Legislator Case Law & Legislation
1551/2016 AI generated

1551/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1551/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κατά τη διάταξη του άρθρου 256 ΠΚ, "Υπάλληλος, που κατά τον προσδιορισμό, την είσπραξη ή τη διαχείριση φόρων, δασμών, τελών ή άλλων φορολογημάτων, ή οποιωνδήποτε εσόδων, ελαττώνει εν γνώσει του και για να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος τη δημόσια, τη δημοτική ή κοινοτική περιουσία της οποίας η διαχείριση του είναι εμπιστευμένη, τιμωρείται:

Legislator headnote

AI generated

1551/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι και στην περίπτωση πλέον του άρθρου 256 ΠΚ, (απιστίας στη υπηρεσία) στην πλημμεληματική της μορφή, ο υπαίτιος απαλλάσσεται από κάθε ποινή αν, μέχρι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο μόνο δικαστήριο, ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα, καταβάλλοντος αποδεδειγμένα ή κατά δήλωση του παθόντος ή των κληρονόμων του το κεφάλαιο και τους τόκους υπερημερίας.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1551 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1551/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 120/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου-Εισηγήτρια, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Κ. του Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Γαβαλά, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.2729/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών και με πολιτικώς ενάγον το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα και το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, από τον Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ. Νικόλαο Πατηνιώτη.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Φεβρουαρίου 2016 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 334/2016.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας και τον Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ. του πολιτικώς ενάγοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 256 ΠΚ, "Υπάλληλος, που κατά τον προσδιορισμό, την είσπραξη ή τη διαχείριση φόρων, δασμών, τελών ή άλλων φορολογημάτων, ή οποιωνδήποτε εσόδων, ελαττώνει εν γνώσει του και για να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος τη δημόσια, τη δημοτική ή κοινοτική περιουσία της οποίας η διαχείριση του είναι εμπιστευμένη, τιμωρείται:

α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών....". Από τη διάταξη αυτή με σαφήνεια προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του προβλεπομένου σ’ αυτή εγκλήματος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου είναι πάντοτε υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13α και 263α του ΠΚ, απαιτείται εκτός άλλων, η ελάττωση της δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής περιουσίας της οποίας η διαχείριση είναι διαπιστευμένη σ’ αυτόν, να επέρχεται κατά τον προσδιορισμό, την είσπραξη ή διαχείριση φόρων τελών ή άλλων φορολογημάτων, ή οποιωνδήποτε εσόδων.

Στοιχεία του εγκλήματος αυτού είναι: α) ιδιότητα υπαλλήλου του δράστη που συμπίπτει με την έννοια που αναφέρεται παραπάνω αναφορικά με τη διάταξη του άρθρου 256 Π.Κ., β) παράβαση, όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος, αλλά καθήκοντος της υπηρεσίας του δράστη, όπως καθορίζεται από το νόμο ή τη διοικητική πράξη, ή τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής, ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου και γ) δόλος που συνίσταται στη θέληση του δράστη να παραβεί τα υπηρεσιακά του καθήκοντα και υπό σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον παράνομα υλική ή ηθική ωφέλεια, ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 του ΠΚ, έγκλημα κατ’ εξακολούθηση υπάρχει "αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 να επιβάλλει μία και μόνο ποινή. Για την επιμέτρηση της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων". Το κατ’ εξακολούθηση έγκλημα είναι το έγκλημα που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις που απέχουν χρονικά μεταξύ τους, καθεμία από αυτές προσβάλλει το ίδιο έννομο αγαθό και περιέχουν πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ίδια απόφαση για την εκτέλεση τους. Έτσι, το κατ’ εξακολούθηση έγκλημα αποτελεί ιδιαίτερη μορφή (ομοειδούς) πραγματικής συρροής εγκλημάτων, όπου κάθε μία μερικότερη πράξη διατηρεί την αυτοτέλειά της, και το δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνει υπ’ όψη το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων.

Στον Ν.4312/2014, που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (28-9-2015) καταλαμβάνοντας ως ευμενέστερος και τις εκκρεμείς ποινικές δίκες (άρθρο 2 ΠΚ), που προβλέπει ευμενέστερη ποινική μεταχείριση για τους κατηγορουμένους που ικανοποίησαν χρηματικώς τους παθόντες, ορίζονται: 1) στο άρθρο 1 αυτού, ότι στα εγκλήματα που προβλέπονται από τις διατάξεις: α) του ν. 2523/1997 (Α’ 179), β) του ν. 2960/2001 (Α’ 265), γ) του ν. 2803/2000 (Α’ 48), δ) του ν. 3691/2008 (Α’ 166), ε) του ν. 3213/2003 (Α 309), στ) του ν. 4022/2011 (Α’ 219), ζ) του Ποινικού Κώδικα που στρέφονται κατά της ιδιοκτησίας και των περιουσιακών δικαιωμάτων, τα οποία πραγματώθηκαν χωρίς βία ή απειλή και τελέσθηκαν σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή Ο.Τ.Α. ή οποιουδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. ή Ν.Π.Ι.Δ. του άρθρου 9 του ν. 1232/1982 (Α’ 22) ή του άρθρου 1 του Κεφαλαίου Α’ του ν. 3429/2005 ή οποιουδήποτε άλλου φορέα της Γενικής Κυβέρνησης ή οποιασδήποτε ανεξάρτητης διοικητικής αρχής ή άλλης κρατικής αρχής, καθώς και η) από τις διατάξεις των άρθρων 256 και 258 του Ποινικού Κώδικα (απιστία και υπεξαίρεση σχετικά με την υπηρεσία), ανεξαρτήτως της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων εφαρμογής του ν. 1608/1950 ......

2) στο άρθρο 2 παρ.4 του νόμου αυτού, " σε περίπτωση πλήρους ικανοποιήσεως του ζημιωθέντος ... γ) αν η προβλεπόμενη ποινή είναι κάθειρξη μέχρι δέκα έτη, επιβάλλεται: αα), φυλάκιση μέχρι δυο έτη, αν η ικανοποίηση λάβει χώρα μέχρι την απολογία του κατηγορούμενου στον ανακριτή και ββ) φυλάκιση μέχρι τρία έτη, αν η ικανοποίηση λάβει χώρο μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στη πρωτοβάθμια δίκη ...", κατά δε την παρ. 6 του άρθρου αυτού, "επί πλημμελημάτων, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 384 και 406Α του Ποινικού Κώδικα". Η τελευταία διάταξη στην παρ. 3 αυτής ορίζει ότι ο υπαίτιος των πλημμελημάτων, που προβλέπονται στα άρθρα 386 έως 406, απαλλάσσεται από κάθε ποινή, αν μέχρι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα καταβάλλοντος αποδεδειγμένα ή κατά δήλωση του παθόντος ή των κληρονόμων του το κεφάλαιο και τους τόκους υπερημερίας και στην παρ. 4. Οι διατάξεις του άρθρου 384 παράγραφοι 4 και 5 εφαρμόζονται αναλόγως.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι και στην περίπτωση πλέον του άρθρου 256 ΠΚ, (απιστίας στη υπηρεσία) στην πλημμεληματική της μορφή, ο υπαίτιος απαλλάσσεται από κάθε ποινή αν, μέχρι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο μόνο δικαστήριο, ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα, καταβάλλοντος αποδεδειγμένα ή κατά δήλωση του παθόντος ή των κληρονόμων του το κεφάλαιο και τους τόκους υπερημερίας.

2. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κωδικός λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Η εν λόγω ειδική αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής.

Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, υπό την προϋπόθεση ότι προβάλλεται παραδεκτά, είναι νόμιμος και δεν είναι αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση του, συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ιδίου κώδικα, εκ της οποίας ιδρύεται ιδιαίτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ.

β! ΚΠΔ.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠοινΔ. λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.

3. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την υπ’ αρ. 2729/2015 προσβαλλόμενη απόφασή του καταδίκασε την αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, για την αξιόποινη πράξη της απιστίας στην υπηρεσία κατ’ εξακολούθηση.

Ειδικότερα, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ’ είδος αναφέρει ήτοι, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριό του, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά -κατά πιστή μεταφορά- "Στη Ζάκυνθο, κατά το χρονικό διάστημα από 18-12-2008 έως 23-12-2018, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας υπάλληλος, στην οποία νόμιμα είχε ανατεθεί η άσκηση δημόσιας υπηρεσίας, κατά τον προσδιορισμό είσπραξη ή διαχείριση φόρων, δασμών, τελών και άλλων φορολογημάτων, ελάττωσε εν γνώσει της και για να ωφεληθεί η ίδια και άλλοι τη δημόσια περιουσία, της οποίας η διαχείριση ήταν εμπιστευμένη και συγκεκριμένα, υπό την ιδιότητα της ως εφοριακού υπαλλήλου στη Δ.Ο.Υ.

Ζακύνθου: α) την 30-12-2009 και αναφορικά με το υπ’ αρ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της, χρησιμοποίησε τον προσωπικό της κωδικό πρόσβασης υποσυστήματος TAXIS ..., καταχωρώντας έτσι στο σύστημα της εφορίας, ότι το ανωτέρω όχημα έχει δήθεν κυβισμό 358κ.ε., με αποτέλεσμα να εμφαίνεται ότι τα τέλη κυκλοφορίας ανέρχονταν σε 28 ευρώ, εκδίδοντας κατόπιν και το υπ’ αρ. 18862/30-12-2009 διπλότυπο είσπραξης, ενώ ο αληθής κυβισμός του οχήματος ήταν 1400 κ.ε.

και τα τέλη ανήρχοντο στην πραγματικότητα σε 202 ευρώ, ελαττώνοντας έτσι την περιουσία του Δημοσίου κατά (202 μείον 28) 184ευρώ, για να ωφεληθεί η ίδια β) την 18-12-2008 και αναφορικά με το υπ’ αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της, χρησιμοποίησε τον προσωπικό κωδικό πρόσβασης υποσυστήματος εσόδων TAXIS-... καταχωρώντας έτσι στο σύστημα της εφορίας, ότι το ανωτέρω όχημα έχει δήθεν κυβισμό 300κ.ε.

εκ", προσωπικό της κωδικό πρόσβασης υποσυστήματος TAXIS- ..., καταχωρώντας έτσι στο σύστημα της εφορίας, ότι το ανωτέρω όχημα έχει δήθεν κυβισμό 300 κ.ε. Εκδίδοντας κατόπιν και το υπ’ αριθμόν .../18-12-2008 διπλότυπο είσπραξης, με αποτέλεσμα να εμφαίνεται ότι τα τέλη κυκλοφορίας ανέρχονταν σε 18 ευρώ, ενώ ο αληθής κυβισμός του οχήματος ήταν 1984 και τα τέλη ανήρχοντο στην πραγματικότητα σε 446 ευρώ, ελαττώνοντας έτσι την περιουσία του δημοσίου κατά (446 μείον 18) 428 ευρώ, για να ωφεληθεί η ίδια γ) την 18-12-2008 και αναφορικά με το υπ’ αριθ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας Γ. Κ., χρησιμοποίησε τον προσωπικό της κωδικό πρόσβασης υποσυστήματος εσόδων TAXIS- ..., καταχωρώντας έτσι στο σύστημα της εφορίας, ότι το ανωτέρω όχημα έχει δήθεν κυβισμό 300 κ.ε. εκδίδοντας κατόπιν και τα υπ’ αριθμόν .../18.12.2008 διπλότυπο είσπραξης, με αποτέλεσμα να εμφαίνεται ότι τα τέλη κυκλοφορίας ανέρχονταν σε 18 ευρώ, ενώ ο αληθής κυβισμός του οχήματος ήταν 1991 κε και τα τέλη ανήρχοντο στην πραγματικότητα σε 446 ευρώ, ζημιώνοντας έτσι την περιουσία του δημοσίου κατά (446 μείον 18) 428 ευρώ, δ) την 18-12-2008 και αναφορικά με το υπ’ αριθ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας Γ. Κ., χρησιμοποίησε τον προσωπικό της κωδικό πρόσβασης υποσυστήματος εσόδων TAXIS- ..., καταχωρώντας έτσι στο σύστημα της εφορίας, ότι το ανωτέρω όχημα έχει δήθεν κυβισμό 300 κ.ε. εκδίδοντας κατόπιν και το υπ’ αριθμόν .../18-12-2008 διπλότυπο είσπραξης, με αποτέλεσμα να εμφαίνεται ότι τα τέλη κυκλοφορίας ανέρχονταν σε 18 ευρώ, ενώ ο αληθής κυβισμός του οχήματος ήταν 1991 κ.ε.

και τα τέλη ανήρχοντο στην πραγματικότητα σε 446 ευρώ, ζημιώνοντας έτσι την περιουσία του δημοσίου κατά (446 μείον 18) 428 ευρώ, ε) την 18-12-2008 και αναφορικά με το υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας Γ. Κ., χρησιμοποίησε τον προσωπικό της κωδικό πρόσβασης υποσυστήματος εσόδων TAXIS- ..., καταχωρώντας έτσι στο σύστημα της εφορίας, ότι το ανωτέρω όχημα έχει δήθεν κυβισμό 300 κ.ε.

εκδίδοντας κατόπιν και το υπ’ αριθμόν .../18-12-2008 διπλότυπο είσπραξης, με αποτέλεσμα να εμφαίνεται ότι τα τέλη κυκλοφορίας ανέρχονταν σε 18 ευρώ, ενώ ο αληθής κυβισμός του οχήματος ήταν 1796 κ.ε. και τα τέλη ανήρχοντο στην πραγματικότητα σε 202 ευρώ, ελαττώνοντας έτσι την περιουσία του δημοσίου κατά (202 μείον 18) 184 ευρώ και για να ωφεληθεί ο ανωτέρω στ) την 18-12-2008 και αναφορικά με το υπ’ αριθ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας ξενοδοχειακής εταιρείας με ΑΦΜ ..., χρησιμοποίησε τον προσωπικό της κωδικό πρόσβασης υποσυστήματος εσόδων TAXIS- ..., καταχωρώντας έτσι στο σύστημα της εφορίας, ότι το ανωτέρω όχημα έχει δήθεν κυβισμό 300 κ.ε. εκδίδοντας κατόπιν και το υπ’ αριθμόν .../18-12-2008 διπλότυπο είσπραξης, με αποτέλεσμα να εμφαίνεται ότι τα τέλη κυκλοφορίας ανέρχονταν σε 18 ευρώ, ενώ ο αληθής κυβισμός του οχήματος ήταν 999 κ.ε.

και τα τέλη ανήρχοντο στην πραγματικότητα σε 112 ευρώ, ελαττώνοντας έτσι την περιουσία του δημοσίου κατά (112 μείον 18) 94 ευρώ και για να ωφεληθεί ο νόμιμος εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρείας, ζ) την 27.03.2009 και αναφορικά με το υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας Σ. Ζ. και από 12-6-2009 ιδιοκτησίας του πατέρα της Μ.

Κ., χρησιμοποίησε τον προσωπικό της κωδικό πρόσβασης υποσυστήματος εσόδων TAXIS- ..., καταχωρώντας έτσι στο σύστημα της εφορίας, ότι το ανωτέρω όχημα μικρότερο κυβισμό του αληθούς εκδίδοντας κατόπιν και σχετικό διπλότυπο είσπραξης, με αποτέλεσμα να εμφαίνεται ότι τα τέλη κυκλοφορίας ανέρχονταν σε 18 ευρώ, ενώ ο αληθής κυβισμός του οχήματος ήταν 1998 κ.ε.

ενώ τα τέλη ανήρχοντο στην πραγματικότητα σε 446 ευρώ, ελαττώνοντας έτσι την περιουσία του δημοσίου κατά (446 μείον 18) 428 ευρώ και για να ωφεληθεί ο ανωτέρω, η) την 30-12-2009 και αναφορικά με το υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του πατέρα της Μ. Κ., χρησιμοποίησε τον προσωπικό της κωδικό πρόσβασης υποσυστήματος εσόδων TAXIS- ..., καταχωρώντας έτσι στο σύστημα της εφορίας, ότι το ανωτέρω όχημα έχει δήθεν κυβισμό 358 κ.ε.

εκδίδοντας κατόπιν και το υπ’ αριθμόν .../30.12.2009 διπλότυπο είσπραξης, με αποτέλεσμα να εμφαίνεται ότι τα τέλη κυκλοφορίας ανέρχονταν σε 28 ευρώ ,ενώ ο αληθής κυβισμός του οχήματος ήταν 1998 κ.ε. και τα τέλη ανήρχοντο στην πραγματικότητα σε 671 ευρώ, ελαττώνοντας έτσι την περιουσία του δημοσίου κατά (671 μείον 28) 643 ευρώ και για να ωφεληθεί ο ανωτέρω, θ)την 30.12.2009 και αναφορικά με το υπ’ αριθ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του Μ. Κ., χρησιμοποίησε τον προσωπικό της κωδικό πρόσβασης υποσυστήματος εσόδων TAXIS-..., καταχωρώντας έτσι στο σύστημα της εφορίας, ότι το ανωτέρω όχημα έχει δήθεν κυβισμό 358 κ.ε. εκδίδοντας κατόπιν και το υπ’ αριθμόν .../30-12-2009 διπλότυπο είσπραξης, με αποτέλεσμα να εμφαίνεται ότι τα τέλη κυκλοφορίας ανέρχονταν σε 28 ευρώ, ενώ ο αληθής κυβισμός του οχήματος ήταν 3497 κ.ε.

και τα τέλη ανήρχοντο στην πραγματικότητα σε 1030 ευρώ, ελαττώνοντας έτσι την περιουσία του δημοσίου κατά (1030 μείον 28) 1002 ευρώ και για να ωφεληθεί ο ανωτέρω, ι) την 30-12-2009 και αναφορικά με το υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του Γ. Κ., χρησιμοποίησε τον προσωπικό της κωδικό πρόσβασης υποσυστήματος εσόδων TAXIS- ..., καταχωρώντας έτσι στο σύστημα της εφορίας, ότι το ανωτέρω όχημα έχει δήθεν κυβισμό 358 κ.ε.

εκδίδοντας κατόπιν και το υπ’ αριθμόν .../30-12-2009 διπλότυπο είσπραξης, με αποτέλεσμα να εμφαίνεται ότι τα τέλη κυκλοφορίας ανέρχονταν σε 28 ευρώ, ενώ ο αληθής κυβισμός του οχήματος ήταν 1991 και τα τέλη ανήρχοντο στην πραγματικότητα σε 821 ευρώ, ελαττώνοντας έτσι την περιουσία του δημοσίου κατά (821 μείον 28) 793 ευρώ και για να ωφεληθεί ο ανωτέρω, ια) την 30-12-2009 και αναφορικά με το υπ’ αριθ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του Γ. Κ., χρησιμοποίησε τον προσωπικό της κωδικό πρόσβασης υποσυστήματος εσόδων TAXIS- ..., καταχωρώντας έτσι στο σύστημα της εφορίας, ότι το ανωτέρω όχημα έχει μικρότερο κυβισμό του αληθούς εκδίδοντας κατόπιν και σχετικό από 30-12-2009 διπλότυπο είσπραξης, με αποτέλεσμα να εμφαίνεται ότι τα τέλη κυκλοφορίας ανέρχονταν σε 28 ευρώ, ενώ ο αληθής κυβισμός του οχήματος ήταν 1984 κ.ε.

και τα τέλη ανήρχοντο στην πραγματικότητα σε 671 ευρώ, ελαττώνοντας έτσι την περιουσία του δημοσίου κατά (671 μείον 28) 643 ευρώ και για να ωφεληθεί ο ανωτέρω, ιβ) την 23-12-2010 και αναφορικά με το υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του Μ. Κ., χρησιμοποίησε τον, προσωπικό της κωδικό πρόσβασης υποσυστήματος εσόδων TAXIS- ..., καταχωρώντας έτσι στο σύστημα της εφορίας, ότι το ανωτέρω όχημα έχει μικρότερο κυβισμό του αληθούς εκδίδοντας κατόπιν και σχετικό από 23-12-2010 διπλότυπο είσπραξης, με αποτέλεσμα να εμφαίνεται ότι τα τέλη κυκλοφορίας ανέρχονταν σε 50 ευρώ, ενώ ο αληθής κυβισμός του οχήματος ήταν 3.497 κ.ε.

και τα τέλη ανήρχοντο στην πραγματικότητα σε 1.000 ευρώ, ελαττώνοντας έτσι την περιουσία του δημοσίου κατά (1000 μείον 50) 950 ευρώ και για να ωφεληθεί ο ανωτέρω.

Συνεπώς πρέπει η εκκαλούσα -κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη της αποδιδομένης σε αυτήν αξιόποινης πράξης της απιστίας σχετική με την υπηρεσία κατ’ εξακολούθηση".

Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος συνήγορος της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, προ πάσης ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας προέβαλλε αυτοτελή ισχυρισμό, ερειδόμενο στο άρθρο 406 Α! παρ. 3 ΠΚ σε συνδ. με το άρθρ. 2 παρ. 6 του ν. 4312/2014, τον οποίο εγχείρισε γραπτώς με αίτημα καταχώρησης του στα πρακτικά, ανέπτυξε δε και προφορικά, με το εξής περιεχόμενο: "Μη έκδοση των διπλοτύπων από την κατηγορουμένη για τα οχήματα που δεν την αφορούσαν-απαλλαγή από την ποινή για όσα οχήματα την αφορούσαν βάσει του άρθρου 406Α παρ. ΠΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 παρ. 6 ν. 4312/2014, το οποίο ως επιεικέστερο εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις κατ’ άρθρο 2 παρ.1 ΠΚ στην περίπτωση του αδικήματος της απιστίας στην υπηρεσία, εφόσον διώκεται σε βαθμό πλημμελήματος, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 406 Α! ΠΚ , η οποία στην παρ. 3 ορίζει ότι ...

Εν προκειμένω, σύμφωνα με τις βεβαιώσεις που έχουν ήδη προσκομισθεί και αναγνωσθεί στο πρωτόδικο δικαστήριο, έχουν εξοφληθεί τα τέλη κυκλοφορίας (επομένως έχει ικανοποιηθεί πλήρως το δημόσιο) πριν τη πρωτοβάθμια δίκη αναφορικά με τα οχήματα που ανήκουν προσωπικά στην ίδια την κατηγορουμένη (..., ...). Επίσης έχει εξοφληθεί και το ... που ανήκε στον πατέρα της κατηγορουμένης Μ. Κ.. Σε ότι αφορά τα λοιπά οχήματα, έχουν εξοφληθεί τα τέλη κυκλοφορίας, πριν το πρωτόδικο δικαστήριο, στα εξής οχήματα: ... (Γ. Κ.) και ... (Ε. Κ. που εκ παραδρομής στο κατηγορητήριο αναφέρεται Γ.). Τα τέλη των οχημάτων ... (Μ. Κ.) και ... (Γ. Κ., εξοφλήθηκαν σε χρόνο μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης. Τέλος, για το όχημα ... (Π. Γ.) εκκρεμεί η εξόφληση των τελών τους......".

Ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός, ήταν παραδεκτός και νόμιμος, για τις μερικότερες πράξεις, του κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα που αφορούσαν την πλήρη ικανοποίηση του Ελληνικού Δημοσίου, για τα οχήματα, των οποίων τα τέλη κυκλοφορίας είχαν εξοφληθεί μέχρι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τα οποία αναφερόταν κατά τον αριθμό κυκλοφορίας τους τον ιδιοκτήτη εκάστου οχήματος, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή στο ορισμένο του ισχυρισμού αυτού, το ποσό που καταβλήθηκε για έκαστο από αυτά τα οχήματα, δεδομένου ότι για κάθε όχημα αναφερόταν ειδικά στο κατηγορητήριο το οφειλόμενο τέλος κυκλοφορίας.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό, με την παρακάτω αιτιολογία "...απορριπτομένου του αυτοτελούς ισχυρισμού της περί απαλλαγής από την ποινή για όσα οχήματα την αφορούσαν βάσει του άρθρου 406 Α ΠΚ σε συνδυασμό με άρθρο 1 παρ. 1 και 2 παρ. 6 ν. 4312/2014, το οποίο ως επιεικέστερο εφαρμόζεται και στην παρούσα εκκρεμή υπόθεση κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ διότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του και ειδικότερα α) δεν επήλθε πλήρης ικανοποίηση του ζημιωθέντος Ελληνικού Δημοσίου με την καταβολή όλων των τελών κυκλοφορίας μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και β) δεν δήλωσε τούτο δηλαδή την πλήρη ικανοποίησή του, το παριστάμενο δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ελληνικό Δημόσιο".

Οι παραδοχές αυτές, με τις οποίες απορρίφθηκε ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός ενέχουν: α) ασάφεια και αντίφαση ως προς την αιτιολογία τους, καθόσον ενώ το δικαστήριο δέχεται εξ αντιδιαστολής ότι επήλθε μερική ικανοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, δεν καθορίζει τις μερικότερες πράξεις για τις οποίες επήλθε η ικανοποίηση αυτού, πότε έλαβε χώρα για κάθε μία, αν η ικανοποίηση αυτή ήταν πλήρης για τις μερικότερες αυτές πράξεις που επικαλέσθηκε με τον αυτοτελή ισχυρισμό ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας, ώστε για αυτές να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ αναφορικά για την κατ’ εξακολούθηση τέλεση, της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, και να τύχει απαλλαγής από την ποινή για τις μερικότερες αυτές πράξεις, που επηρεάζει το ύψος της επιβληθείσας στην αναιρεσείουσα ποινής.

Περαιτέρω αυτό προβαίνει σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 406 Α του ΠΚ: 1)με την παραδοχή του ότι η ικανοποίηση του παθόντος πρέπει να γίνει μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στον πρώτο βαθμό, ενώ σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 406Α παρ. 3 ΠΚ πρέπει να γίνει μέχρι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας δηλ.

με την περάτωση της κατά το άρθρο 368 Κ.Ποιν.Δ., και 2) ως προς τον τρόπο απόδειξης της ικανοποιήσεως που ορίζεται στην προαναφερθείσα διάταξη διαζευκτικά και όχι σωρευτικά, αφού αρκεί και μόνη η απόδειξη από τον κατηγορούμενο της πλήρους ικανοποιήσεως του παθόντος εν προκειμένω για κάθε μερικότερη πράξη του κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος, και όχι αποκλειστικά με δήλωση του παθόντος ως δέχθηκε το δικαστήριο.

Επομένως οι λόγοι αναίρεσης, της αναιρεσείουσας εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ! και Ε! ΚΠοινΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 98 σε συνδ. με το άρθρο 406 Α! ΠΚ, όσο αφορά την απόρριψη του προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού της είναι βάσιμοι.

Ακολούθως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αρ. 2729/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Οκτωβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ