Employment contract successorship upheld; employer liable for unpaid wages despite business transfer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court reversed the Court of Appeal's dismissal of the plaintiff's claim, ruling that the employer was liable for unpaid wages following a business transfer. The plaintiff argued that the new entity continued the original business without interruption, triggering statutory successorship under Article 6 of Law 2112/1920. The Court agreed that the continuity of the economic unit satisfied the legal requirements for successorship, thereby invalidating the lower court's finding of an indeterminate claim.
Legislator headnote
AI generatedArticle 6 paragraph 1 of Law 2112/1920; Article 3 paragraph 2 of Presidential Decree 572/1998: A change in employer does not affect employee rights if the business continues as an economic unit with the same identity, automatically imposing successor obligations without employee consent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1551 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1551/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ........ , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Σέμπο. Του αναιρεσίβλητου: ....... , ο οποίος παραστάθηκε με το δικηγόρο του Μάριο Δαλιάνη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/7/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθήνας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2492/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5174/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/1/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αναστάσιος - Φιλητάς Περίδης, ανέγνωσε την από 4/5/2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του Ν.2112/1920 που ορίζει ότι «μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος νόμου» προκύπτει ότι εάν κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο μισθωτός παρέχει τις υπηρεσίες του σε εκτέλεση συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, επήλθε με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή είτε με δικαιοπραξία είτε κατ΄έφαρμογή διατάξεως νόμου εναλλαγή ή υποκατάσταση στο πρόσωπο του εργοδότη, εκείνος που διαδέχεται αυτόν ή τον υποκαθιστά, υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις από τη σύμβαση εργασίας υποχρεώσεις του πρώτου προς τους μισθωτούς του, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με το νέο φορέα με τον ίδιο ή διάφορο τίτλο.
Τότε θεωρείται ότι συνεχίζεται με τους ιδίους όρους και συνθήκες η σύμβαση εργασίας με το νέο εργοδότη χωρίς διακοπή και δεν απαιτείται, ως πρόσθετη προϋπόθεση η συναίνεση του μισθωτού, εκτός εάν κατά τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι είχαν αποβλέψει στο πρόσωπο του εργοδότη και η σύμβαση λύθηκε με το θάνατο του τελευταίου.
Αναγκαία, συνεπώς, προϋπόθεση για την ύπαρξη διαδοχής κατά την έννοια της, παραπάνω διατάξεως είναι η χωρίς πραγματική διακοπή συνέχιση της λειτουργίας της επιχειρήσεως με άλλο πρόσωπο. 'Ομοιο κανόνα περιέχει το άρθρο 3 παρ.2 του ΠΔ 572/1998 με το οποίο η Ελληνική Νομοθεσία εναρμονίστηκε με την οδηγία του Συμβουλίου της ΕΟΚ 77/187/14-2-1977.
Κατά την έννοια των άρθρων 1,2 και 3 του άνω Π.Δ/τος ως μεταβίβαση θεωρείται η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητος από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τα άρθρα 118 και 216 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή του μισθωτού που στρέφεται κατά του νέου φορέα της επιχειρήσεως και έχει ως αίτημα την καταψήφιση του τελευταίου στην καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών, κλπ, αρκεί να εκτίθεται σ'αυτήν η χωρίς πραγματική διακοπή συνέχιση της επιχειρήσεως ως οικονομικής μονάδας και η διατήρηση της ταυτότητάς της υπό το νέο φορέα, στην περίπτωση δε της ύστερα από διακοπή επανάληψης της λειτουργίας της επιχειρήσεως από άλλο πρόσωπο πρέπει να εκτίθεται ότι το τελευταίο θέλησε α) να είναι διάδοχος του αρχικού εργοδότη και β) να μη επαναλειτουργήσει την επιχείρηση κατά τον τρόπο ανεξάρτητο από εκείνο του προηγούμενου εκμεταλλευτή της με μισθωτούς που θα προσλάβει με νέες συμβάσεις εργασίας, είτε περιλαμβάνονταν στο παλαιό προσωπικό, είτε όχι.
Δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στην αγωγή για να είναι ορισμένη α) αν έλαβε χώρα μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων άϋλων αγαθών, καθώς και η αξία τους β) αν προσλήφθηκε ή μη σημαντικό μέρος του εργατικού δυναμικού από τον νέο επιχειρηματία, γ) αν μεταβιβάσθηκε ή μη η πελατεία και δ) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής, όταν ο ενάγων δεν ισχυρίζεται ότι έλαβε χώρα διακοπή.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, ο αναιρεσείων εξέθετε ότι στις 1-4-1991 προσλήφθηκε με άκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου (έλλειψη βιβλιαρίου υγείας) από την εταιρία με την επωνυμία «....... ΟΕ» για να εργασθεί ως σερβιτόρος, πωλητής προϊόντων και φύλακας στην επιχείρηση αυτής (αναψυκτήριο-εστιατόριο στο ........) 'Ότι στην άνω επιχείρηση εργάσθηκε μέχρι την 24-5-1996, οπότε ο αναιρεσίβλητος, στον οποίο μεταβιβάσθηκε η άνω επιχείρηση τον Ιούνιο του 1995 και συνεχίσθηκε από αυτόν η λειτουργία της ως οικονομικής μονάδας, διατηρουμένης της ταυτότητάς της, κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας του.
Περαιτέρω, ισχυριζόμενος ότι εργαζόταν επτά ημέρες την εβδομάδα και πέραν του νομίμου ωραρίου, ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να του καταβάλει για δεδουλευμένες αποδοχές, αποζημίωση για εργασία τις Κυριακές, αργίες, ρεπό, και παράνομη υπερωριακή απασχόληση (κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού) και αποδοχές αδείας, επίδομα αδείας, προσαύξηση 100% λόγω μη χορηγηθείσας αδείας επιδόματα εορτών, προσαύξηση 75% για εργασία τις Κυριακές και αργίες και προσαύξηση 100% για την παράνομη υπερωριακή απασχόληση (απ'ευθείας από το νόμο) 14.080.827 δρχ.
με το νόμιμο τόκο κατά τις στην αγωγή διακρίσεις. Με βάση το ιστορικό αυτό και αιτήματα η ένδικη αγωγή, είναι ορισμένη και δεκτική δικαστικής εκτιμήσεως. Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η ανωτέρω αγωγή του αναιρεσείοντος με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε είναι αόριστη και την απέρριψε, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και γι'αυτό ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
'Υστερα από τα ανωτέρω πρέπει να γίνει η δεκτή η αίτηση, αναιρεθεί η απόφαση , παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός αυτών που εξέδωσαν, την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5174/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 11 Ιουλίο 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ