Supreme Court dismisses appeal against eviction order where court properly considered sworn evidence of fraud.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's eviction order. The First Instance Court found that the appellant and his future father-in-law conspired to issue a bounced check fraudulently, using a fake construction contract as cover to harm the plaintiff's interests. The court ruled that the First Instance Court had correctly considered the sworn testimony presented by the parties to prove this fraudulent intent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 339 and 342 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to consider sworn evidence is inadmissible unless the lower court explicitly mentions such evidence in its decision and the appeal petition clearly identifies the specific sworn statement, its content, and the claim it was intended to prove.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1551 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1551/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αναγνωστό-πουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Του αναιρεσιβλήτου:Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Νικολόπουλο,με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-1998 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 527/2000 του ίδιου Δικαστηρίου, 9840/2000 μη οριστική και 8132/2001 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 695/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Το Εφετείο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 7506/2005 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 5-12-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 10-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 ΚΠολΔ, αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, γι' αυτό και πρέπει να γίνεται ρητή μνεία αυτών στην απόφαση, η δε αναφορά σ' αυτή ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, δεν αποδεικνύει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και αυτές (ΑΠ 176/04) Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ένορκη βεβαίωση που ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέστηκε, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα του και η νόμιμη λήψη αυτού (αριθμός, όνομα εξετασθέντος μάρτυρα, νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή παράσταση αυτού κατά την εξέταση του μάρτυρα), να προσδιορίζεται το περιεχόμενο της και το παραδεκτό της προσαγωγής της στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό αυτό μέσο προσκομίστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, διότι αυτό παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. 1587/1999 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία ελήφθη μετά κλήτευση του αντιδίκου και την οποία ο ήδη αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προς ανταπόδειξη του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού του ήδη αναιρεσιβλήτου (λόγου ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής), ότι ο ήδη αναιρεσείων, κατά την λήψη της επιταγής, με βάση την οποία εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής ήταν κακόπιστος, διότι εγνώριζε τις οικονομικές διαφορές μεταξύ του εκδότη της επιταγής ήδη αναιρεσιβλήτου και του Β1, ο οποίος μεταβίβασε δι' οπισθογραφήσεως την επιταγή στην αναιρεσείοντα, και ότι ο Β1, ενεργώντας κατά παράβαση της μεταξύ αυτού και του εκδότη της επιταγής συμφωνία, συμπλήρωσε το ποσό της επιταγής.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο αναιρετήριο αφενός μεν την έκθεση, επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή, από την οποία αποδεικνύεται η νόμιμη κλήτευση του ήδη αναιρεσιβλήτου για να παραστεί κατά την λήψη της ένορκης αυτής βεβαίωσης, ούτε επίσης αναφέρει το περιεχόμενο της βεβαίωσης αυτής, δηλαδή τα κατατεθέντα από την .......
ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, περί των οποίων καταρτίστηκε η ένορκη αυτή βεβαίωση, ώστε να κριθεί αν το αποδεικτικό αυτό μέσο είναι κρίσιμο για την ανταπόδειξη του λόγου ανακοπής, ότι δηλαδή ο ήδη αναιρεσείων ήταν κακόπιστος, για τους παραπάνω λόγους, κατά την προς αυτόν μεταβίβαση της επιταγής δι' οπισθογραφήσεως από τον λήπτη αυτής.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 22 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" τα εξ επιταγής εναγόμενα πρόσωπα δεν μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή ενστάσεις που στηρίζονται σε προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή τους προηγούμενους κομιστές, εκτός αν ο κομιστής κατά την απόκτηση της επιταγής ενήργησε με γνώση προς βλάβη του οφειλέτη.
Από τη διάταξη αυτή που εκφράζει το αναιτιώδες της ενοχής από την επιταγή, σαφώς συνάγεται, ότι κατ' εξαίρεση μόνο επιτρέπεται η προβολή τέτοιων ενστάσεων, από το εναγόμενο εξ επιταγής πρόσωπο κατά του κομιστή, αν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσεως της επιταγής αφενός τελούσε σε γνώση της υπάρξεως των ενστάσεων αυτών κατά του εκδότη ή των πριν απ' αυτόν κομιστών του τίτλου και αφετέρου ενήργησε αυτός προς βλάβη του οφειλέτη.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, ότι αυτό, δέχτηκε την έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου και ακύρωσε την εις βάρος του εκδοθείσα μετ' αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, δεχόμενο ότι αποδείχτηκε, ότι ο ήδη αναιρεσείων, κατά την μεταβίβαση σ' αυτόν δι' οπισθογραφήσεως της επιταγής, με βάση την οποία εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, ήταν κακόπιστος, διότι εγνώριζε ότι η επιταγή αυτή συμπληρώθηκε από τον Γ1, οπισθογραφήσαντα αυτή προς τον αναιρεσείοντα, ως προς το ποσό αυτής, κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας, ενήργησε δε ο ήδη αναιρεσείων σε συμπαιγνία με τον Γ1 με σκοπό να βλάψει τα συμφέροντα του εκδότη της επιταγής ήδη αναιρεσιβλήτου.
Στην κρίση του αυτή το Εφετείο κατέληξε, δεχόμενο, ότι αποδείχτηκαν τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ότι ο ανακόπτων αναιρεσίβλητος Ψ1 (κτηματομεσίτης) και ο Γ1 (πρώην εφοριακός) είχαν εκκρεμή μεταξύ τους λογαριασμό σε δολάρια και δραχμές, που δεν ήταν εκκαθαρισμένος. Ότι ο Ψ1 την 6.4.1998 εξέδωσε και παρέδωσε στον Γ1 την επιταγή (μεταχρονολογημένη), με βάση την οποία εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, με ημερομηνία 30.6.1998, πληρωτέα εις διαταγήν Γ1, ατελή κατά το πληρωτέο ποσό, με τη συμφωνία να συμπληρωθεί αυτό μέχρι 30.6.1998 από τον λήπτη της επιταγής Γ1, μετά την εκκαθάριση του μεταξύ τους λογαριασμού.
Ότι ο λήπτης της επιταγής Γ1, ενεργώντας σε συμπαιγνία με τον αναιρεσείοντα Χ1, ο οποίος συνδέονταν με την θυγατέρα του Γ και σκόπευε να τελέσει γάμο μαζί της, με σκοπό να βλάψουν τα συμφέροντα του εκδότη της επιταγής, παρά την μεταξύ αυτού και του εκδότη της επιταγής συμφωνία, ότι το ποσό της επιταγής θα συμπληρώνονταν μετά την εκκαθάριση του μεταξύ τους λογαριασμού, συμπλήρωσε το ποσό της επιταγής αναγράφοντας σ' αυτή το ποσό των 79.000.000 δραχμών, στη συνέχεια δε μεταβίβασε αυτή δι' οπισθογραφήσεως στον ήδη αναιρεσείοντα, μέλλοντα γαμβρό του.
Ότι ο τελευταίος εμφάνισε εμπρόθεσμα την επιταγή προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, η οποία όμως δεν πληρώθηκε, λόγω ανακλήσεως αυτής από τον εκδότη της την 2.7.1998, στη συνέχεια δε προς πληρωμή του ποσού της επιταγής ο αναιρεσειων κομιστής ζήτησε και επέτυχε την έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής εις βάρος του εκδότη της επιταγής Ψ1 και του Γ1.
Ότι προκειμένου ο αναιρεσείων και ο Γ1 να εμφανίσουν την δι' οπισθογραφήσεως μεταβίβαση της επιταγής στον αναιρεσείοντα, ως τίμημα για την πώληση διαμερίσματος από τον αναιρεσείοντα, στον μέλλοντα πεθερό του, προέβησαν στις εξής ενέργειες: Την 25.6.1998, με το υπ' αριθμ. .... προσύμφωνο πωλήσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου-συμπληρώσεως συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και διανομής ιδιοκτησιών και εργολαβικού, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Δήμητρας Σταφυλάκη, μεταξύ του αναιρεσείοντος αφενός και της μέλλουσας συζύγου του Γ θυγατρός Γ1 και του ......, ως οικοπεδούχων, αφ' ετέρου, ο αναιρεσειων ανέλαβε την υποχρέωση, ως εργολάβος, να αναγείρει, με το σύστημα της αντιπαροχής δεύτερο και τρίτο ορόφους επί ακινήτου των άνω ιδιοκτητών επί της οδού ....
στην περιοχή ..... Αττικής και ότι στον αναιρεσείοντα εργολάβο θα περιέρχονταν ως αντιπαροχή και το υπό στοιχείο Γ-1 διαμέρισμα. Ότι την ιδία ημέρα (25.6.1998) με το υπ' αριθμ. ..... προσύμφωνο πωλήσεως ενώπιον της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, ο αναιρεσείων, ως εξ αντιπαροχής εργολάβος με το προαναφερόμενο εργολαβικό, υποσχέθηκε, χωρίς τη σύμπραξη της οικοπεδούχου μέλλουσας συζύγου του Γ, την πώληση στον Γ1, μέλλοντα πεθερό του και λήπτη της άνω επιταγής, την προς αυτόν πώληση του υπό στοιχείου Γ-1 μέλλοντος να ανεγερθεί διαμερίσματος αντί τιμήματος 80.000.000 δρχ.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται, ότι τα άνω συμβόλαια, εργολαβικό και συμπλήρωση σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας καθώς και το άνω προσύμφωνο πώλησης, ουδέποτε μεταγράφηκαν, ούτε εκδόθηκε οικοδομική άδεια για την ανέγερση της οικοδομής, αλλά το δεύτερο εξ αυτών είναι εικονικό και καταρτίστηκε μεταξύ του αναιρεσείοντα κομιστή της επιταγής και του μέλλοντος πεθερού του λήπτη αυτής, με σκοπό να βλάψουν τα συμφέροντα του εκδότη της επιταγής αναιρεσιβλήτου δια της εισπράξεως αυτής από τον αναιρεσείοντα, ως δήθεν τιμήματος για την πώληση του άνω διαμερίσματος, για την κατασκευή του οποίου δεν είχε εκδοθεί οικοδομική άδεια και αυτό δεν είχε ανεγερθεί.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι ο καθού η ανακοπή αναιρεσείων, κατά την κτήση της επιταγής δι' οπισθογραφήσεως από τον μέλλοντα πεθερό του, εγνώριζε ότι ο λήπτης της επιταγής είχε συμπληρώσει αυτή, κατά παράβαση της μεταξύ αυτού και του εκδότη της επιταγής συμφωνίας, έλαβε δε την επιταγή δι' οπισθογραφήσεως από τον λήπτη αυτής εν γνώσει προς βλάβη του εκδότη αυτής αναιρεσιβλήτου, ακολούθως δε δέχτηκε την ανακοπή και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής, που είχε εκδοθεί με βάση την επιταγή αυτή, περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 22 ν. 5960/33, την οποία και εφάρμοσε το Εφετείο, και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 05.12.2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7.506/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από ευρώ χίλια οκτακόσια (1.800).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Ιουλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ