Supreme Court allows appeal against appellate court ruling on marital property contribution exceeding one-third.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting the wife's claim for marital property contribution. The appellate court inconsistently acknowledged the wife's contribution exceeded one-third of the asset increase but ultimately rejected the claim based on contradictory reasoning. Consequently, the Supreme Court quashed the lower court's decision and remanded the case for a new substantive trial on the merits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580, 581, 592 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may quash a lower court decision if it contains contradictory reasoning regarding the assessment of evidence, necessitating a remand for a new substantive trial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1550 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1550/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Δ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Παύλου Πρατσινάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λίντα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/7/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24106/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 867/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ως άνω διάδικοι με τις από 7/2/2013 και 30/3/2013 αιτήσεις τους επί των οποίων εκδόθηκε η 1280/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 867/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 419/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/4/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 24-4-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 419/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την από 29-10-2009 έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της υπ' αριθ. 24106/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος, που παραπέμφθηκε σ' αυτό, μετά την αναίρεση της προηγούμενης υπ' αριθ. 867/2011 απόφασης του με την υπ' αριθ. 1280/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου και ειδικότερα κατά το μέρος, που είχε απορρίψει το λόγο της έφεσής της με τον οποίο παραπονείτο για την απόρριψη της κύριας βάσης της από 15-7-2006 αγωγής της κατά του αναιρεσίβλητου περί πραγματικής συμβολής της στην επαύξηση, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, της περιουσίας του τελευταίου, κατά ποσοστό 50% ως αόριστης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), απορριπτομένου του αντιθέτου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, περί απαραδέκτου αυτής, που υποβλήθηκε με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του, κατ' άρθρο 570 ΚΠολΔ, καθόσον δεν αναφέρεται στο απαράδεκτο αυτής, αλλά των λόγων της, χωρίς όμως να γίνεται επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών απαραδέκτου αυτών.
Κατά το άρθ. 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Εξάλλου, κατά το άρθ. 580 παρ. 1-4 ΚΠολΔ, εφόσον ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, πλην των περιπτώσεων της υπέρβασης δικαιοδοσίας και παράβασης των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αν δεν κρατήσει και δικάσει την υπόθεση, την παραπέμπει προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση ή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο, τα οποία, ερευνώντας, σύμφωνα με το άρθ. 581 παρ. 2 ΚΠολΔ, την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, δεσμεύονται από την αναιρετική απόφαση (της Ολομέλειας ή των Τμημάτων) ως προς τα νομικά ζητήματα που επιλύθηκαν απ' αυτήν.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, εάν μία απόφαση αναιρεθεί και στη συνέχεια η υπόθεση παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο, ο ερευνώμενος εδώ λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του δικαστηρίου της παραπομπής μόνο ως προς τα νομικά ζητήματα ουσιαστικής και δικονομικής φύσης, όταν δηλαδή το δικαστήριο της παραπομπής δεν ακολούθησε ως προς το νομικό ζήτημα, ως προς το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση, τη λύση που έδωσε ο Άρειος Πάγος, αλλά έδωσε διαφορετική λύση.
Διαφορετικά, αν το δικαστήριο της παραπομπής συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα), με την από 17-7-2006 αγωγή της, επικαλέστηκε επαύξηση, κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο), της περιουσίας του τελευταίου, ότι ή ίδια συνέβαλε στην απόκτηση της παραπάνω περιουσίας από τον εναγόμενο κυρίως κατά ποσοστό 50% και επικουρικώς κατά το τεκμαιρόμενο ποσοστό του 1/3.
Ειδικότερα, για τη στήριξη της κύριας βάσης της αγωγής της επικαλέστηκε, ότι ή ίδια συνέβαλε στην απόκτηση της άνω περιουσίας του εναγομένου, πέραν άλλων παροχών και με την παροχή υπηρεσιών στο συζυγικό οίκο (πλύσιμο, σιδέρωμα, καθαριότητα, ψώνια, εξοπλισμό κ.λ.π.) και στην επιμέλεια και ανατροφή του τέκνου τους και ότι η συμβολή της αυτή ανέρχεται στο ποσό των 1.000,00 ευρώ το μήνα, όσα δηλαδή θα δαπανούσε ο εναγόμενος σε περίπτωση στέρησης των δικών της υπηρεσιών και θα αναγκαζόταν να προσλάβει οικιακή βοηθό για να επιμελείται του συζυγικού οίκου και να φροντίζει το τέκνο τους, γιατί ο ίδιος δεν προσέφερε καμιά απολύτως βοήθεια και υπηρεσία στις οικιακές υποχρεώσεις, αφαιρώντας δε εκ του ποσού τούτου το ποσόν των 300,00 ευρώ ως δική της συνεισφορά στα βάρη του γάμου, θεωρεί ότι το υπόλοιπο ποσόν των 700,00 ευρώ το μήνα και συνολικά το ποσόν των 100.800,00 ευρώ για τα 12 έτη του γάμου τους υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συνεισφοράς της στα βάρη του γάμου μέτρο και αποτελεί το κεφάλαιο, που εξοικονόμησε ο εναγόμενος και συνιστά αντίστοιχα τη συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του.
Με βάση τα περιστατικά αυτά η ενάγουσα ζήτησε, επιλέγοντας τον πραγματικό υπολογισμό για τη συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του τέως συζύγου της, να αναγνωρισθεί ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται σε ποσοστό 50%, ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να της μεταβιβάσει κατά κυριότητα το 50% εξ αδιαιρέτου των αναφερομένων σ' αυτή ακινήτων και να υποχρεωθεί να της καταβάλει το 50% της αξίας των υπολοίπων περιγραφομένων περιουσιακών στοιχείων, αλλιώς να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσόν των 602.771,45 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 50% της συνολικής αξίας της περιουσίας του κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής, επικουρικά δε, με βάση τον τεκμαρτό υπολογισμό, να αναγνωρισθεί ότι αυτή συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά ποσοστό 1/3, ότι υποχρεούται αυτός να της μεταβιβάσει κατά κυριότητα το 1/3 εξ αδιαιρέτου των αναφερομένων σ' αυτή ακινήτων και να υποχρεωθεί να της καταβάλει το 1/3 της αξίας των υπολοίπων περιγραφομένων περιουσιακών στοιχείων, αλλιώς να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσόν των 401.847,63 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 1/3 της συνολικής αξίας της περιουσίας του κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο με την υπ' αριθ. 24106/2009 απόφασή του απέρριψε ως αόριστη την άνω κυρία βάση της αγωγής, με το αιτιολογικό ότι δεν αναφέρονται οι μηνιαίες οικογενειακές ανάγκες, ώστε να είναι δυνατή η εξεύρεση του επιβαλλόμενου μέτρου συνεισφοράς της ενάγουσας στην αντιμετώπιση τούτων και κατ' επέκταση να είναι δυνατή η εξεύρεση της υπερβαίνουσας το επιβαλλόμενο μέτρο συμμετοχής της, που θα συνιστούσε συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου.
Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε την από 29-10-2009 έφεσή της και με σχετικό λόγο παραπονέθηκε για την άνω απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής της. Το Εφετείο με την υπ' αριθ. 867/2011 απόφασή του απέρριψε το λόγο αυτό της έφεσης και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση κατά τούτο. Κατά της απόφασης αυτής του Εφετείου η ενάγουσα άσκησε την από 30-3-2012 αναίρεση και ο Άρειος Πάγος με την υπ' αριθ. 1280/2014 απόφασή του δέχτηκε, ότι είναι πλήρως ορισμένη η αγωγή ως προς την κύρια βάση του πραγματικού υπολογισμού, σε σχέση με τη συμβολή της αναιρεσείουσας στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσίβλητου και με την παροχή υπηρεσιών στο συζυγικό οίκο και στην επιμέλεια και ανατροφή του τέκνου τους, ως περιέχουσα όλα τα στοιχεία, που κατά το άρθρο 1400 παρ. 1 του ΑΚ είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή της και περαιτέρω αναίρεσε την άνω απόφαση του Εφετείου κατά το μέρος αυτό και παρέπεμψε την υπόθεση κατά το ίδιο μέρος προς περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Τελικά, το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, δεσμευόμενο από την ανωτέρω υπ' αριθ. 1280/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου και συμμορφούμενο προς αυτήν ως προς το ανωτέρω νομικό ζήτημα, που έκρινε, με την προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αναίρεση υπ' αριθ. 419/2016 απόφασή του, δέχτηκε ότι η από 15-7-2006 αγωγή ήταν ορισμένη ως προς την κύρια βάση της του πραγματικού υπολογισμού της συμβολής της στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου και εξετάζοντας στην ουσία την υπόθεση, δέχτηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου με ποσοστό μεγαλύτερο του 1/3, για το οποίο, σημείωσε, επιπλέον, ότι είχε γίνει δεκτή η αγωγή κατά την επικουρική βάση της και είχε κριθεί με δύναμη δεδικασμένου με την προηγούμενη υπ' αριθ. 867/2011 απόφαση του Εφετείου, αφού δεν είχε αναιρεθεί κατά τούτο.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 18 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει, ότι το δικαστήριο της παραπομπής με την προσβαλλομένη με την κρινόμενη αναίρεση υπ' αριθ. 419/2016 απόφασή του, που εκδόθηκε μετά την αναίρεση της προηγουμένης ως άνω απόφασής του, δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ..
Κατά το άρθρο 1400 ΑΚ "Αν ο γάμος λυθεί η ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή.
Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες". Από τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 1400 ΑΚ προκύπτουν, πλην άλλων και τα εξής:
Προϋποθέσεις της αξίωσης του δικαιούχου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι : α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υποχρέου αφότου τελέσθηκε ο γάμος, γ) η συμβολή με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτή της περιουσίας του υποχρέου κατά τη διάρκεια του γάμου και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου συζύγου και της συμβολής του ενάγοντος δικαιούχου συζύγου.
Η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υποχρέου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (Ολ. ΑΠ 28/1996). Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλ' η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα.
Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξίωσης, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της έγερσης της αγωγής, εάν προκύπτει διαφορά μεταξύ του χρόνου αυτού και του χρόνου της αμετάκλητης λύσης του γάμου ή της συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης (ΑΠ 528/2015, ΑΠ 1029/2013).
Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υποχρέου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γένεσης της αξίωσης (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.
Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Ο χρόνος λύσης ή ακύρωσης του γάμου ή της συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν.
Κατά το χρόνο δε γέννησης της αξίωσης απαιτείται να διατηρείται η αύξηση της περιουσίας που έγινε με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου (ΑΠ 3/2016, ΑΠ 1357/2015). Η συμβολή αυτή του τελευταίου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, υπό την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1400 ΑΚ, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στον συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ο υπόχρεος σύζυγος και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του (ΑΠ 1978/2014).
Συγκεκριμένα, κατά την διάταξη του άρθρου 1389 ΑΚ οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και η συνεισφορά αυτή γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1390 του ιδίου Κώδικα στην υποχρέωση του προηγουμένου άρθρου περιλαμβάνονται η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου.
Το μέτρο της υποχρέωσης προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση. (ΑΠ 1048/2009). Η αποτίμηση όμως των υπηρεσιών του ενάγοντος, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται, όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής.
Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται, ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν.
Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να προσδιορίζονται κατ' είδος και αξία, τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, μόνο όταν και κατά το μέρος που υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (ΑΠ 1059/2014, ΑΠ 566/2014). Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βέβαια της επίκλησης και απόδειξης τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου.
Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος, να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο στον ίδιο.
Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (ΑΠ1646/2014, ΑΠ438/2007). Έτσι, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδαφ.
β' του ΑΚ μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ' ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή.
Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλ' απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιούσιας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρομένου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος (ΑΠ 1646/2014, ΑΠ 566/2014, ΑΠ 193/2010).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν θρησκευτικό γάμο στη Θεσσαλονίκη στις 19-9-1992 από τον οποίο απέκτησαν ένα θήλυ τέκνο, την Ειρήνη, που γεννήθηκε στις 26-8-1995. Μετά την τέλεση του γάμου τους, οι διάδικοι εγκαταστάθηκαν σε διαμέρισμα επί της ... 14, ιδιοκτησίας των γονέων της ενάγουσας, οι οποίοι παραχώρησαν τη χρήση του στην κόρη τους χωρίς την καταβολή οποιουδήποτε ανταλλάγματος.
Αυτό το διαμέρισμα αποτέλεσε τη συζυγική οικία των διαδίκων μέχρι την οριστική διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους, που έλαβε χώρα κατά μήνα Απρίλιο του έτους 2000, όταν ο εναγόμενος αποχώρησε από τη συζυγική οικία. Τελικά ο γάμος των διαδίκων λύθηκε συναινετικά δυνάμει της με αριθμό 15451/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 22- 7-2004.
Αμφότεροι οι διάδικοι κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους δεν είχαν ακίνητη περιουσία ενώ δεν αποδείχθηκε ότι κατά τον ίδιο χρόνο διέθεταν οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ως κεφάλαιο, καθόσον ουδέν περί αυτού αποδεικτικό στοιχείο (αντίγραφα τραπεζικών λογαριασμών ή άλλο σχετικό έγγραφο) προσκομίστηκε.
Ο εναγόμενος από το έτος 1988 και μέχρι το έτος 1997 εργαζόταν ως πωλητής στην επιχείρηση εμπορίας ειδών υαλοπωλείου και οικιακής χρήσης με την επωνυμία "... ΟΕ" από την οποία απολύθηκε, το έτος 1997 (και όχι 1977, που από παραδρομή έχει αναγραφεί στην προσβαλλόμενη απόφαση), παίρνοντας ως αποζημίωση το ποσό των 1.207.712 δρχ.
Η ενάγουσα από τον Ιούλιο του 1993 έως τον Απρίλιο του 1994,εργάστηκε στην πλεκτοβιομηχανία "... ΑΒΕΕ", με μηνιαίο καθαρό μισθό 70.000 δρχ. Από τα εκκαθαριστικά σημειώματα των οικονομικών ετών 1994 και 1995 (οικονομικής χρήσης 1993 και 1994) της Δ.Ο.Υ. Αμπελοκήπων, προκύπτει η αναλογία των εισοδημάτων των διαδίκων, ήτοι τα εισοδήματα του εναγομένου για το οικονομικό έτος 1993 ανέρχονται στο ποσό των 1.520.614 δραχμών και ήδη 4.463 ευρώ, ενώ τα εισοδήματα της ενάγουσας για το ίδιο έτος ανέρχονται στο ποσό των 414.214 δραχμών και ήδη 1.216 ευρώ, τα εισοδήματα του εναγομένου για το οικονομικό έτος 1994 ανέρχονται στο ποσό των 1.729.199 δραχμών και ήδη 5.075 ευρώ ενώ τα εισοδήματα της ενάγουσας για το ίδιο έτος ανέρχονται στις 841.431 δραχμές και ήδη 2.469 ευρώ.
Στη συνέχεια, η ενάγουσα δεν εργάστηκε λόγω της εγκυμοσύνης της, καθώς γέννησε τον Αύγουστο του 1995, συνεισφέροντας στις κοινές οικογενειακές ανάγκες μόνο με τη φροντίδα του συζυγικού οίκου και του συζύγου της. Από τα αντίγραφα των εκκαθαριστικών σημειωμάτων καθώς και των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος των μεταγενέστερων μέχρι και τη λύση του γάμου των διαδίκων, ετών, που προσκομίζει με επίκληση ο εναγόμενος, προκύπτει ότι τα δηλωθέντα εισοδήματα του ιδίου, ενόψει του ότι η ενάγουσα μέχρι το έτος 2000, που υπέβαλαν κοινές φορολογικές δηλώσεις ως σύζυγοι, δεν δήλωνε εισοδήματα, ανέρχονται στα εξής ποσά:
για το οικονομικό έτος 1996 (οικονομική χρήση 1/1-31/12/1995) 1.909.598 δρχ. και ήδη 5.604 ευρώ, για το οικονομικό έτος 1997 (οικονομική χρήση 1/1-31/12/1996) 2.063.014 δρχ. και ήδη 6.054 ευρώ, για το οικονομικό έτος 1999 (οικονομική χρήση 1/1-31/12/1998) 7.945.118 δρχ. και ήδη 23.317 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2000 (οικονομική χρήση 1/1-31/12/1999) 11.121.042 δρχ. και ήδη 32.636 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2001 (οικονομική χρήση 1/1-31/12/2000) 14.606.343 δρχ.
και ήδη 42.865 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2002 (οικονομική χρήση 1/1-31/12/2001) 13.869.093 δρχ. και ήδη 40.702 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2003 (οικονομική χρήση 1/1-31/12/2002) 21.207,23 ευρώ και για το οικονομικό έτος 2004 (οικονομική χρήση 1/1-31/12/2003) 16.637,73 ευρώ. Με τα ως άνω δεδομένα, το εισόδημα του εναγομένου, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων (μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου τους), ανήλθε συνολικά στο ποσό των 68.867.401 δρχ.
και κατά το ισόποσο σε ευρώ 202.105,36. Μετά την απόλυσή του το Μάιο του 1997, ο εναγόμενος συνέστησε με τον αδελφό του Χ. Τ., αφανή εταιρία με αντικείμενο την παρασκευή μπουγάτσας, πιτών και διαφόρων σφολιατοειδών προϊόντων επί της ... στη Θεσσαλονίκη...Συγκεκριμένα, συμφωνήθηκε ο Χ. Τ. - αδελφός του εναγομένου, ο οποίος είχε και τη σχετική τεχνογνωσία για την παρασκευή σφολιάτας και πιτών, να είναι ο αφανής εταίρος και ο εναγόμενος να είναι ο εμφανής εταίρος, με ποσοστό συμμετοχής έκαστος στις κερδοζημίες 50%.
Ως κεφάλαιο για την ίδρυση της εταιρίας ορίσθηκε το ποσό των 8.000.000 δραχμών, τα οποία καταβλήθηκαν εξ ημισείας από κάθε εταίρο. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος αποδείχθηκε ότι διέθεσε το ποσό των 4.000.000 δραχμών από χρήματα, τα οποία ήταν προϊόν της εργασίας του, καθώς και της αποζημίωσης απόλυσης, την οποία είχε ήδη λάβει...
Εξάλλου,από την ως άνω από 13-7-1998 δήλωση - πρόταση και δήλωση - αποδοχή, που αντηλλάγησαν μεταξύ των εταίρων, αποδεικνύεται ότι το παραπάνω ποσό του εταιρικού κεφαλαίου αφορούσε την αγορά του συνόλου του μηχανολογικού εξοπλισμού, των εργαλείων και των αυτοκινήτων, που θα χρησιμοποιούνταν για τις εργασίες της επιχείρησης και συγκεκριμένα μεταξύ άλλων, ενός Ι.Χ.
φορτηγού αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής ..., 1.500 κ.ε., με αριθμό κυκλοφορίας ..5, ενός Ι.Χ. φορτηγού αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής ..., πετρελαιοκίνητου, με αριθμό κυκλοφορίας ..7... Η ενάγουσα, αποδείχθηκε ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 31-12-1999, εργάσθηκε ως αντιπρόσωπος στην εταιρία καλλυντικών "..." και στη συνέχεια από τις αρχές του έτους 2000 μέχρι τη λύση του γάμου (Ιούλιο 2004), ως πλασιέ καλλυντικών και γυναικείων εσωρούχων, αποκομίζοντας από την απασχόληση της αυτή, κατά την κρίση του Δικαστηρίου και λαμβανομένων υπόψη των διδαγμάτων της κοινής πείρας και των κανόνων της λογικής, το ποσό των 51.113 δραχμών και ήδη 150 ευρώ μηνιαίως και συνολικά καθ' όλο το ανωτέρω διάστημα (από 1- 1-1998 έως 31-12-1999 και από αρχές του 2000 έως Ιούλιο 2004) το ποσό των 4.037.927 δραχμών (51.113 δρχ.
Χ 79 μήνες) και ήδη 11.850,11 ευρώ, δεδομένου ότι στις ως άνω εργασίες απασχολούνταν με μειωμένο ωράριο, αφού ταυτοχρόνως ασχολούνταν με την ανατροφή και επιμέλεια της ανήλικης κόρης της, αλλά επίσης, προσέφερε τις υπηρεσίες της στη διεύθυνση του συζυγικού οίκου, αλλά και στην περιποίηση και φροντίδα του συζύγου της...
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της στην ως άνω επιχείρηση του συζύγου της και δη εργαζόμενη κατά το εξαντλητικό ωράριο των 15 ωρών καθημερινά, όπως αυτή διατείνεται. Εξάλλου, κάτι τέτοιο κρίνεται ανακόλουθο, ενόψει του ότι η ίδια από 1-1-1998 έως 31-12-1999 εργάστηκε ως αντιπρόσωπος στην εταιρία καλλυντικών " ...".
Εάν πράγματι η συμμετοχή της ήταν τόσο καθοριστικής σημασίας για την κερδοφόρα εξέλιξη της επιχείρησης, δεν θα έχριζε ανάγκης εύρεσης άλλης εργασίας και μάλιστα στο σύντομο χρονικό διάστημα των οκτώ μηνών από την έναρξη λειτουργίας της, λαμβανομένου, μάλιστα, υπόψη και του γεγονότος ότι η ενάγουσα δεν είχε καμία προϋπηρεσία και εμπειρία σε αντίστοιχο αντικείμενο...Στη συνέχεια ο εναγόμενος, μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής του με την ενάγουσα, το Πάσχα του 2000, συνέστησε με τον αδελφό του, στις 22-11-2001, ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "...
ΟΕ", με σκοπό την παραγωγή και εμπορία σφολιάτας... Ο εναγόμενος μαζί με τον αδελφό του αγόρασαν εξ αδιαιρέτου, κατά ποσοστό 50% έκαστος, έναν αγρό, εμβαδού 4,5 στρεμμάτων στη Νεοχωρούδα Θεσσαλονίκης, δυνάμει του υπ' αριθμ. ..547/21-9-2001 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ. Π. - Γ., νομίμως μεταγραφέντος, όπως αυτός αναλυτικά περιγράφεται στο ως άνω συμβόλαιο.
Με την υπ' αριθμ. 867/2011 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου, αφού κατά τούτο δεν αναιρέθηκε αυτή, ότι το εν λόγω ακίνητο αγοράσθηκε αντί πραγματικού τιμήματος 55.000 ευρώ και ότι η αξία του κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων, ανήρχετο στο ποσό των 100.000 ευρώ και κατά συνέπεια το ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου που ανήκε στον εναγόμενο είχε αξία 50.000 ευρώ.
Στη συνέχεια, η ομόρρυθμη εταιρία, ως νομικό πρόσωπο, με εγγυητές του ομόρρυθμους εταίρους της, έλαβε δάνειο ποσού 300.000 ευρώ από την τράπεζα ... δυνάμει της υπ' αριθμ. 32.00000/14-11-2002 δανειακής σύμβασης για την κατασκευή των κτιριακών της εγκαταστάσεων επί του ως άνω οικοπέδου. Αφού εξεδόθη η υπ' αριθμ. ..11/14-4-2002 άδεια οικοδομής για την κάλυψη 1.100 τ.
μ. κατασκευασμένου χώρου, η τράπεζα προχώρησε στην προσημείωση των μελλοντικών ανεγερθησομένων κτισμάτων της εταιρίας για ποσό 390.000 ευρώ. Επομένως, οι κτιριακές εγκαταστάσεις αποτελούν περιουσία της ομόρρυθμης εταιρίας και όχι ατομικά των εταίρων της, για τις οποίες, άλλωστε, η ενάγουσα δεν επικαλείται ότι, κατά τη διάρκεια του γάμου, συνέβαλε στην αύξηση της αξίας των ως άνω περιουσιακών στοιχείων και δεν διεκδικεί κάτι από την αξία τους.
Επίσης, περιουσία της ομόρρυθμης εταιρίας αποτελούν και τα δύο επαγγελματικά φορτηγά αυτοκίνητα, μάρκας ... και υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...4 ...7, τα οποία εισφέρθηκαν ως αξία του κεφαλαίου της, καθώς και το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...5 Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, αξίας κατά το χρόνο κτήσης του, κατά το έτος 1997, 4.108,58 ευρώ, το οποίο εισφέρθηκε από τον εναγόμενο ως αξία του κεφαλαίου της ως άνω εταιρίας, στις 12-5-2003, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. ..353 βιβλιάριο μεταβολών του άνω αυτοκινήτου.
Τέλος, δυνάμει του υπ' αριθμ. ..10/23-1-2002 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σ. Ν.- Δ., νομίμως μεταγραφέντος, ο εναγόμενος αγόρασε ποσοστό 4,335% εξ αδιαιρέτου, το οποίο αντιστοιχεί σε 672 τ.μ. εξ αδιαιρέτου, του υπ' αριθμ. 1065 αγροτεμαχίου, Α' κατηγορίας, συνολικής έκτασης 15.500 τ.μ. στην Ποτίδαια Χαλκιδικής, αντί αναγραφόμενου τιμήματος 45.000 ευρώ, κατά το χρόνο κτήσης του, ενώ κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων, η αξία του ανερχόταν στο ποσό των 55.000 ευρώ , το οποίο εισέπραξε ο εναγόμενος από την πώληση αυτού, δυνάμει του υπ' αριθμ. 2..07/18-12-2006 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε.
Κ.-Κ., όπως περί αυτού με δύναμη δεδικασμένου κρίθηκε με την υπ' αριθμ. 867/2011 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Σχετικά με την μεταβίβαση αυτή θα πρέπει να λεχθεί ότι ναι μεν το προαναφερόμενο ακίνητο- απόκτημα δεν βρισκόταν κατά πλήρη κυριότητα, στην περιουσία του εναγομένου, κατά το χρόνο συζήτησης της υπό κρίση αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, πλην όμως λόγω του ότι αυτό βρισκόταν, κατά πλήρη κυριότητα, στην περιουσία του εναγομένου, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους, θα ληφθεί υπόψη η αξία της πλήρους κυριότητας αυτού, προκειμένου να γίνει η αποτίμηση της περιουσίας του εναγομένου κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου...
Συνεπώς, κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, η περιουσία του εναγομένου αυξήθηκε συνολικώς κατά 105.000,00 (50.000 + 55.000) ευρώ, όση δηλαδή αξία είχαν τα ως άνω περιουσιακά του στοιχεία τόσο κατά το χρόνο αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων (22-7-2004) όσο και κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής (επίδοση 21-7-2006), καθόσον παρέμεινε ίδια και δεν διαφοροποιήθηκε.
Η απόκτηση της περιουσίας αυτής εκ μέρους του εναγομένου έγινε κυρίως με τα ανωτέρω αναφερόμενα εισοδήματα από τις επαγγελματικές του δραστηριότητες. Στην παραπάνω επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, όμως συνέβαλε και η ενάγουσα με τη συνεισφορά των εισοδημάτων της από τις προαναφερόμενες περιστασιακές απασχολήσεις της, καθώς και με την παροχή υπηρεσιών στο συζυγικό οίκο, καθώς φρόντιζε για την καθαριότητα και την τακτοποίηση των χώρων και των πραγμάτων (όπως πλύσιμο και σιδέρωμα ρούχων, καθαρισμό της οικογενειακής στέγης και της οικοσκευής κλπ), όπως και για την προετοιμασία και παρασκευή του φαγητού και την ανατροφή του τέκνου τους, η οποία εκτείνονταν, πέραν της υπό των διατάξεων των άρθρων 1389 επ.
ΑΚ υποχρέωσής της προς συνεισφορά, αφού απασχολούνταν μόνη εκείνη με τα παραπάνω, χωρίς οιαδήποτε συμμετοχή του εναγομένου, ο οποίος, έτσι, όντας απερίσπαστος από τις οικογενειακές υποχρεώσεις, ασχολήθηκε αποκλειστικά με τις προαναφερόμενες επαγγελματικές του δραστηριότητες και η οποία αποτιμάται, κατά το υπερβάλλον της υποχρέωσης της για συμβολή στις οικογενειακές ανάγκες μέτρο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, στο ποσό των 85.000 δραχμών και ήδη 250,00 ευρώ μηνιαίως και συνολικά σε 12.240.000 δραχμές (85.000 δραχμές μηνιαίως Χ 12 μήνες Χ 12 χρόνια =12.240.000 δραχμές), ισόποσο σε ευρώ 35.920,76 και τέλος με την παροχή εκ μέρους της της οικογενειακής τους στέγης, της οποίας τη χρήση της είχαν παραχωρήσει, άνευ καταβολής οποιουδήποτε ανταλλάγματος οι γονείς της, αντίστοιχης μισθωτικής αξίας, 85.000 δραχμών και ήδη 250,00 ευρώ.
Ο εναγόμενος λοιπόν, εξοικονόμησε ανάλογη της υποχρέωσής του δαπάνη, την οποία θα κατέβαλε για την οίκηση του ίδιου και μέρος της δαπάνης, που επιβαλλόταν να συνεισφέρει για την οίκηση του τέκνου του, ανερχόμενη συνολικά στο ποσόν των 51.113 δραχμών και ήδη 150,00 ευρώ και συνολικά σε 7.360.272 δραχμές (51.113 δραχμές μηνιαίως Χ 12 μήνες Χ 12 χρόνια =7.360.272 δραχμές), ισόποσο σε ευρώ 21.600,21, καθώς το υπόλοιπο αντιστοιχεί στην υποχρέωση της ενάγουσας να συνεισφέρει στις δαπάνες αυτές.
Η συμβολή της αυτή έγινε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, αλλά απέδωσε καρπούς και κατά τη διάρκεια της διάστασής τους κατά το Πάσχα του έτους 2000 μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου τους στις 22-7-2004. Ως εκ τούτου, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, η οικονομική συνεισφορά της ενάγουσας στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών, από τα εισοδήματα της εργασίας της, την παροχή των προαναφερόμενων υπηρεσιών της στον συζυγικό οίκο και την παροχή της οικογενειακής στέγης, ανήλθε στο συνολικό ποσό των 24.893.844 δρχ. [ήτοι (5.293.572 δρχ, εισοδήματα από την εργασία της + 12.240.000 δρχ.
για προσφορά των υπηρεσιών της στο συζυγικό οίκο + 7.360.272 δρχ. για παροχή οικογενειακής στέγης)], ισόποσο σε ευρώ 73.056. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν αποδείχθηκε από την ενάγουσα, που έφερε το σχετικό βάρος απόδειξης ότι η συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, ήταν μεγαλύτερη του 1/3, κατά το οποίο και μόνο κρίθηκε η ένδικη υπόθεση, στο πλαίσιο, που καθορίσθηκε, ως εξετέθη, με την προαναφερομένη αναιρετική απόφαση, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Πρέπει να σημειωθεί ότι με την υπ' αριθμ. 867/2011 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου, αφού κατά τούτο δεν αναιρέθηκε αυτή, ότι η συμβολή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, ανέρχεται σε ποσοστό 1/3 και κατά το αντίστοιχο σ' αυτό ποσό των 35.000 ευρώ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού προηγουμένως, όπως έχει προαναφερθεί στον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, έκρινε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη, κατά την κύρια βάση της και προέβη στην εξέταση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, χωρίς όμως προηγουμένως να δεχτεί το σχετικό λόγο της έφεσης, καθώς και αυτή και να εξαφανίσει, όπως έπρεπε, την πρωτόδικη απόφαση κατά τούτο, που είχε κρίνει αντίθετα, δέχτηκε, ότι η περιουσία του αναιρεσίβλητου αυξήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου του με την αναιρεσείουσα κατά το ποσό των 105.000,00€ (50.000,00 + 55.000,00€), ότι στην αύξηση αυτή συνέβαλε και η αναιρεσείουσα με τα εισοδήματα της εργασίας της, την παροχή υπηρεσιών στο συζυγικό οίκο, πέραν της υπό των διατάξεων των άρθρων 1389 επ.
ΑΚ, υποχρέωσής της προς συνεισφορά και με την παροχή οικογενειακής στέγης, ότι η αξία της συμβολής της ανήλθε στο συνολικό ποσό των 24.893.844 δραχμών (5.293.572+12.240.000+7.360.272) ή 73.056,00€ και κατέληξε, ότι δεν αποδείχθηκε η συμβολή της αναιρεσείουσας στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσίβλητου κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 1/3 και εν τέλει απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη.
Έτσι όμως, που έκρινε το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1400 ΑΚ με αντιφατικές αιτιολογίες, ώστε δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από το Δικαστήριο τούτο, εάν εφαρμόστηκαν ορθά οι πιο πάνω διατάξεις. Ειδικότερα, το Εφετείο, ενώ δέχεται, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, ότι η επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσίβλητου ανήλθε στο ποσό των 105.000,00€ και η αξία της συμβολής της αναιρεσείουσας ανήλθε συνολικά στο ποσό των 73.056,00€, δηλαδή κατά ποσό μεγαλύτερο του 1/3 επί του ποσού της επαύξησης, τελικά αντιφατικά σε σχέση με την παραδοχή του αυτή καταλήγει ότι δεν αποδείχθηκε συμβολή της αναιρεσείουσας μεγαλύτερη του 1/3.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλειά της αυτή, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσία και να αναιρεθεί η απόφαση αυτή στο σύνολό της. Περαιτέρω, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 419/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που επιλήφθηκε μετ' αναίρεση της προηγούμενης υπ' αριθ. 867/2011 απόφασης του, κατόπιν παραπομπής από τον Άρειο Πάγο με την υπ' αριθ. 1280/2014 απόφασή του, πρέπει, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση να κρατηθεί και να δικασθεί από τον Άρειο Πάγο, κατά το μέρος, που είχε απορριφθεί ο λόγος της έφεσης της αναιρεσείουσας με τον οποίο παραπονείτο για την απόρριψη της κύριας βάσης της από 15-7-2006 αγωγής της κατά του αναιρεσίβλητου περί πραγματικής συμβολής της στην αύξηση, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, στην περιουσία του τελευταίου, κατά ποσοστό 50%, για το οποίο και αναιρέθηκε, σε νέα όμως προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, που θα οριστεί με φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων, ώστε κατ' αυτή οι διάδικοι, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή, γνωρίζοντας επακριβώς το εύρος της αναιρετικής απόφασης, να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους.
Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτή, όπως αναφέρεται στην υπ' αριθ. 66/2017 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης που συντάχθηκαν από τη γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του, κατά το σχετικό περί τούτου αίτημα αυτής, όπως αναφέρεται στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 178 παρ.1, 180 παρ 1, 183, 189 παρ.1,191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 419/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση ενώπιον του ίδιου αναιρετικού τμήματος, κατά την οποία θα επαναφερθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ