Legislator Case Law & Legislation
1550/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property dispute, ruling lower court correctly applied civil code provisions.

Case Number 1550/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the Patras Court of Appeal. The appellant argued that the lower court erred in interpreting Articles 975, 1108, and 1118 of the Civil Code regarding property rights and easements. The court found these arguments baseless, noting that the appellate court correctly distinguished between partial and total interference with ownership and provided sufficient reasoning for its decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 975, 1108, 1118 of the Civil Code; The court held that a lower court's interpretation of property rights and easements is valid if it correctly distinguishes between different types of interference and provides adequate reasoning for admitting or rejecting specific claims.

Keywords

AI generated
cassation appeal property rights easement Civil Code interpretation partial interference judicial reasoning costs of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553(1)(b), 556(1), 558(a), 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(2) of the Code of Civil Procedure
Article 1108 of the Civil Code
Articles 495(3)(e), 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1550 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1550/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαμπρόπουλο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Βγενόπουλο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-9-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 722/2015 μη οριστική, 328/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 77/2020 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-7-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 27.07.2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 77/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο απέρριψε την από 20.07.2017 έφεση μετά των από 02.06.2019 προσθέτων λόγων αυτής του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 328/2017 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, το οποίο είχε απορρίψει την από 06.09.2013 αρνητική αγωγή κυριότητας του αναιρεσείοντος.

Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.). Kατά τη διάταξη του άρθρου 1108 του A.K., αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αρνητική αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλο τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, οπότε προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή, κατ' αυτού που κατέχει το πράγμα.

Διατάραξη της κυριότητας (ή συγκυριότητας) αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνο ο κύριος κατά τα άρθρα 999 και 1000 του Α.Κ. δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια τη μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών από την κυριότητα επί του πράγματος.

Όμως, κατά τη δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου, το ως άνω δικαίωμα, δεν παρέχεται στον κύριο του πράγματος, όταν εκείνος που προσβάλλει την κυριότητα ενεργεί ασκώντας δικαίωμα, το οποίο του παρέχει την εξουσία να παρεμβαίνει στην ιδιοκτησία του άλλου, οπότε και σε περίπτωση αποδείξεώς του καταλύεται η αρνητική αγωγή.

Η άσκηση του δικαιώματος αυτού έχει ως προϋπόθεση ότι τούτο πηγάζει από έννομη σχέση, η οποία δεσμεύει και τον ενάγοντα και όχι από προσωπική σχέση που συνδέει τον εναγόμενο με τρίτο. Τέτοιο δικαίωμα μπορεί να είναι και η πραγματική δουλεία, με βάση την οποία αποκτάται εμπράγματο δικαίωμα, εις βάρος ακινήτου υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου, όπως είναι και η δουλεία οδού, η οποία συνιστάται όπως ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 1118, 1119, 1120 και 1121 του A.K.

και με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον, σύμφωνα με τις αναλόγως εφαρμοζομένες διατάξεις των άρθρων 1045 επόμ. του A.K., σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 974 και 975 του ιδίου κώδικα, επί του δουλεύοντος ακινήτου, ασκήθηκε υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου από τον κύριο αυτού επί συνεχή εικοσαετία, μερική φυσική εξουσία, η οποία περιλαμβάνει μία ή περισσότερες χρησιμότητες του πράγματος, οι οποίες αποτελούν περιεχόμενο τέτοιας δουλείας, με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή).

Τέτοιο δικαίωμα μπορεί να είναι και η οιονεί νομή δουλείας οδού, που είναι ιδιόμορφο δικαίωμα, διάφορο των περιοριστικώς αναφερομένων στο άρθρο 973 του Α.Κ. εμπραγμάτων δικαιωμάτων, εφόσον για τη σύστασή της γίνεται επίκληση ενοχής π.χ. ο οιονεί νομέας δεν έχει μεν δουλεία οδού, αλλά έχει την προηγούμενη άδεια - παραχώρηση - ανοχή προς το διαβαίνειν.

Το ενοχικό αυτό δικαίωμα προς επέμβαση στην κυριότητα του ενάγοντος δυνατόν να στηρίζεται στις περί περιορισμών της κυριότητας διατάξεις (π.χ. Α.Κ. 1003) καθώς επίσης και σε διατάξεις του δημοσίου δικαίου (π.χ. εκτέλεση στρατιωτικών ασκήσεων πυροβολικού πάνω από το ακίνητο). Ο χωρίς τη συμφωνία ή τη θέληση του κυρίου - ενάγοντος της αρνητικής αγωγής κυριότητας ακινήτου αγωγής αποκτήσας και ασκών την οιονεί νομή εναγόμενος δεν μπορεί να προβάλει την παραπάνω ένσταση ή την επί διεκδικητικής αγωγής αντίστοιχη του 1095 του Α.Κ.

αν δεν έχει καταστεί δικαιούχος πραγματικής δουλείας οδού και απλώς ασκεί οιονεί νομή την οποία απέκτησε χωρίς τη βούληση του κυρίου του δουλεύοντος ή χωρίς συμφωνία και μεταβίβαση από αυτόν με κάποιον από τους προβλεπόμενους από τον νόμο τρόπους μεταβιβάσεώς της (Α.Π. 116/2021, Α.Π. 1335/2010, ). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 25§1 του ν. 1577/1985 "Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός", που τέθηκε σε ισχύ από τις 19.02.1986, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 35 του ίδιου νόμου και ισχύει και σε οικισμούς χωρίς εγκεκριμένο σχέδιο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28§3 του νόμου αυτού: "Απαγορεύεται η σύσταση δουλειών, οι οποίες συνεπάγονται περιορισμό της δυνατότητας ανέγερσης ή επέκτασης των κτιρίων ή εγκαταστάσεων, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις.

Από την απαγόρευση αυτή εξαιρείται η δουλεία διόδου, εφόσον αποτελεί τη μοναδική δίοδο προς κοινόχρηστο χώρο οικοπέδου ή κτιρίου ή αυτοτελούς από πλευράς δόμησης ορόφου. Δικαιοπραξίες που αντιβαίνουν στις διατάξεις της παραγράφου αυτής είναι απολύτως άκυρες.".. Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ.

για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (Ολ.Α.Π. 2/2001, Ολ.Α.Π. 12/2000, Α.Π. 1711/2008). "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα που αντλούνται από τον νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", επομένως, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.Α.Π. 11/1996).

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003). Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 περίπτ. α' και γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή άφησε αδίκαστη αίτηση.

Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη της περιπτώσεως α' του ως άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση υπερακοντίζοντας το σχετικό αίτημα (Α.Π. 891/2019, 872/2019, Α.Π. 1591/2017, Α.Π. 886/2017, Α.Π. 704/2011, Α.Π. 777/2010) ενώ "αίτηση", κατά την έννοια της διατάξεως της περιπτώσεως γ' του αυτού άρθρου, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (Ολ.Α.Π. 25/2003). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 1/2016, Α.Π. 2/2013, Α.Π. 7/2006, Α.Π. 20/2005).

Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 448/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 130/2016).

Επιπλέον, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση στην συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 448/2020, Α.Π. 1633/2018).

Τέλος, ως εσφαλμένη αιτιολογία, με την έννοια του άρθρου 578 του Κ.Πολ.Δ., νοείται η νομική αιτία της διαφοράς, δηλαδή οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της αποφάσεως που ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού (Ολ.Α.Π. 30/1998).

Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του Κ.Πολ.Δ., η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, μεταξύ των ιδίων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεώς του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, έννομη δε σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβεσαν τις έννομες αυτές συνέπειες (Α.Π. 47/2006).

Ακόμη, δεδικασμένο δημιουργείται και από τις αιτιολογίες της τελεσίδικης αποφάσεως, όταν δηλαδή οι αιτιολογίες αυτές αποτελούν στοιχεία του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και έτσι ανήκουν στο διαγνωστικό μέρος της αποφάσεως, στο οποίο υπάρχει η κρίση του δικαστηρίου, καταφατική ή αποφατική, για το δικαίωμα, έχοντας έτσι τα προσόντα διατακτικού (A.Π. 128/2008).

Οι τελεσίδικες αποφάσεις αποτελούν δεδικασμένο ως προς εκείνα μόνο τα ζητήματα, επί των οποίων η κρίση και απόφανση ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της διαφοράς και τα οποία έτσι στηρίζουν το διατακτικό της αποφάσεως, όχι δε και ως προς τα πλεοναστικώς ερευνηθέντα (Α.Π. 686/2020, Α.Π. 342/2013).

Από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης αποφάσεως για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι, που είναι αδέλφια, με την υπ' αριθμ. ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Πατρών ..., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ..., με αύξοντα αριθμό ..., αποδέχθηκαν την κληρονομιά που κατέλειπε σ' αυτούς ο αποβιώσας την … πατέρας τους ...

του ..., δυνάμει της από … δημόσιας διαθήκης του, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. … πράξη του συμβολαιογράφου ... και η οποία δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμ. ... πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Με τον τρόπο αυτό οι διάδικοι κατέστησαν κύριοι των παρακάτω ακινήτων, η ταυτότητα των οποίων δεν αμφισβητείται. ...

και συγκεκριμένα: α)ο ενάγων κατέστη κύριος ενός οικοπέδου, ευρισκόμενου, στα ... του Δ.Δ. ... του πρώην Δήμου ... Αχαΐας, άρτιου και οικοδομήσιμου κατά παρέκκλιση, εμβαδού 500 τ.μ. περίπου κατά τον τίτλο κτήσης και 559,62 τ.μ. κατά νεότερη καταμέτρηση, το οποίο αποτυπώνεται στο από … τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ...

με τα στοιχεία … και συνορεύει βόρεια με Π.Ε.Ο. Πατρών - Πύργου, νότια με ιδιοκτησία ... και ..., ανατολικά με ιδιοκτησίες ... και ... και δυτικά με ιδιοκτησία ... και β) ο εναγόμενος κατέστη κύριος ενός οικοπέδου, εμβαδού κατά τον τίτλο κτήσης 500 τ.μ. περίπου και κατά νεότερη καταμέτρηση 668,40 τ.μ., το οποίο είναι όμορο με το προαναφερόμενο οικόπεδο και συνορεύει βόρεια με Π.Ε.Ο.

Πατρών - Πύργου και με ιδιοκτησία ..., νότια με ιδιοκτησία ..., ανατολικά με ιδιοκτησία ... και δυτικά με ιδιοκτησίες ... και ... Κατά το έτος 2010 ο εναγόμενος με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Δύμης ..., που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό ..., μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα στον γιο του ...

του ... και παρακράτησε εφ' όρου ζωής την επικαρπία μαζί με τη σύζυγο του ... . Στην ανωτέρω διαθήκη ο διαθέτης ... όρισε ότι υποχρεώνει τον γιο του ... (ενάγοντα) να επιτρέπει στον γιο του ... (εναγόμενο) τη διέλευσή του από το ως άνω οικόπεδο, ούτως ώστε να επικοινωνεί με το οικόπεδο που αφήνει σ` αυτόν, εφόσον ο ενάγων δεν προβεί στην ανοικοδόμησή του.

Σε περίπτωση δε, που οικοδομήσει ο ενάγων στο ως άνω οικόπεδο, τότε υποχρεούται να κατασκευάσει στοά πλάτους 3 μέτρων κατά μήκος της ανατολικής πλευράς του οικοπέδου του, για να διέρχεται ο εναγόμενος πεζή, με τρακτέρ και οχήματα αγροτικής χρήσης, χωρίς όμως να δικαιούται να εγκαταλείπει τα ως άνω μεταφορικά μέσα επί της λωρίδας εδάφους της στοάς.

Με την ως άνω διάταξη της διαθήκης ο διαθέτης όρισε τη σύσταση δουλείας διόδου υπέρ του ακινήτου του εναγόμενου και σε βάρος του ακινήτου του ενάγοντος, πλην όμως πέραν του ότι η ανωτέρω διαθήκη συντάχθηκε πριν από τη θέση σε ισχύ του Γ.Ο.Κ. (κατ' έτος …), η σχετική πράξη αποδοχής κληρονομιάς ουδέποτε μεταγράφηκε αυτοτελώς, με συνέπεια να μην υπάρχει έγκυρη σύσταση δουλείας διόδου (ΑΠ 1335/2010 Νόμος) βάσει δικαιοπραξίας.

Ο εναγόμενος, όμως, από τον θάνατο του πατέρα του, την …, μέχρι και την άσκηση της από 06.09.2013 αγωγής, δηλ. για 28 χρόνια περίπου, χρησιμοποιούσε συστηματικά την προαναφερθείσα εδαφική λωρίδα του γειτονικού ακινήτου, ιδιοκτησίας του ενάγοντος αδελφού του, για να διέρχεται με αγροτικά οχήματα, τα οποία στάθμευε νόμιμα εν συνεχεία επί της δικής του ιδιοκτησίας.

Στη συνέχεια, ο ενάγων, με την υπ' αριθμ. ... οικοδομική άδεια ανήγειρε στη βόρεια πλευρά του οικοπέδου του και με πρόσωπο προς την Π.Ε.Ο. Πατρών - Πύργου, διώροφη οικοδομή, η δε εδαφική λωρίδα από την οποία διερχόταν ο εναγόμενος και η οποία αποτυπώνεται με τα στοιχεία …, στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, απέκτησε σταθερό πλάτος 3 μέτρων και εμβαδόν 99,17 τ.μ..

Ο ενάγων παραδέχεται ότι πράγματι ο εναγόμενος διερχόταν συστηματικά από την εδαφική αυτή λωρίδα όλα αυτά τα χρόνια, πλην όμως ισχυρίζεται ότι δεν απέκτησε δικαίωμα (πραγματικής) δουλείας διόδου, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, διότι η σύσταση αυτή προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 1577/1985, καθότι συνεπάγεται περιορισμό της δυνατότητας ανέγερσης και επέκτασης της υπάρχουσας οικοδομής του κατά τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, ενώ επιπλέον δεν αποτελεί τη μοναδική δίοδο προς τον κοινόχρηστο χώρο του οικοπέδου του, αφού υπάρχει ξεχωριστή δίοδος στη δική του ιδιοκτησία, που επιτρέπει την πρόσβασή του στη νότια πλευρά του ακινήτου του.

Πράγματι αποδείχθηκε ότι υφίσταται ξεχωριστή δίοδος, πλάτους 2,5 μέτρων, η οποία εκτείνεται κατά μήκος της ανατολικής πλευράς του ακινήτου του, με στοιχεία του ως άνω τοπογραφικού … και οδηγεί στον ακάλυπτο χώρο αυτού (βλ. σχετικά και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Το γεγονός ότι δεν χωρούν να διέλθουν από τη δίοδο αυτή τα τρακτέρ και τα υπόλοιπα αγροτικά μηχανήματα, όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος, δεν ασκούν εν προκειμένω έννομη επιρροή, διότι ο ως άνω Γ.Ο.Κ.

αναφέρει ρητά και γενικά ότι από την απαγόρευση σύστασης δουλείας εξαιρείται η δουλεία διόδου, μόνον εφόσον αποτελεί τη μοναδική δίοδο, χωρίς να κάνει διάκριση ανάλογα με τη χρήση της δουλείας διόδου. Επιπλέον, το υπόλοιπο της δόμησης στο ακίνητο του ενάγοντος ανέρχεται σε 75,20 τ.μ., δεδομένου ότι η μέγιστη δόμηση δεν μπορεί να ξεπερνά τα 400 τ.

μ. και ήδη εντός του οικοπέδου βρίσκονται κτίσματα μικρότερου συνολικού εμβαδού, ήτοι: α) διώροφη οικοδομή, με ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 150 τ.μ. και στον πρώτο όροφο κατοικία, εμβαδού 135,70 τ.μ., β) ισόγεια παλαιά αποθήκη εμβαδού 39,80 τ.μ., ώστε είναι δυνατόν να οικοδομηθούν ακόμη 75,20 τ.μ. στο τμήμα εμβαδού 87,50 τ,μ., που ορίζεται στο τοπογραφικό του ως άνω πραγματογνώμονα με τα στοιχεία … και συνεπώς δεν περιορίζεται η ανέγερση.

Όμως, όπως με σαφήνεια προκύπτει από την ως άνω πραγματογνωμοσύνη, περιορίζεται η επέκταση της ήδη υφιστάμενης οικοδομής, γιατί αυτή δεν μπορεί να γίνει στη νότια πλευρά της λόγω του κλιμακοστασίου ούτε στη βορινή πλευρά, διότι δεν επαρκεί λόγω της γραμμής δόμησης 10 μ. από τον άξονα της Π.Ε.Ο. Πατρών - Πύργου και η χωροθέτηση της δεξαμενής αποβλήτων εμβαδού 30,20 τ.μ.

στον ακάλυπτο χώρο περιορίζει τη θέση νέας οικοδομής. Επομένως, μόνο στο χώρο που χρησιμοποιείται ως δουλεία διέλευσης μπορεί να γίνει προσθήκη. Κατόπιν τούτων, αποδεικνύεται ότι παρά το γεγονός πως ο εναγόμενος με τη σύμφωνη γνώμη του ενάγοντας αδελφού του χρησιμοποιούσε την επίδικη εδαφική λωρίδα επί 20 έτη, ήτοι από… , ως οιονεί νομέας δουλείας διόδου, δεν κατέστη πρωτότυπα κατά την ημερομηνία συμπλήρωσης της εικοσαετίας δικαιούχος πραγματικής δουλείας διόδου, καθότι κατά τον ανωτέρω χρόνο, ίσχυε ο προαναφερόμενος Γ.Ο.Κ., που απαγορεύει τη σύσταση δουλείας διόδου, εφόσον εμποδίζει την επέκταση της υφιστάμενης οικοδομής.

Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως κύριος αρχικά και ως επικαρπωτής στη συνέχεια του ακινήτου του, έχει δικαίωμα οιονεί νομής δουλείας διόδου, αφού χρησιμοποιεί την επίδικη εδαφική λωρίδα για τη διέλευσή του με διάνοια δουλειούχου επί 28 έτη περίπου, ήτοι από την 6η. 11.1985 μέχρι την άσκηση της αγωγής την 26η.9.2013, με τη σύμφωνη γνώμη και ανοχή του ενάγοντος, ο οποίος ουδέποτε εναντιώθηκε, αλλά αντίθετα αποδεχόταν επί σειρά ετών τη χρήση αυτή εκ μέρους του γνωρίζοντας και ο ίδιος την γραπτώς εκφρασμένη βούληση του κοινού δικαιοπαρόχου τους και συνεχίζοντας κατά τον τρόπο αυτό να αποδέχεται και αυτοτελώς την προηγούμενη παραχώρηση από τον τελευταίο προς τον εναγόμενο του δικαιώματος να διέρχεται από την εδαφική αυτή λωρίδα με τους όρους που εκείνος είχε ορίσει στην άνω διαθήκη.

Η κρίση αυτή ενισχύεται ακόμα και από το γεγονός ότι ούτε κατά το έτος …, οπότε ο ενάγων οικοδόμησε στο δικό του ακίνητο καίτοι μπορούσε, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 25 του ν. 1577/1985, δεν αμφισβήτησε το ως άνω δικαίωμα του εναγόμενου, αλλά αντίθετα χωρίς καμία απολύτως αντίρρηση επέτρεψε σ' αυτόν να χρησιμοποιεί απρόσκοπτα την άνω εδαφική λωρίδα, όπως έπραττε και ο πατέρας τους από 70 ετών, προκειμένου να μεταβαίνει στο τμήμα του τότε ενιαίου οικοπέδου, που διέθεσε αργότερα στον εναγόμενο, πλην όμως, λόγω του ότι επρόκειτο τότε για ένα ενιαίο ακίνητο δεν μπορούσε να νοηθεί τέτοια δουλεία.

Ενόψει των ανωτέρω ο εναγόμενος έχει ίδιον δικαίωμα, καταλυτικό του δικαιώματος του ενάγοντος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην πιο πάνω νομική σκέψη και συνεπώς, κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού ισχυρισμού του (ένσταση), η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Τα αντίθετα δε που υποστηρίζει ο εκκαλών - ενάγων με τους λόγους της έφεσης και τους πρόσθετους αυτής λόγους τυγχάνουν απορριπτέα ως αβάσιμα, διότι η ένσταση που πρόβαλε πρωτόδικα ο εναγόμενος αφορούσε μεν δικαίωμα πραγματικής δουλείας διόδου, δηλαδή ένα συγκεκριμένο εμπράγματο δικαίωμα, το οποίο αποδείχθηκε - όμως ότι τελικώς συνιστά το δικαίωμά της οιονεί νομής δουλείας διόδου, και ορθώς έγινε..

αυτό δεκτό με την εκκαλουμένη. Εξάλλου, το ότι ο εναγόμενος έκανε χρήση της εν λόγω εδαφικής λωρίδας επί 28 έτη περίπου, δεν σημαίνει ότι αυτή γινόταν μόνο με την ανοχή του ενάγοντος αδελφού του, αλλά επειδή και ο ενάγων ήταν γνώστης της διαθήκης του πατέρα τους και της βούλησής του. Σημειώνεται δε ότι η επίμαχη εδαφική λωρίδα είναι τέτοια που επιτρέπει τους ελιγμούς στα αγροτικά οχήματα του εναγόμενου, ενώ άλλωστε δεν αποδείχθηκε άμεση ανάγκη επέκτασης της οικοδομής του ενάγοντος.

Άλλωστε το ότι ο ενάγων ήγειρε την εν λόγω αγωγή μετά από 28 έτη συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, διότι η συμπεριφορά του όλα αυτά τα χρόνια, που ανεχόταν τη διέλευση του εναγόμενου, δημιούργησε την πεποίθηση στον τελευταίο ότι δεν πρόκειται να ενεργοποιήσει τα όποια δικαιώματά του, η δε τωρινή ανατροπή μιας παγιωμένης κατάστασης θα επιφέρει στον εναγόμενο δυσβάστακτες συνέπειες (από οικονομικής άποψης κυρίως, αφού θα πρέπει να διανοίξει μεγαλύτερη δίοδο στον οικόπεδό του, για να διέρχονται από εκεί τα αγροτικά του οχήματα).

Επομένως, πλέον των προαναφερομένων, σε κάθε περίπτωση, κρίνεται καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος εκ μέρους του ενάγοντος - εκκαλούντος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, εφάρμοσε ορθώς το νόμο και δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί εν συνόλω ως αβάσιμη στην ουσία της η από 20.07.2017 έφεση με αριθμό κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πατρών ... και ενώπιον του Εφετείου Πατρών ... καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι με αριθμό κατάθεσης ενώπιον αυτού του δικαστηρίου ... ... .".

Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αιτιάσεις ότι το εκδόσαν αυτή Εφετείο αφενός μεν ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επιρροή στην έκβαση της δίκης αφετέρου δε ότι το αυτό Δικαστήριο άφησε αίτησή του αδίκαστη. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε παρά τον νόμο υπόψη του τον ισχυρισμό που είχε διατυπώσει με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της εφέσεώς του, σύμφωνα με τον οποίο δεν ήταν δυνατή κατά νόμο η κτήση από τον αναιρεσίβλητο του δικαιώματος (οιονεί νομή δουλείας διελεύσεως) που προέβαλε προς αντίκρουση της αγωγής του επιπλέον δε άφησε τον λόγο αυτό της εφέσεώς του αδίκαστο.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος διότι ο ισχυρισμός που προέβαλε ο αναιρεσείων δεν είναι "πράγμα", αλλά συνιστά αρνητική απάντηση στην ένσταση του αναιρεσίβλητου από το εδάφιο γ' του άρθρου 1108 του Α.Κ., επιπλέον δε δεν προκύπτει παντελής σιωπή του Εφετείου σε σχέση με τον ως άνω λόγο εφέσεως και τούτο διότι, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της εφετειακής αποφάσεως που παρατέθηκε ανωτέρω, τον έκρινε και τον απέρριψε, εφόσον απέρριψε εν συνόλω την έφεση αυτού (αναιρεσείοντος) μετά των προσθέτων λόγων της.

Περαιτέρω, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι αφενός μεν έκρινε επί της προβληθείσης επικουρικά πρωτοδίκως και επαναφερθείσης, επικουρικά και πάλι, στο Εφετείο από τον αναιρεσίβλητο ενστάσεως από το άρθρο 281 του Α.Κ., ενώ κάτι τέτοιο δεν ζητήθηκε, αφετέρου δε το αυτό Δικαστήριο, κρίνοντάς την, έκανε δεκτή την ως άνω ένσταση δεχόμενο πραγματικά περιστατικά εντελώς διαφορετικά από αυτά που ισχυρίστηκε ο αναιρεσίβλητος.

Οι ως άνω λόγοι του αναιρετηρίου προβάλλονται αλυσιτελώς και απορριπτέοι αποβαίνουν διότι η επί της επικουρικώς προβληθείσης ενστάσεως από το άρθρο 281 του Α.Κ. εκ μέρους του αναιρεσίβλητου κρίση του Εφετείου έγινε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αποφάσεώς του, πλεοναστικά και δεν επιστηρίζει το διατακτικό του, δημιουργούσα δεδικασμένο, ενώ η παραδοχή πραγματικών περιστατικών προς απόδειξη της ενστάσεως αυτής διαφορετικών από όσα ο αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε αφορά πλεοναστικώς κριθέντα αυτοτελή ισχυρισμό και στερούνται έννομης επιρροής.

Τέλος, με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου ο αναιρεσείων αιτιάται το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο για τον λόγο ότι, κρίνοντας όπως έκρινε, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 975, 1108 και 1118 του Α.Κ. επιπλέον δε στέρησε την απόφασή από νόμιμη βάση διότι διέλαβε στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες κωλύουσες τον αναιρετικό αυτής έλεγχο.

Οι ως άνω προσαπτόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις είναι αβάσιμες και απορριπτέες αποβαίνουν. Ειδικότερα, με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο δέχτηκε την ένσταση του αναιρεσείοντος από το άρθρο 1108 εδάφ. γ' του Α.Κ., εφόσον, σύμφωνα με όσα σημειώθηκαν ανωτέρω, είναι κατά νόμο δυνατή η ύπαρξη δικαιώματος οιονεί νομής δουλείας διελεύσεως, χωρίς κατ' ανάγκην να οδηγεί σε κτήση του περιορισμένου εμπραγμάτου δικαιώματος της πραγματικής δουλείας διελεύσεως, το οποίο (δικαίωμα οιονεί νομής δουλείας διελεύσεως) μπορεί να αντιταχθεί, κατά το άρθρο 1108 εδάφ.

γ' του Κ.Πολ.Δ., κατά του ενάγοντος με την αγωγή από το άρθρο 1108 εδάφ. α' του αυτού Κώδικα, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, ενώ δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού επί του ουσιώδους ζητήματος της παραδοχής της ενστάσεως αυτής διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων του Α.Κ. .

Επομένως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει, όπως ήδη σημειώθηκε, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρα 495§3 εδάφ.

ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.07.2020 αίτηση του Δ. Κ. του Ν. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 77/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ