Legislator Case Law & Legislation
1551/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds failing to state material facts or violated laws.

Case Number 1551/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the Third Instance Court's final judgment regarding a contractual dispute. The appellant argued the lower court erred in fact-finding and applied incorrect laws but failed to specify the material assumptions or the exact legal provisions violated. The court ruled that such vague grounds render the appeal inadmissible under the Code of Civil Procedure, preventing any substantive review of the case.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to state the material facts or specific laws violated, thereby precluding the Supreme Court from reviewing the substantive judgment.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds material facts Code of Civil Procedure substantive review contractual dispute legal provisions

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1551 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1551/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Βεργανελάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Βοργιά και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/9/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 200/2014 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/10/2014 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 375/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 13/9/2017 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 7/4/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Δημήτριου Γεώργα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 200/2014 αποφάσεως του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 20-10-2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 200/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την από 10-2-2015 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 9/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και κατά του αναιρεσίβλητου. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει δεκτή η ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου από 26-9-2008 αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει το ποσό των 75.000€, ως συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα, λόγω μη εκπλήρωσης εκ μέρους της υπαιτίως της μεταξύ τους σύμβασης. Η αίτηση αναίρεσης, που φέρεται προς συζήτηση με την από 13-9-2017 κλήση της αναιρεσείουσας, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 375/2016 απόφασης του Αρείου Πάγου, που είχε κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτησή της, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τα ακόλουθα: "1.1. Η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει κατά λέξη "πάντοτε μόνο γραπτώς μπορούσαν τα συμβαλλόμενα μέρη...να καταγγείλουν...την άνω μεταξύ τους σύμβαση". 1.2.

Στην ίδια απόφαση γίνεται δεκτό, ότι η εταιρία μας κατήγγειλε την άνω σύμβαση με τη συμπεριφορά της, χωρίς όμως σε κανένα σημείο της αποφάσεως να αναφέρεται, ότι η καταγγελία αυτή έγινε "γραπτώς". 1.3. Είναι πρόδηλο, ότι το δικάσαν Εφετείο στην άνω απόφασή του δεν διέλαβε την κατά νόμο αναγκαία αιτιολογία, στο σκεπτικό της αποφάσεως περιέχεται πλήρης αντίφαση (απαραίτητη η γραπτή καταγγελία αφενός-παραδοχή ισχυρής άτυπης καταγγελίας αφετέρου).

Αξίζει να σημειωθεί, ότι η εταιρία μας δεν κατήγγειλε ούτε ισχυρίσθηκε ότι κατήγγειλε τη σύμβαση. Αντίθετα ισχυρίστηκε συμφωνία λύσεως της συμβάσεως. Αυτό άλλωστε δέχεται και η προσβαλλόμενη απόφαση. Ενόψει αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα κατά ΚΠολΔ 559 αριθ. 19". Περαιτέρω δε με το δεύτερο λόγο από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τα ακόλουθα: 2.1. " Η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει κατά λέξη "...προκειμένου να λυθεί η άνω έγγραφη συμφωνία τους, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα-εναγομένη, όφειλαν αμφότερες οι πλευρές να είχαν επικυρώσει και εγγράφως τη νέα τους αυτή συμφωνία, καθόσον, κατά τα προαναφερόμενα, στο άρθρο 8 του από 7-11-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, κάθε τροποποίηση ή συμπλήρωση της μεταξύ τους συμφωνίας, δεν θα είχε ισχύ, εάν προηγουμένως, δεν είχε βεβαιωθεί με γραπτή πράξη και δεν είχε υπογραφεί και από τις δύο συμβαλλόμενες πλευρές". 2.2.

Ήδη με την έφεσή μας είχαμε διατυπώσει το παράπονο, ότι εσφαλμένα ο ισχυρισμός μας περί καταργήσεως της συμβάσεως με νεώτερη συμφωνία απορρίφθηκε ως αναπόδεικτος "επειδή δεν τηρήθηκε έγγραφος τύπος". Πράγματι για την κατάργηση έγγραφης συμβάσεως δεν απαιτείται τήρηση εγγράφου τύπου, όπως εσφαλμένα δέχεται το δικάσαν εφετείο.

Σημειωτέον ότι και στο επίδικο συμφωνητικό ο έγγραφος τύπος απαιτείται μόνο για τη συμπλήρωση ή τροποποίησή του (άρθρο 8 του συμφωνητικού). 2.3. Ενόψει των ανωτέρω το δικάσαν εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του εσφαλμένη αιτιολογία και έτσι την κατέστησε αναιρετέα κατά ΚΠολΔ 559 αριθ. 19 και αριθ. 1". Με το περιεχόμενο αυτό οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι σε αυτούς δεν διαλαμβάνονται, παρά μόνο αποσπασματικά, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσία παραδοχή της αγωγής του αναιρεσίβλητου ως βάσιμης και την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί λύσης της μεταξύ τους σύμβασης με νεώτερη συμφωνία ως αβάσιμης, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες επιπλέον δεν προσδιορίζει, ούτε εκθέτει σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, ούτε δε μπορεί να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης, αφού δεν αναφέρονται οι κρίσιμες παραδοχές στο σύνολό τους, ώστε να κριθεί εάν πράγματι στερείται νομίμου βάσης, ως έχουσα αντιφατικές αιτιολογίες και επιπλέον δεν αναφέρονται και οι διατάξεις που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν.

Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος, που πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των αναφερομένων σ' αυτούς επί μέρους παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, που διαλαμβάνονται αποσπασματικά, ως κατ' ουσίαν εσφαλμένη και συγκεκριμένα " ότι αυτή δεν κατήγγειλε, ούτε ισχυρίσθηκε ότι κατήγγειλε τη σύμβαση, αντίθετα ισχυρίστηκε συμφωνία λύσεως της σύμβασης", καθώς και ότι " είχαμε διατυπώσει το παράπονο, ότι εσφαλμένα ο ισχυρισμός μας περί καταργήσεως της συμβάσεως με νεότερη συμφωνία απορρίφθηκε ως αναπόδεικτος, επειδή δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος, πράγματι για την κατάργηση της συμβάσεως δεν απαιτείται τήρηση εγγράφου τύπου, όπως εσφαλμένα δέχεται το δικάσαν εφετείο, σημειωτέον, ότι και στο επίδικο συμφωνητικό έγγραφος τύπος απαιτείται μόνο για τη συμπλήρωση ή τροποποίηση του..." είναι απορριπτέοι κατά το μέρος αυτό ως απαράδεκτοι, διότι η επ' αυτών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της ( άρθ. 176,183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-10-2014 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία " ... ΟΕ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 200/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ