Legislator Case Law & Legislation
1551/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding witness testimony weight and evidence evaluation.

Case Number 1551/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision in a property ownership dispute. The appellant argued the lower court improperly weighted witness testimonies and documents, but the court held that such evidentiary assessments fall under the free evaluation of evidence rule. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the court's discretionary evaluation of witness credibility and document reliability is not subject to review by the Supreme Court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(12) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the lower court's free evaluation of evidence, including the weight given to witness testimonies and documents, as this constitutes a discretionary act protected by law.

Keywords

AI generated
free evaluation of evidence inadmissible appeal witness testimony weight documentary evidence Supreme Court review property ownership dispute Article 561 Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 68, 70, 216(1), 324 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 559(12) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 385/1999
Case 345/1992
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1551 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1551/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ο. συζ. Κ. Σ., το γένος Θ. Α., κατοίκου …, η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Χριστίνα Καρελλά.

Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Μ. του Ι., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παϊτάζογλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 19-6-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και β) με την από 9-3-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3314/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 3839/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-10-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 9-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 68, 70, 216 παρ. 1, 324 επ. ΚΠολΔ, προκύπτει ότι την αρνητική αναγνωριστική αγωγή νομιμοποιείται να εγείρει εκείνος που έχει άμεσο έννομο συμφέρον για να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία κάποιας έννομης σχέσης και ότι για την πληρότητα του δικογράφου της αρκεί μόνη η με αυτήν (αγωγή) αντιτασσόμενη από τον ενάγοντα, κατά του προβαλλόμενου από τον εναγόμενο δικαιώματος, γενική άρνηση των πραγματικών περιστατικών που το στηρίζουν.

Και έννομη μεν σχέση είναι η βιοτική σχέση προσώπου που αναφέρεται σε άλλο πρόσωπο ή υλικό αγαθό και ρυθμίζεται από το εξ αντικειμένου δίκαιο, έννομο δε συμφέρον υπάρχει όταν η ζητούμενη διάγνωση είναι το κατάλληλο μέσο άρσης της υφιστάμενης, και από την καύχηση ακόμα για την ύπαρξη δικαιώματος που δεν υπάρχει, αβεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων και αποτροπή του προκαλούμενου στα συμφέροντα του ενάγοντος κινδύνου από αυτήν.

Άμεσο τέλος είναι το έννομο συμφέρον, όταν η ανάγκη παροχής της έννομης προστασίας είναι ενεστώσα, υφίσταται δηλαδή κατά την έναρξη της δίκης και θεωρείται ότι γεννιέται τούτο ευθύς ως προσβληθεί ή αμφισβητηθεί το δικαίωμα ή η έννομη σχέση κ.λπ., γιατί από τότε η αναγκαιότητα της προστασίας ανακύπτει και είναι άμεση (ΑΠ 385/1999, ΑΠ 345/1992).

Ειδικότερα, επί αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η αναγνώριση ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος του εναγομένου σε ακίνητο, ο ενάγων, όταν θεμελιώνει το έννομο συμφέρον για την άσκησή της σε δικαίωμα κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, πρέπει αυτός να επικαλεσθεί στο δικόγραφο της αγωγής ότι με κάποιο νόμιμο τρόπο έγινε κύριος του ακινήτου και να εκθέτει τα στοιχειοθετούντα τον ισχυρισμό αυτό περιστατικά και, αν αμφισβητηθούν, να τα αποδείξει, αλλιώς απορρίπτεται η αγωγή χωρίς άλλη έρευνα.

Ο εναγόμενος οφείλει, προς απόρριψη της αγωγής, να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι μεταγενεστέρως έγινε αυτός κατά νόμιμο τρόπο κύριος του ακινήτου. Αν όμως ο εναγόμενος ισχυρισθεί ότι ο ενάγων ποτέ δεν έγινε κύριος του ακινήτου, του οποίου αυτός από την αρχή ήταν κύριος, τούτο αποτελεί άρνηση του αγωγικού ισχυρισμού περί εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος (ΑΠ 1391/1991).

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την ένδικη από 9-3-2007 αρνητική αναγνωριστική αγωγή του, ισχυρίστηκε, ότι με το νόμιμα μεταγεγραμμένο … συμβόλαιο αγοράς της συμβολαιογράφου Αθηνών Ερμιόνης Σταματελάτου-Παγγέα, αγόρασε από την Κ. Κ. ένα οικόπεδο εκτάσεως 430,76 τ.μ., στη θέση … του Δήμου Κηφισιάς Αττικής και επί της οδού … αριθ.

…, το οποίο είχε περιέλθει στην ως άνω δικαιοπάροχό του α) κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου με βάση το … αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Απόστολου Ζέρβα, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, από τον Π. Σ. και β) κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου με βάση το … συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αχαρνών Κων/νας Βασιλάκου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, κατόπιν γονικής παροχής από τη μητέρα της Χ.

Α., στην οποία είχε περιέλθει κατά το άνω ποσοστό με το ίδιο παραπάνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του έτους 1952. Ότι το παραπάνω οικόπεδο νέμονταν οι δικαιοπάροχοί του με διάνοια κυρίου από το έτος 1952 και από το έτος 2002 και εφεξής ο ίδιος, ενεργώντας τις αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις, γενόμενος έτσι κύριος του οικοπέδου αυτού, εκτός από τον παράγωγο τρόπο της αγοράς, και με έκτακτη χρησικτησία, και ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, που είναι ιδιοκτήτρια του όμορου προς δυσμάς οικοπέδου, κατά το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2006, προέβη στη σύνταξη και μεταγραφή της … πράξης διόρθωσης της συμβολαιογράφου Αθηνών Θηρεσίας Δάλλα-Πολυζώη, με την οποία μετέβαλε την έκταση και τα όρια του όμορου οικοπέδου της, το οποίο είχαν δωρήσει σ' αυτήν οι γονείς της με το νόμιμα μεταγεγραμμένο … δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Καζάζη, σε τρόπο ώστε να περιλαμβάνεται στο οικόπεδό της και το περιγραφόμενο εδαφικό τμήμα του παραπάνω οικοπέδου του, εκτάσεως 85,23 τ.μ., διατεινόμενη έτσι ότι το εδαφικό αυτό τμήμα ανήκει κατά κυριότητα σ' αυτήν, πράγμα που αυτός (ενάγων) αρνείται.

Ζήτησε δε με την αγωγή του να αναγνωριστεί η ανυπαρξία δικαιώματος κυριότητας της εναγομένης επί του επίδικου εδαφικού τμήματος. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αρνητική αναγνωριστική αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, διότι, για την πληρότητα της ιστορικής της βάσης, διαλαμβάνεται σ' αυτήν η άρνηση των πραγματικών περιστατικών, επί των οποίων η εναγομένη στηρίζει το προβαλλόμενο δικαίωμά της επί του επίδικου εδαφικού τμήματος, ενώ, κατά τα στην αγωγή πιο πάνω ιστορούμενα, υφίσταται και το απαιτούμενο για την άσκησή της άμεσο έννομο συμφέρον, με την πιο πάνω έννοια, του ενάγοντα, το οποίο αυτός θεμελιώνει σε δικαίωμα κυριότητάς του, που απέκτησε με τον επικαλούμενο νόμιμο τρόπο επί του ιδίου εδαφικού τμήματος, του οποίου η εναγομένη, κατά τους ισχυρισμούς του, διατείνεται ότι είναι κυρία.

Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή και ότι ο ενάγων έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση αυτής, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και, συνακόλουθα, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Επομένως, οι συναφείς τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του και δεύτερος από τους αριθμούς 1 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Επειδή, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.

ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ως άνω ένδικη αρνητική αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου και την ένσταση της εναγομένης περί ιδίας κυριότητας επί του επίδικου εδαφικού τμήματος, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και τώρα εφεσίβλητος-και ήδη αναιρεσίβλητος-Λ.

Μ. αγόρασε, με το … αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ερμιόνης Σταματελάτου - Παγγέα, που μεταγράφηκε νόμιμα, από την αληθή κυρία Κ. Κ., το γένος Α. και Χ. Α., ένα οικόπεδο, εκτάσεως 430,76 τ.μ., που βρίσκεται στο υπ' αριθμ. … Οικοδομικό Τετράγωνο του Δήμου Κηφισιάς Αττικής, στη θέση … και επί της οδού … αριθμ.

…, και εμφαίνεται με τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο προσαρτημένο στο συμβόλαιο αυτό από … τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Θ. Τ.. Σύμφωνα δε με το τοπογραφικό αυτό διάγραμμα, το παραπάνω οικόπεδο συνορεύει βόρεια επί προσώπου Α-Β μέτρων 20,50 με την οδό …, πλάτους οκτώ (8) μέτρων, νότια επί πλευράς Γ-Δ μέτρων 20,50 με ιδιοκτησία Ι.

Κ. κλπ, ανατολικά επί πλευράς Α-Δ μέτρων 21,03 με ιδιοκτησία Γ. Σ. κλπ και δυτικά επί πλευράς Β-Γ μέτρων 21,01 με ιδιοκτησία της εναγομένης και τώρα εκκαλούσας Ο. Σ., το γένος Θ. και Ε. Α.. Η παραπάνω δικαιοπάροχος του εφεσιβλήτου είχε αποκτήσει την κυριότητα επί του ανωτέρω ακινήτου σε μεγαλύτερη έκταση 754 τ.μ. α) κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, με το … αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Απόστολου Ζέρβα, που μεταγράφηκε νόμιμα, εξ αγοράς από τον Π.

Σ., και β) κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου, με το … συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αχαρνών Κωνσταντίνας Βασιλάκου, που μεταγράφηκε νόμιμα, κατόπιν γονικής παροχής από τη μητέρα της Χ. Α., στην οποία είχε περιέλθει κατά το ποσοστό αυτό, με το ίδιο παραπάνω … αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, εξ αγοράς από τον Π. Σ..

Το ακίνητο αυτό και η γύρωθεν περιοχή εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως, οπότε εκδόθηκε η … απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, όπως διορθώθηκε με την … απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, που μεταγράφηκαν νόμιμα, με την οποία κυρώθηκε η πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης επέκτασης και αναθεώρησης του ρυμοτομικού σχεδίου περιοχής … του Δήμου Κηφισιάς, όπου μετά την εισφορά σε γη, σύμφωνα με το ν. 1337/1983, από την αρχική έκταση του οικοπέδου των 754 τ.μ.

απέμεινε έκταση, εμβαδού 430,76 τ.μ., με αριθμό οικοπέδου ... Το παραπάνω ακίνητο του εφεσιβλήτου συνορεύει, όπως προεκτέθηκε, δυτικά επί πλευράς 21,01 μέτρων, με το ακίνητο της εκκαλούσας-και ήδη αναιρεσείουσας-, το οποίο αυτή απέκτησε, με το … δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Δημητρίου Καζάζη, που μεταγράφηκε νόμιμα, κατόπιν δωρεάς από τους γονείς της Θ.

και Ε. Α., στους οποίους είχε περιέλθει, δυνάμει του … αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Απόστολου Ζέρβα, που έχει νόμιμα μεταγραφεί. Σύμφωνα με το παραπάνω δωρητήριο συμβόλαιο, το δωρούμενο στην εκκαλούσα πιο πάνω ακίνητο έχει έκταση 825,92 τ.μ., εμφαίνεται στο προσαρτημένο στο συμβόλαιο αυτό τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο συνέταξε η ίδια η εκκαλούσα ως αρχιτέκτων μηχανικός, με τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α και συνορεύει, κατά το διάγραμμα αυτό, ανατολικά επί πλευράς μέτρων 34 με ιδιοκτησία Δ.

και Ε. Ψ. και με ιδιοκτησία αγνώστου, ήτοι του εφεσιβλήτου, δυτικά επί πλευράς μέτρων 37,20 εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Κ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Β. Κ., βόρεια επί προσώπου μέτρων 23,20 με οδό, πλάτους οκτώ (8)μέτρων, και νότια επί πλευράς μέτρων 24, 70 με ιδιοκτησία αγνώστου. Το ακίνητο αυτό με την ίδια ακριβώς έκταση, όρια και πλευρικές διαστάσεις, όπως αυτά εμφαίνονται στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα, περιγράφεται και στην … πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Τσέλιου, που συντάχθηκε με δήλωση της εκκαλούσας για τη δημιουργία θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου προς εξυπηρέτηση της ανεγερθησόμενης σ' αυτό από την εκκαλούσα οικοδομής.

Επίσης επί του ακινήτου αυτού, με τα προαναφερόμενα όρια, έκταση και πλευρικές διαστάσεις, η εκκαλούσα παραχώρησε, με το … συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Δέσποινας Παπαδημητρίου, δικαίωμα εγγραφής υποθήκης υπέρ του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας, η οποία γράφτηκε νόμιμα στα βιβλία υποθηκών. Κατά της πράξεως εφαρμογής του ρυμοτομικού σχεδίου, η εκκαλούσα υπέβαλε ένσταση σχετικά με την επιβληθείσα σ' αυτήν εισφορά σε χρήμα, χωρίς όμως να αμφισβητήσει τα όρια και το εμβαδόν του οικοπέδου της, που αποτυπώθηκε με αριθμό ...

Και ενώ, όταν αγόρασε ο εφεσίβλητος το παραπάνω οικόπεδό του κατά το μήνα Αύγουστο του έτους 2002, το οικόπεδο αυτό διαχωριζόταν από το όμορο οικόπεδο της εκκαλούσας με διαχωριστικό πέτρινο μανδρότοιχο και συρματόπλεγμα, λίγο μετά (περί τον Οκτώβριο του 2002) η εκκαλούσα κατασκεύασε μέσα στο ακίνητο του εφεσιβλήτου τοιχίο από μπετόν, μήκους 19,65 μέτρων και ύψους 1,25 μέτρων, παραλλήλως με το διαχωριστικό μανδρότοιχο και σε απόσταση τεσσάρων περίπου μέτρων από αυτόν.

Στον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ μανδρότοιχου και τοιχίου τοποθέτησε 23 κυψέλες μελισσών και στη συνέχεια το Μάϊο του 2004 κατέστρεψε τμήμα του συρματοπλέγματος που υπήρχε επί της προσόψεως του οικοπέδου του εφεσιβλήτου στην οδό … και κατασκεύασε στο τμήμα αυτό από τσιμεντόλιθους με σιδερένια πόρτα μήκους τεσσάρων (4) μέτρων, ισχυριζόμενη ότι η οριοθετούμενη από το τοιχίο και το μανδρότοιχο εδαφική λωρίδα, εμβαδού 81 τ.μ., ανήκε κατά κυριότητα σ' αυτήν.

Ο εφεσίβλητος προσέφυγε στην Πολεοδομία και επέτυχε την έκδοση αποφάσεως για κατεδάφιση του τοιχίου και του τοίχου από τσιμεντόλιθους, ως και για την απομάκρυνση των κυψελών. Στις 25-10-2005 ο εφεσίβλητος, με τη συνδρομή των αστυνομικών αρχών, καθαίρεσε το τοιχίο και τον τοίχο επί της προσόψεως του οικοπέδου του, η δε εκκαλούσα υποχρεώθηκε να απομακρύνει τις κυψέλες των μελισσών.

Όμως η εκκαλούσα, ισχυριζόμενη ότι προσβλήθηκε η νομή της επί της παραπάνω εδαφικής λωρίδας των 81 τ.μ., άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου την από 27-10-2005 αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων νομής, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η 1203/2005 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αίτηση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, και τελικά, ύστερα από άσκηση εφέσεως εκ μέρους της εκκαλούσας, η 3270/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση και αναγνωρίστηκε η εκκαλούσα προσωρινά νομέας της επίδικης πιο πάνω εδαφικής λωρίδας και υποχρεώθηκε ο εφεσίβλητος να της αποδώσει τη νομή της λωρίδας αυτής.

Η απόφαση αυτή εκτελέστηκε και συντάχθηκε η … έκθεση βιαίας αποβολής και αποδόσεως ακινήτου του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Δ. Μ.. Ακολούθως η εκκαλούσα εμφανίσθηκε στη συμβολαιογράφο Αθηνών Θηρεσία Δάλα - Πολυζώη και συντάχθηκε η ... πράξη διόρθωσης του προαναφερόμενου … δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Δημητρίου Καζάζη, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα.

Με την πράξη αυτή η εκκαλούσα προέβη, ως κληρονόμος των αποβιωσάντων δωρητών γονέων της, σε διόρθωση του ανωτέρω δωρητηρίου συμβολαίου, που αποτελεί τον τίτλο κυριότητάς της, ως προς το εμβαδόν του δωρηθέντος με το συμβόλαιο αυτό ακινήτου από 825,92 τ.μ. σε 911,15 τ.μ., καθόσον, όπως δήλωσε, από σφάλμα των συμβληθέντων δεν είχε αναγραφεί σωστά το εμβαδόν του ακινήτου αυτού στο παραπάνω συμβόλαιο.

Στην παραπάνω πράξη προσαρτήθηκε και το από 2006 τοπογραφικό διάγραμμα, που συνέταξε η ίδια η εκκαλούσα ως αρχιτέκτων μηχανικός, και στο οποίο το παραπάνω ακίνητο της εμφαίνεται με τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α, έχει εμβαδόν 911,15 τ.μ. και συνορεύει βόρεια επί προσώπου Α-Β μέτρων 27,15 με την οδό …, ανατολικά εν μέρει επί πλευράς Β-Γ μέτρων 20,25 με οικόπεδο ιδιοκτησίας αγνώστων (ήτοι του εφεσιβλήτου) και εν μέρει επί πλευράς Δ-Ε μέτρων 13,45 με ιδιοκτησία αγνώστων, νότια εν μέρει επί πλευράς Γ-Δ μέτρων 4,20 με ιδιοκτησία αγνώστων και εν μέρει επί πλευράς Ε-Ζ μέτρων 23,40 με ιδιοκτησία αγνώστων και δυτικά επί πλευράς Α-Ζ μέτρων 38,10 με ιδιοκτησίες αγνώστων.

Έτσι η εκκαλούσα συμπεριέλαβε στην ιδιοκτησία της εδαφική λωρίδα από το όμορο οικόπεδο του εφεσιβλήτου, εμβαδού 85,23 τ.μ., η οποία εμφαίνεται στο από Ιανουαρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την από Μαΐου 2007 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Β. Λ., που προσκομίζει, με επίκληση, ο εφεσίβλητος, και συνορεύει βόρεια επί προσώπου 3,95 μέτρων με την οδό …, νότια επί πλευράς 4,20 μέτρων με υπόλοιπη ιδιοκτησία του εφεσίβλητου, ανατολικά επί πλευράς 20,25 μέτρων με υπόλοιπη ιδιοκτησία του εφεσίβλητου και δυτικά επί πλευράς 21,01 μέτρων με ιδιοκτησία της εκκαλούσας.

Η τελευταία ισχυρίζεται ότι η επίδικη αυτή εδαφική λωρίδα των 85,23 τ.μ. ανήκει κατά κυριότητα σ' αυτήν και ότι απέκτησε την κυριότητά της με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με το προαναφερόμενο … δωρητήριο συμβόλαιο, και με έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι τόσον αυτή όσο και οι δικαιοπάροχοι γονείς της ενέμοντο τη λωρίδα αυτή με διάνοια κυρίου συνεχώς, από το έτος 1952 ή τουλάχιστον από το έτος 1955 μέχρι και την άσκηση της αγωγής.

Όμως η επίδικη πιο πάνω εδαφική λωρίδα δεν περιλαμβάνεται στην έκταση που μεταβιβάσθηκε στην εκκαλούσα με το παραπάνω δωρητήριο συμβόλαιο. Ειδικότερα, μετά τη γενόμενη από την εκκαλούσα διόρθωση του ως άνω δωρητηρίου συμβολαίου, το μήκος της βόρειας πλευράς του δωρηθέντος σ' αυτήν ακινήτου είναι, σύμφωνα με το προσαρτημένο στην πιο πάνω πράξη διόρθωσης τοπογραφικό διάγραμμα, 27,15 μέτρα, αντί 23,20 μέτρων που αναφέρεται στο δωρητήριο συμβόλαιο και στο προσαρτημένο σ' αυτό τοπογραφικό διάγραμμα, δηλαδή είναι μεγαλύτερη κατά 3,95 μέτρα.

Επιπλέον, η ανατολική πλευρά του ακινήτου της εκκαλούσας, ενώ στο προσαρτημένο στο δωρητήριο συμβόλαιο τοπογραφικό διάγραμμα αποτυπώνεται με τα στοιχεία Α-Δ και είναι ευθεία καθ' όλο το μήκος της των 34 μέτρων, που συνορεύει με το ακίνητο του εφεσιβλήτου και το ακίνητο των Δ. και Ε. Ψ., στο προσαρτημένο στην πράξη διόρθωσης τοπογραφικό διάγραμμα η πλευρά αυτή αποτυπώνεται με τα στοιχεία Β-Γ-Δ-Ε σε σχήμα ζικ-ζακ, και συγκεκριμένα τμήμα αυτής με στοιχεία Ε-Δ μήκους 13,45 μέτρων, που συνορεύει κατά το μεγαλύτερο μέρος της με το ακίνητο των Δ.

και Ε. Ψ., διατηρείται ευθεία και από το στοιχείο Δ έως και το στοιχείο Γ κάμπτει (στρίβει) με διακεκομμένη γραμμή ανατολικά σε βάθος 4,20 μέτρων σε βάρος του όμορου προς ανατολάς ακινήτου του εφεσίβλητου και στη συνέχεια από το στοιχείο Γ εκτείνεται παράλληλα του διαχωριστικού ορίου των δύο αυτών ακινήτων σε μήκος 20,25 μέτρων και καταλήγει στο στοιχείο Β επί της οδού …, με συνέπεια η επίδικη πιο πάνω εδαφική λωρίδα να μην εμπεριέχεται στον τίτλο κυριότητας του ακινήτου της εκκαλούσας, αλλά σε εκείνον του εφεσιβλήτου, όπως άλλωστε αποφαίνεται και ο πολιτικός μηχανικός Β.

Λ. στην προσαγόμενη, με επίκληση, από τον εφεσίβλητο από … τεχνική έκθεση που συνέταξε, μετά από εφαρμογή των τίτλων ιδιοκτησίας των διαδίκων επί του εδάφους. Ούτε, εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα και οι δικαιοπάροχοί της ασκούσαν πράξεις νομής με διάνοια κυρίου στην επίδικη εδαφική έκταση, αφού αντίθετα αποδείχθηκε ότι η εδαφική αυτή έκταση βρισκόταν πέραν του παλαιού διαχωριστικού μανδρότοιχου και ότι ασκούσε επ' αυτής νομή η παραπάνω δικαιοπάροχος του εφεσιβλήτου και στη συνέχεια ο τελευταίος μέχρι και την κατασκευή από την εκκαλούσα του τοιχίου κατά το μήνα Οκτώβριο του 2002 και την εντεύθεν αποβολή του από τη νομή.

Ο μανδρότοιχος αυτός βρισκόταν κατά τέσσερα (4) μέτρα δυτικά του κατασκευασθέντος κατά το μήνα Οκτώβριο του 2002 από την εκκαλούσα τοιχίου. Περί αυτών είναι σαφής και κατηγορηματική η κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρα του εφεσιβλήτου Π. Κ., γείτονα των διαδίκων, και των ενόρκως υπέρ αυτού βεβαιωσάντων Σ.

Κ. και Γ. Γ., επίσης γειτόνων των διαδίκων, ενώ η κατάθεση του συζύγου της εκκαλούσας, του οποίου τα συμφέροντα ταυτίζονται με εκείνης, δεν είναι πειστική. Τα παραπάνω δεν ανατρέπονται από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την εκκαλούσα από … τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Ι. Σ., ο οποίος μετά από φωτοερμηνεία αεροφωτογραφίας του έτους 2001 γνωματεύει ότι το όριο των ιδιοκτησιών των διαδίκων "είναι υλοποιημένο με χαρακτηριστική περίφραξη, η οποία έχει την εικόνα εν μέρει μανδροτοίχου και εν μέρει συρματοπεριφράξεως επί της οποίας έχουν αναπτυχθεί φυτά", αφού αυτός δεν προσδιορίζει τη θέση της επίδικης εδαφικής έκτασης σε σχέση με την περίφραξη αυτή.

Εξάλλου, εάν την επίδικη εδαφική έκταση νέμονταν με διάνοια κυρίου από το έτος 1952 ή έστω από το έτος 1955 οι δικαιοπάροχοι της εκκαλούσας και από το έτος 1978 και εφεξής η ίδια η εκκαλούσα, δεν εξηγείται γιατί η έκταση αυτή δεν συμπεριελήφθη στο προαναφερόμενο … δωρητήριο συμβόλαιο και στις μεταγενέστερες συμβολαιογραφικές πράξεις και τοπογραφικά διαγράμματα, που, όπως προαναφέρθηκε, συντάχθηκαν από την ίδια την εκκαλούσα".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα δεν κατέστη κυρία της επίδικης εδαφικής έκτασης με παράγωγο τρόπο, αλλά ούτε και με έκτακτη χρησικτησία, διότι από το έτος 2002 που κατασκεύασε το τοιχίο μέχρι την άσκηση της αγωγής το 2007 δεν συμπληρώνεται εικοσαετία και κατόπιν τούτου δέχτηκε την ένδικη αναγνωριστική αγωγή, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει όμοια, και απέρριψε την έφεση.

Με αυτά που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα δεν περιλαμβάνεται στην έκταση που μεταβιβάστηκε στην εναγομένη με το αναφερόμενο δωρητήριο συμβόλαιο, ότι η εναγομένη και οι δικαιοπάροχοί της δεν ασκούσαν πράξεις νομής με διάνοια κυρίου στη λωρίδα αυτή, η οποία βρισκόταν πέραν του παλαιού διαχωριστικού μανδρότοιχου και στην οποία ασκούσε πράξεις νομής η δικαιοπάροχος του ενάγοντος και στη συνέχεια ο ίδιος μέχρι και την κατασκευή από την εναγομένη του τοιχίου κατά το μήνα Οκτώβριο του 2002 και ότι η εναγομένη ουδέποτε έγινε κυρία της επίδικης εδαφικής λωρίδας ούτε με παράγωγο τρόπο ούτε με έκτακτη χρησικτησία.

Οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφάρμοσε. Επομένως, οι συναφείς τρίτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, λόγοι αναίρεσης, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της ως άνω διάταξης θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία και όχι αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, προτάσεων πραγματικών ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο, κατά το τρίτο μέρος του και κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 ΚΠολΔ αριθ. 9 περ. α' πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί, ότι δεν συμπληρώθηκε στο πρόσωπό της η έκτακτη χρησικτησία επί της επίδικης λωρίδας, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, "χωρίς να υφίσταται και χωρίς να έχει υποβληθεί προς τούτο ειδικό αίτημα ή παράπονο του ενάγοντος".

Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενό της ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει, ότι το Εφετείο, με την παραδοχή του, ότι στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας δεν συμπληρώθηκε η έκτακτη χρησικτησία, δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, αλλά απέρριψε έτσι τον ισχυρισμό της ότι "η επίδικη εδαφική λωρίδα ανήκει κατά κυριότητα σ' αυτή και ότι απέκτησε την κυριότητα με παράγωγο τρόπο και με έκτακτη χρησικτησία", προς αντίκρουση της αναγνωριστικής της ανυπάρξεως δικαιώματος κυριότητάς της στην επίδικη εδαφική λωρίδα αγωγής του αντιδίκου της.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (Ολ.

ΑΠ 42/2002). Εξάλλου, η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσκομιδής ή μη σ' αυτό αποδεικτικού εγγράφου, ως αναγόρευση σε πράγματα, δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 §1 Κ.Πολ.Δ., σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα που νόμιμα προσκόμισε με επίκληση, ενώπιόν του, με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού της, ότι έγινε κυρία της επίδικης εδαφικής λωρίδας με παράγωγο τρόπο και με έκτακτη χρησικτησία, ήτοι: 1) τις … και … ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, που λήφθηκαν στα πλαίσια της μεταξύ των διαδίκων δίκης ασφαλιστικών μέτρων νομής, 2) τα πρακτικά της 1203/2005 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, τμήματος ασφαλιστικών μέτρων, 3) αντίγραφο του από Δεκεμβρίου 1987 τοπογραφικού διαγράμματος του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ.

Γ., 4) το από του έτους 2002 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, 5) τις αεροφωτογραφίες με την από Δεκεμβρίου 2005 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του μηχανικού Ι. Σ., 6) την 309/2003 άδεια οικοδομής του ενάγοντος, 7) αντίγραφο της επέκτασης σχεδίου πόλεως της περιοχής …, 8) την από 28-6-2002 διορθωτική πράξη εφαρμογής στην περιοχή … της Νέας Κηφισιάς, 9) το από 8-8-1994 έγγραφο τροποποίησης του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Κηφισιάς, 10) την από … απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, 11) την από … απάντηση της Νομαρχίας Αθηνών, 12) το … συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Κοκόση, 13) την 599/1988 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου επί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων και 14) τα πρωτότυπα οκτώ φωτογραφιών που απεικονίζουν την προγενέστερη της κατεδάφισης του μαντρότοιχου πραγματική κατάσταση, αντίστοιχα.

Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη "και όλα ανεξαιρέτως τα με επίκληση προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, από τα οποία ορισμένα μνημονεύονται ειδικώς παρακάτω, χωρίς όμως να παραλειφθεί οποιοδήποτε τούτων για την κατ' ουσίαν διάγνωση της διαφοράς, εκτός από τις 9912 και 9914/27-5-2005 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, που λήφθηκαν στα πλαίσια προηγούμενης μεταξύ των διαδίκων δίκης ασφαλιστικών μέτρων νομής, αφού τις επικαλείται μεν η εκκαλούσα με τις προτάσεις της, αλλά δεν προσκομίζονται από αυτή", και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα προμνημονευόμενα, με αριθμούς 2-14, αντίστοιχα, έγγραφα.

Επομένως, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος ως προς τα παραπάνω έγγραφα. Ο ίδιος, όμως, αναιρετικός λόγος ως προς τις με αριθμό 1 ένορκες βεβαιώσεις είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον η βεβαίωση του Εφετείου περί μη προσκομιδής τους, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 §1 Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτά καθορίζει ο νόμος, όχι, όμως και στην περίπτωση που, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (Κ.Πολ.Δ. 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία, διότι η εκτίμηση αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, αλλά και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διατείνεται, ότι το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεσή της και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, για το σχηματισμό της ως άνω κρίσεώς του επί της προκειμένης υποθέσεως απέδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα μόνο στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου, και όχι στις καταθέσεις των δικών της μαρτύρων, καθώς και στα έγγραφα που, με επίκληση, προσκόμισε, τις οποίες-καταθέσεις-δεν εκτίμησε δεόντως και επίσης προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που κατέθεσαν οι εν λόγω μάρτυρες.

Ο εξεταζόμενος αυτός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί οι προβαλλόμενες με αυτόν πιο πάνω αιτιάσεις, αναγόμενες στη στάθμιση, την αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και την εκτίμηση αυτών που κατέθεσαν οι εν λόγω μάρτυρες, καθώς και την εκτίμηση του περιεχομένου των προσκομισθέντων εγγράφων, δεν μπορούν να θεμελιώσουν τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-10-2008 αίτηση της Ουρανίας συζ. Κωνσταντίνου Σφουντούρη για αναίρεση της 3839/2008 του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2010.

Η ANTΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ