Legislator Case Law & Legislation
1550/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second-instance rejection of appeal due to defendant's absence. Defendant failed to appear; court ruled procedural defects were not absolute nullities.

Case Number 1550/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting the defendant's appeal. The defendant failed to appear in court, and the lower court correctly applied the law to reject the appeal as unsupported. The Supreme Court found no absolute procedural nullity or violation of the defendant's right to defense, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 473, 474, 501, 510 of the Code of Criminal Procedure; The absence of the accused at the hearing of the appeal does not constitute an absolute nullity of the proceedings unless the defendant was properly summoned and failed to appear without valid excuse.

Keywords

AI generated
criminal appeal procedural nullity defendant absence unsupported appeal right to defense code of criminal procedure absolute nullity

Cited Legislation

AI generated
Articles 473, 474, 501, 510 of the Code of Criminal Procedure
Article 578 of the Code of Criminal Procedure
Article 340, paragraph 3 of the Code of Criminal Procedure
Article 500, paragraph 7 of the Code of Criminal Procedure
Article 20, paragraph 1 of the Constitution
Article 6, paragraph 3 of the European Convention on Human Rights
Article 93, paragraph 3 of the Constitution

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1550 / 2024 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1550/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (η οποία ορίστηκε με την υπ'αριθμ. 97/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου, Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή και Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Οικονόμου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Π. του Ρ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Δημησκή, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 389/2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Θ. Κ. του Ε., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Απριλίου 2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον της Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, Ζ. Χ., έλαβε αριθμό 6/2024 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η υπό κρίση υπ'αριθμ. 6/1-4-2024 αίτηση του Γ. Π. του Ρ., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ'αριθμ. 389/2023 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η υπ' αριθμ. 113/2023 έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 639/2023 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετειου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος για τις πράξεις α) της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα και β) της εκβίασης κατ' εξακολούθηση τετελεσμένης και σε απόπειρα, διαπραχθείσας με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος και ζωής και του επιβλήθηκε συνολική ποινή καθείρξεως 7 ετών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 474 παρ.1, 473 παρ.2, 3 εδ. α' ΚΠΔ) περιέχει δε λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α', Δ' και Η' του ΚΠΔ (απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας λόγω παράνομης απόρριψης της εφέσεως ως ανυποστήρικτης) και, συνεπώς είναι παραδεκτή.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 501 παρ. 1 εδ. α',γ' ΚΠΔ, "αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του αν συντρέχει η περίπτωση της παρ3 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, εκτός αν έχει προηγηθεί παραίτηση, οπότε κηρύσσεται απαράδεκτη....Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναίρεση. Η διάταξη του άρθρου 349 για αναβολή της συζήτησης εφαρμόζεται και υπέρ του εκκαλούντος ". Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων, προκύπτει, το μεν, ότι παρέχεται στον εκκαλούντα -κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης, όταν δεν μπορεί να εμφανιστεί στο δικαστήριο και να υποστηρίξει την έφεσή του, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας, το δε, ότι σε περίπτωση που ο εκκαλών - κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια του συνηγόρου του, προς υποστήριξη της εφέσεώς του, το εφετείο, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση οριστικής παύσεως ή κηρύξεως απαράδεκτης της ποινικής διώξεως, και αφού ερευνήσει αν ο εκκαλών κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη (ΑΠ 1260/2022).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 349 παρ.1 και 2 εδ.α' του ΚΠΔ, όπως αυτό τροποποιήθηκε και διαμορφώθηκε με το άρθρο 41 του νόμου 4947/23-6-2022 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση << 1. Το δικαστήριο μπορεί, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας.

Το σημαντικό αίτιο μπορεί να προβληθεί από οποιονδήποτε ακόμη και όταν αφορά το πρόσωπο του διορισμένου πληρεξουσίου δικηγόρου σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 340. Ο σοβαρός λόγος υγείας αποδεικνύεται αποκλειστικά με ιατρική πιστοποίηση νοσηλευτικού ιδρύματος ή ιατρού πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, η ακρίβεια της οποίας ελέγχεται με οποιονδήποτε τρόπο κατά την κρίση του δικαστηρίου. 2.

Το δικαστήριο πριν διατάξει την αναβολή, υποχρεούται να διερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης. >>. Από τις ως άνω διατάξεις και αυτές του άρθρου 501 ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο εκκαλών- κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης, όταν δεν μπορεί να εμφανιστεί στο δικαστήριο και να υποστηρίξει την έφεσή του για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας αυτού ή του πληρεξουσίου δικηγόρου του.

Το Δικαστήριο υποχρεούται να ερευνήσει τη δυνατότητα αρχικά διακοπής και στη συνέχεια αναβολής της δίκης, μόνο αν κρίνει ότι οι επικαλούμενοι λόγοι, για τους οποίους ζητείται η αναβολή, είναι σοβαροί λόγοι υγείας ή συνιστούν ανώτερη βία, όχι όμως όταν κρίνει ότι δεν υφίστανται τέτοιοι και επομένως δε συντρέχει λόγος αναβολής (ΑΠ 868/2023, ΑΠ 907/2022).

Αν, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας κρίνει, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι ο επικαλούμενος λόγος αναβολής δεν συνιστά περίπτωση ανώτερης βίας και λόγο αναβολής, δεν είναι υποχρεωμένο να ερευνήσει αν υπάρχει δυνατότητα διακοπής της δίκης (ΑΠ 1/2019 - Ζ'τμήματος).

Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, της οποίας η έλλειψη στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, δηλαδή στην καταδικαστική ή την απαλλακτική απόφαση, αλλά σε όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους απόκειται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε (ΑΠ 566/2022), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι η υποβολή ενός τέτοιου αιτήματος έγινε σαφώς και ορισμένως, με όλα τα αναγκαία περιστατικά, τα οποία απαιτούνται για την θεμελίωσή του ώστε να τα κρίνει το δικαστήριο, άλλως αυτό δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 227/2020).

Η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτημα αναβολής της δίκης, κατά το άρθρο 349 ΚΠΔ, για σοβαρούς λόγους υγείας του κατηγορουμένου ή για λόγο ανώτερης βίας, για να είναι ειδικά αιτιολογημένη, πρέπει να διαλαμβάνει στο αιτιολογικό της: α) τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε το δικαστήριο, για να διαμορφώσει τη σχετική (απορριπτική) κρίση του, β) τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία θεμελιώθηκε η αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής και γ) τις νομικές σκέψεις, που αιτιολογούν την δικανική πεποίθηση, ότι ο προβαλλόμενος λόγος δεν αποτελεί νόμιμο και βάσιμο λόγο αναβολής της δίκης (σοβαρή ασθένεια του κατηγορουμένου ή γεγονός ανώτερης βίας) και την αντίστοιχη απορριπτική κρίση του δικαστηρίου για το αίτημα αναβολής (ΑΠ 868/2023, ΑΠ 566/2022, ΑΠ 15/2021).

Αν το δικαστήριο, απορρίψει το αίτημα αυτό, παρ' ότι υποβλήθηκε παραδεκτά και είναι ορισμένο, χωρίς στην παρεμπίπτουσα απόφασή του να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στη συνέχεια δε απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη, ιδρύει τον αναιρετικό κατ' άρθρο 510 παρ. 1 Η' Κ.Π.Δ λόγο της παράνομης απόρριψης της έφεσης ως ανυποστήρικτης (ΑΠ 1367/2022), υπό την προϋπόθεση όμως ότι το αίτημα αυτό υποβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αλλιώς το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε αόριστο αίτημα.

Συνίσταται δε η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής απόφασης, στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του.

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να προκύπτει ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται και τι προέκυψε από το καθένα χωριστά ώστε να γίνει αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Ωστόσο πρέπει να προκύπτει από την απόφαση, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά απ' αυτά για να μορφώσει την απορριπτική περί αναβολής κρίση του (ΑΠ 1367/2022, ΑΠ 140/21).

Ειδικότερα, στο άρθρο 510 παρ. 1 Η' νέου ΚΠΔ προστέθηκε ως αυτοτελής λόγος αναίρεσης "η παράνομη απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης (άρ. 476) ή ως ανυποστήρικτης (άρ. 501 παρ. 1)". Οι περιπτώσεις αυτές στα πλαίσια του άρθρου 510 παρ. 1 προϊσχ. ΚΠΔ αντιμετωπιζόταν ως υπερβάσεις εξουσίας, πλην όμως τώρα υπάγονται αποκλειστικά στην άνω ειδικότερη διάταξη και μόνο η μη υπαγόμενη σε αυτήν αντίστροφη περίπτωση, κατά την οποία η έφεση παρά τον νόμο δεν απορρίφθηκε - όπως έπρεπε - ως απαράδεκτη ή ανυποστήρικτη εξακολουθεί να υπάγεται στον κατ' άρθρο 501 παρ. 1 Θ' ΚΠΔ αναιρετικό λόγο της υπέρβασης εξουσίας (ΑΠ 1367/2022). Έτσι η αναιτιολόγητη απόρριψη του αιτήματος αναβολής που προηγήθηκε της απόρριψης της έφεσης ως ανυποστήρικτης, για μεν την παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρ. 510 παρ. 1 Δ', σε συνδ. με 504 παρ. 4 ΚΠΔ, για δε την επακολουθήσασα τελειωτική απόφαση που απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρ. 510 παρ. 1 Η' ΚΠΔ (ΑΠ 1367/2022, Α.Π. 140/21), ενώ αν δεν απαντήσει το δικαστήριο στο ορισμένο αίτημα θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης (άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 § 2 του ιδίου Κώδικα) - (ΑΠ 868/2023 ΑΠ 15/2021, ΑΠ 227/2020).

Περαιτέρω, η απόρριψη χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία παραδεκτού αιτήματος αναβολής της δίκης κατά το άρθρο 349 ΚΠΔ,, επειδή συνάπτεται άμεσα με την ανάγκη νόμιμης απόδειξης της ενοχής του κατηγορουμένου, προσβάλλει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη κατά τα άρθρα 6 παρ. 1,2 και 3 περ. δ' της ΕΣΔΑ, αλλά και 14 παρ.2 του Δ.Σ.Α.Π.Δ., και επιφέρει, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί τον λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, καθώς και της υπέρβασης εξουσίας, 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, εφόσον απορρίπτοντας αυτό αναιτιολόγητα ή χωρίς απάντησή του, προχωρεί στην (παράνομη) απόρριψη της έφεσής του ως ανυποστήρικτης. Τέλος, ως ανωτέρα βία θεωρείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης, ενώ ως ανυπέρβλητο κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο οπωσδήποτε δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου και το οποίο δεν μπόρεσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο.

ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την εκφώνηση του ονόματος του κατηγορουμένου, ο οποίος δεν είχε εμφανισθεί στο Δικαστήριο, κατά την ορισθείσα δικάσιμο της δίκης στις 25-9-2023, "εμφανίστηκε ως άγγελος η ασκούμενη δικηγόρος Θεσσαλονίκης Σμαράγδα Κωνσταντού (AM 22220) και αφού ζήτησε και πήρε λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της δίκης, λόγω κωλύματος (ασθένεια) στο πρόσωπο του 2ου εκκαλούντος- κατηγορούμενου και στη συνέχεια προσκόμισε την από 24-09-2023 ιατρική γνωμάτευση της Ιατρού του Κέντρου Υγείας Διαβατών Ν.

Δ. Μ. Ο Εισαγγελέας αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο πρότεινε να απορριφθεί το αίτημα αναβολής λόγω κωλύματος (ασθένεια) στο πρόσωπο του 2ου εκκαλούντος- κατηγορούμενού, διότι επίκειται κίνδυνος παραγραφής. Ακολούθως, το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε μυστικά με την παρουσία και της Γραμματέα, κατήρτισε και η Πρόεδρος δημοσίευσε αμέσως σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο την με αριθ. 389/2023 απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία έχει ως εξής:

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 349 ΚΠΔ, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 41 ν.4947/A 124/23-6-2022 "1. Το δικαστήριο μπορεί, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας.

Το σημαντικό αίτιο μπορεί να προβληθεί από οποιονδήποτε ακόμη και όταν αφορά το πρόσωπο του διορισμένου πληρεξουσίου δικηγόρου σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 340. Ο σοβαρός λόγος υγείας αποδεικνύεται αποκλειστικά με ιατρική πιστοποίηση νοσηλευτικού ιδρύματος ή ιατρού πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, η ακρίβεια της οποίας ελέγχεται με οποιονδήποτε τρόπο κατά την κρίση του δικαστηρίου. 2.

Το δικαστήριο πριν διατάξει την αναβολή, υποχρεούται να διερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης. Το δικαστήριο αναβάλλει στη συντομότερη δικάσιμο, η οποία δεν δύναται να υπερβεί τους οκτώ (8) μήνες. Η απόφαση που δέχεται τους λόγους αναβολής πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία πρέπει να αναφέρει, ότι ο λόγος της αναβολής δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με διακοπή της δίκης. 2Α.

Για την υποβολή αιτήματος αναβολής που συνίσταται σε κώλυμα του συνηγόρου υπεράσπισης ή υποστήριξης της κατηγορίας λόγω συμμετοχής του σε άλλη δίκη ή διαδικασία, απαιτείται, αυτός που προβάλλει το κώλυμα να προσκομίζει υποχρεωτικά στο δικαστήριο κάθε νομιμοποιητικό, διαδικαστικό ή άλλο έγγραφο, με το οποίο αποδεικνύεται πλήρως ο λόγος της αναβολής.

Το αίτημα υποβάλλεται μόνο μία (1) φορά. Κατ' εξαίρεση, δύναται να υποβληθεί και δεύτερο αίτημα, αν το κώλυμα προέκυψε σε χρόνο μεταγενέστερο της πρώτης αναβολής. 3. Η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, την οποία το δικαστήριο ανακοινώνει στους παρόντες διαδίκους, μάρτυρες και πραγματογνώμονες και σε αυτήν κλητεύονται μόνο οι απόντες.

Αν ο λόγος αναβολής αναγγέλθηκε από συνήγορο ή άλλο πρόσωπο για λογαριασμό απόντος διαδίκου και η συζήτηση αναβλήθηκε σε ρητή δικάσιμο, η περί αναβολής απόφαση επέχει θέση κλητεύσεώς του. 4. Η αποχή των δικηγόρων αποτελεί λόγο ανώτερης βίας για την αναβολή". Στην προκειμένη περίπτωση ο 2ος εκκαλών-κατηγορούμενος Π.

Γ. δια της εμφανισθείσας, ως άνω αγγέλου, ασκούμενης δικηγόρου Σμαράγδας Κωνσταντού (AM 22220), ζήτησε την αναβολή της δίκης, επικαλούμενος σοβαρό λόγο υγείας, προς επίρρωση δε του ισχυρισμού του προσεκόμισε δια της ως άνω εμφανισθείσας ως αγγέλου την από 24-09-2023 ιατρική γνωμάτευση της Ιατρού του Κέντρου Υγείας Διαβατών, σύμφωνα με την οποία η υπογράφουσα αυτή γιατρός Ν.

Δ. Μ. βεβαιώνει ο κατηγορούμενος βρέθηκε την 24.9.2023 να πάσχει από συμπτώματα οξείας γαστρεντερίτιδας, ότι του δόθηκαν οδηγίες και φαρμακευτική αγωγή και ότι συνιστάται η κατ' οίκον νοσηλεία του επί τρεις μέρες. Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν πείθεται ότι η ασθένεια που προέβαλε ο εκκαλών είναι τέτοια που τον εμποδίζει να εμφανιστεί στο Δικαστήριο και συνακόλουθα, δεν αποτελεί σημαντικό αίτιο που να δικαιολογεί την αναβολή της δίκης.

Πέραν τούτου, λαμβανομένου υπόψη ότι η πράξη για την οποία καταδικάστηκε πρωτοδίκως ο άνω εκκαλών είναι πλημμέλημα, με χρόνο τέλεσης την 1.4.2016, επίκειται κίνδυνος παραγραφής αυτής. Κατόπιν τούτων το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου κρίνεται ως παρελκυστικό και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ'ουσίαν".

Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην ως άνω απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι αυτό, προκειμένου να καταλήξει στην απορριπτική του αιτήματος κρίση, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε την δήλωση της ως αγγέλου της εμφανισθείσας δικηγόρου, η οποία ανακοίνωσε στο Δικαστήριο το κώλυμα του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος Γ.

Π., που ήταν μαζί με την από 24-09-2023 ιατρική γνωμάτευση της Ιατρού του Κέντρου Υγείας Διαβατών Ν. Δ. Μ. τα μόνα αποδεικτικά στοιχεία (μέσα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρει στην απόφασή του, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία θεμελιώθηκε η αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής, με νομικές σκέψεις, που αιτιολογούν την δικανική του πεποίθηση, κρίθηκε δε ότι ο προβαλλόμενος λόγος είναι παρελκυστικός και δεν αποτελεί βάσιμο λόγο αναβολής της δίκης λόγω σημαντικού αιτίου (ασθένειας) στο πρόσωπο του κατηγορουμένου.

Ειδικότερα δε, από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι, "το Δικαστήριο δεν πείθεται ότι η ασθένεια που προέβαλε ο εκκαλών είναι τέτοια που τον εμποδίζει να εμφανιστεί στο Δικαστήριο και συνακόλουθα, δεν αποτελεί σημαντικό αίτιο που να δικαιολογεί την αναβολή της δίκης", δηλαδή δεν πείσθηκε, κατά την αιτιολογηθείσα ανέλεγκτη κρίση του, ότι η ασθένεια αυτή είναι σοβαρή ("τέτοια που τον εμποδίζει να εμφανιστεί στο Δικαστήριο") σε συνδυασμό με την επίκληση ότι "επίκειται κίνδυνος συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής" του πλημμελήματος της τοκογλυφίας κατ'εξακολούθηση και κατ'επάγγελμα, για το οποίο, επίσης, μαζί με την αποδοθείσα σε αυτόν κακουργηματική πράξη της εκβίασης κατ'εξακολούθηση, τετελεσμένη και σε απόπειρα, με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος και ζωής, καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων.

Από τα ανωτέρω δε, προκύπτει και ότι, η επίκληση του κινδύνου της παραγραφής, δεν ήταν αποκλειστική για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, καθώς και ότι το Δικαστήριο της ουσίας αναφέρει στο αιτιολογικό τον κύριο λόγο που δεν ανέβαλε τη συζήτηση της υποθέσεως και απέρριψε το σχετικό αίτημα αναβολής, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων είναι αβάσιμα.

Επίσης, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, κρίνοντας ότι το σχετικό αίτημα είναι παρελκυστικό (αυτονοήτως κατά τη στιγμή που υποβλήθηκε και όχι σε συνάρτηση με το εάν είχε ή δεν είχε υποβληθεί ξανά κατά το παρελθόν) και ότι δεν συντρέχει βάσιμος λόγος αναβολής, δεν ήταν υποχρεωμένο να ερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, πέραν του ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, η δίκη, μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, διεκόπη για την επόμενη ημέρα, οπότε και απορρίφθηκε (26-9-2023) η έφεση του εν λόγω κατηγορουμένου ως ανυποστήρικτη, εν όψει του ότι αυτός δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως ή δια πληρεξουσίου δικηγόρου, κατά την ημέρα αυτή.

Σημειωτέον δε ότι, εφόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, μετά την απόρριψη του αιτήματος του κατηγορουμένου περί αναβολής εκδικάσεως της υποθέσεως και διατάξεως της προόδου της δίκης, "Στο σημείο αυτό και περί ώρα 15:05, η Γραμματέας της έδρας δήλωσε ότι ακολουθεί την απόφαση του Συνεδρίου της Ομοσπονδίας Δικαστικών Υπαλλήλων Ελλάδας και αυτήν του Συλλόγου Δικαστικών Υπαλλήλων Θεσσαλονίκης, στον οποίο ανήκει και τηρεί το νόμιμο ωράριό της και δεν συμμετέχει στην εκδίκαση των υποθέσεων μετά τις 15:00.

Ακολούθως, η Πρόεδρος διέκοψε την εκδίκαση της υποθέσεως, χωρίς να προβληθεί καμία αντίρρηση, για την 26 Σεπτεμβρίου 2023, ημέρα Τρίτη και ώρα 09:00, στην αίθουσα συνεδριάσεως 355 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ανακοινώνοντας προφορικά στους παράγοντες της δίκης ότι το Δικαστήριο διέκοψε για την ανωτέρω αναφερόμενη ημερομηνία", ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση (δια της παρισταμένης ως άνω αγγέλου αυτού, που είχε εμφανιστεί για την υποβολή του αιτήματος της αναβολής) για την απόρριψη αυτού, καθώς και την ημερομηνία διακοπής της δίκης, χωρίς να χρειάζεται νέα ειδική κλήτευση αυτού, ή νέα υπόμνηση περί του ότι "αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί ή δεν εκπροσωπηθεί νομίμως από συνήγορο στη δικάσιμο ή στη μετ' αναβολή αυτής συζήτηση, η έφεση του θα απορριφθεί ως ανυποστήρικτη", αφού η υποχρέωση αυτή, κατά τη διάταξη του άρθρου 500 εδ.

ζ' ΚΠΔ (πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 112 ν. 5090/2024), αφορά στην κλήση που του επιδίδεται για την ορισθείσα δικάσιμο προς συζήτηση της υπόθεσης, καθώς και την τυχόν μετ'αναβολή συζήτηση αυτής, επομένως δε και για την ταυτότητα του λόγου δεν απαιτείται νέα σχετική υπόμνηση για τη διακοπή εκδικάσεως της υποθέσεως (λόγω ωραρίου του γραμματέα της έδρας) για άλλη δικάσιμο, μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, εφόσον δεν έχει προχωρήσει η κατ'ουσίαν εκδίκαση της υποθέσεως και, επομένως, αβασίμως προβάλλεται και ο λόγος αυτός αναιρέσεως, στο πλαίσιο του πρώτου (Ι) από τους λόγους αναιρέσεως.

Εν όψει δε των ανωτέρω, δεν προκύπτει, εν προκειμένω, και παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορουμένου σε αυτοπρόσωπη εμφάνιση και υπεράσπιση, λόγω ελλείψεως ακροάσεως αυτού, ούτε συντρέχει περίπτωση απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, ή ελλείψεως αιτιολογίας (υπό ΙΙ λόγοι αναιρέσεως), ούτε υπέρβαση εξουσίας του δικαστηρίου της ουσίας λόγω παράνομης απορρίψεως της εφέσεως ως ανυποστήρικτης (στο πλαίσιο, επίσης, του υπό Ι λόγου αναιρέσεως), αλλά ούτε και η στοιχειοθέτηση, σε σχέση με τα ανωτέρω, σχετικών λόγων που συναρτώνται με παραβίαση του δικαιώματος ακροάσεως του κατηγορουμένου, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ.1 Σ και 6 παρ.3 της ΕΣΔΑ και την έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως, με βάση τη διάταξη του άρθρου 93 παρ.3 Σ.

Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα, σχετικοί (υπό Ι και ΙΙ), από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α', Δ' και Η' ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (μη ιδρυομένου, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, εν προκειμένω, του υπό στοιχείο Θ' λόγου αναιρέσεως), εν όλω προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο και της υπέρβασης εξουσίας, σε σχέση με την απόρριψη του αιτήματος της αναβολής και μη διακοπής της δίκης, καθώς και της απόρριψης της εφέσεως του κατηγορουμένου ως ανυποστήρικτης, είναι αβάσιμοι.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρο 578 παρ.1 του ΚΠΔ, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ'αριθμ. 6/1-4-2024 αίτηση του Γ. Π. του Ρ., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ'αριθμ. 389/2023 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των οκτακοσίων(800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ