Supreme Court dismisses appeal against bank's rejection of damages claim for moral harm due to legal error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his claim for damages and moral harm. The appellant argued the bank failed to consider specific documents regarding international law obligations and expert opinions, but the court ruled these were merely arguments rather than admissible evidence. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the bank's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a), 577(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; Evidence must be admissible to be considered, and documents submitted solely to support legal reasoning without evidentiary value are not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1551 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1551/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Σκιαδιώτη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G. EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαστύλο και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της ως άνω αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/1/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5057/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/5/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 20-5-2019 (αριθμ. καταθ. 451/20-5-2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 46/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 5057/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, την από 7-1-2015 (αριθμ. καταθ. 1696/2015) αγωγή του (αναιρεσείοντος), για την επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή (αρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 24/2015).
Έτσι, για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το περιεχόμενο αυτής, όσο και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογήν του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1373/2019).
Εξάλλου, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1373/2019, ΑΠ 1056/2014).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Έτσι, η αντιφατικότητα, πρέπει να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και του περιεχομένου άλλων, διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 156/2017) ή μεταξύ των νομικών συλλογισμών της απόφασης (ΑΠ 674/2020, ΑΠ 1376/2011). Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος, πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).
Ακολούθως, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 78/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 εδ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του, για επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, την πλημμελή εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων από τη μεταξύ τους σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και πώλησης άϋλων τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου και θεματοφυλακής και την παραβίαση των διατάξεων του νόμου, περί προστασίας καταναλωτή, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του ν. 2198/1994, του ν. 4050/2012 και τις περί πωλήσεως διατάξεις του ΑΚ.
Ειδικότερα, ο αναιρεσείων, αφού παραθέτει στον αναιρετικό αυτό λόγο, από τις ως άνω επικαλούμενες διατάξεις, το περιεχόμενο μόνο των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 1, 2, 6 του ν. 2198/1994, που διέπει τους άϋλους τίτλους έκδοσης του Δημοσίου και αυτής του άρθρου 1 παρ. 11 του ν. 4050/2012 (κανόνες τροποποιήσεως τίτλων, εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου με συμφωνία των ομολογιούχων), που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν και τους λόγους για τους οποίους κατ' αυτόν, ευθύνεται η εναγομένη έναντί του και υποχρεούται να του καταβάλει ως αποζημίωση, την ονομαστική αξία του ομολόγου, το οποίο του πώλησε, περιορίζεται στο να διαλάβει αποσπασματικά μόνο, κρίσεις του δικαστηρίου ως προς την έννοια των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 2198/1994 και του ν. 4050/2012, που διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη αυτής, χωρίς οποιαδήποτε σύνδεσή τους, με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Με το περιεχόμενο αυτό, ο άνω λόγος είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, διότι στο οικείο δικόγραφο, πέραν του ότι όσον αφορά τις περί πωλήσεως διατάξεις, ουδόλως αναφέρονται οι συγκεκριμένες διατάξεις περί πωλήσεως, δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την έλλειψη ευθύνης της αναιρεσίβλητης, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη ευθεία παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 εδ.
α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρώτου λόγου αναίρεσης. Οι επικαλούμενες δε (ως εσφαλμένες), με τον ίδιο λόγο, νομικές παραδοχές του δικαστηρίου, οι οποίες διαλαμβάνονται στη μείζονα πρόταση αυτού, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Επίσης, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την ίδια πιο πάνω πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι ερμήνευσε και εφάρμοσε πλημμελώς τις διατάξεις των άρθρων 25 του ν. 3606/2007, ο οποίος ενσωμάτωσε στην ελληνική έννομη τάξη την Οδηγία 2004/39/ΕΚ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (γνωστή με το ακρωνύμιο MIFID) και των άρθρων 12-14 της απόφασης 1/452/2007 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
Ειδικότερα, ο αναιρεσείων αφού παραθέτει το περιεχόμενο των άνω διατάξεων, που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και τις δικές του απόψεις αναφορικά με τις υποχρεώσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων ως προς τον έλεγχο καταλληλότητας του χρηματοπιστωτικού μέσου, σε σχέση με συγκεκριμένο πελάτη - επενδυτή και την πληροφόρηση του επενδυτή κατά την παροχή προς αυτόν επενδυτικών συμβουλών, περιορίζεται να διαλάβει στον ως άνω αναιρετικό λόγο αποσπασματικά, την παραδοχή της προσβαλλόμενης, ότι, ''ο δε ως άνω έλεγχος καταλληλότητας .....
πλην, όμως, σε κάθε περίπτωση δεν απαιτούταν η διενέργειά του και για αυτή τη συγκεκριμένη επενδυτική υπηρεσία, η οποία κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα παρασχέθηκε στα πλαίσια απλής εκτέλεσης εντολών (execution only)'', την οποία αιτιάται ως εσφαλμένη. Και ο λόγος, όμως, αυτός, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθώς δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά, υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν αρκεί η επιλεκτικά και αποσπασματικά αναφερόμενη, ως άνω παραδοχή.
Ακολούθως, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια πιο πάνω πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι, ερμήνευσε και εφάρμοσε πλημμελώς τις διατάξεις, που αφορούν την υποχρέωση πληροφόρησης του επενδυτή πριν και κατά τη διάρκεια της επένδυσης, των άρθρων 4 και 25 του ν. 3606/2007, ο οποίος ενσωμάτωσε στην ελληνική έννομη τάξη την Οδηγία 2004/39/ΕΚ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (γνωστή με το ακρωνύμιο MIFID) και τις διατάξεις των άρθρων 713, 714, 822 επ., 914 και 919 ΑΚ.
Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη παραβίασε τις άνω διατάξεις, δεχόμενη, ότι: α) ''η παράλειψη αυτή (ενημέρωσης), κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα, δεν συνδέεται αιτιωδώς, ως επίκληση νόμιμου λόγου, συμβατικής ή αδικοπρακτικής, ευθύνης, με την όποια ζημία υπέστη ο τελευταίος από την μετέπειτα (μετά την αγορά του επίδικου ομολόγου) ζημία από την διαδικασία του P.S.I, καθόσον μάλιστα αυτός αποδίδει ευθύνη στην εναγομένη - εφεσίβλητη τράπεζα κυρίως για παραλείψεις των προστηθέντων της για επαρκή ενημέρωση και πληροφόρησή του για την συγκεκριμένη επένδυση'', Και ότι, β) ''ο ενάγων - εκκαλών είχε την δέουσα προσυμβατική ενημέρωση αναφορικά με την ασφάλεια και τους κινδύνους του επίδικου ομολόγου, από τους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγομένης - εφεσίβλητης, οι οποίοι, ενόψει της, κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα, σύμβασης εκτέλεσης εντολών που συνέδεε τους διαδίκους, δεν είχαν υποχρέωση να ενημερώνουν διαρκώς αυτόν, καθόλη τη διάρκεια της κατοχής του ομολόγου, για την διαβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας του εκδότη Ελληνικού Δημοσίου''.
Και ο λόγος, όμως, αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσία απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος ως αβάσιμης, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση, λαμβανομένου υπόψη ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν αρκεί η παράθεση κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης, χωρίς οποιαδήποτε σύνδεσή τους με το περιεχόμενο των λοιπών παραδοχών, οι οποίες ουδόλως αναφέρονται.
Περαιτέρω, με τον ίδιο πιο πάνω λόγο (έβδομο) από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την παραβίαση εκ πλαγίου των άνω διατάξεων, με την αιτίαση, ότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που αφορά ανεπαρκείς αιτιολογίες είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, αφού δεν εκτίθενται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσία απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος ως αβάσιμης), υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση, ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές (μη κατά τα προεκτεθέντα διαλαμβανόμενες), οι συγκεκριμένες ανεπάρκειες, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη, του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, χωρίς να αρκεί η γενικόλογη αναφορά περί ανεπαρκών αιτιολογιών.
Όσον δε αφορά τις επικαλούμενες αντιφατικές αιτιολογίες, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι, α) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης, περί έλλειψης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράλειψης επαρκούς ενημέρωσης και πληροφόρησής του για τη συγκεκριμένη επένδυση από τους προστηθέντες της εναγομένης και της ζημίας που υπέστη από τη μετέπειτα (μετά την αγορά του ομολόγου) διαδικασία του PSI, έρχονται σε αντίθεση με τις παραδοχές της στη μείζονα πρόταση, όπου, μεταξύ άλλων εκτίθεται ότι, ''οι υποχρεώσεις των φορέων έναντι των επενδυτών περιορίζονται στα καθήκοντα προσυμβατικής και τακτικής ενημέρωσης, λογιστικής παρακολούθησης και λογοδοσίας ως εν εν γένει επί επενδυτικών υπηρεσιών θεματοφυλακής, καθώς και σε όσες απορρέουν από την εκάστοτε τυχόν υφιστάμενη σχέση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ...''.
Και, β) ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης, ότι επρόκειτο για συντηρητικό επενδυτή, καθόσον ήταν συνταξιούχος του Ελληνικού Δημοσίου και απέβλεπε στην ασφαλή τοποθέτηση των αποταμιεύσεών του και στην ενίσχυση του οικογενειακού του εισοδήματος, είναι αντιφατική με την παραδοχή από την προσβαλλόμενη, ότι ο ίδιος ουδέν έπραξε για τη διάσωση του επενδεδυμένου κεφαλαίου και ότι ήθελε να αναλάβει τον κίνδυνο, στον οποίο ανυπαίτια εκτέθηκε.
Με το περιεχόμενο αυτό, ο τελευταίος λόγος περί αντιφατικών αιτιολογιών, κατά το πρώτο μέρος του, δεν ιδρύεται και συνακόλουθα είναι απαράδεκτος, καθόσον ο αναιρεσείων δεν εντοπίζει την αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά μεταξύ αυτών και της μείζονος πρότασης αυτής, η οποία, όμως, αντίφαση, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, δεν ιδρύει τον από την επικαλούμενη διάταξη λόγο αναίρεσης, ενώ ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του, πέραν της σημειωθείσας αοριστίας του, είναι αβάσιμος, καθώς ουδεμία αντίφαση υφίσταται μεταξύ των άνω αιτιολογιών.
Υπό την επίκληση δε της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττει ουσιαστικά με τον λόγο αυτό την επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας κατά τα αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενα και επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο άνω λόγος αναίρεσης, είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη, που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι στην περίπτωση, που το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι έχουν, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 430/2016, ΑΠ 1596/2014).
Ως ισοδύναμα δε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη, κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 του ΚΠολΔ, δηλαδή, δεν είναι από εκείνα, που βεβαιώνονται σ' αυτά, ότι έγιναν από το συντάκτη τους ή ότι έγιναν ενώπιόν του (ΑΠ 1009/2018, ΑΠ 1417/2009, ΑΠ 75/2008).
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο η ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ίδιου Κώδικα τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται, όμως, ανταπόδειξη.
Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 ΚΠολΔ είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην, όμως, επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς να απαιτείται να προσβληθεί το δημόσιο έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιον του (ΑΠ 883/2013).
Στην περίπτωση αυτή είναι επιτρεπτή η ανταπόδειξη, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως μάρτυρες, ιδιωτικά έγγραφα, αλλά και δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 361/2004, ΑΠ 455/1993). Η ανταπόδειξη δεν συνιστά κύρια απόδειξη και κατά συνέπεια δεν απαιτείται να αποδειχθεί το αντίθετο του αποδεικνυόμενου με το δημόσιο έγγραφο, αλλά αρκεί να κλονισθεί η πεποίθηση του δικαστή για την αλήθεια του περιστατικού(ΑΠ 438/2021, ΑΠ 445/2019).
Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από την άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης απαιτείται να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) ποία είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί β) Προς απόδειξη ποίου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση των σχετικών αποδεικτικών μέσων και ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης γ) Ποία είναι τα αποδεικτικά μέσα και ποία ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ' αυτήν ο νόμος δ) Που έγκειται το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το αποδεικτικό μέσο, Και, ε) αν πρόκειται για δημόσια έγγραφα, τα οποία, κατά τα παραπάνω, αποτελούν πλήρη απόδειξη έναντι όλων για κάθε τι που βεβαιώνεται σ' αυτά, ότι έγιναν από το συντάκτη τους ή ότι έγιναν ενώπιόν του, πρέπει να καθορίζεται το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και συγκεκριμένα ποιά γεγονότα βεβαιώνουν εκείνοι που τα συνέταξαν, ότι έγιναν από αυτούς ή ενώπιόν τους και εάν οι συντάκτες των εγγράφων αυτών, ήταν καθύλην και κατά τόπον αρμόδιοι για τις γενόμενες από αυτούς βεβαιώσεις.
Αν λείπει έστω και ένα από τα στοιχεία αυτά, ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος (ΑΠ 1009/2018, ΑΠ 1542/2018, ΑΠ 1454/2017, ΑΠ 892/2013, ΑΠ 700/2009, ΑΠ 949/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση, την από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, προβάλλοντας, ότι το Εφετείο, κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, παραβίασε την αποδεικτική δύναμη του προσκομισθέντος από αυτόν με επίκληση, δημοσίου εγγράφου και συγκεκριμένα της με αριθ.
πρωτοκ. 2407/17-7-2018 απάντησης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς στην αναφερόμενη καταγγελία του, σύμφωνα με την οποία επιβλήθηκε πρόστιμο στην αναιρεσίβλητη, για τους λόγους ότι, ''δεν είχε συναφθεί σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, πριν την αγορά του ομολόγου (ΟΕΔ)'' και ότι (ο ίδιος), ''δεν ενημερώθηκε αναλυτικά πριν προβεί στην αγορά του ΟΕΔ, ως προς τη φύση και τους κινδύνους που ενέχουν τα χρηματοπιστωτικά μέσα γενικά και τα ΟΕΔ ειδικότερα, ώστε να μπορεί να λαμβάνει εμπεριστατωμένες επενδυτικές αποφάσεις'', δεχόμενο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι αποδείχθηκε η τήρηση των υποχρεώσεων της αντίδικης (αναιρεσίβλητης).
Έκρινε δηλαδή, αντίθετα με το περιεχόμενο του πιο πάνω δημόσιου εγγράφου, το οποίο αποτελεί πλήρη απόδειξη, ως προς τα βεβαιούμενα σ' αυτό, γεγονότα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, αφού στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζονται τα προεκτιθέμενα στοιχεία που απαιτούνται για την πληρότητά του και ειδικότερα, προς απόδειξη ποίου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος έγινε επίκληση και προσκόμιση του εγγράφου αυτού, ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης και ποία γεγονότα βεβαιώνει ο συντάκτης του εγγράφου, ότι έγιναν από αυτόν ή έγιναν ενώπιόν του.
Σε κάθε δε περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, διότι, τα όσα ανωτέρω βεβαιώνονται στο παραπάνω έγγραφο - απάντηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς στην καταγγελία του ανιρεσείοντος, ως μη γενόμενα από τον ίδιο τον υπάλληλο που υπογράφει την απάντηση ή ενώπιόν του, αλλά από τρίτα πρόσωπα την αλήθεια των οποίων όφειλαν αυτά να διαπιστώσουν, είναι δεκτικά ανταπόδειξης, χωρίς να απαιτείται η προσβολή του πιο πάνω εγγράφου, ως πλαστού.
Ο ίδιος δε λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, προς αντίκρουση του περιεχομένου των πιο πάνω δημοσίου εγγράφου η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη της αποδεικτικά στοιχεία μικρότερης αποδεικτικής ισχύος, όπως μαρτυρική κατάθεση και ιδιωτικά έγγραφα και με τον τρόπο αυτό ανεπιτρέπτως απέκρουσε την πλήρη αποδεικτική δύναμη του πιο πάνω δημοσίου εγγράφου, και ότι αρκέστηκε στον με βάση αυτά κλονισμό της αλήθειας του ανωτέρω κρίσιμου περιστατικού, είναι ομοίως αβάσιμος, καθόσον η κατά το άρθρο 440 του ΚΠολΔ ανταπόδειξη μπορεί να γίνει με κάθε αποδεικτικό μέσο και δεν απαιτείται να αποδειχθεί το αντίθετο του αποδεικνυόμενου με το δημόσιο έγγραφο, αλλά αρκεί να κλονισθεί η πεποίθηση του δικαστή για την αλήθεια του περιστατικού (ΑΠ 438/2021).
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανένας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό.
Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος σε περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 903/2019, ΑΠ 233/2011).
Ακολούθως, μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής απόφασης και της εισαγωγής της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ, σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, στον οποίο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του, την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού.
Αντίθετα, το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ένστασης πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, σ' αυτό δε εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς του οποίου ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης (ΑΠ 974/2018, ΑΠ 10/2013).
Εξάλλου, με το άρθρο 8 παρ. 4 του ν. 2251/1994, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 του ν. 3587/2007, που εφαρμόζεται και στην ένδικη υπόθεση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι, ''ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών (παρ. 1).
Ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας (παρ. 3). Ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας. Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι: α) η παροχή ανεξαρτήτων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β) η υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή αυτών, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων φέρει το βάρος αποδείξεως της έλλειψής της (νόθος αντικειμενική ευθύνη), γ) παράνομη συμπεριφορά, δ) ζημία κατά το γενικό δίκαιο αποζημίωσης και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας.
Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται νόθος αντικειμενική ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, το δε κύριο αποδεικτικό βάρος του ενάγοντος ζημιωθέντος, δεν συνίσταται στην απόδειξη υπαιτιότητας του εναγομένου, η οποία τεκμαίρεται, αλλά στην απόδειξη παροχής της υπηρεσίας, της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ παρέχοντος την υπηρεσία και ζημίας.
Εξαιτίας της διαλαμβανόμενης στον προαναφερόμενο κανόνα κατανομής του βάρους απόδειξης στην περίπτωση που η ευθύνη του υπόχρεου αποζημίωσης θεμελιώνεται στην συγκεκριμένη ρύθμιση, ο δικαιούχος επιβάλλεται να αποδεικνύει τη ζημία, την παροχή των υπηρεσιών προς τον ίδιο και τον υφιστάμενο μεταξύ τους αιτιώδη σύνδεσμο, ενώ ο οφειλέτης την εκ μέρους του έλλειψη εκδήλωσης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς, την έλλειψη συνδρομής αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της τελευταίας και της ζημίας ή την εμφάνιση κάποιου λόγου άρσης ή μείωσης της ευθύνης του (ΑΠ 974/2018, ΑΠ 2212/2014, ΑΠ 1227/2007).
Εξάλλου, για το ορισμένο του άνω λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόσθηκε εσφαλμένα ο ορισμός του νόμου για το βάρος της απόδειξης, καθώς και το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας ως προς την εφαρμογή των κανόνων περί αντικειμενικού βάρους απόδειξης (ΑΠ 555/2019, ΑΠ 385/2017, ΑΠ 275/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, της παραβίασης των ορισμών του νόμου, ως προς το βάρος απόδειξης, επικαλούμενος ότι, ενώ η αναιρεσίβλητη (τράπεζα) ως παρέχουσα υπηρεσίες, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 2251/1994, φέρει η ίδια το βάρος απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητάς της, αυτός δε, ως καταναλωτής - δεχόμενος τις υπηρεσίες της τράπεζας, δεν βαρύνεται με την απόδειξη της υπαιτότητας της τελευταίας, η οποία τεκμαίρεται, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τους ισχυρισμούς του, ως αναπόδεικτους, λόγω έλλειψης και ανεπάρκειας αποδείξεων, επιβάλλοντας στον ίδιο το βάρος απόδειξης.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο, δεν παρατίθεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόσθηκε εσφαλμένα οι ορισμός του νόμου για το βάρος της απόδειξης, καθώς και το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας ως προς το βάρος απόδειξης, χωρίς να αρκεί για τον προσδιορισμό του σφάλματος αυτού, η παράθεση στο αναιρετήριο της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης ότι, ''ο ενάγων - εκκαλών δεν αμφισβητεί ότι υπέγραψε τα παραπάνω έγγραφα, ούτε και προέβαλε ισχυρισμό περί πλαστότητας της υπογραφής του επ' αυτών, αρκούμενος μόνο στο να επικαλεστεί ότι οι συμβάσεις αυτές ήταν προδιατυπωμένες, χωρίς ωστόσο να ισχυρίζεται περαιτέρω ότι αυτές διαλαμβάνουν όρους που είναι άκυροι ως καταπλεονεκτικοί ή /και καταχρηστικοί, κατ' άρθρο 2 παρ. 6 και 7 του ν. 2251/1994'', καθώς από την παραδοχή αυτή, ουδεμία παραβίαση προκύπτει αναφορικά με την κατανομή από το δικαστήριο του βάρους απόδειξης.
Σε κάθε περίπτωση, ο άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στην απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος, κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας μετά τον σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης, δεχόμενο με τις παραδοχές του, τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, περί ανυπαρξίας παράνομης και υπαίτιας πράξης της και έλλειψης συνδρομής αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της τελευταίας και της ζημίας και επομένως δεν τίθεται θέμα αναστροφής και παραβίασης του αντικειμενικού βάρους της απόδειξης κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι πασίδηλο, ή κατά την ταυτόσημη έκφραση ''παγκοίνως γνωστό'', είναι το πραγματικό γεγονός, που είναι πασίγνωστο σε τέτοιο βαθμό στο κοινό, άρα και τους Δικαστές, ώστε να μη γεννιέται εύλογη αμφιβολία για την αλήθειά του (ΑΠ 319/2019, ΑΠ 196/2010). Για το λόγο αυτό και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, χωρίς να έχει προταθεί στη δίκη από κάποιο διάδικο (ΑΠ 1429/2005), δεν διατάσσεται, δε, για την αλήθεια τούτου απόδειξη.
Τα πασίγνωστα αυτά γεγονότα μπορεί να είναι γνωστά παγκοσμίως (παγκόσμια πασίδηλα) ή σε ορισμένη χώρα (εθνικά πασίδηλα) ή σε ορισμένο τόπο (τοπικά πασίδηλα). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το εάν κάποιο γεγονός είναι πασίδηλο, είναι αξιολογική (νομική), αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας του γεγονότος στην έννοια του ''πασίδηλου'' και συνεπώς υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Αντίθετα, το πραγματικό περιστατικό, που αποτελεί το περιεχόμενο του πασίδηλου γεγονότος, συνδέεται με την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και δεν εμπίπτει στις αναιρετικές πλημμέλειες (ΑΠ 1061/2020, ΑΠ 1/2013). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο δέχθηκε πραγματικό περιστατικό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αποδεδειγμένο, ως πασίδηλο, χωρίς να διατάξει αποδείξεις, μόνον αν ο διάδικος είχε αρνηθεί το περιστατικό, που συνιστά το ''πασίδηλο γεγονός'' (ΑΠ 1061/2020, ΑΠ 116/2012).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. β ΚΠολΔ ορίζεται, ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).
Όμως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης (αρθρ. 559, αρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).
Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1313/2018, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 2146/2014). Αν δε η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1106/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αρ. 10 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, συνιστάμενες στο ότι, με τις παραδοχές της, ότι, '' είναι κοινώς γνωστό, ως γεγονός με ευρεία δημοσιότητα, ενόψει και των μετέπειτα δυσμενέστατων επιπτώσεων στην καθημερινότητα των ελλήνων πολιτών ......
είχε ήδη αρχίσει να διαφαίνεται η επίπτωση της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης ....'', δέχθηκε, ως πασίδηλο γεγονός, την οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα μας και όλους τους οικονομικούς κλάδους, όπως και τον τραπεζικό, στον οποίο δραστηριοποιείται η εναγομένη, ήτοι πραγματικά περιστατικά τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά, χωρίς την απαιτούμενη από το νόμο απόδειξη, άλλως διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς αυτά.
Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ο αναιρεσείων ουδόλως αμφισβήτησε τον ισχυρισμό που υιοθέτησε το δικαστήριο περί της οικονομικής κρίσης και των επιπτώσεων γενικά της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης στη χώρα μας, ως πασίδηλο γεγονός, αντίθετα ο ίδιος στον άνω λόγο επικαλείται ρητά ότι, ''η οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα μας και όλους τους οικονομικούς κλάδους, όπως και τον τραπεζικό στον οποίο δραστηριοποιείται η αναιρεσίβλητη, αποτελεί πασίδηλο γεγονός - παγκοίνως γνωστό που ουδείς αμφισβητεί'', έτσι ώστε να μην χρειάζεται περαιτέρω τεκμηρίωση και απόδειξη του πασίδηλου αυτού γεγονότος.
Ο ίδιος δε λόγος, κατά το επικουρικό του σκέλος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται ανεπαρκής αιτιολογία στην προσβαλλόμενη, ως προς την κρίση της, περί της οικονομικής κρίσης ως πασίδηλου γεγονότος, είναι ομοίως απαράδεκτος, καθόσον η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό αποτελεί περιεχόμενο πασίδηλου γεγονότος είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ως συνδεόμενη με την εκτίμηση των αποδείξεων, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη.
Οι διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις, ότι το Εφετείο με την αόριστη παραδοχή της οικονομικής κρίσης, ''ως πασίδηλου γεγονότος, που επέδρασε στις ενέργειες της εναγομένης, χωρίς να αποδειχθούν τα συμπροσδιοριστικά στοιχεία που εξειδικεύουν το γεγονός ως προς την εναγομένη'', δέχθηκε πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απαράδεκτες, λόγω αοριστίας, αφού ουδόλως εκτίθενται τα επικαλούμενα ''συμπροσδιοριστικά'' στοιχεία, τα οποία ως πράγματα, που ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης έχρηζαν απόδειξης, ούτε οι παραδοχές το δικαστηρίου της ουσίας, σχετικά με την επίδραση της οικονομικής κρίσης, στις ενέργειες της εναγομένης, οι οποίες (ενέργειες) ομοίως δεν παρατίθενται, ενώ κατά τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο παραδοχές της προσβαλλόμενης, ουδεμία κρίση του Εφετείου υφίσταται, σχετική με την επίδραση της οικονομικής κρίσης στις ενέργειες της αναιρεσίβλητης.
Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β του ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι, ''δεν είναι δυνατόν ο ενάγων - εκκαλών να μην γνώριζε τα προβλήματα αυτά κατά το χρόνο που αιτήθηκε την αγορά του επίδικου ομολόγου, αλλά και την μετέπειτα διαρκή και έντονη επιδείνωσή τους, καθόσον επρόκειτο για γεγονός γνωστό σε όλους'', χρησιμοποίησε εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθώς σύμφωνα με αυτά, η σύνδεση της γενικότερης οικονομικής κρίσης και ο αντίκτυπος που αυτή επιφέρει σε όλα τα επενδυτικά προϊόντα είναι αδύνατο να είναι γνωστή σε ένα μέσο συντηρητικό ομολογιούχο, που ουδεμία άλλη ενασχόληση έχει με χρηματοπιστωτικά προϊοντα, αντίθετα κατά τα ίδια διδάγματα, κυριότεροι γνώστες και αναλυτές των συνθηκών της αγοράς, είναι τα πιστωτικά ιδρύματα (όπως η εναγομένη) και έτσι μπορούν να ενημερώνουν, συμβουλεύουν και καθοδηγούν επενδυτές της κατηγορίας του.
Ο λόγος, όμως, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο, ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, για την αληθινή έννοια, του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι αυτά, η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν, από το Εφετείο, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, καθώς και ο τρόπος της παραβίασής τους.
Και τούτο πέραν του ότι τα επικαλούμενα περισττατικά δεν συγκροτούν δίδαγμα της κοινής πείρας, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1β ΚΠολΔ, αλλά ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και σε επιχειρήματα τα οποία προβάλλει ο αναιρεσείων σχετικά με την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο των αποδείξεων, την οποία ανεπίτρεπτα (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) στην πραγματικότητα πλήττει υπό την επίφαση του ως άνω λόγου αναίρεσης.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Στην έννοια, όμως, των αποδεικτικών μέσων δεν περιλαμβάνονται οι αποφάσεις των ελληνικών ή αλλοδαπών δικαστηρίων, καθώς και οι γνωμοδοτήσεις επί νομικών ζητημάτων, τις οποίες επικαλούνται οι διάδικοι για την ερμηνεία διάταξης νόμου, ή τη λύση που έδωσαν επί νομικού ζητήματος σε άλλη νομική υπόθεση και επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται επί μη λήψης υπόψη τέτοιου εγγράφου (ΑΠ 433/2020, ΑΠ 177/2016, ΑΠ 358/2011, ΑΠ 93/1996).
Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 12/2002, ΑΠ 781/2020, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη, εφόσον βεβαίως γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους, από το διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 306/2018).
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1072-3/2005, ΑΠ 798/2010).
Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 455/2014, ΑΠ 1072/2005). Για το ορισμένο δε της προβολής του λόγου της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους, ως και ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίσθηκαν και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 92/2020, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 688/2016, ΑΠ 2261/2014) και επιπλέον να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν αυτεπαγγέλτως υπόψη (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 204/2017, 1185/2010, ΑΠ 1855/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατά την απόρριψη του ισχυρισμού του περί οικονομικού συμφέροντος της αναιρεσίβλητης από την πώληση ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου και περί της σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ του ίδιου και της τελευταίας, ως βασικού διαπραγματευτή των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσείων προσκόμισε νόμιμα με επίκληση, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη, α) τον αναφερόμενο Κανονισμό Λειτουργίας των Βασικών Διαπραγματευτών Αγοράς ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, με τον οποίο ορίζονται, μεταξύ άλλων, οι υποχρεώσεις των βασικών διαπραγματευτών των άνω ομολόγων, μεταξύ των οποίων η εναγομένη τράπεζα, για την προώθηση αυτών στην ελληνική και διεθνή αγορά για β) τους από 21-1-2010, 4-2-2011 και 30-8-2011 Πίνακες Κατάταξης Βασικών Διαπραγματευτών Αγοράς της Τράπεζας της Ελλάδος, από τους οποίους προκύπτει ότι από τον Ιανουάριο του 2020 έως το Μάρτιο του 2012 που έγινε η ανταλλαγή, η εναγομένη παραμένει σταθερά δεύτερη στον πίνακα κατάταξης, λόγω της αυξημένης συναλλακτικής της δραστηριότητας στα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, γ) τη με αριθμό 2/6276/0023 απόφαση του Υπ.
Οικ. (υπ' αριθμ. 107/4-2-2010 ΦΕΚ), για την έκδοση του επίδικου ομολόγου, δ) τις δημοσιευμένες στο ΦΕΚ και στον ιστότοπο της αναιρεσίβλητης οικονομικές καταστάσεις του Δεκεμβρίου 2011 της αναιρεσίβλητης, ενώ με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια πιο πάνω πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι δεν έλαβε υπόψη της, την προσκομισθείσα σε ψηφιακή μορφή ανακοίνωση της Κυπριακής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που επέβαλε τον Ιούνιο του 2013 στην Τράπεζα Κύπρου, διοικητικό πρόστιμο για παράβαση του Κυπριακού δικαίου στις 13-1-2010 και στις 28-4-2010, η οποία συνίστατο στην παράλειψη ανακοίνωσης από την Τράπεζα Κύπρου της σημαντικής για τους επενδυτές και μετόχους της, πληροφορίας ότι η επένδυση σε ΟΕΔ είχε αξιολογηθεί από τον οίκο αξιολόγησης Standard & Poor's σε ΒΒ+ (δηλαδή σε μη επενδυτική βαθμίδα - σκουπίδια).
Από την υπάρχουσα όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη ''.... όλα τα έγγραφα, που προσκομίζονται νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς...'', εκτός από το αναφερόμενο ειδικά σ' αυτή έγγραφο, που προσκόμισε ο ενάγων, το οποίο πράγματι δεν λήφθηκε υπόψη, πλην, όμως, δεν συμπεριλαμβάνεται στα αναφερόμενα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία, που φέρονται ως αγνοηθέντα, όχι μόνο δεν καταλείπεται αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα άνω αναφερόμενα έγγραφα.
Επομένως, οι άνω λόγοι αναίρεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, με τον άνω (έκτο) λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια πιο πάνω πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι δεν έλαβε υπόψη, το από 20-11-2009 υπηρεσιακό έγγραφο της εναγομένης τράπεζας - αναιρεσίβλητης, το οποίο προσκόμισε με επίκληση, για την απόδειξη του ισχυρισμού του, περί της σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ της τελευταίας, βασικού διαπραγματευτή των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου και του ίδιου, δεχόμενη ότι πρόκειται για παράνομα συλλεγέν αποδεικτικό μέσο.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), στα πλαίσια του ερευνώμενου λόγου αναίρεσης, το Εφετείο δέχθηκε ότι, ''δεν λαμβάνεται υπόψη, ως παρανόμως συλλεχθέν αποδεικτικό μέσο το αντίγραφο της εκτύπωσης ηλεκτρονικής επιστολής του Διευθυντή Personal Banking της εναγομένης - εφεσίβλητης τράπεζας, προς τους αναφερόμενους στο εν λόγω έγγραφο υπαλλήλους αυτής, με ημερομηνία 20-11-2009, έγγραφο που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων - εκκαλών, ως σχετικό υπ' αριθμ. 42 και για το οποίο ναι μεν δεν ισχύει η συνταγματική προστασία του απορρήτου, κατ' άρθρο 19 του Συντάγματος της Ελλάδος, εφόσον η προστασία αυτή έληξε κατά τη στιγμή που οι διαλαμβανόμενοι στο παραπάνω έγγραφο παραλήπτες έλαβαν γνώση του περιεχομένου του, πλην, όμως, ως ηλεκτρονικό μήνυμα που διατηρήθηκε από τον αποστολέα /ή και τους παραλήπτες σε τυπωμένη μορφή στον υπολογιστή του, εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο των άρθρων 9 και 9Α του Συντάγματος της Ελλάδος (ΟλΑΠ 1/2017), καθόσον ο ενάγων -εκκαλών δεν επικαλείται, ούτε ως απάντηση στη σχετική βάσιμη ένσταση που προβάλλει η εναγομένη - εφεσίβλητη τράπεζα, ότι πρόκειται για ηλεκτρονικό έγγραφο, που δεν υποκλάπηκε κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας και δεν αφαιρέθηκε από προσωπικό ηλεκτρονικό αρχείο του αποστολέα ή και των παραληπτών, με διάρρηξη μυστικού κωδικού πρόσβασης, αλλά πρόκειται για ηλεκτρονικό έγγραφο εκ του σκληρού δίσκου εταιρικού υπολογιστή της εναγομένης - εφεσίβλητης, ο οποίος σκληρός δίσκος δεν αποτελεί είδος επικοινωνίας και συνεπώς τα αποθηκευμένα σ' αυτόν στοιχεία δεν εμπίπτουν στην προστατευτική σφαίρα του απορρήτου της επικοινωνίας''.
Επομένως, το Δικαστήριο, μετά την απόκρουση του εγγράφου από την εναγομένη τράπεζα, ως παρανόμως συλλεγέντος αποδεικτικού μέσου και τη μη εναντίωση του ενάγοντος περί του αντιθέτου, όπως εκτίθεται στις προαναφερθείσες παραδοχές του, ορθά δεν έλαβε υπόψη το άνω έγγραφο, κρίνοντας ότι αποτελεί παράνομο αποδεικτικό μέσο.
Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, με τον έβδομο λόγο της αίτησης, κατά το δεύτερο μέρος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την ίδια πιο πάνω πλημέλλεια από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι δεν έλαβε υπόψη της, ούτε αξιολόγησε, τα προσκομισθέντα από τον ίδιο σε ψηφιακή μορφή, με αριθμούς 8 και 9 έγγραφα, από τα οποία κατά τους ισχυρισμούς της προκύπτουν, οι σύμφωνα με την αναφερόμενη διεθνή νομολογία, υποχρεώσεις των τραπεζών έναντι των επενδυτών και τη γνωμοδότηση του Γ.
Τ., με τίτλο, ''Η ευθύνη των ΕΠΕΥ έναντι των επενδυτών για παράλειψη πληροφόρησης ή παροχή εσφαλμένων συμβουλών''. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, τα πιο πάνω έγγραφα που αναφέρονται σε διεθνή νομολογία, καθώς και η επικαλούμενη γνωμοδότηση, σχετικά με νομικό ζήτημα, δεν είναι αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, αλλά έγγραφα που προσκομίστηκαν για το σχηματισμό της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού, κατά την επίλυση νομικού ζητήματος.
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-5-2019 (αριθμ. καταθ. 451/20-5-2019) αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 46/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ