκθέτει στο δικόγραφο αυτής :

το θρήσκευμα, τον τόπο της τελευταίας κατοικίας, την υπηκοότητα και την ακριβή ημεροχρονολογία θανάτου του Ζ. Π. Ν., το θρήσκευμα, την υπηκόοτητα, και τον τόπο της κατοικίας των τριών θυγατέρων του Ζ. Π. Ν., τόσο κατά το χρόνο θανάτου του τελευταίου όσο και μεταγενέστερα, είναι απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως ορισμένη, ενώ ήταν αόριστη, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται το αίτημα παροχής έννομης προστασίας, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος των αποδιδόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμελειών, ενώ δεν αρκεί η από τον αναιρεσείοντα αποσπασματική έκθεση των διαλαμβανόμενων στην αγωγή πραγματικών γεγονότων.

Σε κάθε περίπτωση, από την παραδεκτή, επισκόπηση, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι οι 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, και 6η αναιρεσίβλητοι, αφού εξέθεταν, ότι ασκούν αυτήν, μετά την παραίτηση από το δικόγραφο της με αριθμ. έκθ. κατ. 37104/15-09-1999 αγωγής, την οποία άσκησαν μετά την απόρριψη, με τη με αριθμ. 10728/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., προηγούμενης αγωγής, ως αόριστης, για το λόγο ότι δεν αναφερόταν ο τρόπος κτήσης της κυριότητας από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, εκθέτουν, με την κρινόμενη αγωγή, ότι με παράγωγο τρόπο, (από, δημοσιευθείσα νόμιμα, ιδιόγραφη διαθήκη) κληρονομική διαδοχή, οι 1η, 2η, 3η, 4η και 6η αναιρεσίβλητοι, με τις αναφερόμενες ...

και ... συμβ/φικές πράξεις αποδοχής κληρονομίας, που μεταγράφηκαν νόμιμα, και την (παρακάτω μεταγραφείσα νόμιμα) σύμβαση αγοραπωλησίας η 5η αναιρεσίβλητη, έγιναν, η μεν πρώτη αναιρεσίβλητη επικαρπώτρια ποσοστού 75% εξ αδιαιρέτου, η 2η 3η και 4η, των αναιρεσιβλήτων, ψιλές κυρίες ποσοστού 25% εξ αδιαιρέτου η καθεμία, η 5η συγκυρία ποσοστού 12,5% εξ αδιαιρέτου και η 6η (συγ)κυρία ποσοστού 6,25% εξ αδιαιρέτου του επίδικου αγρού, ότι ο, στις 13-09-1985, αποβιώσας κληρονομούμενος Δ.

Γ., δικαιοπάροχος των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων, η 5η αναιρεσίβλητη και η, στις 17-11-2005 αποβιώσασα, κληρονομούμενη Ό.- Μ. συζ Α. Ο. το γένος Ι. Γ., δικαιοπάροχος της έκτης αναιρεσίβλητης, κατέστησαν (συγ)κύριοι του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 75%, 12,5% και 12,5% εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, με παράγωγο τρόπο, και ειδικότερα, με το με αριθμ. ...

αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της άλλοτε συμβολαιογράφου ... Δ. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς από την Α. ή Α. και την Α. Κ. του Σ., και/άλλως με πρωτότυπο τρόπο τακτικής (νόμιμο τίτλο, καλή πίστη, πλέον των δέκα ετών, από τη μεταγραφή του) άλλως έκτακτης χρησικτησίας (καλλιέργεια με σιτηρά και συλλογή του καρπού, επιτήρηση των ορίων του), και οι δικαιοπάροχοι των τελευταίων είχαν καταστεί, κατ' ισομοιρίαν, (συγ)κύριες του επιδίκου, με παράγωγο τρόπο, λόγω ανάμιξής τους στην εκ της αναφερόμενης δημόσιας διαθήκης κληρονομία και με πρωτότυπο τρόπο, χρησικτησίας, (με καλλιέργεια του κληρονομιαίου ακινήτου με σιτηρά, με καλή πίστη, από 04-10-1942 μέχρι και τον Φεβρουάριο 1946, συλλογή καρπών, εκμίσθωση αυτού μέχρι το 1975, υποβολή υπομνημάτων άρσης της απαλλοτρίωσης, υπογραφή πρωτοκόλλου παραλαβής) της αποβιώσασας, στις 04-10-1942, κληρονομούμενης - μητέρας τους Μ.

το γένος Μ. Π., και η ανωτέρω κληρονομουμένη είχε καταστεί κυρία του επιδίκου ακινήτου, δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου πώλησης του άλλοτε συμβολαιογράφου ... Μ. Ω., που μεταγράφηκε νόμιμα, από αγορά από τον Γ. Χ. Γ., και με μετατροπή του 1/5 του Ελληνικού Δημοσίου, σε πλήρη κυριότητα, δυνάμει των άρθρων 101-104 του δ/τος της 11/12-11-1929, ως (συγ)κυρία των 4/5, κατά τη δημοσίευση του δ/τος, αυτοδικαίως, και ο τελευταίος είχε καταστεί κύριος αυτού, δυνάμει του με με αριθμ. ...

συμβολαίου πώλησης του άλλοτε συμβολαιογράφου ... Β. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, από αγορά από τους Δ. Μ. και Α. Λ., στους οποίους είχε περιέλθει το επίδικο ακίνητο δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου ... Β. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, από αγορά από τις Α. συζ. Ι. Μ., Α. συζ. Δ. Α. και Λ. συζ.

Μ. Α., θυγατέρες του "Ζ. Π.", οι οποίες ήταν τέκνα του, με το με αριθμ. 10 ταπίου του μηνός Ιανουαρίου του Οθωμανικού Κτηματολογίου ..., και εξουσιαστή - καλλιεργητή (μέχρι το θάνατά του) Ζ. Π., του αποβιώσαντος πριν το έτος 1907, οι οποίες, έκτοτε και μέχρι το 1925, καλλιεργούσαν αυτό, με σιτηρά, αδιάλειπτα αυτό, και ως πληρούσες τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων του άρθρο 2 του Δ/τος 2468 της Προσωρινής Κυβέρνησης ..., που κυρώθηκε με το Ν. 1072/1917, άρθρα 49, 50 του Ν. 2052/1920, ήτοι της δεκαετούς καλλιέργειας του επίδικου ακινήτου, και (κατά το εκτιμώμενο νοηματικό περιεχόμενο αυτής) χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, κατέστησαν, με μετατροπή, στις 20-05-1917, (συγ)κυρίες κατά ποσοστό 4/5 αυτού, και στη συνέχεια, με βάση τα άρθρα 101 -104 του δ/τος της 11/12-11-1929, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17,18 και 19 του ν. 1540/1938, με την παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο του έτερου 1/5 στους συγκυρίους αυτού, οπότε καταλύθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στο ευρισκόμενο στις Νέες Χώρες επίδικο ακίνητο, ζήτησαν, όπως παραδεκτά περιόρισαν (κατά το αίτημα απόδοσης του ακινήτου) την αγωγή, να αναγνωριστεί ότι είναι (συγ)κύριοι, με παράγωγο άλλως με πρωτότυπο, τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία, τρόπο του επιδίκου ακινήτου, επειδή ο αναιρεσείων, αμφισβήτησε, τα έτη 1991 -1993, την (συγ)κυριότητα αυτών.

Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή και σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής, είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 70 ΚΠολΔ, 1033, 1710, 1712, 1846, 1193, 1195, 1199, 1041, 1042, 1045 ΑΚ, 51 και 55 του ΕισΝΑΚ, 1, 2 του Δ/τος 2468 της Προσωρινής Κυβέρνησης ..., που κυρώθηκε με το Ν. 1072/1917, άρθρα 49, 50 του Ν. 2052/1920, 3, 54 και 78 του Οθωμανικού Νόμου "Περί Γαιών", της 7ης Ραμαζάν 1274, 101 -104 του δ/τος της 11/12-11-1929, ενώ δεν απαιτείτο να αναφέρονται λοιπά από τα παραπάνω επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα πραγματικά περιστατικά και καταστάσεις.

Το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την προταθείσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφερθείσα με σχετικό λόγο έφεσης, ένσταση αοριστίας, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα από τα εκτιθέμενα στην αγωγή στοιχεία και δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, και, επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτού, από τον αρ. 8 και 14 (όχι και 1α, όπως από παραδρομή αναφέρεται) του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά τα οικεία μέρη αυτού, από τον αρ. 14 (όχι και 1α , όπως από παραδρομή αναφέρεται) του άρθρου 559 είναι και αβάσιμος.

IV. [1] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019). [2] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1586/2022, ΑΠ 1542/2022). [3] Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και, ιδιαίτερα, του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 19 και 20 ΚΠολΔ.

Έτσι, η ουσία της υπόθεσης, εφ' όσον δεν συντρέχει η ως άνω εξαιρετική περίπτωση δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 105/2023, ΑΠ 1040/2022, ΑΠ .../2019). [4] Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος, με τον οποίο επικαλείται ότι οι ελλείψεις του δικογράφου της αγωγής ως προς τα εξής πραγματικά περιστατικά: 1) εάν οι θυγατέρες του Ζ.

Π. Ν. απέκτησαν και πότε, μετά το θάνατό του, αυτές οι ίδιες δικό τους αυτοδύναμο δικαίωμα εξουσίασης για το συγκεκριμένο αγρό στο όνομά τους, 2) αν το απέκτησαν σε ποια ημεροχρονολογία, με εγκατάστασή τους στον αγρό, ως κληρονόμοι, το καλλιέργησαν επί δεκαετία με τους ορισμούς του άρ. 78, στέρησαν την προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσης, είναι απαράδεκτος, διότι η αοριστία του δικογράφου της αγωγής δεν ιδρύει τον επικαλούμενο παραπάνω λόγο αναίρεσης αλλά τον ανωτέρω από τον του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αντιμετωπίστηκε, όπως παραπάνω. [5] Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, με τις προτάσεις του, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πρόβαλε τον ισχυρισμό, και επανέφερε με σχετικό λόγο έφεσης, ότι κατέστη κύριος, με άσκηση πράξεων νομής διανοία κυρίου, που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου, και, ειδικότερα, με καλλιέργεια αυτού με σιτηρά, μπάμιες και βαμβάκι, από το έτος 1958, για χρόνο περισσότερο από μία εικοσαετία, προσμετρώντας και το χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του Γ.

και Ζ. Μ., οι οποίοι ασκούσαν πράξεις νομής διανοία κυρίου, στο επίδικο, ως, αποτελούν, μία ενιαία έκταση με τα ακίνητα που είχαν αγοραστεί, με το με αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβ/φου ... Ι.. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, στο οποίο φερόταν τυπικώς (εικονικώς) ως αγοραστής των δύο αγρών 16 και 18 παλαιών στρεμμάτων, αντίστοιχα, στη θέση ...

της περιφέρειας του Δήμου ..., ο παππούς του Χ. Μ. του Γ., που είχε αγοραστεί από τον Γ. Μ., και με το με αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβ/φου ... Κ.. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο η Ζ. Μ. απέκτησε το αναφερόμενο ακίνητο των 6 παλαιών στρεμμάτων στην αυτή παραπάνω θέση, αδιάκοπα μέχρι τον επισυμβάντα το έτος 1966 και 1978 θάνατο του πατέρα και της μητέρας του, αντίστοιχα, με αποτέλεσμα να καταλυθεί η κυριότητα των δικαιοπαρόχων της 1ης, 2ης, 3ης, 4ης, 5ης και 6ης των αναιρεσιβλήτων.

Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος που αναφέρεται στην προσμέτρηση του χρόνου των δικαιοπαρόχων του, που διέρρευσε κατά το μεγαλύτερο μέρος αυτού, υπό την ισχύ του βρδ (1926 έως 22-02-1946) και υπολείπεται προς συμπλήρωση του χρόνου των τριάντα ετών, που απαιτείται κατά το προϊσχύσαν δίκαιο, χρόνος μικρότερος των είκοσι ετών, είναι μη νόμιμος, διότι τα επικαλούμενα δεν συνιστούν καλή πίστη των δικαιοπαρόχων του αναιρεσείοντος, και δεν περιγράφεται ότι ενήργησαν με καλή πίστη, ενώ, προσθέτως, το με αριθμ. ...

συμβόλαιο, ως εικονικός τίτλος δεν μπορεί να συνδυαστεί ως νόμιμος ή νομιζόμενος τίτλος με καλή πίστη, η οποία απαιτείται προς θεμελίωση της προσμέτρησης με τα προσόντα της προηγούμενου δικαίου. Το Εφετείο, το οποίο έκρινε την παραπάνω προσμέτρηση του χρόνου των δικαιοπαρόχων του αναιρεσείοντος ως μη νόμιμη, ορθά τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 παρ. 1 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ (18.1), 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) και 12 Πανδ. (28.7), 14 παρ. 8 (11.7), 6 Πανδ. (29.2), 12 Πανδ. (38.16), 3.616 (2.19), Θεμ.

φ.3 (3.19) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, 64 και 65 ΕισΝΑΚ ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, και, συνεπώς, ο, από τον αρ. 1α (και όχι και από τον αρ. 8β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι με εσφαλμένη ερμηνεία απέρριψε τον ισχυρισμό του ως μη νόμιμο είναι αβάσιμος.

VΙ. [1] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής : "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στην άλλοτε τοποθεσία ... της κτηματικής περιφέρειας του χωριού ...

και ήδη εντός της κτηματικής περιοχής του Δήμου ... στη θέση ... όπως αυτό ειδικότερα ορίζεται με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α στο ... τοπογραφικό διάγραμμα, που συνοδεύει την ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη, φέρει δε ΚΑΕΚ ... και συνορεύει κατά το ανωτέρω σχεδιάγραμμα νοτιανατολικά με ΚΑΕΚ ... ιδιοκτησίας Χ., Β., Ε. και Α. Μ., λόγω κληρονόμων Ζ.

χας Γ. Μ., βορειοδυτικά με ΚΑΕΚ ... ιδιοκτησίας Χ., Β., Ε. και Α. Μ. κληρονόμων Γ. Χ. Μ., νοτιοδυτικά με ΚΑΕΚ ... ΑΒΚ 3008 δημόσιο κτήμα - παλαιός αιγιαλός και βορειοανατολικά με ΚΑΕΚ ... ιδιοκτησίας Χ. Π., Ε. και Θ., ... ιδιοκτησίας Α. Κ. και ..., ιδιωτική οδό. Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί, ότι ναι μεν στην αγωγή το εν λόγω ακίνητο φέρεται ως έχον έκταση 8.212,50 τ.μ.

περίπου, δεδομένου όμως ότι τμήμα του είναι χειμέριο κύμα [ΦΕΚ 6/21-1-1960 για το οποίο θα γίνει λόγος στη συνέχεια], η έκταση του ανέρχεται σε 6.023,78 τμ, έχει δε καταχωρηθεί στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου ... με εμβαδόν 6.006 τ.μ..... Η ορισθείσα πραγματογνώμονας Ε. Τ., με την ως άνω έκθεση της προβαίνοντας σε εφαρμογή των τίτλων των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους, ...

κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στην έκταση, που περιήλθε στον Ζ. Π. λόγω αγοράς από τον Σ. γιό Γ., αντί γροσίων χιλίων διακοσίων. Μάλιστα στο 5 κεφάλαιο της και στις σελίδες 46 έως 50 της άνω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης γίνεται εξειδικευμένος σχολιασμός σχετικά με τη διαχρονική εξέλιξη των τίτλων κυριότητας του επιδίκου, καθώς και των όμορων ακινήτων και καταλήγει η πραγματογνώμονας στο συμπέρασμα ότι το ακίνητο που αναφέρεται στο με αριθμό ...

συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου ... Β.. Κ., με το οποίο οι τρεις θυγατέρες του Ζ. Π. Ν.., α) Α. σύζυγος Ι. Μ., β) Α. σύζυγος Δ. Α. και γ) Λ. σύζυγος Μ. Α., πώλησαν στους Δ. Μ. και Α. Λ., και το οποίο (ακίνητο) κληρονομήθηκε και από τις τρεις από τον πατέρα τους, Ζ. Π. Ι., "εις ον πατέρα των, είχεν περιέλθει αυτό ως άνω γήπεδον εξ αγοράς παρά του Σ.

υιού Γ., αντί γροσίων χιλίων διακοσίων (1.200) δυνάμει του υπ' αριθμ 10 (2 Ιουνίου 1316=1901) τίτλου ιδιοκτησίας (ταπίου) του τότε κτηματολογίου ...", αφορά στο ακίνητο που περιγράφεται στον τουρκικό τίτλο με αριθμό ... (1901) του Οθωμανικού Κτηματολογίου, που είναι αγρός, κατηγορίας δημόσιας γης, που βρίσκεται στην τοποθεσία ... ...

του χωριού ... έκτασης 3 παλαιών στρεμμάτων και 2 παλαιών αυλακιών, και τον οποίο αγόρασε ο Ζ. Π.ς από τον Σ. γιό Γ., αντί χιλίων διακοσίων γροσίων και όχι στον τουρκικό τίτλο με αριθμό ... (1901), που από προφανή παραδρομή του συμβολαιογράφου αναγράφεται στο υπ' αριθμ ... συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου ... Β..

Κ. και τούτο διότι ο τίτλος ..., αφορά τα 7/40 ενός τεμαχίου οικοπέδου κατηγορίας τελείας κυριότητας, που κείται στη συνοικία ..., στην οδό ..., αξίας 350 γροσίων, με ιδιοκτήτες κατά τα 5/20 και 7/40 τον Α. Μ. και 3/20 των 7/40 την Μ. Χ.. Από την περιγραφή του αναγραφόμενου στο συμβόλαιο από παραδρομή τουρκικού τίτλου, προκύπτει ότι αυτός (...), αφορά α) σε οικόπεδο, ενώ το επίδικο είναι αγρός, β) αφορά σε ακίνητο η θέση του οποίου βρίσκεται στο κέντρο της πόλης της ..., ενώ το επίδικο κείται στη θέση ...

της κτηματικής περιοχής ... και γ) η συνοικία ... ή ..., βρίσκεται πάνω από την οδό ... του δήμου ... και η οδός ... είναι η σημερινή οδός ... ενώ το αντικείμενο της πώλησης κατά τα αναγραφόμενα στο υπ' αριθμ ... συμβόλαιο είναι "... γήπεδον πρώην αγρός δημοσίας γης εκτάσεως τριών στρεμμάτων και δύο αυλακιών παλαιών, κείμενον εις την τοποθεσίαν ...

της περιφερείας χωρίου ... και ήδη περιφερείας ... του ομώνυμου δήμου οριζόμενον βορείως με Α. και με Ε., νοτίως με Χ. Α. και δυτικώς με χείλος θαλάσσης, ττεριελθόντα εις αυτάς και τας τρεις ομού εκ κληρονομιάς του πατρός των Ζ. Π. Ν..). 'Αλλωστε και στις φορολογικές εγγραφές των απώτατων δικαιοπαρόχων των κυρίων των όμορων ακινήτων, όσον αφορά το ακίνητο με AM 9, αυτό εγγράφεται στο όνομα "κληρονόμοι Ζ.

Π.", όπως με λεπτομέρεια καταγράφεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης κατά τη διερεύνηση της διαχρονικής εξέλιξης των όμορων του επιδίκου ακινήτου, από τις εγγραφές τους στο Εθνικό Κτηματολόγιο μέχρι τον τίτλο ιδιοκτησίας τους επί Τουρκοκρατίας και τις αντίστοιχες φορολογικές τους εγγραφές. Εξάλλου και η πραγματογνώμονας Σ.

Τ. - Τ., στην έκθεση της αποφαίνεται ότι το ακίνητο στη τοποθεσία ... της κτηματικής περιφέρειας της ... ..., που περιγράφεται στο υπ' αριθμ ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Β.. Κ., συμπίπτει τόσο με εκείνο που περιγράφεται στον τίτλο του ταπίου με αριθμό 10 μηνός Ιανουάριου του τουρκικού έτους 1316 (χριστιανικού 1901), όσο και στη φορολογική εγγραφή με αύξοντα αριθμό ...

του Γ Βασικού-Καθολικού Βιβλίου Εσάς του τουρκικού έτους 1323 (χριστιανικού 1907) της Οθωμανικής Οικονομικής Εφορίας. Καταλήγει δε στο συμπέρασμα η πιο πάνω πραγματογνώμονας ότι, ο εν λόγω αγρός, κατηγορίας των δημοσίων οθωμανικών γαιών περιήλθε επί τουρκοκρατίας κατά δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (tesarruf) στον Ζ.

Π. εξ αγοράς, δυνάμει της υπ' αριθμ 10 μηνός Ιανουάριου του τουρκικού έτους 1316 (χριστιανικού 1901) εγγραφής της αγοραπωλησίας στο οικείο βιβλίο Πρακτικών του Οθωμανικού Κτηματολογίου, καθώς και ότι ο εν λόγω Ζ. Π.ς απεβίωσε προφανώς μεταξύ των ετών 1901 (έτος αγοράς του επιδίκου) και 1907 (έτος καταγραφής του ακινήτου στα βιβλία της Οθωμανικής Οικονομικής Εφορίας προς επιβολή της στρεμματικής κτηματικής φορολογίας) και ότι για το λόγο αυτό στην εγγραφή με αριθμό ...

του Γ Βασικού - Καθολικού Βιβλίου Εσάς του τουρκικού έτους 1323 (χριστιανικού 1907) της Οθωμανικής Οικονομικής Εφορίας, η οποία καταγραφή στο πιο πάνω βιβλίο γίνεται, προκειμένου να επιβληθεί ο ανάλογος καταβαλλόμενος κατ' έτος κτηματικός φόρος, ως εξουσιαστές φέρονται οι κληρονόμοι του Ζ. Π.. Όσον αφορά την αντιστοίχιση των αναφερόμενων τόσο στον υπ' αριθμ ... (δικό μας 1901) τίτλο του Οθωμανικού κτηματολογίου "τριών παλαιών στρεμμάτων και δυο αυλάκιων" σε τετραγωνικά μέτρα, όσο και των αναφερόμενων στρεμμάτων στο Γ' Βασικό Φορολογικό Βιβλίο (Εσάς) του χωριού ...

του τουρκικού έτους 1323 (δικό μας 1907), όπου ο επίδικος αγρός φέρεται εγγεγραμμένος με αριθμό εγγραφής ... και αριθμό μετώπου 9 και έκταση 9 στρέμματα και 200 πήχεις η πιο πάνω πραγματογνώμονας γνωμοδοτεί ότι, η έκταση των τριών στρεμμάτων παλαιών και δυο αυλακιών παλαιών, που αναγράφεται ως έκταση του επιδίκου ακινήτου στο ταπί, λαμβανομένου υπόψιν ότι, α) το παλαιό στρέμμα (donum-l attik) υποδιαιρούνταν σε τέσσερα παλαιά αυλάκια ή 1.600 παλαιούς πήχεις, β) το παλαιό αυλάκι ( evlek-l attik) αντιστοιχούσε προς το 1/4 του παλαιού στρέμματος και γ) ο παλαιός πήχυς (zira-l attik) αντιστοιχούσε στο 1/400 του παλαιού αυλακίου ή στο 1/1600 του παλαιού στρέμματος, αντιστοιχεί σήμερα, σε 5.600 τμ (1.600 τμ X 3,5 τουρκικά στρέμματα παλαιά), ενώ η έκταση των 9 στρεμμάτων (φορολογικών/ μικρών) και 200 πήχεων, όπως το εμβαδόν του [αγρού αναγράφεται στην υπ' αριθμ ...

φορολογική εγγραφή, αντιστοιχεί σήμερα, σε έκταση 8.382,444 (9 X 918,624+200 X 0,5741 = 8.267,616 + 114,828 = 8382,444) τ.μ.. Ενώ κατά τους υπολογισμούς της έτερης πραγματογνώμονος Ε. Τ., το εμβαδόν του αγρού με αριθμό εγγραφής ... και αριθμό μετώπου 9 και έκταση 9 στρέμματα και 200 πήχεις, λαμβανομένου υπόψιν, ότι ένας τετραγωνικός πήχυς ισούται με 0,57414 τμ, ένα στρέμμα ισούται με 918,672 τμ και ένα αυλάκιον ισούται με 229,668 τμ, ανέρχεται σήμερα σε 8.612,548 (9Χ 918,672 +200 X 0,57414 = 8.612,548) τ.μ..

Το ακίνητο αυτό που ανήκε, ..., στην κατηγορία των δημοσίων γαιών και συγκεκριμένα ήταν καλλιεργήσιμος αγρός και συνόρευε κατά τον τίτλο κτήσης, βόρεια, με έμπορο Α., νότια με Χ., δυτικά, με χείλος θάλασσας και ανατολικά με Β., από της αγοράς το έτος 1901 από τον Ζ. Π. μέχρι και του θανάτου του, προ του έτους 1907, τον κατείχε χωρίς δικαστική αμφισβήτηση και τον καλλιεργούσε, ο πιο πάνω (Ζ.

Π.ς), απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων. Ο Ζ. Π.ς απεβίωσε επί Τουρκοκρατίας και ειδικότερα πριν από την κατάληψη της πόλης της ... από τον Ελληνικό Στρατό (...) εν συνεχεία δε οι κόρες του ανωτέρω εξουσιαστή, Α., Α. και Λ., υπεισήλθαν νόμιμα και αναμίχθηκαν ενεργά στην κληρονομιά αυτού, συνεχίζοντας να εξουσιάζουν το ως άνω ακίνητο και να νέμονται και να κατέχουν αυτό με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, καλλιεργώντας το με δημητριακά διαρκώς μέχρι το έτος 1925.

Οι πιο πάνω και μόνο θυγατέρες του Ζ. Π., είχαν κληρονομικό δικαίωμα στην καταληφθείσα κληρονομιά αυτού και όχι και η σύζυγος του Ι., δεδομένου ότι μόνο αυτές πληρούσαν τις οριζόμενες από τα άρθρα 109 και 110 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών Ν 7/1274 προϋποθέσεις, όπου μόνο η εξ αδιαθέτου διαδοχή χωρεί και όχι εκ διαθήκης διαδοχή, για το λόγο δε αυτό, μετά από τον έλεγχο των προϋποθέσεων της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, εκδόθηκαν στο όνομα και μόνο αυτών (θυγατέρων), οι υπ' αριθμ ... , ...

και ... μηνός Ιουνίου έτους 1323 (1907) τίτλοι, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Ζ. Π., αναφορικά με έτερο ακίνητο, καθώς επίσης όσο αφορά το ένδικο ακίνητο, όπως προκύπτει από το Γ Βασικό Φορολογικό Βιβλίο (Εσάς : όπου καθαρογράφονται τα πρόχειρα "musvedde" [μουσφετέ], δηλαδή τα πρόχειρα φορολογικά βιβλία που συντάσσονται επιτόπου κατά τη φορολογική απογραφή των ακινήτων) του χωριού ..., νομού ...

του τουρκικού έτους 1323 (χριστιανικού 1907) του Τουρκικού Αρχείου, καταχωρήθηκε το επίδικο, υπ' αυξ. αριθμό εγγραφής ..., στο όνομα τριών θυγατέρων του Ζ. Π., με στοιχεία ακινήτου, έκταση εννέα (9) στρεμμάτων και διακοσίων (200) πήχεων, με αριθμό μετώπου εννέα, κείμενο στην τοποθεσία "..." του χωριού .... Από την αναγραφή στο εν λόγω φορολογικό βιβλίο δίπλα από την ένδειξη "Είδος ακινήτου" της λέξης "Αγρός", προκύπτει ότι το ακίνητο που κατείχαν οι κληρονόμοι του Ζ.

Π., αξίας 18.350 γροσίων και για το οποίο είχε γεννηθεί φορολογική υποχρέωσή τους προς το κράτος, ύψους 73 γροσίων, ανήκε δε στην κατηγορία των καλλιεργήσιμων γαιών, ....., και συνεπώς, η παραχώρηση σ' αυτές του εν λόγω ακινήτου προσπόρισε σ' αυτές δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης. Έτσι, αφού οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων Α., Α.

και Λ., επί μία συνεχή δεκαετία πριν από την 20-5-1917 κατείχαν και καλλιεργούσαν το εν λόγω ακίνητο, που ανήκε στην κατηγορία των καλλιεργήσιμων αγρών, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, έγιναν συγκύριες αυτού, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου η καθεμία, βάσει των διατάξεων των άρθρων 78 του Οθωμανικού Νόμου "περί Γαιών", 8 των οδηγιών της 7 Σ. 1276, άρθρο 2 του Δ/τος 2468 της Προσωρινής Κυβέρνησης ..., που κυρώθηκε με το Ν. 1072/1917, άρθρα 49, 50 του Ν. 2052/1920, 101-104 του Δ/τος της 11/12-11-1929 όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17,18 και 19 του Ν. 1540/1938 ..., δεδομένου ότι από της ισχύος του διατάγματος 2468 της Προσωρινής Κυβέρνησης ..., δηλ.

από 20-5-2017, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως που είχαν, μεταβλήθηκε σε δικαίωμα συγκυριότητας κατά ποσοστό 4/5 εξ αδιαιρέτου, έκτοτε δε αυτό ήταν δεκτικό χρησικτησίας, καθόσον πρόκειται για ακίνητο στο οποίο ιδιώτης απέκτησε δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), το οποίο μετατράπηκε σε δικαίωμα συγκυριότητας, οπότε αυτό μη περιερχόμενο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, μπορούσε να χρησιδεσποθεί,....

Περαιτέρω, οι α) Α. (συζ. Ι. Μ., το γένος Ζ. Π. Ν.. β) Α. συζ. Δ. Α., το γένος Ζ. Π. Ν.. και γ) Λ. συζ. Μ. Α., το γένος Ζ. Π. Ν.., δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου πώλησης του άλλοτε συμβολαιογράφου ... Β. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ΛΑ' και με αύξοντα αριθμό ..., πώλησαν τον ανήκοντα σ' αυτές ποσοστά του πιο πάνω αγρού, στους Δ.

Μ. και Α. Λ., ειδικότερα μεταβίβασαν σ' αυτούς εξ αδιαιρέτου ακίνητο, έκτασης 3 στρεμμάτων και 2 αυλακιών παλαιών, στην τοποθεσία ..., στην περιοχή του χωριού ... της περιφέρειας ..., το οποίο συνορεύει Βόρεια, με έμπορο Α., νότια με Χ., βόρεια (προφανώς ανατολικά) με Β. και δυτικά με χείλος της θάλασσας. Οι Δ. Μ. και Α.

Λ. δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου ... Β. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ΛΔ' και με αύξοντα αριθμό 199, πώλησαν το πιο πάνω ακίνητο, εκτάσεως 3 στρεμμάτων και 2 παλαιών αυλακιών στην τοποθεσία ... στην περιοχή του χωριού ... στην περιφέρεια ..., το οποίο συνόρευε, Βόρεια, με έμπορο Α., νότια με Χ., βόρεια (προφανώς ανατολικά) με Β.

και δυτικά με χείλος της θάλασσας, στον Γ. Γ., και αυτός με τη σειρά του, δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου ... Μ. Ω., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ΜΑ' και με αύξοντα αριθμό 141, πώλησε το ακίνητο έκτασης 3 στρεμμάτων και 2 αυλακιών παλαιών, στην τοποθεσία ..., στην περιοχή του χωριού ...

της περιφέρειας ..., το οποίο συνορεύει Βόρεια, με έμπορο Α., νότια με Χ., βόρεια (προφανώς ανατολικά) με Β. και δυτικά με χείλος της θάλασσας, στη Μ. Κ. χήρα Σ., ενώ σύμφωνα με τη με αριθμό ... πράξη του συμβολαιογράφου ... Ι. Π., η τελευταία (Μ. Κ.) εξοφλεί πλήρως το συμφωνηθέν τίμημα της παραπάνω πώλησης στους κληρονόμους του Γ.

Γ. και αυτοί συναινούν την εξάλειψη της εγγραμμένης υπέρ του δικαιοπαρόχου τους Γ. Γ. υποθήκης, η οποία είχε εγγραφεί στα βιβλία υποθηκών του υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 50 και με αύξοντα αριθμό 20. Εν τω μεταξύ, δυνάμει των άρθρων 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν.4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του νόμου 1540/1938, παραχωρήθηκε στους εξουσιαστές- ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου του πιο πάνω ακινήτου και έτσι η Μ.

Κ. κατέστη καθ' ολοκληρίαν κυρία του ακινήτου αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών. Η Μ. χήρα Σ.. Κ. το γένος Π. και Α. Μ., απεβίωσε στις 4-10-1942 και με τη με αριθμό ... δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον του άλλοτε συμβολαιογράφου ... Ι. Κ. και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το με αριθμό 45/1944 πρακτικό συνεδρίασης του Πρωτοδικείου ..., εγκατέστησε κληρονόμους αυτής τις δύο θυγατέρες της, Α.

και Α. ή Α. Κ. του Σ., στις οποίες κατέλειπε εκτός των ρητά αναφερομένων σ' αυτή (διαθήκη) ακινήτων και "πάσα άλλη περιουσίαν ήτις ήθελε ευρεθεί κατά τον θάνατον μου" και οι αυτές (θυγατέρες) αναμίχθηκαν στην κληρονομιά της μητέρα τους, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και ο ως άνω αγρός, ο οποίος κατά μεν το χρόνο σύνταξης της διαθήκης είχε απαλλοτριωθεί, όπως θα αναφερθεί παρακάτω από το Ελληνικό Δημόσιο για τη δημιουργία αεροδρομίου ..., λόγω της ύπαρξης οποίας απαλλοτρίωσης η Μ.

χήρα Σ.. Κ., δεν τον αναφέρει ρητά τον αγρό αυτό στην προαναφερθείσα διαθήκη της, πλην όμως εν συνεχεία η απαλλοτρίωση αυτή ανακλήθηκε και ο αγρός αποδόθηκε στις κληρονόμους της Μ. χας Σ.. Κ. και έτσι κατέστησαν αυτές, Α. και η Α. ή Α. Κ., συγκυρίες αυτού, χωρίς να απαιτείται η κατάρτιση συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς και μεταγραφής αυτής, αναφορικά με την επαχθείσα σ' αυτές κληρονομιά της μητέρας τους, λόγω του χρόνου θανάτου της κληρονομουμένης ....

Ο εκκαλών υποστηρίζει ότι οι πιο πάνω αδελφές Κ., δεν απέκτησαν το επίδικο ως κληρονομιαίο περιουσιακό στοιχείο δια της αναμείξεως τους ως κληρονόμων της στην κληρονομιά της μητέρας τους, αλλά αντίθετα αναμείχθηκαν μόνο στο έτερο ακίνητο που τους κατέλειπε η μητέρα τους και ειδικότερα στο κείμενο επί της οδού Γεωργικής σχολής, στη θέση ..., για το οποίο μάλιστα υπέβαλαν και τη σχετική δήλωση φόρου κληρονομιάς (αριθ.

πρωτ ... πιστοποιητικό Οικον. Εφόρου Ε' ..., πλην όμως, ... σύμφωνα ...και τις διατάξεις των ν. 10, πανδ. (29.2), Βασ. 10 (35.14) η υπεισέλευση του κληρονόμου σε μέρη της κληρονομιάς, ισχύει για ολόκληρη την κληρονομιά, αφετέρου δε, οι πιο πάνω αδελφές Α. και Α. Κ.., αναμείχθηκαν στην κληρονομιά της μητέρας τους, στην οποία θεωρούσαν ότι περιλαμβάνεται και ο πιο πάνω αγρός και για το λόγο αυτό αμέσως μετά την άρση της απαλλοτρίωσης του πιο πάνω ακινήτου με το από 30-12-1959 ΒΔ (ΦΕΚ 6/22-1-1960), προέβησαν στις δέουσες ενέργειες προς τις αρμόδιες αρχές και ειδικότερα υπέβαλαν την από 7-4-1960 αίτηση στο Κτηματικό Γραφείο ..., με την οποία αιτήθηκαν την απόδοση του υπ' αριθμ 7 κτήματος τους, ύστερα από την άρση της απαλλοτρίωσης το έτος 1959.

Το Ελληνικό Δημόσιο, μετά τον έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας των αδελφών Κ. καθώς και των δικαιοπαρόχων τους, στους οποίους περιλαμβάνεται και το με αριθμό 10 μηνός Ιανουάριου 1323 ταπί και η προαναφερθείσα φορολογική εγγραφή (...) και αφού διαπίστωσε ότι η Ανταλλάξιμος Περιουσία δεν κέκτηται δικαιώματα κυριότητας επί του υπ' αριθμ 7 τεμαχίου (εντός τετραγώνου) και εν συνεχεία προέβη στην αντιστοίχιση των τριών και 14 παλ.

στρεμμάτων με τα σημερινά μέτρα, προσδιορίζοντας το σημερινό εμβαδόν του ακινήτου σε 8.212,50 τμ, αποφάνθηκε ότι πρέπει να αποδοθεί σ' αυτές, (Α. και Α. Κ..) , έκταση 8.212,50 τμ και με την υπ' αριθμ πρωτ. ... διαταγή του Υπουργού Οικονομικών, παραγγέλθηκε το κτηματικό γραφείο ..., όπως προβεί στην απόδοση του υπ' αριθμ 7 ακινήτου, εκτάσεως 8.212,50 τμ, με την παρατήρηση ότι το Δημόσιο διατηρεί ακέραια τα δικαιώματα του επί του αντιστοιχούντος εις το τμήμα τούτο χειμέριου κύματος, εν συνεχεία δε την 1-8-1960 ο Διευθυντής Κτηματικού Γραφείου ..., εκτελώντας την πιο πάνω διαταγή , "προέβη στην απόδοση τις Α.

και Α. Κ.., τμήματος μ.τ. 8.212,50 τμ προς την θάλασσαν εκ του υπ' αριθμ 7 ( εντός τετραγώνου τεμαχίου (αγρού) εν θέσει ... (Α, Β, Κ 291 απαλ/θέντος δια του από 28/4/31 Πρ. Δ/τος δια την εγκατάστασιν Αεροδρομίου ... και αναφερομένου εν τω υπ' αριθμ. ... διαγράμματι του ΓΕΑ) ούτινος τμήματος ήρθη ήδη η απαλ/σις δυνάμει του από 30/12/59 Β.Δ/τος (ΦΕΚ 6/21-1-60ΤΔ) με την παρατήρησιν ότι το Δημόσιον διατηρεί ακέραια τα δικαιώματα του επί του αντιστοιχούντος εις το τμήμα τούτο χειμερίου κύματος".

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι αδελφές Α. και Α. ή Α. Κ. του Σ. και της Μαρίας, μετά την παραλαβή του πιο πάνω ακινήτου και πάλι στη νομή και κατοχή τους με τον προαναφερθέντα τρόπο, μεταβίβασαν αυτό, δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου ... Δ.. Τ.. - Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 861 και με αύξοντα αριθμό 49, την 1.4.1975 (βλ.

το με αριθμό πρωτ. 7026/1.4.1975 πιστοποιητικό του υποθηκοφύλακα ...) στον Δ. Γ. του Ι. και της Χ., τη Ν. - Α. Γ. ή Γ. του Ι. και της Χ. συζ. Π. Α. και την Ό. - Μ. Γ. ή Γ. του Ι. και της Χ. συζ. Α. Ο., κατά ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου στον πρώτο από αυτούς και 12,5% εξ αδιαιρέτου, σε κάθε μία από τις δεύτερη και τρίτη. Ειδικότερα τους μεταβίβασαν έναν αγρό, έκτασης 3 παλαιών στρεμμάτων και δύο αυλακιών που βρίσκεται στην τοποθεσία ...

της περιφέρειας του χωρίου ..., το οποίο συνορεύει βόρεια με Α. και με Ε., νότια με Χ. Α. και δυτικά με χείλος της θάλασσας, σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης των δικαιοπαρόχων τους και ήδη έκτασης 8.212,50 τ.μ. ή όσης έκτασης και αν είναι αυτό σήμερα του με αριθμό επτά (7) οικοπέδου που βρίσκεται στη θέση ... ... του Δήμου ... ..., ο οποίος συνορεύει γύρωθεν, νοτιοδυτικά με θάλασσα ...

επί πρόσοψης 52 γρ.μ., βορειοανατολικά με ιδιοκτησία Λ. επί πλευράς 50 γρ.μ., νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία Μ. με αριθμό 5 επί πλευράς 159,74 γρ.μ. και βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Μ. με αριθμό 10 επί πλευράς 156,73 γρ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται στο συνημμένο στο με αριθμό ... συμβόλαιο της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου σχεδιάγραμμα υπό στοιχεία ΑΒΓΔΑ.

Εκ των πιο πάνω συγκυριών του αγρού αυτού ο Δ. Γ. του Ι. απεβίωσε στη ... στις 13-9-1985 και με την από 28- 6-1985 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το με αριθμό 998/30-9-1986 πρακτικό συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... και κηρύχθηκε κυρία με τη με αριθμό 1107/20-9-1986 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου, κατέλειπε την επικαρπία του ποσοστού συγκυριότητάς του 75% εξ αδιαιρέτου στη σύζυγό του Μ.

Γ. (1η ενάγουσα) ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, και την ψιλή κυριότητα του ποσοστού αυτού, κατ' ισομοιρία, στις τρεις θυγατέρες του, Χ., Α. και Ι. Γ. (2Π, 3η και 4η ενάγουσες), ήδη δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, (.....). Οι παραπάνω κληρονόμοι του Δ. Γ., αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτές κληρονομιά του συζύγου και πατέρα τους δυνάμει της με αριθμό ...

δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ... Ε. Τ. - Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., την 6-4-1994, στον τόμο 1753 και με αύξοντα αριθμό ... (...). Επίσης, από τους παραπάνω αρχικούς συγκυρίους του πιο πάνω αγρού η Ό. - Μ. Γ. απεβίωσε στη ... στις 17-11-2005 και κατέλιπε με την από 24-1-2004 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το με αριθμό 352/2006 πρακτικό συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...

και κηρύχθηκε κυρία με τη με αριθμό 70264-2-2006 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου, το ποσοστό συγκυριτότητάς της επί του ως άνω αγρού, ήτοι το ποσοστό 12,5% εξ αδιαιρέτου, κατ' ιοσομοιρία στα δύο τέκνα της Σ. - Χ. και Κ. Ο. του Α. (6η και 7η των εναγόντων). Την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά της μητέρας τους αποδέχθηκαν η 6η και 7ος των εναγόντων δυνάμει της με αριθμό ...

δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου ... Ε. Ζ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό 201. Ο ως άνω αγρός καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ..., ως γεωτεμάχιο εμβαδού 6.006 τ.μ., με ΚΑΕΚ ... και δικαιούχους κυριότητας τη Ν.

Α. Γ. (5Π ενάγουσα) ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη, κατά ποσοστό 12.50/100 εξ αδιαιρέτου, τη Σ. - Χ. Ο. (6η ενάγουσα), ήδη έκτη αναιρεσίβλητη, κατά ποσοστό 6,25/100 εξ αδιαιρέτου, τον Κ. Ο. (7° ενάγοντα) κατά ποσοστό 6,25/100 εξ αδιαιρέτου, δικαιούχους ψιλής κυριότητας τις: α) Α. Γ. του Δ. (2η ενάγουσα), β) Ι. Γ. του Δ. (3η ενάγουσα) και γ) Χ.

Γ. του Δ. (4η ενάγουσα) κατά ποσοστό 25/100 εξ αδιαιρέτου την κάθε μία από αυτές και τέλος δικαιούχο επικαρπίας κατά ποσοστό 75/100 εξ αδιαιρέτου τη Μ. Τ. του Γ., χηρ. Δ. Γ. (1η ενάγουσα) (...). Βάσει των παραπάνω αποδειχθέντων, οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, καθότι στηρίζουν την κυριότητα τους στους αναλυτικά αναφερθέντες παραπάνω τίτλους κυριότητας (συμβόλαια 'και συμβολαιογραφικές πράξεις νομίμως μεταγεγραμμένα), όπου ο εκάστοτε πωλητής είναι κύριος του επιδίκου.

Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του εναγομένου, που προτάθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφέρονται ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου με το σχετικό λόγο έφεσης, ότι ο επικαλούμενος από τους ενάγοντες τίτλος κυριότητας του απώτατου δικαιοπαρόχου τους Ζ. Π. Ν.. δεν αφορά το επίδικο ακίνητο, ότι οι προαναφερθείσες θυγατέρες του που πωλούν το επίδικο το έτος 1925 στους Δ.

Μ. και Α. Λ. δεν ήταν κληρονόμοι αυτού, ότι οι αδελφές Κ. δεν ήταν κυρίες του επιδίκου, καθότι αυτό (επίδικο) δεν αναφέρεται στην επικαλούμενη διαθήκη της μητέρας τους, είναι απορριπτέοι, βάσει των ανωτέρω αποδειχθέντων, ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, ως προς τον ισχυρισμό του εναγομένου περί ιδίας κυριότητας αυτού επί του επιδίκου, καθότι νέμεται και κατέχει αυτό με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας από το έτος 1958, κατόπιν άτυπης δωρεάς των γονέων του, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :

Δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου πώλησης του άλλοτε συμβολαιογράφου ... Ι. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ΛΒ' και με αύξοντα αριθμό 191, ο Χ. Μ. του Γ., παππούς του εναγομένου, απέκτησε λόγω αγοράς από την Ανώνυμη Κτηματική και Γεωργική Εταιρία ..., έναν αγρό δημόσιας γης έκτασης 16 παλαιών στρεμμάτων και έναν αγρό δημόσιας γης έκτασης 18 παλαιών στρεμμάτων, που βρίσκονται στη θέση "..." του χωρίου ...

του νυν Δήμου .... Επίσης, δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου ... Κ. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ΛΗ' και με αύξοντα αριθμό ..., η Ζ. συζ. Γ. Μ.. του Χ., μητέρα του εναγομένου, απέκτησε από τον Α. Ε. έναν αγρό έκτασης 6 παλαιών στρεμμάτων στην ίδια θέση "..." του χωρίου ...

του νυν Δήμου .... Το έτος 1966 ξεκίνησε ένας δικαστικός αγώνας μεταξύ του Α. Μ.. του Χ. και του Γ. Μ.. του Χ., θείου και πατέρα του εναγομένου αντίστοιχα. Η αγωγή του Α. Μ.. αφορούσε τη διανομή των ακινήτων που, κατά τα ανωτέρω, απέκτησε ο πατέρας των ως άνω διαδίκων, Χ. Μ. του Γ., δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου ...

Ι. Π., συνολικής έκτασης 60 στρεμμάτων. Με τη με αριθμό 34/1973 απόφαση του Εφετείου ... κρίθηκε τελεσίδικα ότι πραγματικός αγοραστής και κύριος των πωληθέντων με το ως άνω συμβόλαιο αγρών ήταν ο Χ. Μ. του Γ. και όχι ο Γ. Μ. του Χ., πατέρας του εναγομένου, όπως ο τελευταίος επικαλείτο. Επίσης, κρίθηκε ότι ο Γ. Μ. δεν απέκτησε την κυριότητα των ως άνω αγρών, ούτε με τακτική, ούτε με έκτακτη χρησικτησία, καθότι αποδείχθηκε, όπως δέχεται η απόφαση αυτή, ο αγοραστής των αγρών αυτών, Χ.

Μ., νεμήθηκε τα ακίνητα εκμισθώνοντάς τα σε τρίτους μέχρι το θάνατό του το έτος 1938, ενώ στη συνέχεια μέχρι το έτος 1950, τα ακίνητα αυτά εκμεταλλεύονταν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, πλην των ετών της εχθρικής κατοχής 1941 - 1944. Με βάση την από 29-3-1971 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Α. Σ., που διατάχθηκε με τη με αριθμό 1646/1970 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...

διανεμήθηκαν τα παραπάνω ακίνητα του Χ. Μ.. και ο μεν Α. Μ. έλαβε τα με αριθμούς 2 και 1α ακίνητα, όπως αυτά εμφαίνονται στην παραπάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες, ενώ οι κληρονόμοι του Γ. Μ.., πατέρα του εναγομένου, ήτοι η σύζυγός του Ζ. και τα τέσσερα τέκνα του Β., Α., Ε.

και Χ. (εναγόμενος) έλαβαν τα με αριθμούς 3 και 1β τεμάχια, εμβαδού 13.605 και 12.894 τ.μ. αντίστοιχα. Στην πιο πάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, το με αριθμό 1β τεμάχιο που έλαβαν μετά από κλήρωση (...) οι κληρονόμοι του πατέρα του εναγομένου, έχει ως ανατολικό όριο ιδιοκτησία "κληρονόμων Σ. Κ.". Ανατολικό όριο της ιδιοκτησίας "κληρονόμων Σ.

Κ." πέρα από το δρόμο εμφανίζεται στην αυτή έκθεση ιδιοκτησία "Ζ. Μ.". Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα πάντα με την παραπάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η συνολική έκταση των διανεμηθέντων ακινήτων κυριότητας αρχικά του Χ. Μ.., παππού του εναγομένου, ήταν 53.147 τ.μ.. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι οι γονείς αυτού, Γ.

και Ζ. Μ., νέμονταν από το 1925 μέχρι το θάνατό τους τα έτη 1966 και 1978 αντίστοιχα, το επίδικο ακίνητο μαζί με τα προαναφερθέντα ακίνητα που είχαν αγοραστεί με τα με αριθμούς ... και ... συμβόλαια των συμβολαιογράφων Π. και Τ. αντίστοιχα, ως ένα ενιαίο ακίνητο, αφού τα αγορασθέντα με το πρώτο ως άνω συμβόλαιο ακίνητα ήταν κυριότητας του Χ.

Μ.. και διανεμήθηκαν, ύστερα από τον προαναφερθέντα δικαστικό αγώνα μεταξύ των τέκνων του Α. και Γ., το έτος 1971, όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Ο εκκαλών εναγόμενος προς απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι νεμόταν το επίδικο ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 100 στρεμμάτων, προσκομίζει και επικαλείται το από 12-2-1961 ιδιωτικό συμφωνητικό με συμβληθέντες τον ίδιο και τους Α.

Κ., Θ. Τ. και Α. Τ., γεωργούς και στο οποίο αναγράφεται ότι ο ίδιος (εκκαλών) είναι "κάτοχος" ενός αγρού έκτασης 100 περίπου στρεμμάτων, που βρίσκεται στην τοποθεσία "..." της περιοχής ..., πλην όμως, μόνη η αναγραφή στο πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό της κατοχής, από τον εκκαλούντα ενός αγρού περίπου 100 στρεμμάτων, δεν αποδεικνύει τη νομή του επί του επιδίκου κατά το χρόνο εκείνο και τούτο διότι αφενός μεν δεν περιγράφονται στο πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό τα όρια της έκτασης αυτής, αφετέρου δε, δεν προσκομίζονται άλλα έγγραφα που να αποδεικνύουν τη νομή του επί του επιδίκου.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί, ότι τα προσκομιζόμενα από τον εκκαλούντα δελτία ζύγισης, εξοφλητικές αποδείξεις είσπραξης εργατικών φορτοεκφορτωτικών, δελτία εξέτασης σίτου, εντολές πληρωμής προς την Αγροτική Τράπεζα, αποδείξεις ιδιωτών για όργωμα ή χωματουργικές εργασίες σε αγρόκτημα ιδιοκτησίας του, δαπάνες και σύναψη δανείων για τη διενέργεια γεώτρησης, καθώς και η προσκομιζόμενη φωτογραφία που ελήφθη κατά τους ισχυρισμούς του κατά τη δοκιμαστική άντληση της ανορυχθείσης γεωτρήσεως, δεν είναι δυνατόν να αποδείξουν ότι ο εκκαλών, πέρα των κτημάτων τα οποία αναμφισβήτητα έχει στην περιοχή του επιδίκου, νεμόταν και κατείχε το επίδικο, δεδομένου ότι σε κανένα από τα προαναφερθέντα έγγραφα, δεν γίνεται ακριβής περιγραφή των κτημάτων στα οποία αυτά αφορούν, με αναφορά στην έκταση, την τοποθεσία ή τα όρια αυτών.

Ακόμη και στο προσκομιζόμενο με επίκληση από τον εκκαλούντα από 3/4/1959 έγγραφο του υπουργείου Γεωργίας, αναφορικά με τον "προϋπολογισμό δαπάνης ανορύξεως γεωτρήσεως εις το αγρόκτημα Χρ. Μ. κειμένου εις την περιοχή Μ. ... ...", καμία μνεία για το εμβαδόν του ακινήτου στο οποίο θα γίνει η πιο πάνω γεώτρηση δε γίνεται και πολύ περισσότερο αναφορά εάν το αγρόκτημα αυτό εάν υποτεθεί ότι ήταν εμβαδού 100 στρεμμάτων, ήταν ενιαίο ή όχι, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών.

Σε καμία δε περίπτωση δε μπορεί να οδηγήσει σε τέτοιο συμπέρασμα, η αναγραφή στο πιο πάνω έγγραφο, 1) τρέχοντα μέτρα 120Χ450=δρχ 54.0000, 2) Μείον επιδότησις 120Χ225=δρχ. 27.000, 3) Προκαταβλητέον ποσόν υπό ενδιαφερομένων δρχ. 5.400, 4) χορηγηθησόμενον δάνειον υπο ΑΤΕ δρχ. 21.600. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι όταν το έτος 1975, οι Δ., Ό.-Μ.

Γ. και Ν. -Α. Γ., αγόρασαν το επίδικο ακίνητο, όπως προαναφέρθηκε, από τις αδελφές Κ., προέβησαν άμεσα στην περίφραξη αυτού και τοποθέτησαν, επίσης, μια μεγάλη σιδερένια πόρτα, όπως προκύπτει από τις σχετικές φωτογραφίες, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες. Αναφορικά με την περίφραξη του επιδίκου το έτος 1975, με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα κατέθεσε ο κατά πρόταση των εναγόντων εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μάρτυρας Θ.

Τ., συν/χος τοπογράφος μηχανικός, ο οποίος κατέθεσε ότι αμέσως μετά την αγορά, το επίδικο, καθορίσθηκε και περιφράχθηκε, σημειώνοντας μάλιστα και το συνεργείο περιφράξεως Δ. που ανέλαβε την πιο πάνω εργασία, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την διαφημιστική πινακίδα που το τελευταίο τοποθέτησε επί της περιφράξεως, όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα φωτογραφία.

Την κατάθεση του δε αυτή, αναφορικά με την περίφραξη του επιδίκου το έτος 1975 επιβεβαίωσε και κατά την εξέταση του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Το γεγονός ότι οι αρχικοί συγκύριοι του επιδίκου, απώτεροι δικαιοπάροχοι των νυν εφεσιβλήτων, προέβησαν σε περίφραξη του επιδίκου το έτος 1975, αμέσως μετά την αγορά του, αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι ο Α.

Μ. του Χ. κατέθεσε σε βάρος τους, ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., τη με αυξ αριθ. εκθ. κατ 656/1975 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ισχυριζόμενος ότι αυτοί "περί το τέλος Απριλίου και αρχές Μαϊου του 1975 παράνομα προέβησαν στην περίφραξη του χώρου εντός του οποίου διέρχεται κοινόχρηστη οδός με φράκτη από σιδηροπασσάλους, ακιδωτό σύρμα και συρμάτινο πλέγμα, παρακωλύοντες έτσι τη δυνατότητα κυκλοφορίας επί του άνω χώρου αυτού και άλλων δημοτών".

Επί στης αιτήσεως αυτής, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, μετά από επιτόπια έρευνα, η με αριθμό 529/30-6-1975 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση διότι "ουδέποτε η επίμαχη οδός κατέστη κοινόχρηστη". Η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου, ότι οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοι τους, από της αγοράς του επιδίκου και μετά την εκχέρσωση και περίφραξη αυτού, το επισκεπτόταν και το επέβλεπαν επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι όταν για πρώτη φορά το έτος 1991 το επίδικο καλλιεργήθηκε από τον Γ.

Π., αυτοί αντέδρασαν και η Μ. χα Δ.. Γ.. κατέθεσε σε βάρος του τελευταίου την υπ' αριθμ 1/3-1-1992 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής, για το λόγο ότι αυτός προσέβαλε τη συννομή της επί του επιδίκου καλλιεργώντας αυτό. Κατά την εκδίκαση της αιτήσεως, ο Γ.. Π., ισχυρίσθηκε ότι καλλιεργεί το επίδικο με σίτο, κατ' εντολή και για λογαριασμό του νυν εκκαλούντος, ο οποίος μάλιστα παρενέβη στη δίκη εκείνη, κατόπιν της προσεπικλήσεως του καθ' ου και ζήτησε να αναγνωρισθεί ο ίδιος νομέας του επιδίκου.

Επί των πιο πάνω, αιτήσεως και κυρίας παρεμβάσεως, εξεδόθη η υπ' αριθμ 287/1992 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., που απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την κυρία παρέμβαση και έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την αίτηση και αναγνώρισε την αιτούσα, προσωρινά νομέα του επιδίκου αγρού κατά ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου.

Εν συνεχεία δε, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατά της πιο πάνω αποφάσεως από τον νυν εκκαλούντα - παρεμβαίνοντα, εκδόθηκε η υπ' αριθμ 4213/1994 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία εξαφανίσθηκε η απόφαση, κρίθηκε η ασκηθείσα παρέμβαση ως πρόσθετη και εν συνεχεία απορρίφθηκε η αίτηση, για το λόγο ότι η αξίωση της απούσας από την προσβολή της νομής της στον επίδικο αγρό είχε υποπέσει μετά την κατάθεση της έφεσης και μέχρι τη συζήτηση αυτής στην παραγραφή του άρθρου 992 ΑΚ.

Εν συνεχεία, η Μ. χα Δ.. Γ.. άσκησε νέα αίτηση (υπ' αριθμ εκθ κατ ...) στρεφόμενη πλέον κατά του νυν εκκαλούντος, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 669/1993 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., η οποία και πάλι έκανε δεκτή την αίτηση και αναγνώρισε την αιτούσα προσωρινά νομέα του επιδίκου κατά ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου.

Στη δίκη αυτή, όπως και στην προηγηθείσα ο καθ' ου ισχυρίσθηκε ότι νέμεται το επίδικο από το έτος 1985 καλλιεργώντας το με σιτηρά και όχι από το έτος 1958, όπως ισχυρίζεται στην παρούσα δίκη. Εν συνεχεία με την υπ' αριθμ 884/1993 απόφαση του Ειρηνοδικείου ... απορρίφθηκε η ασκηθείσα αίτηση αναστολής εκτέλεσης της πιο πάνω απόφασης της οποίας (απόφασης) αξιοσημείωτη είναι η αιτιολογία ως προς την πιθανολογούμενη απόρριψη του σχετικού λόγου της έφεσης αναφορικά με την προβαλλόμενη νομή του καθ' ου η αίτηση και νυν εκκαλούντος επί του επιδίκου "γιατί, ενώ επικαλείται δικαιώματα των γονέων του επί του επιδίκου από το έτος 1924, δεν εξήγησε γιατί, εφόσον οι συγκληρονόμοι του, μετά την επαγωγή σ' αυτούς της κληρονομιάς των γονέων τους (1966 και 1978 πατέρας και μητέρα αντίστοιχα), καλλιεργούσαν συνεχώς και αδιαλείπτως το επίδικο, όπως ο ίδιος (αιτών) ισχυρίζεται, δεν προέβησαν σε καμία τελέσφορο ενέργεια εναντίον του Δ.

Γ., συζύγου και δικαιοπαρόχου της καθής, ο οποίος με συμβολαιογραφικό έγγραφο αγόρασε το επίδικο και από το 1975 μέχρι τον κατά την 13-9-1985 θάνατό του προέβη σε εκχέρσωση, ισοπέδωση, περίφραξή του και λοιπές πράξεις με τις οποίες εκδήλωνε διάνοια κυρίου στο επίδικο, ούτε εξηγεί ο αιτών γιατί και ο ίδιος δεν έκανε καμία ενέργεια εναντίον του Δ..

Γ. μέχρι το 1985, οπότε άρχισε να προβάλει δικαιώματα στο επίδικο έναντι της καθ' ης η αίτηση". Πράγματι, ενώ ο τελευταίος νεμόταν ένα ενιαίο κτήμα περίπου 100 στρεμμάτων, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο από το έτος 1960 και ότι το έτος 1978 "βρέθηκε μια περίφραξη" την οποία αυτός (εκκαλών) αποξήλωσε και τοποθέτησε νέα δική του με τσιμεντένιους πασσάλους, οριοθετώντας, όμως, όχι την όλη έκταση των 100 στρεμμάτων, αλλά μόνο το επίδικο, δεν δίδουν μια πειστική εξήγηση γιατί ο ίδιος ο εκκαλών στα δικόγραφα που καταθέτει κατά της πρώτης των εφεσιβλήτων, είτε ως καθ' ου , είτε ως απών, αναφέρει ότι νέμεται και κατέχει το επίδικο μόλις από το 1985, χωρίς σε καμία περίπτωση να μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του ότι η αναγραφή του έτους 1985, οφείλεται σε αναριθμητισμό και ότι η ορθή ημερομηνία είναι 1958 και τούτο διότι η ημερομηνία 1985 επαναλαμβάνεται σε όλα τα δικόγραφα που αυτός κατέθεσε.

Επιπλέον και ο ισχυρισμός των μαρτύρων ανταπόδειξης, ότι ο εναγόμενος το έτος 1976 περίπου προέβη στην περίφραξη μόνο του επιδίκου και όχι ολόκληρης της έκτασης των 100 στρεμμάτων, που τόσο ο εκκαλών όσο και οι ίδιοι κατέθεσαν ότι αυτός (εκκαλών) νεμόταν και κατείχε ως ενιαία έκταση, δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής και τούτο διότι δεν δίδεται μια πειστική εξήγηση για την επιλεκτική αυτή περίφραξη του επιδίκου, δεδομένου ότι η εξήγηση που ο ίδιος ο εκκαλών επιχειρεί να δώσει για την πιο πάνω ανακολουθία, ότι .δηλαδή, περιέφραξε μόνο το επίδικο και όχι όλη την έκταση των 100 στρεμμάτων, λόγω του αυξημένου κόστους για την εκτέλεση της πιο πάνω εργασίας και διότι κατά τους ισχυρισμούς του, το επίδικο ήταν "αντικείμενο ιδιαίτερης φροντίδας του προκειμένου να αποφύγει ενδεχόμενη άλλη καταπάτηση του καθώς και να το διαχωρίσει τούτο, αποκλειστικής κυριότητας του από τις λοιπές ιδιοκτησίες Μ., στις οποίες μετείχαν και οι αδελφές του", δεν κρίνεται πειστικός, έρχεται δε σε ευθεία αντίθεση με τα υποστηριζόμενα από τον ίδιο, στην κρινόμενη έφεση, υπό στοιχ. 3.3.

ότι νεμόταν το επίδικο ως ενιαία ακίνητο, συνολικής έκτασης 100 περίπου στρεμμάτων, με τους υπόλοιπους τρεις αγρούς των γονέων του, καθώς και ότι "το επίδικο ακίνητο δεν αποτελούσε εξωτερικώς διακεκριμένη ιδιοκτησία, αλλά ήταν συνεχόμενο της εκατέρωθεν αυτού ιδιοκτησίας Γ. Μ.." (υπό στοιχ. 3.2). Περαιτέρω, από τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι, μετά την απόρριψη της από 20-1-1992 αίτησης του εκκαλούντος κατά της Μ.

Γ. περί αναγνώρισης του ως προσωρινού νομέα του επιδίκου, ως αόριστης, με τη με αριθμό 286/1992 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., ο τελευταίος ουδέποτε στράφηκε κατά των νυν εφεσιβλήτων προκειμένου να διεκδικήσει την κυριότητα του επιδίκου ή να αιτηθεί την αναγνώριση του ως κυρίου αυτού, δεδομένου, ότι οι ενάγοντες είχαν αναγραφεί στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του επιδίκου ακινήτου με ΚΑΕΚ .../0/0, ως συγκύριοι αυτού, περιορίζεται δε με την κρινόμενη έφεση να αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εσφαλμένη αναγραφή του κτηματολογικού γραφείου στο οποίο έχει καταχωρηθεί το επίδικο (...

και όχι ...) και να δηλώνει ότι θα ασκήσει εν ενθέτω χρόνο τα δικαιώματα του. Αντίθετα, οι τέσσερις πρώτες εφεσίβλητες, δικαιούχοι του Δ. Γ. και οι δικαιοπάρχοι των λοιπών, Ν. και Ό. Γ., άσκησαν αρχικά εναντίον του εκκαλούντος τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 12112/1995 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστούν συγκύριοι του επιδίκου και την απόδοση του από τον εναγόμενο, η οποία (αγωγή) απορρίφθηκε ως αόριστη με τη με αριθμό 10.728/1996 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου.

Στη συνέχεια, άσκησαν τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 37104/1999 διεκδικητική αγωγή, η συζήτηση της οποίας ματαιώθηκε αρχικά κατά τη δικάσιμο της 16-2-2001, καθώς και στις λοιπές εν συνεχεία προσδιορισθείσες με κλήση δικασίμους της 19-9-2003, 7-3-2005 και 5-10-2007 και τελικά οι ενάγοντες παραιτήθηκαν του δικογράφου αυτής την 10-9-2007 με την υπ' αριθμ εκθ.

καταθ ... δήλωση τους, ενώ, τέλος, στη συνέχεια άσκησαν την κρινόμενη αγωγή τους. Επομένως, οι ενάγοντες έγιναν συγκύριοι του επίδικου, αποκτήσαντες την κυριότητα με παράγωγο τρόπο (μεταβίβαση παρά κυρίου και κληρονομιά από κύριο αντίστοιχα), αλλά και με πρωτότυπο τρόπο δεδομένου ότι, ο δικαιοπάροχος των τεσσάρων πρώτων Δ.

Γ., η Ν. - Α. Γ. (5η ενάγουσα) και η δικαιοπάροχος των 6ης και 7ου των εναγόντων Ό.-Μ. Γ., που είχαν καταστεί συγκύριοι του επιδίκου κατά ποσοστό 75%, 12,5% και 12,5% εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας νεμόταν το επίδικο με νόμιμο τίτλο, ήτοι το με αριθμό ... συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου ...

Δ.. Τ.. - Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, αφού νέμονταν κατείχαν το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου και νόμιμο τίτλο. Δηλαδή οι ανωτέρω άμεσοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, νέμονταν και κατείχαν με διάνοια κυρίου το εν λόγω ακίνητο, ενεργούντες επ' αυτού πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του.

Με βάση τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά πλήρως αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες απέκτησαν την συγκυριότητα του επιδίκου, με παράγωγο τρόπο, ήτοι η πρώτη επικαρπώτρια κατά ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου, η δεύτερη, τρίτη και τέταρτη ψιλές κυρίες κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου η καθεμία από αυτές, η πέμπτη συγκυρία κατά ποσοστό 12,5% εξ αδιαιρέτου και η έκτη και έβδομος συγκύριοι κατά ποσοστό 6,25% εξ αδιαιρέτου ο καθένας του επιδίκου ακινήτου, καθότι απέκτησαν την κυριότητα αυτού δυνάμει των αναφερθέντων συμβολαίων από αληθείς κυρίους.

Ο δε δικαιοπάροχος των τεσσάρων πρώτων εναγουσών, Δ. Γ., η πέμπτη ενάγουσα Ν. - Α. Γ. και η δικαιοπάροχος των έκτης και έβδομου των εναγόντων, Ό.-Μ. Γ., είχαν καταστεί συγκύριοι, κατά ποσοστό 75%, 12,5% και 12,5% εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα ο καθένας,) με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, καθότι νεμόταν το επίδικο με νόμιμο τίτλο (...

συμβόλαιο) με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας δεκαετίας τουλάχιστον. Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους από τους ενάγοντες τίτλους κυριότητας, ήτοι τις υπ' αριθμ ... και ... πράξεις δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς των συμβολαιογράφων ...

Ε. Ζ. και Ε. Τ. - Μ. αντίστοιχα, το υπ' αριθμ ... πωλητήριο συμβόλαιο της συμ/φου ... Δ.. Τ.. - Μ., το υπ' αριθμ ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Κ., το υπ' αριθμ ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Β Κ. και τον υπ' αριθμ. 10 Ιουνίου [εννοείται Ιανουρίου] (1901) 1316 ταπί, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα, ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας των, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Συνακόλουθα, αφού αποδείχθηκε ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους κυριότητας των εναγόντων και οι ενάγοντες απέκτησαν την συγκυριότητα του επιδίκου με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή-αγορά), πρέπει, απορριπτομένης της ενστάσεως ιδίας κυριότητας του εναγόμενου , ως αβάσιμου κατ' ουσία, να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να αναγνωρισθούν οι ενάγοντες συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου, κατά τα προαναφερθέντα εξ αδιαιρέτου ποσοστά ο καθένας, δεδομένου και του εννόμου συμφέροντος τους προς άσκηση αυτής, καθότι, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν αποδείχθηκε ότι η αξίωση τους για διεκδίκηση του επιδίκου έχει υποπέσει στην εικοσαετή παραγραφή...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και αναγνώρισε τους 1η, 2η, 3η, 4η, 5η και 6η των αναιρεσιβλήτων (συγ)κυρίες του επιδίκου ακινήτου την πρώτη ως επικαρπώτρια κατά ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου, τη δεύτερη, τρίτη και τέταρτη ως ψιλές κυρίες κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου την καθεμία από αυτές, την πέμπτη κατά ποσοστό 12,5% και την έκτη, κατά ποσοστό 6,5%.

Ειδικότερα, το Εφετείο έκρινε ότι : 1) Οι 1η, 2η, 3η, 4η, 5η και 6η των αναιρεσιβλήτων κατέστησαν (συγ)κύριοι του επιδίκου ακινήτου, που βρίσκεται στην άλλοτε τοποθεσία ... της κτηματικής περιφέρειας του χωριού ... και ήδη εντός της κτηματικής περιοχής του Δήμου ... στη θέση ..., έκτασης, κατά τον τίτλο 8.212,50 τ.μ., λόγω ύπαρξης χειμέριου κύματος, 6.023,78 τ.μ., και καταχωρησθείσα, ως γεωτεμάχιο 6.006 τ.μ.

στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου ... με παράγωγο τρόπο, καθότι στηρίζουν την κυριότητα τους στους αναλυτικά αναφερθέντες παραπάνω τίτλους κυριότητας (συμβόλαια νομίμως μεταγεγραμμένα), όπου ο εκάστοτε πωλητής είναι κύριος του επιδίκου ακίνητου και οι δικαιοπάροχοι αυτών Δ. Γ., Μ. Γ., και πέμπτη αναιρεσίβλητη, είχαν καταστεί (συγ)κύριοι και με τον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής χρησικτησίας (νόμιμο τίτλο ..., καλή πίστη, πράξεις νομής διανοία κυρίου για μία δεκαετία τουλάχιστον), το οποίο επί τουρκοκρατίας, ανήκε στην κατηγορία των δημοσίων γαιών και δη ήταν καλλιεργήσιμος αγρός, εξουσιαζόμενος από τον Ζ.

Π. Ι., στον οποίο είχε περιέλθει, από νόμιμη αιτία αγοράς από το Σ. υιό Γ., αντί γροσίων χιλίων διακοσίων (1.200), με το τουρκικό ταπί αριθμό ... (1901) του Οθωμανικού Κτηματολογίου, έκτασης 3 παλαιών στρεμμάτων και 2 παλαιών αυλακιών, ο οποίος κατείχε και καλλιέργησε αυτόν με σιτηρά, από την αγορά του, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, μέχρι τον, πριν από το έτος 1907, θάνατό του, οπότε οι έχουσες κληρονομικό δικαίωμα θυγατέρες του, Α., Α.

και Λ., και, κατά το νοηματικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης, ήταν ομόθρησκοι και είχαν την ίδια υπηκοότητα με τον κληρονομούμενο, υπεισήλθαν νόμιμα και αναμίχθηκαν ενεργά στην κληρονομία αυτού, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, και κατ' ισομοιρίαν, και συνέχιζαν να εξουσιάζουν το ως άνω ακίνητο και να νέμονται και να κατέχουν αυτό με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, καλλιεργώντας το επίδικο, οι ανωτέρω κληρονόμοι, με δημητριακά, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, επί δέκα έτη, μέχρι την 20-05-1917, και κατά το νοηματικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, έχοντας καταλάβει ως κληρονόμοι νόμιμα την κατοχή των γαιών, διότι η χρήση στην προσβαλλόμενη απόφαση της αδόκιμης φράσης "παραχώρηση", έγινε από προφανή παραδρομή και προς κατάδειξη ότι δεν έγινε η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρ. 78 περί Γαιών άδικη κατάληψη διαθέσιμης δημόσιας γαίας, οπότε (20-05-1917) το δικαίωμα εξουσίασης των Α., Α.

και Λ. μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής (συγ)κυριότητας των 4/5, του ετέρου 1/5 παραμείνοντος στο Ελληνικό Δημόσιο, στη συνέχεια, οι προαναφερθείσες Α. (συζ. Ι. Μ., το γένος Ζ. Π. Ν.. β) Α. συζ. Δ. Α., το γένος Ζ. Π. Ν.. και γ) Λ. συζ. Μ. Α., το γένος Ζ. Π. Ν.., με το με αριθμ. ... συμβόλαιο πώλησης του άλλοτε συμβ/φου ...

Β. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησαν τον παραπάνω αγρό, στους Δ. Μ. και Α. Λ., και οι τελευταίοι, δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου του άλλοτε συμβ/φου ... Β. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησαν τον αγρό στον Γ. Γ., και ο τελευταίος, με το με αριθμό ... συμβόλαιο του άλλοτε συμβ/φου ... Μ. Ω., που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε το ακίνητο, στη Μ.

Κ. χήρα Σ., η οποία, με τα άρθρα 101- 104 του διατάγματος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του νόμου 1540/1938, με παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο του 1/5, κατέστη πλήρη κυρία του αγρού, και, μετά τον επισυμβάντα, στις 4-10-1942, θάνατό της, αναμίχθηκαν στην με τη με αριθμό ...

δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον του άλλοτε συμβολαιογράφου ... Ι. Κ. και δημοσιεύθηκε νόμιμα, οι δύο θυγατέρες της, Α. και Α. ή Α. Κ. του Σ., οι οποίες, στη συνέχεια, με το με αριθμό ... συμβόλαιο πώλησης της συμβ/φου ... Δ.. Τ.. - Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, στον Δ. Γ. του Ι. και της Χ., δικαιοπάροχο των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων, τη Ν. - Α.

Γ. ή Γ. συζ. Π. Α., πέμπτη αναιρεσίβλητη, και στην Ό. - Μ. Γ. ή Γ. του Ι. και της Χ. συζ. Α. Ο., δικαιοπάροχο της έκτης αναιρεσίβλητης, κατά ποσοστό 75%, 12,5%, 12,5%, αντίστοιχα, και μετά τον επισυμβάντα, στις 13-09-1985, θάνατο του Δ. Γ., το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα, με την από 28- 6-1985 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα και κηρύχθηκε κυρία, με τη με αριθμ. ...

δήλωση αποδοχής κληρονομίας, της συμβ/φου ... Ε. Τ. - Μ., κατ' επικαρπία 75% εξ αδιαιρέτου στην πρώτη αναιρεσίβλητη, και την ψιλή κυριότητα του ποσοστού αυτού, κατ' ισομοιρία, στις τρεις θυγατέρες του, Χ., Α. και Ι. Γ., στην δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, και μετά τον επισυμβάντα, στις 17-11-2005, θάνατο της Ό. - Μ.

Γ., με την από 24-1-2004 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε νόμιμα και κηρύχθηκε κυρία, ποσοστό 6,25% εξ αδιαιρέτου, περιήλθε στην θυγατέρα της, Σ. - Χ. και Κ. Ο. του Α., έκτη αναιρεσίβλητη, με τη με αριθμό ... δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου ... Ε. Ζ., που μεταγράφηκε νόμιμα. 2. Το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους τίτλους κυριότητας των αναιρεσιβλήτων και των δικαιοπαρόχων τους και από την παραπάνω μετατροπή του ήταν δεκτικό χρησικτησίας. 3.

Ο αναιρεσείων, δεν κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία, διότι οι γονείς αυτού, Γ. και Ζ. Μ., δεν νέμονταν το επίδικο ακίνητο, από το έτος 1925 μέχρι το θάνατό τους τα έτη 1966 και 1978, αντίστοιχα, και, συνεπώς, το έτος 1958, δεν προέβησαν σε δωρεά αυτού προς τον αναιρεσείοντα υιό τους, ο οποίος δεν άσκησε πράξεις νομής διανοία κυρίου στο επίδικο ακίνητο.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ως προς την κτήση της κυριότητας της 1ης, 2ης, 3ης, 4ης, 5ης, και 6ης των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου ακινήτου, με παράγωγο τρόπο, ως αποκτήσαντες από αληθείς κυρίους, οι οποίοι είχαν καταστεί κύριοι με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο τακτικής χρησικτησίας, του ευρισκόμενου στις Νέες Χώρες ακινήτου, επί του οποίου είχε καταλυθεί, η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, με κατοχή και καλλιέργεια αυτού, διαρκώς και επί δέκα έτη, που είχε συμπληρωθεί μέχρι την 20-5-1917 και, στη συνέχεια με το π.δ. 11/12-11-1929, από τους απώτερους δικαιοπαρόχους των 1ης, 2ης, 3ης, 4ης, 5ης και 6ης των αναιρεσιβλήτων, και της μη κατάλυσης της ανωτέρω κυριότητάς τους από τον αναιρεσείοντα ή/και δικαιοπάροχους αυτού, δεν παραβίασε ευθέως, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1710, 1712, 1846, 1193, 1195, 1199, 1041, 1042, 1045 ΑΚ, 51 και 55 του ΕισΝΑΚ, 1 και 2 του Δ/τος 2468 της Προσωρινής Κυβέρνησης ..., που κυρώθηκε με το Ν. 1072/1917, άρθρα 49, 50 του Ν. 2052/1920, 3, 54 και 78 του Οθωμανικού Νόμου "Περί Γαιών", της 7ης Ραμαζάν 1274, 101 -104 του δ/τος της 11/12-11-1929, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη, που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.

Παράλληλα, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης, αλλά διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης από τους 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, και 6η των αναιρεσιβλήτων κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, που βρίσκεται στις Νέες Χώρες, με παράγωγο τρόπο, αποκτήσαντες από αληθείς κυρίους, καθώς οι δικαιοπάροχοι των παραπάνω αναιρεσιβλήτων Δ.

Γ., Όλγα - Μ. Γ., και η 5η αναιρεσίβλητη, είναι κύριοι και με τον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής χρησικτησίας, και ως προς την κατάλυση της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, με άσκηση από τις προαναφερθείσες αληθείς κληρονόμους του Ζ.. Π.. Ν., κατοχή και καλλιέργεια αυτού, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, επί δέκα έτη μέχρι την 20-5-1917, και της μη κτήσης από τον αναιρεσείοντα με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, διαλαμβάνοντας πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες.

Επομένως, οι, από τον αρ. 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά τα οικείο μέρος αυτών, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Λοιπές αιτιάσεις: Α) με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ειδικότερα, ότι είναι εσφαλμένες οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: "Το ακίνητο αυτό ...., από της αγοράς το έτος 1901 από τον Ζ.

Π. μέχρι και του θανάτου του, προ του έτους 1907, τον κατείχε χωρίς δικαστική αμφισβήτηση και τον καλλιεργούσε, ο πιο πάνω (Ζ. Π.ς), απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων. ... εν συνεχεία δε οι κόρες του ανωτέρω εξουσιαστή, Α., Α. και Λ., υπεισήλθαν νόμιμα και αναμίχθηκαν ενεργά στην κληρονομιά αυτού, συνεχίζοντας να εξουσιάζουν το ως άνω ακίνητο και να νέμονται και να κατέχουν αυτό με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, καλλιεργώντας το με δημητριακά διαρκώς μέχρι το έτος 1925.

Oι πιο πάνω και μόνο θυγατέρες του Ζ. Π., είχαν κληρονομικό δικαίωμα στην καταληφθείσα κληρονομιά αυτού και όχι και η σύζυγος του Ι., δεδομένου ότι μόνο αυτές πληρούσαν τις οριζόμενες από τα άρθρα 109 και 110 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών Ν 7/1274 προϋποθέσεις,...., αναφορικά με έτερο ακίνητο, .... Από την αναγραφή στο εν λόγω φορολογικό βιβλίο δίπλα από την ένδειξη Είδος ακινήτου" της λέξης "Αγρός", προκύπτει ότι το ακίνητο που κατείχαν οι κληρονόμοι του Ζ.

Π., αξίας 18.350 γροσίων και για το οποίο είχε γεννηθεί φορολογική υποχρέωση τους προς το κράτος, ύψους 73 γροσίων, ανήκε δε στην κατηγορία των καλλιεργήσιμων γαιών, ...., και συνεπώς, η παραχώρηση σ' αυτές του εν λόγω ακινήτου προσπόρισε σ' αυτές δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης. Έτσι, αφού οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων Α., Α.

και Λ., επί μία συνεχή δεκαετία πριν από την 20-5-1917 κατείχαν και καλλιεργούσαν το εν λόγω ακίνητο, που ανήκε στην κατηγορία των καλλιεργήσιμων αγρών, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, έγιναν συγκύριες αυτού, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου η καθεμία, ... μεταβλήθηκε σε δικαίωμα συγκυριότητας κατά ποσοστό 4/5 εξ αδιαιρέτου, έκτοτε δε αυτό ήταν δεκτικό χρησικτησίας, ..." , Β) με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, από τους αρ. 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εκθέτοντας ότι παρόλο που η διαφορά θρησκείας και υπηκοότητας κληρονομουμένου - κληρονόμου αποτελεί κώλυμα κληρονομικής διαδοχής και δεν αναφέρονται στην αγωγή τα πραγματικά αυτά περιστατικά αποφαίνεται με την προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα και μάλιστα συλλήβδην ότι οι τρείς θυγατέρες του ήταν κληρονόμοι αυτού, χωρίς να αναφέρεται το θρήσκευμα και η υπηκοότητα των κληρονόμων, αν και στο με αριθμ. ...

συμβόλαιο του άλλοτε συμβ/φου Β. Κ. αναφέρεται ότι είναι κάτοικοι Γαλλίας, δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ακριβής ημεροχρονολογία θανάτου του Ζ. Π. Ν., για να κριθεί η ικανότητά τους να καταστούν κληρονόμοι, όπως αν ήταν ενήλικας ή ανήλικα και Γ) με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων α) δεν δέχθηκε ότι οι γονείς του αναιρεσείοντος έγιναν κύριοι με έκτακτη χρησικτησία σε κάθε περίπτωση κατά την 24-02-1966, με τον διαδραμόντα χρόνο υπερεικοσαετούς διανοία κυρίου συνεχούς νομής και κατοχής του επιδίκου απ' αυτούς, και β) δεν δέχθηκε ότι και ο αναιρεσείων έγινε επιπροσθέτως κύριος με έκτακτη χρησικτησία, που συμπληρώθηκε στο πρόσωπό του, με τον διαδραμόντα χρόνο υπερεικοσαετούς διανοία κυρίου συνεχούς άσκησης πράξεων νομής και κατοχής από το έτος 1958, συνεπεία άτυπης δωρεάς από τους γονείς του, προσμετρώντας και το χρόνο των γονέων του που διανύθηκε από 23-02-1946, είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι μεν προβαλλόμενες ελλείψεις αφορούν την πληρέστερη αιτιολόγηση του πλήρους και σαφώς συντιθέμενου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος, και οι λοιπές αιτιάσεις δεν ανάγονται στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, αλλά αποτελούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς ενίσχυση των αντίθετων προς το αποδεικτικό πόρισμα απόψεων αυτού, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, και υπό την επίφαση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 184/2023, ΑΠ 1684/2022, ΑΠ 1097/2021).

[2] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 527 και 262 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για να θεωρηθεί ως εμπροθέσμως προβληθείσα (και, επομένως, παραδεκτή) η ένσταση, πρέπει να έχουν αναφερθεί εγκαίρως όλα τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά, που επάγονται την επιδιωκόμενη έννομη συνέπεια και εάν έχουν προταθεί αορίστως ή μη νομίμως στην πρώτη συζήτηση και επαναφερθούν σε μεταγενέστερη ή στο εφετείο ως νόμιμη, σαφή και με πληρότητα, θεωρούνται ότι προτείνονται τότε για πρώτη φορά και υπόκεινται στην απαγόρευση, εκτός εάν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες με το άρθρο 527 ΚΠολΔ (πρβλ ΑΠ 666/2022, ΑΠ 694/2020, ΑΠ 796/2020).

Με τη διάταξη του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται, με την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 14/2021).

Με τους ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν εξομοιώνονται και εκείνοι που προτάθηκαν μη νομίμως ή απαραδέκτως, όπως για πρώτη φορά στο εφετείο χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 274/2021, 1272/2021). Δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 463/2021, ΑΠ 291/2021), ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 455/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραπάνω παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της παραπάνω αγωγής σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής, προκύπτει ότι στην αγωγή διαλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, ότι στους απώτερους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων, Δ. Μ. και Α. Λ., το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει με το με αριθμό ...

συμβόλαιο του άλλοτε συμβ/φου ... Β. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, από αγορά από τις απώτατες δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων Α. συζ. Ι. Μ., Α. συζ. Δ. Α. και Λ. συζ. Μ. Α., θυγατέρες του "Ζ. Π.", οι οποίες ήταν τέκνα του, με το με αριθμ. 10 ταπίου του μηνός Ιανουαρίου του Οθωμανικού Κτηματολογίου ..., και εξουσιαστή - καλλιεργητή (μέχρι το θάνατό του) Ζ.

Π., του αποβιώσαντος πριν το έτος 1907, οι οποίες, έκτοτε και μέχρι το 1925, καλλιεργούσαν αυτό, με σιτηρά, αδιάλειπτα αυτό, και ως πληρούσες τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων του άρθρο 2 του Δ/τος 2468 της Προσωρινής Κυβέρνησης ..., που κυρώθηκε με το Ν. 1072/1917, άρθρα 49, 50 του Ν. 2052/1920, ήτοι της δεκαετούς χωρίς δικαστική αμφισβήτηση καλλιέργειας του επίδικου ακινήτου, κατέστησαν, με μετατροπή, στις 20-05-1917, (συγ)κυρίες κατά ποσοστό 4/5 αυτού, και στη συνέχεια, η (συγ)κυρία Μ.

Κ. των 4/5 κατέστη πλήρης κυρία λόγω παραχώρησης από το Ελληνικό Δημόσιο του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου με τα άρθρα 101- 104 του Δ/τος της 11/12-11-1929 όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17,18 και 19 του Ν. 1540/1938, διότι αυτές κατείχαν και καλλιεργούσαν τον εν λόγω αγρό, και, συνεπώς, εμπεριέχεται στο νοηματικό περιεχόμενο της αγωγής, της οποίας το περιεχόμενο εκτιμάται από το δικαστήριο, και η απαιτούμενη προϋπόθεση έλλειψης δικαστικής αμφισβήτησης, το ανωτέρω χρονικό διάστημα.

Το Εφετείο κρίνοντας ότι οι προαναφερθείσες κληρονόμοι του Ζ. Π. χωρίς δικαστική αμφισβήτηση κατείχαν και καλλιεργούσαν, με σιτηρά, τον επίδικο αγρό, επί δεκαετία μέχρι την 20-05-2017, δεν έλαβε πράγματα που δεν προτάθηκαν από τους αναιρεσιβλήτους - ενάγοντες, με την αγωγή τους, και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση, και, συνεπώς, ο, από τον αρ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενος ότι έλαβε υπόψη πράγματα τα οποία δεν προτάθηκαν με την αγωγή είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, ο από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, με το οποίο μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που περιγράφονται στις προτάσεις του, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε ως εκκαλών, με σχετικό λόγο έφεσης, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προς προσμέτρηση του χρόνου χρησικτησίας των δικαιοπάροχων του, Γ.

και Ζ. Μ., που θεμελιώνουν την με καλή πίστη άσκηση των πράξεων διανοίας κυρίων από τους δικαιοπαρόχους του, Γ. και Ζ. Μ., το διάστημα από 1925 έως 22-2-1946, επί τριάντα έτη, είναι αβάσιμος. Και, τούτο, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν πρότεινε πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν την με καλή πίστη άσκηση πράξεων νομής επί τριάντα έτη από τους δικαιοπαρόχους του, ήτοι με την πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ η επίκληση το πρώτον με το εφετήριο συναφών πραγματικών περιστατικών προς θεμελίωση νόμιμης, σαφούς και με πληρότητα του ισχυρισμού, θεωρούνται ότι προτείνονται τότε για πρώτη φορά, και αποκρούονται ως απαράδεκτοι, καθώς ο αναιρεσείων δεν επικαλέστηκε ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες με το άρθρο 527 ΚΠολΔ, και, συνεπώς, εξομοιούνται με ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν παραδεκτά.

Σε κάθε περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, προκύπτει το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι οι γονείς αυτού, Γ. και Ζ. Μ., νέμονταν από το 1925 μέχρι το θάνατό τους τα έτη 1966 και 1978 αντίστοιχα, το επίδικο ακίνητο μαζί με τα προαναφερθέντα ακίνητα που είχαν αγοραστεί με τα με αριθμούς ...

και ... συμβόλαια των συμβολαιογράφων Π. και Τ. αντίστοιχα, ως ένα ενιαίο ακίνητο, αφού τα αγορασθέντα με το πρώτο ως άνω συμβόλαιο ακίνητα ήταν κυριότητας του Χ. Μ.. και διανεμήθηκαν, ύστερα από τον προαναφερθέντα δικαστικό αγώνα μεταξύ των τέκνων του Α. και Γ., το έτος 1971, και δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αναιρεσείων δεν άσκησε πράξεις νομής διανοία κυρίου στο επίδικο ακίνητο.

Περαιτέρω, ο, από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενος ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν απ' αυτόν, και, ειδικότερα, με τις προτάσεις στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και επανέφερε, ως εκκαλών, με το εφετήριο, στο Εφετείο, πρότεινε την προσμέτρηση του χρόνου άσκησης νομής διανοία κυρίου από τους Γ.

και Ζ. Μ., για το χρονικό διάστημα από 23-2-1946 μέχρι τον παραπάνω θάνατό τους, προς θεμελίωση της ένστασης ίδιας κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας είναι αβάσιμος. Και, τούτο, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, προκύπτει το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς του εναγόμενου ότι: 1) οι προαναφερθέντες άσκησαν πράξεις νομής διανοία κυρίου στο επίδικο ακίνητο,, ως ενιαίο με τα ακίνητα που περιλαμβάνονται στα με αριθμ. ...

και ... συμβόλαια των συμβολαιογράφων Π. και Τ. αντίστοιχα, που μεταγράφηκαν νόμιμα, και 2) ο αναιρεσείων άσκησε πράξεις νομής διανοία κυρίου στο επίδικο ακίνητο και δέχθηκε ότι οι η 1η, 2η, 3η, 4η και 6η κατέστησαν κύριοι του επιδίκου ακινήτου, με παράγωγο τρόπο, ως αποκτήσαντες από αληθείς κυρίους, Δ. Γ. και Ν.

Α. Γ., που ήταν (συγ)κύριοι και με τον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής χρησικτησίας και η 5η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία με παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο της τακτικής χρησικτησίας.

Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας του (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των 1ης, 2ης, 3ης, 4ης, 5ης και 6ης αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχήν του αιτήματος αυτών, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 16-06-2020 αίτησης αναίρεσης του Χ. Μ. του Γ. ως προς τον έβδομο αναιρεσίβλητο, Κ. Ο..

Απορρίπτει την από 16-06-2020 αίτηση αναίρεσης του Χ. Μ. του Γ. κατά της με αριθμ. 863/2018 απόφασης του Εφετείου ..., ως προς τους 1η, 2η, 3η, 4η, 5η και 6η Μ. χήρα Δ.. Γ., Χ. Γ., Α. Γ., Ι. Γ., Ν. - Α. συζύγου Π.. Α., Σ. - Χ. Ο., αντίστοιχα, αναιρεσιβλήτους.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των 1ης, 2ης, 3ης, 4ης, 5ης και 6ης αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ