Supreme Court dismisses appeal on damages where plaintiff failed to prove specific lost income details.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court's decision on damages. The appellant argued for lost profits from farming and construction work but failed to provide specific details on income rates and earning methods. The court ruled that such abstract claims do not meet the evidentiary requirements for lost income compensation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 300, 330, 559(1), 8, 176, 183, 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure; The court of first instance must reject claims for lost profits where the plaintiff fails to specify the exact circumstances, methods of earning, and rates of income for the activities in question.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1551 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1551/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Τ. Α. Ο. του Ρ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Χατζηαντωνίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Δ. του Μ., 2) Μ. Δ. του Ρ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης και συνεκδικάστηκε με την από 13-12-2010 αγωγή του ήδη 2ου των αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 260/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-10-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 9-9-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και τρίτου λόγων αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος της 3ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Συνυπαιτιότητα υπάρχει, κατά το άρθρο 300 ΑΚ, όταν ο ζημιωθείς συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία και την έκτασή της, οπότε το Δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Στην περίπτωση αυτή, η μεν κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, η κρίση όμως για τον καθορισμό του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων.
Εξάλλου, παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 36/1988 ΕλλΔ 1989 1153). Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμ. 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.
ΑΠ 25/2004). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού αναφορικά ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των εμπλακέντων οχημάτων και τις αγωγικές αξιώσεις του άρθρου 931 ΑΚ και των διαφυγόντων κερδών, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Υπό τα εκτεθέντα άνω πραγματικά περιστατικά, το ένδικο τροχαίο ατύχημα και οι εξ αυτού επελθούσες συνέπειες οφείλονται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα αμφοτέρων των οδηγών, κατά ποσοστό 70% του οδηγού του άνευ αριθμού κυκλοφορίας τρικύκλου μοτοποδηλάτου και 30% του οδηγού του με αριθ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, οι οποίοι δεν κατέβαλαν την απαιτούμενη κατά την οδήγηση επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, την οποία όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις, που θα οδηγούσε σε πρόβλεψη και αποφυγή του ζημιογόνου αποτελέσματος. Ειδικότερα, η αμέλεια του οδηγού του τρικύκλου μοτοποδηλάτου, Α.
Ο. Τ., συνίσταται στο ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, αποφεύγοντας οποιαδήποτε συμπεριφορά δυνάμενη να εκθέσει σε κίνδυνο τους λοιπούς χρήστες της οδού, ούτε οδηγούσε το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματός του, συμπεριφορά η οποία, επιδεικνυόμενη από τον άνω οδηγό, θα είχε ως αποτέλεσμα τη μη πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης, αντιθέτως δε, εισήλθε και εκινείτο σε οδόστρωμα που προοριζόταν για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία, όπου συγκρούστηκε με το αριθ.
κυκλοφορίας ... άνω φορτηγό αυτοκίνητο, μη συμμορφούμενος έτσι με τις επιταγές των άρθρων 12 παρ. 1 και 16 παρ. 1 και 4 του Ν. 2696/1999, η δε κατά τα ανωτέρω ανεπιτηδειότητά του στον χειρισμό του τρικύκλου συνδέεται και με την άγνοια βασικών κανόνων οδικής συμπεριφοράς, καθώς αυτός, κατά τον ένδικο χρόνο, στερείτο άδειας ικανότητας οδήγησης.
Η αμέλεια δε του Δ. Ε. συνίστατο στο ότι αυτός, οδηγώντας χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ούτε ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνοντας υπόψη, τα χαρακτηριστικά της οδού όπου εκινείτο, κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο μπορούσε να παρεμβληθεί.
Ειδικότερα, ενώ εκινείτο σε χωμάτινη, σχετικά στενή, οδό, έχοντας μάλιστα στην πορεία του ελαφριά δεξιά στροφή, δεν μείωσε την ταχύτητά του, όπως είχε υποχρέωση, μη συμμορφούμενος με τις επιταγές των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 - 3 του Ν. 2696/1999. Η παράβαση δε των διατάξεων αυτών, σύμφωνα και με τα όσα ανωτέρω αναπτύσσονται, συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, καθώς, εάν αυτός επιδείκνυε την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις προσοχή και επιμέλεια, θα μείωνε την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να είναι σε θέση να αντιληφθεί εγκαίρως την είσοδο του τρικύκλου εντός του δικού του ρεύματος πορείας και, ακολούθως, να τροχοπεδήσει αποτελεσματικά, πράγμα όμως που δεν έπραξε, με αποτέλεσμα να μην αποφύγει την ένδικη σύγκρουση.........
Η αξίωσή του, ωστόσο, αυτή τυγχάνει αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως και, ως εκ τούτου, απαράδεκτη και απορριπτέα, καθώς δεν εκτίθεται στην αγωγή, με σαφήνεια και πληρότητα, η εκ της γενομένης αδικοπραξίας αναπηρία ή παραμόρφωση του παθόντος ενάγοντος. Πλέον συγκεκριμένα, πέραν της αόριστης αναφοράς των λέξεων "ανάπηρος", "σακάτης", "δυσμορφία και παραμόρφωση", που αποτελούν απλή αντιγραφή των εκφράσεων του νόμου (ΑΚ 931), ουδόλως εκθέτει ο ενάγων σε τι συνίσταται η επικαλούμενη αναπηρία και η παραμόρφωση, μη αρκούσης μόνης της αναφοράς της χρήσης βακτηριών για την κίνησή του (και δη, μέχρι τον χρόνο και μόνο άσκησης της αγωγής), αφού δεν εκθέτει το εάν αυτή (η χρήση βακτηριών) είναι συνέπεια της όποιας αναπηρίας (που δεν παρατίθεται) ή των σωματικών και μόνο βλαβών που υπέστη και των συνεπεία αυτών χειρουργικών επεμβάσεων, στις οποίες ισχυρίζεται ότι έχει υποβληθεί, και της συνακόλουθης δυσχέρειας κίνησης μετά από αυτές.
Ούτε αρκεί μόνη η αναφορά των "αποκρουστικών και παραμορφωτικών κινησιολογικά συμπεριφορών", που δεν περιγράφονται συγκεκριμένα και ούτε αναφέρεται η αιτία αυτών, για την κατάδειξη της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης. Με τέτοια αόριστη διατύπωση, σχετικά με το είδος της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, που αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τον προσδιορισμό του κατ’ άρθρο 931 άνω χρηματικού ποσού, το Δικαστήριο αδυνατεί να διατάξει αποδείξεις (σημειωτέον δε, ότι τα προσκομιζόμενα από αυτόν ιατρικά πιστοποιητικά αναφέρονται σε χωλότητα βάδισης, βράχυνση σκέλους, επώδυνες/περιορισμένες κινήσεις ΑΡ σκέλους και σε εμμένουσα οσφυαλγία, των οποίων ουδεμία μνεία γίνεται στην αγωγή) και οι εναγόμενοι να αμυνθούν.
Συνεπώς, ορθά η εκκαλουμένη απέρριψε το προκείμενο αγωγικό κονδύλιο, ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από τον άνω εκκαλούντα - ενάγοντα, με τον πρώτο λόγο της έφεσης, με τον οποίο πλήττει την εκκαλουμένη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ειδικότερα των διατάξεων των άρθρων 931 ΑΚ και 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., που πιο πάνω αναφέρονται, κρίνονται αβάσιμα.........
Στην προκειμένη περίπτωση, η αυτή αγωγή, του Α. Ο. Τ., είναι όσον αφορά στο αιτούμενο κονδύλιο των 10.000 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη, ομοίως αόριστη. Ειδικότερα, σχετικά με το κονδύλιο αυτό ο ενάγων εκθέτει ότι προ του ατυχήματος εργαζόταν ως εργάτης γης σε γεωργικές, αλλά και σε οικοδομικές εργασίες, τις οποίες περιγράφει, και ότι από τις εργασίες του αυτές αποκέρδαινε μηνιαίως το ποσό των 1.000 ευρώ.
Εκθέτει, ακόμη, ότι συνεπεία του ενδίκου τραυματισμού του, κατέστη ανίκανος προς εργασία για χρονικό διάστημα δέκα (10) μηνών από του τραυματισμού, με αποτέλεσμα να απωλέσει το συνολικό χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ. Πλην όμως ουδεμία παράθεση περιστατικών που να προσδιορίζουν την προσδοκία του επικαλούμενου κέρδους γίνεται.
Ειδικότερα, ουδόλως εκθέτει το πώς προκύπτει το επικαλούμενο εισόδημά του των 1.000 ευρώ μηνιαίως από τις δύο τούτες εργασιακές του απασχολήσεις, ποιος είναι ο ρυθμός των εργασιών που θα είχε κατά το επικαλούμενο δεκάμηνο χρονικό διάστημα, και πλέον συγκεκριμένα, πόσες ημέρες μηνιαίως θα απασχολείτο, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, σε εκάστη των εργασιών αυτών, ποιο θα ήταν το ημερήσιο εισόδημα από κάθε μία από αυτές, βάσει συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων, που ουδόλως περιγράφονται, στοιχεία τα οποία, εάν είχαν μνημονευθεί, θα καταδείκνυαν ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ο ενάγων θα αποκόμιζε το αιτούμενο ποσό, σε περίπτωση που δεν θα καθίστατο ανίκανος προς εργασία συνεπεία του ατυχήματος.
Τα στοιχεία τούτα είναι αναγκαία, προκειμένου να είναι δυνατό στους μεν εναγομένους να αμυνθούν κατά της ουσιαστικής βασιμότητας των κονδυλίων αυτών, στο δε δικαστήριο να τάξει τις δέουσες αποδείξεις. Η αγωγή συνεπώς κατά το εν λόγω αγωγικό κονδύλιο είναι παντελώς αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης και για το λόγο τούτο έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Η εκκαλουμένη, που έκρινε ορισμένο το προκείμενο αγωγικό κονδύλιο και μετά ταύτα προχώρησε στην κατ’ ουσίαν εκδίκασή του, δεχόμενη διαφυγόντα κέρδη για το αιτούμενο άνω χρονικό διάστημα, ύψους 5.000 ευρώ, και επιδικάζοντας για την αιτία τούτη, ενόψει του ποσοστού της συνυπαιτιότητάς του (70%), το ποσό των 1.500 ευρώ, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και δη των διατάξεων των άρθρων 929 ΑΚ και 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
που πιο πάνω αναφέρονται, κατά τον βάσιμο περί τούτου τρίτο λόγο της έφεσης των εναγόμενων της αγωγής αυτής (υπό στοιχ. Β’ έφεση), κατά το σκέλος του με το οποίο αυτοί παραπονούνται για τα ανωτέρω. Πρέπει, λοιπόν κατά παραδοχή του σκέλους τούτου του οικείου λόγου της έφεσης, να γίνει δεκτή η εν λόγω έφεση, κατά το μέρος αυτό, ως ουσιαστικά βάσιμη, και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, ως προς το προαναφερόμενο μέρος της.
Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η αγωγή του ενάγοντος Τ. και εκδικαστεί από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), ως προς το προκείμενο κονδύλιο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του ΑΚ και τα διδάγματα της κοινής πείρας καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, όπως προαναφέρθηκαν, καλύπτουν χωρίς λογικά κενά, με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις το πραγματικό των ίδιων εφαρμοστέων εδώ ουσιαστικών κανόνων δικαίου για να αιτιολογηθεί, χωρίς αμφιβολία, η διαγνωσθείσα συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος οδηγού του άνευ αριθμού κυκλοφορίας μοτοποδηλάτου στην πρόκληση του ατυχήματος, που δικαιολογούν την κατά ένα μέρος παραδοχή της ένδικης αγωγής και την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του με αριθμό κυκλ. ...
ΙΧΦ αυτοκινήτου, καθόσον ερμηνευόμενες οι ανωτέρω διατάξεις επιβάλλουν υποχρέωση στον μεν αναιρεσείοντα οδηγό κατά την οδήγηση με αντίστοιχη άδεια ικανότητας οδήγησης μοτοποδηλάτου να καταβάλλει την κατ’ αντικειμενική κρίση απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή, συμμορφούμενος, προς τους κανόνες οδήγησης, ώστε να μην προξενεί με την κίνησή του κίνδυνο σε οχήματα και να μην εισέρχεται και να κινείται σε οδόστρωμα, που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή τους κυκλοφορία, στον δε πρώτο αναιρεσίβλητο οδηγό στην οδήγηση με σύνεση και διαρκώς τεταμένη προσοχή, έχοντας τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του και ρυθμίζοντας την ταχύτητα του ΙΧΦ αυτοκινήτου του λαμβάνοντας υπόψη την χωμάτινη και στενή οδό καθώς και την ελαφριά δεξιά στροφή της πορείας του κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του μπροστά από το οποιοδήποτε εμπόδιο και εν προκειμένω από το εισερχόμενο στην πορεία του δίκυκλο μοτοποδήλατο του αναιρεσείοντος.
Παράλληλα το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού διέλαβε στην απόφασή του για την κατάφαση της συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου της υπαίτιας συμπεριφοράς αυτού με το ζημιογόνο αποτέλεσμα πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα, αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, η πορεία των συγκρουσθέντων οχημάτων πριν και μετά το ατύχημα, οι συγκρουσθείσες επιφάνειες των εμπλακέντων στο επίδικο ατύχημα οχημάτων και το σημείο σύγκρουσης αυτών, το οποίο τοποθετείται στην λωρίδα κυκλοφορίας του ΙΧΦ αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσιβλήτου.
Εξάλλου η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "η σύγκρουση, συνεπώς, έλαβε χώρα εντός του ρεύματος πορείας προς ..., όπου εκινείτο το ΙΧΦ του Δ. Μ., χωρίς ωστόσο, να είναι εφικτός ο προσδιορισμός του ακριβούς σημείου σύγκρουσης, καθώς επί του οδοστρώματος δεν ανευρέθηκαν ούτε χαραγές ούτε ίχνη τροχοπέδησης ή πλάγιας ολίσθησης...", δεν προκαλεί έλλειψη και ασάφεια αιτιολογιών, διότι το Εφετείο δέχθηκε σαφώς και χωρίς ενδοιασμούς, ότι το επίδικο ατύχημα συνέβη στην λωρίδα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο το ΙΧΦ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος.
Επομένως το πρώτο τμήμα του πρώτου λόγου αναίρεσης με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει ν’ απορριφθεί. Αντίθετα οι από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις του πρώτου λόγου αναίρεσης αναφορικά με την θέση του ΙΧΦ αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσιβλήτου μετά το ατύχημα, αν αυτό ακινητοποιήθηκε στον τόπο ατυχήματος ή μετακινήθηκε στην τελική θέση, που βρέθηκε, μετά το ατύχημα δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια του αριθ. 8 αλλά πραγματικό περιστατικό και επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, και ο προσδιορισμός του ή μη, δεν ιδρύει τον εκ του αριθμ. 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
Επομένως ο πρώτος λόγος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει ν’ απορριφθεί
κατά το σκέλος του αυτό ως απαράδεκτος.
Από τους αριθ. 10 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύονται λόγοι αναίρεσης όταν το Δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη (αριθμ. 10), καθώς και όταν παραβίασε το "αντικειμενικό" βάρος της απόδειξης (αριθμ. 13). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων από τους αριθ. 10 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο "φαίνεται να θεωρεί εμμέσως ως δεδομένο ότι το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε στο σημείο συγκρούσεως, καθόσον του καταλογίζει ότι δεν απέδειξε μετακίνησή του από το σημείο συγκρούσεως, πλην, όμως άνευ αμέσου ή εμμέσου αποδεικτικού στοιχείου" και ότι ο ίδιος όφειλε να αποδείξει ότι οι αντίδικοι ή κάποιοι άλλοι μετακίνησαν το αυτοκίνητο από το δικό του ρεύμα πορείας στο σημείο όπου βρέθηκε τελικά.
Ο πρώτος λόγος κατά το ανωτέρω τμήμα, είναι απαράδεκτος, διότι με τις ανωτέρω αιτιάσεις πλήττεται η ανέλεγκτη, ανατρεπτική, ουσιαστική κρίση του Εφετείου, σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το Εφετείο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικά το κάθε αποδεικτικό μέσο και δεν παραβίασε το αντικειμενικό βάρος της απόδειξης με την παραδοχή ότι "δεν" προέκυψε, ούτε καν προβλήθηκε σχετικός ισχυρισμός, ότι το ζημιογόνο φορτηγό αυτοκίνητο είχε μετακινηθεί από το αντίθετο ρεύμα πορείας, όπου κατά τους ισχυρισμούς του Τ., έλαβε μέρος η σύγκρουση στο δικό του ρεύμα πορείας, μέχρις ότου επιληφθεί του περιστατικού το αρμόδιο Τμήμα Τροχαίας Ξάνθης, αφού με την ως άνω παραδοχή απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος Τ.
ότι το επίδικο ατύχημα συνέβη στο δικό του ρεύμα πορείας και όχι ότι το ζημιογόνο όχημα μετακινήθηκε από το δικό του ρεύμα πορείας στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου και βρέθηκε τελικά. Επομένως ο από τους αριθ. 10 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος κατά το ανωτέρω τμήμα πρέπει ν’ απορριφθεί. Ο από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί σωστό.
Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (Ολ.ΑΠ 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με το τελευταίο τμήμα του πρώτου λόγου αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραμόρφωση, παραποίηση του σχεδιαγράμματος της τροχαίας αναφορικά με το σημείο σύγκρουσης των εμπλακέντων στο επίδικο ατύχημα οχημάτων, με την παραδοχή ότι "το Δικαστήριο φαίνεται και σε σημαντικό μάλιστα βαθμό να στηρίζει την εν λόγω (εσφαλμένη) κρίση του περί του σημείου συγκρούσεως στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, στο οποίο όμως ουδέν σχετικό εμφαίνεται και ούτε αναφέρεται".
Ο λόγος αυτός από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά τούτο το τμήμα είναι απαράδεκτος και πρέπει ν’ απορριφθεί, καθόσον πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην ανέλεγκτη, αναιρετική, ουσιαστική κρίση του Εφετείου.
Κατά το άρθρο 300 παρ. 1 εδ. α’ Α.Κ., αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της το Δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο καθορισμός του ποσοστού μειώσεως ή η μη επιδίκαση αποζημιώσεως στο ζημιωθέντα, μετά παραδοχή ότι στη ζημία του συντέλεσε και δικό του πταίσμα, υπόκειται στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και συνεπώς το ζήτημα τούτο αποτελεί εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.
δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 677/2011). Επομένως ο δεύτερος από τους αριθ. 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ως προς τον επιμερισμό της υπαιτιότητας είναι απαράδεκτος, διότι δεν ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσοστό υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα προσώπων.
Με τον κατ’ ορθότερο χαρακτηρισμό μόνο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για "ποσοτική αοριστία" με την απόρριψη των αγωγικών κονδυλίων της αποζημιώσεως του άρθρου 931 ΑΚ και των διαφυγόντων κερδών 10.000 ευρώ για χρονικό διάστημα 10 μηνών από την ημέρα του τραυματισμού του και μετέπειτα.
Από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της με αριθμό κατάθ. ...-3-2010 ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος αναφορικά με τα προσβαλλόμενα κονδύλια της αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ και των διαφυγόντων κερδών 10 μηνών, αρχομένων από τον χρόνο του ατυχήματος και εντεύθεν, δεν περιέχονται στην ως άνω αγωγή περιστατικά, τα οποία συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης αλλά αποσπασματικά αναφέρονται εκφράσεις όπως "ανάπηρος - σακάτης - δυσμορφία και παραμόρφωση" αλλά και τα ιδιάζοντα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στο επαγγελματικό, οικονομικό και κοινωνικό μέλλον του παθόντος αναιρεσείοντος.
Επομένως το Εφετείο με την απόρριψη του εν λόγω αγωγικού κονδυλίου ως αόριστου δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατά συνέπεια ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος τούτο πρέπει ν’ απορριφθεί. Αναφορικά με το αγωγικό κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών από την παραδεκτή κατά τα ανωτέρω επισκόπηση της ένδικης αγωγής ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι εργαζόταν σαν εργάτης γης σε γεωργικές εργασίες αλλά και σε οικοδομικές εργασίες και από την δραστηριότητα αυτή αποκέρδαινε 1.000 ευρώ μηνιαίως, τα οποία έχει απωλέσει οριστικά διότι λόγω του τραυματισμού του αδυνατεί να εργαστεί με αποτέλεσμα για το διάστημα των 10 μηνών, αρχής γενομένης από την ημέρα του τραυματισμού του να έχει απωλέσει διαφυγόντα κέρδη συνολικού ύψους 10.000 ευρώ.
Όμως για την πληρότητα της ένδικης αγωγής δεν αρκεί η αφηρημένη διατύπωση της απώλειας εισοδημάτων από την επαγγελματική δραστηριότητα του αναιρεσείοντος ως εργάτη σε οικοδομικές και γεωργικές δραστηριότητες, τις οποίες και περιγράφει, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής μνεία των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, που πιθανολογούν το κέρδος ως προς τα επιμέρους κονδύλια αυτού με βάση την κατά τη συνήθη πορεία πιθανότητα αναφορικά με το αγωγικό κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών και επιπρόσθετα τα προς τούτο ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα από τον ίδιο.
Ειδικότερα δεν αναφέρεται στην ένδικη αγωγή ο τρόπος κτήσεως των επί μέρους εισοδημάτων από τις διαφορετικές επαγγελματικές του δραστηριότητες δηλαδή του εργάτη σε γεωργικές αλλά και οικοδομικές εργασίες, ο ρυθμός των εν λόγω εργασιών, που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα απασχολείτο στις εν λόγω εργασίες καθώς και το ημερήσιο εισόδημα από κάθε μία από αυτές, τις οποίες θα συνέχιζε να ασκεί βάσει συγκεκριμένων περιστάσεων και μέτρων, τα οποία ουδόλως εκτίθενται στην ως άνω αγωγή.
Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και θα πρέπει ο τέταρτος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ν’ απορριφθεί. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω θα πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος, που αφορά την με αριθμό ...-3-2010 αγωγή του αναιρεσείοντος ν’ απορριφθεί ως προς τα παραπάνω κεφάλαιά της, να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της τρίτης των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), που κατέθεσε και προτάσεις όπως, ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό, των λοιπών αναιρεσιβλήτων μη παραστάντων, καίτοι νόμιμα κλητεύθηκαν στην αρχική δικάσιμο (16-9-2016) της οποίας νόμιμη μετ’ αναβολή δικάσιμο αποτελεί η εν αρχή σημειούμενη (βλ. .../15-2-2016 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή Δ.
Κ.) και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-10-2015 αίτηση για αναίρεση της 260/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της τρίτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Σεπτεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ