Supreme Court dismisses appeal in traffic accident case, upholding lower court's finding of liability for the driver.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by seven individuals against a final judgment from the Single Court of Appeal in Ioannina regarding a fatal traffic accident. The appellants argued that the court of first instance had ignored an expert report submitted by them to prove the driver's liability. The court ruled that the appellate court had explicitly considered all documents, including the contested report, and found it contradicted other evidence, thus validating the original liability finding.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 300, 330 and 914 of the Civil Code; An appeal is inadmissible if the appellate court has duly considered all evidence submitted by the parties, including expert reports, and formed its own assessment based on the totality of the proof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1551 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1551/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευστάθιο Νίκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:
1) Β. Π. του Ν., κατοίκου ... Χαλκιδικής,
2) Π. Π. του Ν., κατοίκου ... Ιωαννίνων,
3) Κ. Π. του Α., κατοίκου ... Χαλκιδικής,
4) Π. Λ. του Κ., κατοίκου ... Ιωαννίνων,
5) Ν. Π. του Κ.,
6) Α. Π. του Κ. και
7) Α. - Μ. Π. του Κ., κατοίκων ... Χαλκιδικής,
οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 23.09.2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Ι. Σ. του Θ., κατοίκου … Ιωαννίνων και
2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γεωργουλόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 08.07.2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 425/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 112/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13.11.2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Η υπό κρίση από 13.11.2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 48/2019 αίτηση, με την οποία ζητείται, υπό την επίκληση των διαλαμβανομένων σ' αυτή αιτιάσεων, η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 112/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, είναι παραδεκτή, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων λόγων της.
[II] Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας.
Αμέλεια, κατ’ άρθρο 330 του ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά την συναλλακτική καλή πίστη από τον δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις. Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως, και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή την κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 809/2017, 1361/2013, 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).
[III] Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, ως προς το ζήτημα των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, ως προς την υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου στην επέλευση του εν λόγω ατυχήματος και ως προς την ύπαρξη ή μη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπό του οδηγού τούτου οδηγήσεως του αυτοκινήτου κατά τον χρόνο του ατυχήματος υπό την επίδραση οινοπνεύματος και του επελθόντος επιζημίου αποτελέσματος, τα ακόλουθα:
«| Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης εκείνου του Δικαστηρίου, από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν νόμιμα και επικαλούνται, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί οποιοδήποτε τούτων για την κατ' ουσία διάγνωση της διαφοράς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα έγγραφα της σχηματισθείσας σχετικής ποινικής προανακριτικής δικογραφίας, τα οποία εκτιμώνται ελεύθερα στην παρούσα δίκη ως δικαστικά τεκμήρια (βλ. ΑΠ 1428/2000 ΕλλΔνη 2000. 678, ΕφΑθ 4980/2001 και ΕφΑθ 7468/2000 Δημ. Νόμος), καθώς και τις νόμιμα προσκομιζόμενες με επίκληση φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε (αρθρ. 444 παρ.3 , 445, 447 και 448 παρ.2 ΚΠολΔ) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Στις 16.01.2013 και περί ώρα 18:34 ο Ν. Π. οδηγούσε το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του στην Πεδινή Ιωαννίνων και επί της οδού Βελισαρίου, με κατεύθυνση από Ιωάννινα προς Κοσμηρά. Κατά τον ίδιο χρόνο ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, που ανήκε στην ιδιοκτησία του και ήταν ασφαλισμένο για ζημιές που θα προξενούσε σε τρίτους στη δεύτερη ασφαλιστική εταιρία, στην ίδια οδό με αντίθετη κατεύθυνση από Κοσμηρά προς Ιωάννινα.
Η οδός Βελισαρίου στο σημείο του ατυχήματος είναι διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, χωρίζεται με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 9,5 μ. δηλαδή 4,75 μ για κάθε λωρίδα κυκλοφορίας με εκατέρωθεν πεζοδρόμια, ενώ είναι ευθεία και το όριο ταχύτητας ανέρχεται σε 50 χ/ω ως κατοικημένη περιοχή.
Κατά τον παραπάνω χρόνο η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών ήταν αραιή, η άσφαλτος ήταν υγρή λόγω βροχόπτωσης, ήταν νύχτα με ανεπαρκή τεχνητό φωτισμό, οι καιρικές συνθήκες ήταν πολύ κακές, ενώ η ορατότητα περιοριζόταν λόγω του σκότους. Η οδός αυτή διασταυρώνεται στα δεξιά σε σχέση με την πορεία του οχήματος του πρώτου εναγομένου με ανώνυμη δημοτική οδό, ενώ ακριβώς πριν τη διασταύρωση υπάρχει διάβαση πεζών κατά πλάτος της οδού Βελισαρίου και πινακίδα Κ-15 ως προς την πορεία του οχήματος του πρώτου εναγομένου, ενώ στην απέναντι γωνία της οδού Βελισαρίου με την ανώνυμη δημοτική οδό υπάρχει αρτοποιείο ιδιοκτησίας Σίντου.
Όταν ο Ν. Π. πλησίασε τη διάβαση πεζών, που υπήρχε στην πορεία του, κινούμενους με υπερβολική ταχύτητα, με παλιά και φθαρμένα λάστιχα και υπό την επήρεια οινοπνεύματος, ενόψει και των συνθηκών που επικρατούσαν (ολισθηρότητα του οδοστρώματος λόγω της βροχής και νύχτα με ανεπαρκή τεχνητό φωτισμό), ξέφυγε από την πορεία του και εισήλθε ανεξέλεγκτα στο αντίθετο ρεύμα πορείας, όπου και επέπεσε με την εμπρόσθια αριστερή γωνία του στην εμπρόσθια αριστερή γωνία του οχήματος του πρώτου εναγόμενου, στη συνέχεια δε αφού έκανε αριστερόστροφη περιστροφή ακινητοποιήθηκε σχεδόν κάθετα στο οδόστρωμα της οδού πάνω στη διπλή διαχωριστική γραμμή, ενώ το όχημα του πρώτου εναγομένου ακινητοποιήθηκε παράλληλα και σε πολύ μικρή απόσταση από το κράσπεδο το δεξιού πεζοδρομίου σε σχέση με τη πορεία του.
Ο τελευταίος κινούμενος με κανονική ταχύτητα μόλις αντιλήφθηκε σε μικρή απόσταση την αντικανονική είσοδο του ως άνω οχήματος στο ρεύμα πορείας του έκανε χρήση της πέδησης και αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, πλην όμως δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση. Η σύγκρουση έγινε στο ρεύμα κυκλοφορίας του πρώτου εναγομένου, δηλαδή προς Ιωάννινα και σε απόσταση 2,1 μ.
από τη διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, όπου βρέθηκαν θραύσματα υάλων, και ήταν πλαγιομετωπική. Συγκεκριμένα συγκρούστηκε το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του Ν. Π. με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου, από τη σύγκρουση δε αυτή καταστράφηκε όλο το μπροστινό αριστερό μέρος του αμαξώματος, καθώς και τα επί μέρους συστήματα και μηχανικά μέρη του οχήματος του Ν.
Π., ενώ το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου υπέστη ζημιές στο εμπρός κα αριστερό μέρος του, όπως προκύπτει από την από 21.01.2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανολόγου μηχανικού Ι. Α., που ορίστηκε πραγματογνώμονας από το Τμήμα Τροχαίας Ιωαννίνων στα πλαίσια της προανάκρισης που διενεργήθηκε. Κατά τη σύγκρουση τραυματίστηκε θανάσιμα ο οδηγός του ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου Ν. Π., ηλικίας 80 ετών, ο οποίος υπέστη κακώσεις κεφαλής θώρακος, σπονδυλικής στήλης και λεκάνης, εξαιτίας δε των τραυμάτων αυτών και μόνον επήλθε ο θάνατος του, όπως προκύπτει από τη με αριθμό πρωτ. 34/25-1-2013 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής του ιατροδικαστή Θ. Β. . Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά ως προς τις συνθήκες επέλευσης του ατυχήματος, αποδεικνύονται από την από 16.01.2013 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Τμήματος Τροχαίας Ιωαννίνων και το συνοδεύον αυτή πρόχειρο σχεδιάγραμμα, όπου περιγράφονται και απεικονίζονται η κατάσταση της οδού, η πορεία των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, οι συγκρουσθείσες επιφάνειες αυτών, τα θραύσματα υάλων και η τελική θέση των αυτοκινήτων, καθώς επίσης τις φωτογραφίες των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων μετά το ατύχημα και τις δορυφορικές φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, που προσκομίζουν με επίκληση οι εναγόμενοι, στις οποίες απεικονίζεται ο τόπος του ατυχήματος, ο οποίος ταυτίζεται με την περιγραφή του τόπου του ατυχήματος που γίνεται στο ως άνω πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας Ιωαννίνων.
Οι ενάγοντες αμφισβητούν τον τόπο του ατυχήματος και την πορεία των οχημάτων και ειδικότερα ισχυρίζονται ότι ο θανών κατά τον χρόνο του ατυχήματος κινούνταν στη οδό Βελισαρίου με κατεύθυνση προς Κοσμηρά και ότι στο σημείο του ατυχήματος η εν λόγω οδός, η οποία έχει πλάτος οδοστρώματος 14 μ., διασταυρώνεται στα αριστερά σε σχέση με την πορεία του θανόντος κάθετα με ανώνυμη χωμάτινη οδό και διαγώνια με την οδό Αποστόλων, οι οποίες οδοί (ανώνυμη και Αποστόλων) συναντιούνται στην έξοδο τους στην οδό Βελισαρίου.
Ότι όταν έφθασε στο σημείο που η οδός Βελισαρίου διασταυρώνεται διαγώνια με την ανωτέρω οδό Αποστόλων προτιθέμενος να εισέλθει σ' αυτή, αφού έλεγξε το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Βελισαρίου προς Ιωάννινα, κινήθηκε λοξά αριστερά σ' αυτό, προκειμένου να εισέλθει στη οδό Αποστόλων. Ότι πριν εισέλθει στην οδό Αποστόλων και ενώ βρισκόταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Βελισαρίου επέπεσε με σφοδρότητα στο όχημα του (θανόντος) το όχημα του πρώτου εναγομένου, που κινούνταν στην ανώνυμη χωμάτινη οδό προτιθέμενος με δεξιά στροφή να εισέλθει στην οδό Βελισαρίου στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Ιωάννινα.
Ότι μετά τη σύγκρουση το όχημα του πρώτου εναγομένου παρέσυρε το όχημα του θανόντος προς τα εμπρός και στη συνέχεια και τα δύο οχήματα ακινητοποιήθηκαν στο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Βελισαρίου με κατεύθυνση προς Ιωάννινα. Ο ως άνω ισχυρισμός των εναγόντων απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος, αφού από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε, όσα δε κατέθεσε ο μάρτυρας απόδειξης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος στηρίζονται σε υποθετικά συμπεράσματα και όχι σε ιδία αντίληψη αφού δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος.
Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από τις δύο φωτογραφίες της οδικής βοήθειας που προσκομίζουν με επίκληση ο ενάγοντες στις οποίες απεικονίζονται οι θέσεις των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων μετά το ατύχημα, ούτε από το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο Ν. Κ., μηχανολόγος μηχανικός στην από 02.02.2018 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την οποία προσκομίζουν για πρώτη φορά οι ενάγοντες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προκειμένου να υποστηρίξουν τον ισχυρισμό τους περί υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου στην πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, καθόσον η κρίση αυτή αναιρείται από τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία.
Η κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με το συγκεκριμένο σημείο που έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα ενισχύεται και από το γεγονός ότι τα θραύσματα υάλου βρέθηκαν στο αριστερό μέρος του ρεύματος κυκλοφορίας του φορτηγού και συγκεκριμένα στην περιοχή που αρχίζει από την εμπρόσθια αριστερή γωνία αυτού στην τελική του θέση μέχρι τη διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή (βλ.
πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας Ιωαννίνων), ενώ εάν το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων ήταν σε άλλη θέση και ειδικότερα στο σημείο που προσδιορίζουν οι ενάγοντες στην αγωγή τους και στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα που προσκομίζουν, τότε σε αυτό το σημείο έπρεπε να διαπιστωθούν θραύσματα (ΠΣΣ) και όχι στην τελική θέση των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, όπου και βρέθηκαν.
Ακόμη εάν πράγματι το φορτηγό του πρώτου εναγομένου κινούμενο επί της ανώνυμης χωμάτινης οδού στην προσπάθεια του να κάνει ελιγμό προς τα δεξιά, προκειμένου να κινηθεί στο ρεύμα πορείας της Βελισαρίου προς Ιωάννινα, είχε επιπέσει με σφοδρότητα επί του οχήματος του θανόντος και το παρέσυρε προς τα εμπρός, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες, τότε αυτό (φορτηγό) δεν θα είχε ακινητοποιηθεί παράλληλα και σε μικρή απόσταση από το κράσπεδο του δεξιού πεζοδρομίου της οδού Βελισαρίου στου ρεύμα κυκλοφορίας προς Ιωάννινα.
Επίσης αποδείχθηκε ότι το όχημα του πρώτου εναγομένου δεν ήταν φορτωμένο (βλ. την ως άνω έκθεση αυτοψίας) και συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός των εναγόντων απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο θανών κατά το χρόνο το ατυχήματος βρισκόταν υπό την επήρεια μέθης, αφού στο αίμα του ανιχνεύθηκε οινόπνευμα σε συγκέντρωση 2,49 γραμ.
ανά λίτρο αίματος κατά την πρώτη μέτρηση και 2,18 γραμ. ανά λίτρο αίματος κατά τη δεύτερη μέτρηση, όπως προκύπτει από τις με αρ. πρωτ. 17-13/23-1-2013 και 110/15-1-2013 εκθέσεις τοξικολογικής ανάλυσης του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων), η οποία ποσότητα υπερβαίνει το όριο των 0,50 γραμ.
ανά λίτρο αίματος που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.). Επίσης αποδείχθηκε ότι το όχημα του θανόντος είχε παλιά και φθαρμένα ελαστικά, όπως προκύπτει από την από 21.01.2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανολόγου μηχανικού Ι. Α., Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική αμέλεια του οδηγού του ...
αυτοκινήτου Ν. Π.. Η αμέλεια του συνίσταται στο ότι οδηγούσε το όχημα του χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, με υπερβολική ταχύτητα περίπου 70 χιλ/ω, η οποία ξεπερνούσε το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο των 50 χ/ω, με παλιά και φθαρμένα ελαστικά, ούτε είχε τον έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί, σε κάθε στιγμή, να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς ενόψει και των συνθηκών που επικρατούσαν (ολισθηρότητα του οδοστρώματος λόγω βροχόπτωσης και νύχτα με ανεπαρκή τεχνητό φωτισμό), όπως θα έκανε σε παρόμοια περίπτωση κάθε συνετός οδηγός, που θα κατέβαλε την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια και προσοχή, επιπλέον δε οδηγούσε αυτό υπό την επήρεια μέθης, δεδομένου ότι ανιχνεύθηκαν στο αίμα του ποσότητα οινοπνεύματος 2,49 και 2,18 ανά λίτρο αίματος σε δύο μετρήσεις, γεγονός επηρέαζε την ικανότητα του για πλήρη έλεγχο της οδήγησης και εκτέλεσης των αναγκαίων σταθμίσεων, με συνέπεια να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου, να ξεφύγει αυτό από την πορεία του, να υπερβεί τη διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή που υπήρχε σε εκείνο το σημείο της εν λόγω οδού και να εισέλθει αιφνιδιαστικά στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου έβαινε κανονικά το ...
ΙΧΦ αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 8α, 12 παρ. 1,16 παρ. 4, 19 παρ. 1,2,3,20 παρ. 1, 42 παρ. 1 και 81 παρ. 13 Κ.Ο.Κ. . Στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου στο ατύχημα δεν αποδείχθηκαν. Το όχημα που οδηγούσε, όπως αποδείχθηκε, κινούνταν με κανονική ταχύτητα στο ρεύμα πορείας του μόλις δε αντιλήφθηκε από μικρή απόσταση την αντικανονική είσοδο του οχήματος του θανόντος στο ρεύμα πορείας του τροχοπέδησε και έκανε ελιγμό προς τα δεξιά ακινητοποιώντας σχεδόν το όχημα του παράλληλα και σε πολύ μικρή απόσταση από το κράσπεδο του πεζοδρομίου που βρισκόταν στα δεξιά του ρεύματος πορείας του.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς οι σχετικοί λόγοι της έφεσης, με τον οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι|».
[IV] Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ. και των άρθρων 5 παρ. 8α, 12 παρ. 1,16 παρ. 4, 19 παρ. 1, 2, 3, 20 παρ. 1, 42 παρ. 1 και 81 παρ. 13 του Κ.Ο.Κ., και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η αποκλειστική υπαιτιότητα του θανατωθέντος συγγενούς των αναιρεσειόντων, οδηγού του υπ’ αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, και η ανυπαρξία οποιασδήποτε υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος, οδηγού του υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και επάρκεια τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, την οποία επέδειξε ο θανατωθείς συγγενής των αναιρεσειόντων, που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δεχθέν ότι ο τελευταίος οδηγούσε το όχημα του χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, κινούμενος με υπερβολική ταχύτητα περίπου 70 χιλ./ω, η οποία ξεπερνούσε το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο των 50 χιλ./ω, με παλιά και φθαρμένα ελαστικά, χωρίς να έχει τον έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί, σε κάθε στιγμή, να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ενόψει και των συνθηκών που επικρατούσαν (ολισθηρότητα του οδοστρώματος λόγω βροχόπτωσης και νύχτα με ανεπαρκή τεχνητό φωτισμό), επιπλέον δε οδηγούσε αυτό υπό την επήρεια μέθης, δεδομένου ότι ανιχνεύθηκαν στο αίμα του ποσότητα οινοπνεύματος 2,49 και 2,18 ανά λίτρο αίματος σε δύο μετρήσεις, γεγονός επηρέαζε την ικανότητά του για πλήρη έλεγχο της οδήγησης και εκτέλεσης των αναγκαίων σταθμίσεων, με συνέπεια να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου, να ξεφύγει αυτό από την πορεία του, να υπερβεί τη διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή που υπήρχε σε εκείνο το σημείο της εν λόγω οδού και να εισέλθει αιφνιδιαστικά στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.
Ακόμη, ως προς την συμπεριφορά του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου, ήδη πρώτου αναιρεσείβλητου, το Δικαστήριο έκρινε ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα δεν συνδέεται αιτιωδώς με κάποια αμελή ενέργεια ή παράλειψή του, δεχθέν ότι αυτός εκινείτο με κανονική ταχύτητα στο ρεύμα πορείας του, μόλις δε αντιλήφθηκε από μικρή απόσταση την αντικανονική είσοδο του οχήματος του θανόντος στο ρεύμα πορείας του, τροχοπέδησε και έκανε ελιγμό προς τα δεξιά, ακινητοποιώντας σχεδόν το όχημά του παράλληλα και σε πολύ μικρή απόσταση από το κράσπεδο του πεζοδρομίου που βρισκόταν στα δεξιά του ρεύματος πορείας του.
Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως αυτοί (αναιρεσείοντες) διατείνονται: α) δεν διευκρινίζει την ταχύτητα με την οποία εκινείτο το φορτηγό και ποια ήταν η ενδεδειγμένη ταχύτητα με την οποία όφειλε να κινείται, με βάση τις επικρατούσες συνθήκες και β) δεν προσδιορίζει την απόσταση από την οποία ο οδηγός του φορτηγού μπορούσε να αντιληφθεί την αντικανονική κίνηση του οχήματος του θανόντος, για να κριθεί αν μπορούσε να αντιδράσει αποτελεσματικά, να ακινητοποιήσει δηλαδή το όχημά του και να αποτρέψει τη σύγκρουση.
Και τούτο διότι οι αιτιάσεις αυτές απαραδέκτως προβάλλονται, εφόσον οι φερόμενες ως ελλείψεις και ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ανάγονται σε επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτούς εκδοχής περί του σημείου και των συνθηκών της συγκρούσεως, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθ’ όσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.
Σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις αυτές είναι κατ’ ουσίαν αβάσιμες, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ρητά ότι ο οδηγός του φορτηγού εκινείτο με κανονική ταχύτητα, μόλις δε αντιλήφθηκε, από μικρή απόσταση, την αντικανονική είσοδο του οχήματος του θανόντος στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας, πέδησε και ενήργησε ελιγμό προς τα δεξιά, χωρίς όμως να κατορθώσει να αποτρέψει τη σύγκρουση.
Τέλος στην παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι «Η σύγκρουση έγινε στο ρεύμα κυκλοφορίας του πρώτου εναγομένου, δηλαδή προς Ιωάννινα και σε απόσταση 2,1 μ. από τη διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, όπου βρέθηκαν θραύσματα υάλων [...]. Η κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με το συγκεκριμένο σημείο που έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα ενισχύεται και από το γεγονός ότι τα θραύσματα υάλου βρέθηκαν στο αριστερό μέρος του ρεύματος κυκλοφορίας του φορτηγού και συγκεκριμένα στην περιοχή που αρχίζει από την εμπρόσθια αριστερή γωνία αυτού στην τελική του θέση μέχρι τη διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή (βλ.
πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας Ιωαννίνων), ενώ εάν το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων ήταν σε άλλη θέση και ειδικότερα στο σημείο που προσδιορίζουν οι ενάγοντες στην αγωγή τους και στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα που προσκομίζουν, τότε σε αυτό το σημείο έπρεπε να διαπιστωθούν θραύσματα (ΠΣΣ) και όχι στην τελική θέση των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, όπου και βρέθηκαν», δεν παρατηρείται καμία αντίφαση ως προς το ακριβές σημείο της συγκρούσεως, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, αφού το σημείο συγκρούσεως τοποθετείται στο ρεύμα κυκλοφορίας στο οποίο εκινείτο το φορτηγό, σε απόσταση 2,1 μ.
από τη διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, τα θραύσματα δε υάλων ανευρέθησαν στην περιοχή που αρχίζει από την εμπρόσθια αριστερή γωνία του φορτηγού μέχρι τη διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων, ο συναφής δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.
[V] Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου Κώδικα, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ` αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και, ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του. Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ` αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά. Επίσης, δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/ 2008, ΑΠ 49/2015, 809/2017, ΑΠ 861/2014, ΑΠ 1047/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο: α) των προσκομισθεισών με επίκληση δύο φωτογραφιών της εταιρείας οδικής βοήθειας, από τις οποίες προκύπτει αα) ότι το οδηγούμενο από τον πρώτο αναιρεσίβλητο υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο αμέσως μετά τη σύγκρουση δεν ήταν ακινητοποιημένο στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, αλλά σε απόσταση δύο μέτρων από αυτό, το δε οδηγούμενο από τον θανόντα συγγενή τους υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο δεν ήταν σε επαφή με το προαναφερθέν φορτηγό, αλλά σε απόσταση ενός περίπου μέτρου από την αριστερή γωνία αυτού, στοιχεία από τα οποία συνάγεται, κατά τους αναιρεσείοντες, ότι η τελική θέση των οχημάτων δεν ήταν αυτή που απεικονίζεται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας και συνεπώς αποδεικνύεται ο ουσιώδης ισχυρισμός τους ότι το ένδικο ατύχημα δεν έλαβε χώρα στο σημείο που αποτυπώνεται στην έκθεση αυτοψίας της τροχαίας Ιωαννίνων και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, αλλά τη στιγμή κατά την οποία ο συγγενής τους, προτιθέμενος να εισέλθει στην ευρισκόμενη αριστερά σε σχέση με την πορεία του οδό Αγίων Αποστόλων, είχε κινηθεί λοξά αριστερά και βρισκόταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Βελισαρίου, οπότε επέπεσε επί του αυτοκινήτου του το ερχόμενο από παρακείμενη ανώνυμη χωμάτινο οδό φορτηγό του πρώτου αναιρεσιβλήτου και ββ) ότι δεν απεικονίζονται σ' αυτές ίχνη πεδήσεως του φορτηγού, όπως η ίδια δέχτηκε και β) της από 16.01.2013 εκθέσεως αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και του υπό την ιδία ημερομηνία συνοδεύοντος αυτήν προχείρου σχεδιαγράμματος, που συντάχθηκαν από τους αστυνομικούς υπαλλήλους της Τροχαίας Ιωαννίνων, σε κανένα από τα οποία δεν αναφέρονται και δεν αποτυπώνονται ίχνη πεδήσεως του φορτηγού, όπως δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Έτσι όπως διατυπώνεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθ' όσον δεν αποδίδεται στο Εφετείο διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και την ερμηνεία του περιεχομένου τους, διαφορετική από εκείνη που θεωρούν ορθή οι αναιρεσείοντες, πέραν της ουσιαστικής αβασιμότητας του εν λόγω ισχυρισμού, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα συνεκτίμησε τα εν λόγω έγγραφα μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις που προσκόμισαν οι διάδικοι, χωρίς περαιτέρω να εξαίρει την βαρύτητα των σχετικών εγγράφων στην διαμόρφωση της κρίσεώς του, σχετικώς με τον τόπο και τις συνθήκες του ατυχήματος, και χωρίς να στηρίξει την κρίση του μόνο σ' αυτά ή κυρίως σ’ αυτά.
[VI] Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα, πραγματογνωμοσύνη κ.λπ.) που λήφθηκαν υπόψη.
Έτσι, απαιτείται ειδική μνεία της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ’ άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση, και γι` αυτό η μνεία της αποφάσεως ότι ελήφθησαν υπόψη τα προσκομισθέντα έγγραφα, περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (ΟλΑΠ 8, 12/2005, ΑΠ 64/2019, ΑΠ 262/2018).
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεώς του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 128/2013, ΑΠ 1569/2010, ΑΠ 600/2010, ΑΠ 259/2009). Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 498/2018, ΑΠ 1569/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, την από 02.02.2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από αυτούς μηχανολόγου - μηχανικού Ν.
Κ., που είχαν προσκομίσει νομίμως, μετ’ επικλήσεως, προκειμένου να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους περί υπαιτιότητας της οδηγού του υπ’ αριθμ. ... ΙΧΦ αυτοκινήτου στην επέλευση αυτού. Από την κατ’ άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση των από 05.12.2018 ενώπιον του Εφετείου έγγραφων προτάσεων των αναιρεσειόντων, προκύπτει ότι αυτοί πράγματι, προκειμένου να αποδείξουν τον αγωγικό τους ισχυρισμό ότι υπαίτιος του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, κατά το οποίο τραυματίστηκε θανάσιμα ο συγγενής τους Ν.
Π., ήταν ο πρώτος αναιρεσίβλητος, επικαλέστηκαν και προσκόμισαν την από 02.02.2018 έκθεση του μηχανολόγου - μηχανικού Ν. Κ.. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο βεβαιώνει ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη «όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν νόμιμα και επικαλούνται, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί οποιοδήποτε τούτων για την κατ' ουσία διάγνωση της διαφοράς [...]».
Από την ρητή αυτή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενό της, προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο εκείνο, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και την ως άνω φερόμενη ως αγνοηθείσα έκθεση, την οποία εξάλλου ρητώς αναφέρει (βλ.
τέλος δεύτερης όψης 3ου φύλλου και πρώτη όψη 4ου φύλλου της προσβαλλομένης αποφάσεως), εκτιμώντας ότι το περιεχόμενό της αναιρείται από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
[VII] Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ'β' εδ. δ' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13.11.2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 48/2019 αίτηση για αναίρεση της 112/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ