Legislator Case Law & Legislation
1550/2021 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against land expropriation compensation, remanding case for re-evaluation of plot value.

Case Number 1550/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Third Instance Court of Patras regarding land expropriation compensation. While the Court rejected arguments that the lower court failed to examine the request for plot-specific value, it found errors in the reasoning concerning specific properties. Consequently, the decision was annulled in part and the case remanded to a new panel of judges for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(19), 559(1), 559(9) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a lower court decision in part if specific grounds for appeal are established, requiring remand for re-evaluation of disputed property values.

Keywords

AI generated
land expropriation compensation value plot specific value partial annulment remand for retrial civil procedure appeal property valuation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(9) of the Code of Civil Procedure
Article 520(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1550 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1550/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευστάθιο Νίκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων:

1) Α. Κ. του Ν., κατοίκου ... Αχαΐας, ως εκ διαθήκης κληρονόμου του αποβιώσαντος Ν. Κ. του Α.,

2) Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ... Αχαΐας,

3) Α. Κ. του Α., κατοίκου Πατρών,

4) Σ. Τ. του Η., κατοίκου Ιθάκης (...),

5) Ν. Τ. του Β., κατοίκου ... Πατρών,

6) Φ. Τ. του Β.,

7) Ε. Τ. του Β., κατοίκων Πατρών,

8) Κ. Σ. του Δ.,

9) Β. Σ. του Ε. και

10) Α. χας Ε. Σ., κατοίκων ... Αχαΐας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Παπαδόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου – καθ’ ου η κλήση:

Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και το Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδος και Ιονίου, που κατοικοεδρεύει στην Πάτρα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βασιλείου - Τρύφων, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17.02.2012 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 606/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με την από 25.10.2011 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, του ήδη αποβιώσαντος Ν. Κ. του Α. και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, των Α. χας Α. Κ. και Θ. συζ. Δ. Κ., που έχουν ήδη αποβιώσει, με την από 11.10.2011 αυτοτελή αίτηση άλλων φυσικών προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.

Εκδόθηκε η 22/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 06.01.2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη διάβασε την από 05.12.2019 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αντωνίου Τσαλαπόρτα, με την οποία εισηγήθηκε την ουσιαστική παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ ως προς τις με αριθμ. ΚΠ 4, 7, 11 και 17 ιδιοκτησίες, την εν μέρει ουσιαστική παραδοχή του πέμπτου λόγου αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ ως προς τις με αριθμ. ΚΠ 4, 7, 11 και 17 ιδιοκτησίες και την απόρριψη του ίδιου λόγου εκ του άρθρου 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ για όλα τα ακίνητα και την απόρριψη στο σύνολό τους των λοιπών λόγων αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγους της (άρθρα 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

[II] Κατά την διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του «Kανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Aν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό».

Τα ίδια ορίζονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ. α' και β' του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.). στο οποίο περαιτέρω ορίζεται, στο εδάφιο γ', ότι «Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου». Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων».

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων, λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτών κατά τον χρόνο συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από την συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, και ότι τα δικαστήρια, κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημιώσεως ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσεως για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει την δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για την διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του, ή λάβει υπόψη άλλα τέτοια.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιούμενης στην παραπάνω διάταξη λέξεως «ιδίως», σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του δικαστηρίου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων, και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 635/2017, ΑΠ 1175/2015, ΑΠ 1021/2015).

Περαιτέρω, ως πρόσοδος κατά την έννοια της ίδιας ως άνω ουσιαστικής διατάξεως (αρθρ. 13 παρ. 1 ν. 2882/2001 - ΚΑΑΑ), νοείται, η προερχόμενη από τη φύση και τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του απαλλοτριουμένου, όχι ως μεμονωμένου ακινήτου, αλλά ως εκ της θέσεως, της μορφής και του προορισμού του, σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται. Ως κριτήριο, δηλαδή, διαφοροποίησης και στοιχείο αξιολόγησης αποτελεί, προκειμένου μεν για αγροτικό ακίνητο, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο, και, προκειμένου για αστικό, αν το απαλλοτριούμενο είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης, ποιοι είναι σε κάθε περίπτωση οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής και ο συντελεστής εμπορικότητας, σε σχέση όμως με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο (ΑΠ 421/2015 πρβλ. επίσης, ΑΠ 326/2016).

Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 13 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) και 1 του Π.Δ/τος 24/1985, που καθορίζει τους όρους δόμησης για τα εκτός σχεδίου πόλεως ακίνητα, προκύπτει ότι για τον προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων αυτών, αναγκαίο στοιχείο είναι και αν το απαλλοτριούμενο ακίνητο είχε πριν από την απαλλοτρίωση, ως δευτερεύοντα έστω προορισμό, την ανοικοδόμηση και, επί πλέον, πληρούσε τους επιτρεπόμενους όρους δόμησης (δηλαδή είχε εμβαδό 4.000 τετρ. μέτρων, αν δεν είχε πρόσωπο σε οδό διεθνή, εθνική κ.λπ.), και αν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης, με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων, σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 551 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

[III] Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 22/2014 απόφαση του Εφετείου Πατρών έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα, σχετικά με τους λόγους της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως πραγματικά περιστατικά:

«|Με την υπ’ αριθμ. 1063055/4244/Δ0010/7.7.2009 κοινή: απόφαση των Υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. (ΦΕΚ 341/16.7.2009 τ. Α', ΑΠ και Πολ.Θεμ.), κηρύχθηκε για λόγους δημόσιας ωφέλειας, και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου «Κατασκευή Φράγματος ...» στην περιοχή ... του τέως Δήμου ..., νυν Δήμου ... νομού Αχαΐας, αναγκαστική απαλλοτρίωση έκτασης συνολικού εμβαδού 110.126,71 τετρ.

μέτρων. Η απαλλοτριούμενη έκταση απεικονίζεται με κλίμακα 1:2000 στα από Ιουλίου 2008 και με αριθμούς σχεδίων ... και ... κτηματολογικά διαγράμματα και τους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες και με κλίμακα 1:500 και με αριθμούς σχεδίων ... και ... κτηματολογικά διαγράμματα και τους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες, που έχει συντάξει η τοπογράφος μηχανικός Χ.

Π., έχουν θεωρηθεί στις 06.10.2008 από τον Προϊστάμενο της ΕΥΔΕ - ΟΣΥΕ του τμήματος Πατρών του ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. Δ. Σ. και έχουν εγκριθεί με την υπ’ αριθμ. 3599/ΚΕ2200/14.11.2008 απόφαση της ΕΥΔΕ - ΟΣΥΕ. Η ανωτέρω απαλλοτρίωση κηρύχθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2882/2001, όπως αυτός τροποποιήθηκε και ισχύει σήμερα,, υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες αυτού.

Άπαντα τα απαλλοτριούμενα ακίνητα βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή του Δ.Δ. ... του Δήμου ... Αχαΐας, εκτός από τις ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 15 και 19, που βρίσκονται στο Δ.Δ. ... του Δήμου ... . Πρόκειται για αγροτική περιοχή με καλλιεργήσιμες εκτάσεις, κυρίως με αμπέλια και ελιές, όλα δε τα ακίνητα είναι ποτιστικοί αγροί, που βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλης και εκτός οικισμού.

Οι αντικειμενικές αξίες των ακινήτων της απαλλοτριούμενης έκτασης, σύμφωνα με την από 18.02.2010 «έκθεση αντικειμενικής αξίας απαλλοτριούμενων ακινήτων», που συνέταξε η αρμόδια υπάλληλος της Κτηματικής Υπηρεσίας Πατρών και μάρτυρας του Ελληνικού Δημοσίου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης, ανέρχονται:

α) για τα ακίνητα που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή του Δ.Δ. ... του Δήμου ... Αχαΐας και έχουν αμπέλια σε 3,46 ευρώ ανά τετρ. μέτρο και για τα υπόλοιπα της ίδιας περιοχής σε 2,16 ευρώ ανά τετρ. μέτρο, β) για τα ακίνητα που βρίσκονται στο Δ.Δ. ... σε 1,44 ευρώ ανά τετρ. μέτρο. Οι μάρτυρες των αιτούντων αντίθετα κατέθεσαν ότι τα απαλλοτριούμενα έχουν οικοπεδική αξία και η αξία τους ανέρχεται σε 20 με 25 ευρώ ανά τετρ.

μέτρο. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών με την υπ’ αριθμ. 606/2011 απόφαση του καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης για το έδαφος των ακινήτων που βρίσκονται στο Δ.Δ. ... (με ΑΚΠ 2, 4, 6, 6β, 7, 8, 8α, 9/3, 10, 11, 14, 16 και 17) στο ποσό των 6 ευρώ ανά τετρ. μέτρο (έναντι αντικειμενικής αξίας 2,16 ευρώ ανά τετρ. μέτρο), για το έδαφος των ακινήτων με ΑΚΠ 3 και 13 στο ποσό των 8 ευρώ ανά τετρ.

μέτρο (έναντι αντικειμενικής αξίας 3,46 ευρώ ανά τετρ. μέτρο) και για τα ακίνητα με ΑΚΠ 15 και 19 στο ποσό των 5 ευρώ ανά τετρ. μέτρο (έναντι αντικειμενικής αξίας 1,44 ευρώ ανά τετρ. μέτρο). Ωστόσο, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι τα απαλλοτριούμενα ακίνητα έχουν, όπως ισχυρίζονται οι φερόμενοι ιδιοκτήτες τους, οικοπεδική αξία, ακόμα και στην περίπτωση που, κάποια από αυτά λόγω του μεγέθους τους, είναι πράγματι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Π.Δ. 24/1985 άρτια και οικοδομήσιμα, καθόσον δεν προέκυψε ότι στην ευρύτερη απαλλοτριούμενη περιοχή έχουν ανεγερθεί μέχρι σήμερα κατοικίες σε συγκεκριμένα αγροτεμάχια, ούτε προσκομίζονται από τους διαδίκους συμβολαιογραφικές πράξεις πώλησης ακινήτων της ευρύτερης περιοχής με τίμημα 20 με 25 ευρώ ανά τετρ.

μέτρο, ούτε και με τίμημα ανώτερο της αντικειμενικής τους αξίας ως αγροτεμάχια, πολύ περισσότερο ως οικόπεδα. Αντιθέτως, το ενδιαφέρον για αγορά γης στη συγκεκριμένη περιοχή είναι σχεδόν ανύπαρκτο, συνεπώς, μοναδικό κριτήριο για τη διαφοροποίηση της αποζημίωσης των ανωτέρω, αγροτικών ακινήτων αποτελεί ο χαρακτήρας τους ως γόνιμα ή άγονα, ξηρικά ή ποτιστικά, φυτεία ή χέρσα.

Εξάλλου, δεν προέκυψε ότι οι αντικειμενικές τους αξίες σε σχέση με τις ανωτέρω του 2010 έχουν αυξομειωθεί και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτό ότι μέχρι σήμερα παραμένουν αμετάβλητες. Με βάση τα ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι κατά τον παρόντα χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης, η πραγματική αξία των εδαφικών εκτάσεων που απαλλοτριώθηκαν, με τις υπάρχουσες οικονομικές συνθήκες, χωρίς να υπολογισθεί η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμησή τους, λόγω της εξαγγελίας της απαλλοτρίωσης, και κατά συνέπεια η πλήρης αποζημίωση, δηλαδή εκείνη με την οποία μπορούν να αντικατασταθούν με άλλα ισάξια, συμπίπτει με την αντικειμενική τους αξία, όπως προσδιορίστηκε κατά το έτος 2010 και παραμένει αμετάβλητη μέχρι και σήμερα, και ανέρχεται σε ...........

Εξάλλου, παρά το αδιαμφισβήτητο γεγονός της ύπαρξης αδρανών υλικών στα ανωτέρω απαλλοτριούμενα ακίνητα, λόγω της θέσης τους πλησίον της κοίτης του ποταμού ..., σε καμία περίπτωση δεν προέκυψε για τους φερόμενους ιδιοκτήτες τους οικονομικό όφελος από την εκμετάλλευσή τους για λήψη αδρανών υλικών, όπως αμμοχάλικου κ.λπ.

και συνεπώς απολεσθείσα γι' αυτούς πρόσοδος, αυξάνουσα την αξία τους (και συνακόλουθα το ποσό της αποζημίωσης), και συγκεκριμένα δεν αποδείχθηκαν συναλλαγές πώλησης (ή άλλου είδους παρόμοιες συναλλαγές) αδρανών υλικών σε εργολάβους, με αντίστοιχο οικονομικό αντάλλαγμα για τους ιδιοκτήτες τους. Περαιτέρω, η πραγματική αξία των επικειμένων στα απαλλοτριούμενα ακίνητα, για τον προσδιορισμό της οποίας έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα, κατά τον χρόνο της συζήτησης της παρούσας, ανέρχεται:

α) για το αμπέλι με γραμμική φύτευση, 1050 μεγάλων κλημάτων ποικιλίας καμπερνέ και μαυροδάφνης στο με ΑΚΠ 3 ακίνητο και για το αμπέλι με γραμμική φύτευση, 1150 μεγάλων κλημάτων ποικιλίας μοσχάτου στο με ΑΚΠ 13 ακίνητο […] . Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι η επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 στις ανωτέρω περιπτώσεις των ακινήτων με ..., 13 και 14, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 24/1985, δεν έρχεται σε αντίφαση με το γεγονός ότι το στοιχείο αυτό (οικοδομησιμότητα των ακινήτων), ως δευτερεύων προορισμός τους, δεν έγινε μεν δεκτό για τον προσδιορισμό της αξίας τους (καθόσον δεν αποδείχθηκε, μέχρι και το χρόνο συζήτησης της παρούσας, ότι παρόμοια ακίνητα της ευρύτερης περιοχής είχαν ποτέ μεταβιβασθεί με τιμήματα ανώτερα της αντικειμενικής τους αξίας και δη ως οικόπεδα), συνυπολογίζεται, όμως, για την απομείωση της αξίας των τμημάτων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, διότι σε κάθε περίπτωση δεν αποκλείσθηκε η πιθανότητα ανοικοδόμησης επ’ αυτών ακινήτων, διαφόρων χρήσεων.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω οι υπό κρίση κύριες αιτήσεις, ανταιτήσεις και κύριες παρεμβάσεις, πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές ως και κατ’ ουσία βάσιμες, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας|».

[IV] Με αυτά που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα:

1) ενώ δέχεται ότι ορισμένα από τα απαλλοτριούμενα ακίνητα (χωρίς να τα προσδιορίζει), λόγω του μεγέθους τους, είναι πράγματι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ΠΔ 24/1985, άρτια και οικοδομήσιμα, δέχεται στη συνέχεια, ότι δεν έχουν οικοπεδική αξία, έστω κατά δευτερεύουσα χρήση, διότι μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως, δεν προέκυψε ότι έχουν ανεγερθεί κατοικίες σε συγκεκριμένα αγροτεμάχια και

2) ενώ δέχεται ως αδιαμφισβήτητο γεγονός την ύπαρξη αδρανών υλικών στα απαλλοτριούμενα ακίνητα, λόγω της θέσεώς τους πλησίον της κοίτης του ποταμού ..., δέχεται στη συνέχεια, ότι δεν προέκυψε οικονομικό όφελος από την εκμετάλλευσή τους για λήψη αδρανών υλικών, όπως αμμοχάλικου κ.λπ., και συνεπώς απωλεσθείσα πρόσοδος, καθότι δεν αποδείχθηκαν συναλλαγές πωλήσεως ή άλλου είδους παρόμοιες συναλλαγές αδρανών υλικών σε εργολάβους.

Εξαιτίας των συγκεκριμένων ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου περί της πλήρους αποζημιώσεως που εφαρμόσθηκαν, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου. Επομένως, οι συναφείς, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, και από τους αριθμούς 1 και 19 (αληθώς μόνο από τον αριθμό 19) πέμπτος λόγος αυτής, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.

Η περιεχόμενη όμως στον ως άνω πρώτο λόγο περαιτέρω αιτίαση, ότι το Εφετείο, παρότι δέχτηκε ως μοναδικό κριτήριο για τη διαφοροποίηση της αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων ακινήτων το χαρακτήρα τους ως γόνιμα ή άγονα, ξηρικά ή ποτιστικά, φυτεία ή χέρσα, δεν διευκρινίζει ποια από αυτά έχουν ή όχι τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, ώστε να αποδώσει μεγαλύτερη ή μικρότερη τιμή μονάδος, είναι αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος, ενόψει του ότι το Εφετείο δέχτηκε, ανελέγκτως αναιρετικά, ότι όλα τα ακίνητα είναι ποτιστικοί αγροί (βλ. δεύτερη σελίδα 10ο φύλλου αυτής, όπου αναφέρεται επί λέξει «Πρόκειται για αγροτική περιοχή με καλλιεργήσιμες εκτάσεις, κυρίως με αμπέλια και ελιές, όλα δε τα ακίνητα είναι ποτιστικοί αγροί»).

[V] Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 341 και 346 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στο Εφετείο κατά τη διαδικασία προσδιορισμού αποζημιώσεως αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων (άρθρο 18 παρ. 1 ν. 2882/2001), προκύπτει ότι το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι.

Κατά την διάταξη δε του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ 59/2020, ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 1614/2017).

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), που ελήφθησαν υπόψη.

Δεν αποκλείεται, βέβαια, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναιρέσως, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1183/2020, 1454/2017).

[VI] Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 11γ' του ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη της:

(1) τις προσκομισθείσες, ως πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία για την εκτίμηση της αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων, (α) υπ’ αριθμ. 611/2010, 879/2010 και 606/2011 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και (β) υπ’ αριθμ. 764/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών, δυνάμει των οποίων είχε προσδιορισθεί τιμή μονάδος (προσωρινή και οριστική αντίστοιχα) για την ίδια απαλλοτρίωση (φράγμα ... - ...), και αφορούσαν σε παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα με τα επίδικα,

(2) την από 9 Μαΐου 2011 Γεωλογική Έκθεση του Γεωλόγου - Γεωτεχνικού Μ. Sc. Λ. Χ. η οποία αφορά στα ακίνητα με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα 7, 11, 16 και 17, την από 2 Μαΐου 2011 Γεωλογική Έκθεση του Γεωλόγου Π. Π., η οποία αφορά στο ακίνητο με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 4, και την από 9 Μαΐου 2011 Γεωλογική Έκθεση του Γεωλόγου Π. Π., η οποία αφορά στο ακίνητο με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 9, που αφορούσαν στην γενική περιγραφή και στην εκτίμηση της αξίας των επικειμένων των ιδιοκτησιών τους.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο κατέληξε στο πόρισμα του, αφού έλαβε υπόψη, όπως βεβαιώνει με την προσβαλλόμενη απόφαση, όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή, και από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα παραπάνω αναφερθέντα έγγραφα. Ο ισχυρισμός ότι, αν το Εφετείο είχε λάβει υπόψη του τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, θα είχε οδηγηθεί στην κρίση ότι οι πραγματικές τιμές των απαλλοτριουμένων ακινήτων δεν συμπίπτουν με τις «αντικειμενικές», αλλά ότι υπερτερούν αυτών τουλάχιστον κατά τα ποσά που αναφέρονται στις δικαστικές αυτές αποφάσεις, είναι απαράδεκτος, διότι, με την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στην παραπάνω διάταξη, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

[VII] Από τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) και 13 παρ. 1 και 2 και 25 του ν. 2882/2001, όπως ισχύει μετά το ν. 2985/2002, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ζητήσει την αποζημίωση για την απολεσθείσα πρόσοδο του ακινήτου, από την μετά την συντέλεση της απαλλοτριώσεως κατάληψη, μέχρι την είσπραξη της αποζημιώσεως, συνάγεται ότι σε απαλλοτρίωση ακινήτου για δημόσια ωφέλεια, για τον προσδιορισμό της «πλήρους αποζημιώσεως» λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, καθώς επίσης και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του, η οποία είναι συνέπεια της απαλλοτριώσεως της ιδιοκτησίας (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 8/2006, ΑΠ 71/2012).

Ως κριτήριο, δηλαδή, προς διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, λαμβάνεται, μεταξύ άλλων, και η πρόσοδος του απαλλοτριουμένου, ενώ ο ιδιοκτήτης μπορεί να ζητήσει αποζημίωση για απολεσθείσα πρόσοδο του ακινήτου μόνο για τον χρόνο, από την μετά την συντέλεση της απαλλοτριώσεως κατάληψη, μέχρι την είσπραξη της αποζημιώσεως.

Τα διαφυγόντα κέρδη, επομένως, από την εκμετάλλευση των εντός του απαλλοτριουμένου ακινήτου, και του μετά την απαλλοτρίωση εναπομένοντος τμήματος αυτού επικειμένων, δεν συμπεριλαμβάνονται, ως διακεκριμένο μέγεθος, στην έννοια της «πλήρους αποζημιώσεως», αλλά λαμβάνονται υπόψη ως συνδεόμενη με το ακίνητο πρόσοδος κατά την εκτίμηση της αξίας του (ΑΠ 1554/2017).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι δεν καθόρισε (αυτοτελώς) οριστική τιμή μονάδος για κάθε κυβικό μέτρο αδρανών υλικών (αμμοχάλικου ψιλού και χοντρού), που υπήρχαν στα απαλλοτριούμενα ακίνητά τους, αλλά έκρινε ότι τα αδρανή αυτά υλικά θα ληφθούν υπόψη ως πρόσοδος, κατά την εκτίμηση της αξίας των ακινήτων. Δεχθέν όμως το Εφετείο, ότι δεν πρέπει να καθορισθεί αυτοτελώς αποζημίωση για τα αδρανή υλικά που υπάρχουν στα απαλλοτριούμενα ακίνητα, αλλά ότι αυτά θα ληφθούν υπόψη ως πρόσοδος, κατά την εκτίμηση της αξίας των ακινήτων, δεν παρεβίασε, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) και 13 παρ. 1 και 2 και 25 του ν. 2882/2001, όπως ισχύει μετά το ν. 2985/2002, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

[VIII] Κατά το άρθρο 16 παρ. 1 και 17 παρ. 3 του νόμου 2882/2001 περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, η προσκόμιση στην δίκη καθορισμού της αποζημιώσεως, πλην άλλων στοιχείων, του κτηματολογικού πίνακα, είναι στοιχείο της προδικασίας, άνευ δε αυτού η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 ν. 2882/2001 αναφέρεται στην καθόλου παράλειψη προσκομίσεως κτηματολογικού πίνακα. Επομένως, αν προσκομίζεται κτηματολογικός πίνακας για το ακίνητο, υπάρχει η αναγκαία προδικασία, έστω και αν στον πίνακα αυτόν δεν περιέχονται συστατικά του απαλλοτριωθέντος ακινήτου. Ως προς τα συστατικά που δεν περιλαμβάνονται στον κτηματολογικό πίνακα, το δικαστήριο έχει εξουσία να προσδιορίζει τιμή μονάδας αποζημίωσης, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα. Έχει δε το δικαστήριο την ευχέρεια, κατ’ άρθρο 20 παρ. 6 και 7 του ίδιου νόμου, είτε να διατάξει την συμπλήρωση του πίνακα, είτε να προχωρήσει στον καθορισμό τιμής και για τα παραλειφθέντα συστατικά, βάσει των προσκομιζόμενων ή τασσόμενων και διεξαγόμενων αποδείξεων (λ.χ. πραγματογνωμοσύνης). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο πίνακας θα συμπληρωθεί, αν υπάρχει ανάγκη, εκ των υστέρων, προκειμένου να υπολογισθεί η συνολικώς καταβλητέα, για την συντέλεση της απαλλοτριώσεως, αποζημίωση (ΟλΑΠ 5/2002, ΑΠ 1021/2015, ΑΠ 1554/2017).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Η παντελής σιωπή του δικαστή, είτε στο αιτιολογικό, είτε στο διατακτικό, ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως, υπό το παρόν σκέλος του (ΑΠ 289/2017).

Αντίθετα, ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1586/2008), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, και ειδικότερα από το ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ’ ουσίαν εκ των πραγμάτων την «αίτηση» αυτή, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που την συγκροτούν ή που αποτελούν προϋπόθεση της έρευνας ή βασιμότητάς της (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 323/2017, ΑΠ 761/2017, ΑΠ 1434/2010), ή όταν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται «σιγή» απόρριψη αυτού (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 143/2017).

Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημα των αναιρεσειόντων για διόρθωση και συμπλήρωση των κτηματολογικών διαγραμμάτων και των αντίστοιχων κτηματολογικών πινάκων, ώστε να περιληφθούν σ' αυτά τα αδρανή υλικά (αμμοχάλικο ψιλό και χοντρό) που υπάρχουν στα απαλλοτριούμενα ακίνητά τους. Αφού όμως το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, έκρινε ότι δεν πρέπει να καθορισθεί αυτοτελώς αποζημίωση για τα αδρανή υλικά που υπάρχουν στα απαλλοτριούμενα ακίνητα, αλλά θα ληφθούν αυτά υπόψη ως πρόσοδος κατά την εκτίμηση της αξίας τους, δεν άφησε αδίκαστο το ως άνω αίτημα των αναιρεσειόντων, αλλά το έλαβε υπόψη του και το απέρριψε κατ' ουσίαν, δεχθέν ότι τα κτηματολογικά διαγράμματα και οι αντίστοιχοι κτηματολογικοί πίνακες, δεν χρήζουν συμπλήρωσης. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

[IX] Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημα των αναιρεσειόντων για επιδίκαση οικοπεδικής αξίας στα απαλλοτριούμενα ακίνητά τους. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενόψει του ότι Εφετείο δεν άφησε αδίκαστο το αίτημα αυτό των αναιρεσειόντων, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ, αλλά το ερεύνησε και το απέρριψε κατ’ ουσίαν, δεχθέν, επί λέξει, ότι «από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι τα απαλλοτριούμενα ακίνητα έχουν, όπως ισχυρίζονται οι φερόμενοι ιδιοκτήτες τους, οικοπεδική αξία, ακόμα και στην περίπτωση που, κάποια από αυτά λόγω του μεγέθους τους, είναι πράγματι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Π.Δ. 24/1985 άρτια και οικοδομήσιμα, καθόσον δεν προέκυψε ότι στην ευρύτερη απαλλοτριούμενη περιοχή έχουν ανεγερθεί μέχρι σήμερα κατοικίες σε συγκεκριμένα αγροτεμάχια, ούτε προσκομίζονται από τους διαδίκους συμβολαιογραφικές πράξεις πώλησης ακινήτων της ευρύτερης περιοχής με τίμημα 20 με 25 ευρώ ανά τετρ.

μέτρο, ούτε και με τίμημα ανώτερο της αντικειμενικής τους αξίας ως αγροτεμάχια, πολύ περισσότερο ως οικόπεδα». Επομένως, ο με το αντίστοιχο περιεχόμενο πέμπτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

[X] Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αναφέρεται στους διαδίκους της προκειμένης δίκης, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και του πέμπτου λόγου αυτής, κατά το πρώτο σκέλος του, και να παραπεμφθεί στη συνέχεια η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο, κατά τα άνω, μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 520 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες, ενόψει της νίκης τους (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά τη με αριθμό 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομ. και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 22/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό της παρούσας μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Διατάσσει να επιστραφεί στους αναιρεσείοντες το καταβληθέν από αυτούς παράβολο.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ