Legislator Case Law & Legislation
1551/2011 AI generated

1551/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1551/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Δικονομία Πολιτική. Πότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 1α΄ ΚΠολΔ. Έφεση. Πότε είναι παραδεκτοί οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως. Έννοια αναγκαίως συνεχομένων κεφαλαίων προς εκκληθέντα κεφάλαια της εκκαλουμένης απόφασης. Μίσθωση πράγματος. Υποχρεώσεις συμβαλλομένων. Έννοια πραγματικού ελαττώματος μισθίου. Δικαιώματα μισθωτή σε περίπτωση υπάρξεως πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου Απορρίπτει αίτηση για αναίρεση.

Legislator headnote

AI generated

1551/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εν προκειμένω ο αναιρεσείων με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, άσκησε πρόσθετους λόγους εφέσεως με τους οποίους ζήτησε την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την παραδοχή της ανακοπής του υποστηρίζοντας με τον πρώτο πρόσθετο λόγο ότι έχει υποβάλει την από 28-11-2008 έγκλησή του κατά της αναιρεσίβλητης-καθ'ης η ανακοπή και κατά του συζύγου της Χ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1551 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Δικονομία Πολιτική. Πότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 1α΄ ΚΠολΔ. Έφεση. Πότε είναι παραδεκτοί οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως. Έννοια αναγκαίως συνεχομένων κεφαλαίων προς εκκληθέντα κεφάλαια της εκκαλουμένης απόφασης. Μίσθωση πράγματος. Υποχρεώσεις συμβαλλομένων. Έννοια πραγματικού ελαττώματος μισθίου. Δικαιώματα μισθωτή σε περίπτωση υπάρξεως πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου Απορρίπτει αίτηση για αναίρεση.

Αριθμός 1551/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαϊου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Ν. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Χ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Θάνο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1101/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1397/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 7-7-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 28-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 5024/19-2-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Δ., με τις συνημμένες σ' αυτήν από 19-2-2010 έκθεση εγχειρίσεως θυροκολληθέντος δικογράφου και βεβαίωση παραδόσεως στον εντεταλμένο υπάλληλο του επί της οδού ... καταστήματος των ΕΛΤΑ ειδοποιήσεως για τον αναιρεσείοντα Π. Ν., του ίδιου δικαστικού επιμελητή, τα οποία η αναιρεσίβλητη προσκομίζει και επικαλείται, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1397/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την κάτω από αυτήν πράξη με την οποία ορίζεται δικάσιμος προς συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης και με κλήση για συζήτηση στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ) στον αναιρεσείοντα, με παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Επομένως, και αφού ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την ανωτέρω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του κληθέντος ως ανωτέρω και απολιπομένου αναιρεσείοντος.

ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή εθνικού δικαίου, παραβιάζεται δε ο κανόνας δικαίου αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7 και 8/2006).

Εξάλλου από τον συνδυασμό των άρθρων 574, 575 και 576 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθρ. 44 του π.δ. 34/1995), προκύπτει ότι με τη σύμβαση της μίσθωσης ο εκμισθωτής υποχρεούται να παραχωρήσει στον μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνηθείσα χρήση και να το διατηρεί κατάλληλο για τη χρήση αυτή καθ' ολη τη διάρκεια της μίσθωσης, ότι ο μισθωτής υποχρεούται εις αντάλλαγμα να καταβάλλει στον εκμισθωτή το μίσθωμα που συμφωνήθηκε και ότι αν κατά το χρόνο της παράδοσης του μισθίου στον μισθωτή αυτό έχει ή κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίσει ελάττωμα που εμποδίζει μερικώς ή ολικώς την συμφωνημένη χρήση (πραγματικό ελάττωμα), ο μισθωτής έχει δικαίωμα να μειώσει ή να μην καταβάλει το μίσθωμα, αναλόγως του βαθμού της ελαττώσεως της χρήσης του μισθίου εξαιτίας του ελαττώματος (ΑΠ 992/04, 399/04,605/01), αποτελεί δε πραγματικό ελάττωμα του μισθίου υπό την προεκτεθείσα έννοια κάθε κατάσταση του μισθίου που αναφέρεται στην υλική υπόστασή του και επηρεάζει τη συμφωνηθείσα χρήση του (ΑΠ 992/04).

Έτσι δεν αποτελεί πραγματικό ελάττωμα του μισθίου, η ύπαρξη του οποίου να παρέχει στον μισθωτή τα ανωτέρω δικαιώματα, η άρνηση του εκμισθωτή να χορηγήσει στον μισθωτή βεβαίωση ότι μέρος του μισθίου, το οποίο ο τελευταίος έχει υπεκμισθώσει σε τρίτον, αποτελεί τμήμα του όλου μισθίου ακινήτου και η συνεπεία της άρνησης αυτής μη καταβολή από τον τρίτο υπομισθωτή στον υπεκμισθωτή του μεταξύ τους συμφωνηθέντος μισθώματος για το υπεκμισθωθέν μέρος του μισθίου, αφού για το έγκυρο της υπεκμισθώσεως και την εξ αυτής υποχρέωση του υπομισθωτή να καταβάλει το μίσθωμα στον υπεκμισθωτή δεν απαιτείται η χορήγηση τέτοιας βεβαιώσεως.

Εν προκειμένω, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα. Με την από 8-11-2007 ανακοπή του κατά της υπ'αριθμ. ... διαταγής αποδώσεως μισθίου του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (άρθρ. 662 Α επ. ΚΠολΔ) ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι δεν κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη-εκμισθώτρια το συμφωνηθέν μίσθωμα για το επίδικο μίσθιο ακίνητο που είχε μισθώσει για την άσκηση σ' αυτό της εμπορικής του δραστηριότητας για το λόγο ότι η αναιρεσίβλητη αρνήθηκε να του χορηγήσει βεβαίωση για το ότι μέρος του μισθίου ακινήτου, εμβαδού 300 τ.μ., επί συνολικού εμβαδού του ακινήτου 1350 τ.μ., το οποίο (μέρος) ο αναιρεσείων είχε υπεκμισθώσει στον Α.

Δ., αποτελούσε τμήμα του όλου αυτού μισθίου ακινήτου, με αποτέλεσμα ο ανωτέρω υπομισθωτής να μην καταβάλλει στον αναιρεσείοντα-υπεκμισθωτή το συμφωνηθέν μεταξύ τους μίσθωμα και να στερηθεί έτσι ο τελευταίος τη χρήση του τμήματος αυτού. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό αυτόν -λόγο της ανακοπής που είχε αχθεί ενώπιόν του με την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει την ανακοπή, με το αιτιολογικό ότι τα επικαλούμενα ως άνω περιστατικά δεν συνιστούν πραγματικό ελάττωμα του μισθίου που να παρέχει στον αναιρεσείοντα μισθωτή δικαίωμα μειώσεως ή μη καταβολής του μισθώματος, για την οποία είχε εκδοθεί εις βάρος του η ανακοπτόμενη διαταγή αποδόσεως μισθίου.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ με την μη εφαρμογή των ειρημένων διατάξεων των άρθρων 574-576 του ΑΚ και 44 του π.δ. 34/1995, οι οποίες και δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω, αφού και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα τα επικαλούμενα ως άνω περιστατικά δεν αποτελούν πράγματι πραγματικό ελάττωμα του μισθίου που να τον απαλλάσει από την υποχρέωση καταβολής (ολοκλήρου) του συμφωνηθέντος μισθώματος και να αίρει τη δυστροπία του ως προς την καθυστέρηση αυτή, για την οποία και διατάχθηκε η απόδοση της χρήσης του μισθίου με την ανακοπτόμενη διαταγή.

Επομένως ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 520 παρ. 2 και 654 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως μπορούν να ασκηθούν και με τις προτάσεις, για να είναι όμως παραδεκτοί πρέπει, εκτός των άλλων, να αφορούν κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση ή που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά.

Ως αναγκαίως συνεχόμενα προς τα εκκληθέντα κεφάλαια πρέπει να θεωρηθούν οι διατάξεις της εκκαλουμένης οι οποίες έχουν τέτοια συνάφεια με τις εκκληθείσες, είτε γιατί αποτελούν προκριματικό ζήτημα για την παραδοχή τους, είτε γιατί πηγάζουν από την αυτή ιστορική αιτία και διαμορφώνουν ή προσδιορίζουν το περιεχόμενο εκείνων, έτσι ώστε τυχόν διάφορη επί των συνεχομένων αυτών κεφαλαίων κρίση του Εφετείου από εκείνη της πρωτόδικης απόφασης να επηρεάζει την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων (ΑΠ 2381/2001).

Εν προκειμένω ο αναιρεσείων με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, άσκησε πρόσθετους λόγους εφέσεως με τους οποίους ζήτησε την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την παραδοχή της ανακοπής του υποστηρίζοντας με τον πρώτο πρόσθετο λόγο ότι έχει υποβάλει την από 28-11-2008 έγκλησή του κατά της αναιρεσίβλητης-καθ'ης η ανακοπή και κατά του συζύγου της Χ.

Π. για ψευδορκία μάρτυρα του δεύτερου και απάτη και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία της πρώτης, που φέρεται να τέλεσαν κατά τη συζήτηση της αγωγής του αναιρεσείοντος κατά του υπομισθωτή Α.Δ. στο Ειρηνοδικείο Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 14-3-2007, επειδή, όπως ισχυρίστηκε ο αναιρεσείων (εκκαλών), το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ανακοπή του στηριζόμενο στην κατάθεση αυτή, και με το δεύτερο πρόσθετο λόγο εφέσεως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν από αυτόν και ειδικότερα τις από 5-2-2007 και 28-1-2008 εξώδικες διαμαρτυρίες-δηλώσεις του.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτους τους πρόσθετους αυτούς λόγους εφέσεως του αναιρεσείοντος, με την αιτιολογία ότι οι λόγοι αυτοί δεν συνέχονται αναγκαίως με τον μοναδικό λόγο του δικογράφου της εφέσεως, με τον οποίο προσβάλλεται η πρωτοβάθμια απόφαση επειδή με αυτήν απορρίφθηκε ως μη νόμιμος ο ισχυρισμός του-λόγος της ανακοπής ότι η κατά τα ανωτέρω άρνηση της καθ' ης η ανακοπή (αναιρεσίβλητης) να του χορηγήσει βεβαίωση ότι το υπεκμισθωτέν ως άνω μέρος του ακινήτου αποτελεί τμήμα του όλου μισθίου ακινήτου δεν συνιστά πραγματικό ελάττωμα του μισθίου.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με το να απορρίψει δηλαδή ως απαράδεκτους τους προταθέντες ως ανωτέρω πρόσθετους λόγους εφέσεως, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι εφέσεως δεν συνέχονται πράγματι, και δη αναγκαίως, υπό την προεκτεθείσα έννοια, με τον ειρημένο κύριο λόγο της έφεσης , και ο πρώτος, από το άρθρο 559 αρ.14 (και όχι 8) του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Επομένως και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183,191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-7-2009 αίτηση του Π. Ν. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1397/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουλίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 26 Οκτωβρίου 2011.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ