1550/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1550/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1550 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1550/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΠΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σπανέλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Δαρούδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-2011 αγωγή φυσικών προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης και συνεκδικάστηκε με την από 2-4-2012 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 104/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 35/2016 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-5-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Διονυσοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 2-4-2012 παρεμπίπτουσα αγωγή η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη - αναιρεσείουσα, ιδιοκτήτρια αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο σ’ αυτήν για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων, υποχρεούται να της καταβάλει, κάθε ποσόν, που η ίδια θα υποχρεωθεί να καταβάλει, στους συγγενείς της θανούσης από το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, και ενάγοντες της κύριας αγωγής, που απευθύνθηκε και εναντίον της, ο θάνατος της οποίας επήλθε από υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου αυτοκινήτου (που δεν είναι διάδικος στην αναιρετική δίκη), επειδή αυτό μετέφερε φορτίο πέραν του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου, η υπέρβαση δε αυτή συνετέλεσε στην επέλευση του θανάτου και σύμφωνα με όρο της ασφαλιστικής σύμβασης είχε αποκλεισθεί η ασφαλιστική κάλυψη σ’ αυτήν την περίπτωση.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο, που συνεκδίκασε την κύρια με την παρεμπίπτουσα αγωγή, κατά το ενδιαφέρον μέρος, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την κύρια αγωγή κατά ένα μέρος, καθώς και την παρεμπίπτουσα. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν έφεση οι ενάγοντες της κύριας αγωγής, η ήδη αναιρεσείουσα και αντέφεση η αναιρεσίβλητη, επί των οποίων, αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, που δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση των κυρίως εναγόντων εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση, δέχθηκε την αγωγή, επιδικάζοντας χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και απέρριψε την αντέφεση, καθώς και την έφεση της αναιρεσείουσας παρεμπιπτόντως εναγομένης.
Η απόφαση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προσβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης κατά το κεφάλαιό της, που αφορά την κρίση της ως προς την παρεμπίπτουσα εξ αναγωγής αγωγή της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας.
Κατά το άρθρο 25 παρ. 11 της ... απόφασης του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ795/5-4-1978), αποκλείεται από την ασφάλιση ζημία, προξενούμενη "καθ’ όν χρόνον το όχημα μεταφέρει φορτίο ή επιβάτες πέραν του επιτρεπομένου ανωτάτου ορίου εκ της αδείας κυκλοφορίας του ή των σχετικών αποφάσεων των αρμοδίων αρχών, εφ’ όσον η υπέρβασις συνετέλεσε εις την επαύξησιν της ζημίας, κατά το μέτρον της επαυξήσεως".
Ο αποκλεισμός της ευθύνης του ασφαλιστή ισχύει και όταν η υπέρβαση αυτή συνετέλεσε κατά κύριο λόγο στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, έστω και αν συνέτρεχαν και άλλοι λόγοι υπαιτιότητας του οδηγού. Και ναι μεν η διάταξη αυτή είναι ανίσχυρη, καθ’ όσον αφορά τη σχέση του ασφαλιστή και του παθόντος τρίτου, ως ευρισκόμενη εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 6 παρ. 7 του Ν. 489/1976, αφού με αυτήν δεν καθορίζεται κάποιος γενικός όρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αλλά επιβάλλεται περιορισμός της ευθύνης του ασφαλιστή, όμως τέτοια απαλλακτική ρήτρα, υπέρ του ασφαλιστή, μπορεί επιτρεπτώς να συμπεριληφθεί ως συμβατικός όρος, στην ασφαλιστική σύμβαση (άρθρα 189, 192 Εμπ.Ν.
και ήδη άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 2496/1997), οπότε ισχύει στη σχέση μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου και επομένως ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται μεν από την υποχρέωση να αποζημιώσει το ζημιωθέντα τρίτο, έχει όμως το δικαίωμα να ζητήσει από τον ασφαλισμένο ό,τι κατέβαλε στο ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας που αυτός υπέστη και να ζητήσει την απόρριψη της κατ’ αυτού αγωγής του ασφαλισμένου, σε περίπτωση που ο τελευταίος ικανοποιήσει τον παθόντα.
Για να είναι δεσμευτικός ένας τέτοιος όρος αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή για τα μέρη της ασφαλιστικής σύμβασης πρέπει να έχει καταστεί περιεχόμενο της σύμβασης ασφάλισης. Αυτό μπορεί να γίνει είτε με ενσωμάτωση αυτούσιου του όρου στη σύμβαση ασφάλισης, είτε με παραπομπή της σύμβασης στους όρους της ...
ΑΥΕ. Αρκεί και παραπομπή απευθείας στο ΦΕΚ που περιέχει την ίδια υπουργική απόφαση. Εξάλλου για τη δέσμευση του ασφαλισμένου κατά τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης δεν είναι αναγκαίο να υπογράφεται το ασφαλιστήριο και από τον αντισυμβαλλόμενο ασφαλισμένο, γιατί η αποδοχή των όρων αυτών μπορεί να γίνει και σιωπηρά.
Το τελευταίο μπορεί να συμβεί και με την καταβολή του ασφαλίστρου, την παραλαβή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, με τη χρήση της ασφάλισης, θέτοντας το σχετικό σήμα ασφάλισης στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου, με την υποβολή στον ασφαλιστή υπεύθυνης δήλωσης ατυχήματος και ακόμα με την επίκληση και προσκόμιση του ασφαλιστηρίου στο δικαστήριο για τη στήριξη των αξιώσεών του.
Έτσι εφ’ όσον με την αποδοχή του ασφαλιστηρίου κατά τους προαναφερόμενους τρόπους, δημιουργείται δέσμευση του ασφαλισμένου, από τους συμπεριλαμβανόμενους σ’ αυτό όρους απαλλαγής του ασφαλιστή και ειδικότερα από τον παραπάνω όρο της περίπτωσης 11 του άρθρου 25 της ... ΑΥΕ δικαιούται ο ασφαλιστής να αξιώσει από τον ασφαλισμένο να του καταβάλει κάθε ποσόν που ο ίδιος θα καταβάλει ως αποζημίωση από αυτοκινητικό ατύχημα στο ζημιωθέντα τρίτο.
Παθητικά υποκείμενα του δικαιώματος αναγωγής του ασφαλιστή, όταν συντρέχει περίπτωση αποκλεισμού της ευθύνης του είναι ο υπαίτιος οδηγός, ο αντισυμβαλλόμενος, ανεξάρτητα αν έχει ή όχι παράλληλα και την ιδιότητα του ασφαλισμένου, δηλαδή του κυρίου, κατόχου ή οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ο ασφαλισμένος δηλαδή ο κύριος ή κάτοχος του αυτοκινήτου έστω και αν δεν οδηγεί το ασφαλισμένο αυτοκίνητο.
Καθένα από τα πρόσωπα αυτά ευθύνεται αυτοτελώς, υπάρχει δηλαδή παράλληλη και εις ολόκληρον υποχρέωση ενός εκάστου των παραπάνω υπόχρεων προσώπων έναντι του ασφαλιστή. Οι περιπτώσεις του αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή και εξαίρεσης αυτού από την ασφαλιστική κάλυψη, αποτελούν στην πραγματικότητα καλυμμένο ασφαλιστικό βάρος, το οποίο όπως προαναφέρθηκε απευθύνεται και αφορά κάθε ασφαλιζόμενο πρόσωπο δηλαδή όχι μόνο τον οδηγό αλλά και τον ιδιοκτήτη ή τον κάτοχο του οχήματος όταν οι τελευταίοι είναι πρόσωπα διαφορετικά από τον οδηγό και κατά των οποίων δικαιούται κατ’ αρχήν ο ασφαλιστής να ασκήσει αναγωγή, επικαλούμενος τη συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου.
Για να τελεσφορήσει όμως τελικά η αναγωγή αυτή, πρέπει τα παραπάνω πρόσωπα να βαρύνονται με υπαιτιότητα για τη σχετική παράβαση, η οποία συντρέχει όταν ο ιδιοκτήτης γνωρίζει ότι το αυτοκίνητο μεταφέρει υπέρβαρο φορτίο. Αν επομένως ο ιδιοκτήτης του οχήματος δε βαρύνεται με υπαιτιότητα, τότε δεν τελεσφορεί η εναντίον του ασκηθείσα αναγωγή του ασφαλιστή.
Πρέπει να σημειωθεί ότι με το Ν. 3557/2007 περιορίσθηκαν οι περιπτώσεις των λόγων εξαίρεσης τους οποίους προέβλεπαν τα άρθρα 25 και 26 της ... ΑΥΕ, μεταξύ αυτών και η προαναφερόμενη περίπτωση 11 του άρθρου 25, με συνέπεια αυτός ο λόγος να μην επιτρέπεται να διαλαμβάνεται πλέον ως λόγος εξαίρεσης στις συναπτόμενες συμβάσεις, στις δε υφιστάμενες να καθίσταται εφεξής αυτοδικαίως άκυρος, εφ’ όσον όμως δεν έχει επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση μέχρι την έναρξη της ισχύος του (14-5-2007).
Αντίθετα όταν η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε πριν από την έναρξη της ισχύος του ίδιου νόμου και γεννήθηκε και η σχετική αξίωση κατά του ασφαλιστή, όπως στην υπό κρίση υπόθεση, αυτή δεν επηρεάζεται από το νέο νόμο. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ σαφώς προκύπτει, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Αντίθετα, η κρίση, ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και συνεπώς και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
ΑΚ, προκύπτει, ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια του άρθρου 300 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος ή να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσόν της.
Στην περίπτωση αυτή, η μεν κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. η κρίση όμως για τη βαρύτητα του πταίσματος και για τον καθορισμό του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων ανελέγκτως τα ακόλουθα, σε σχέση με την παρεμπίπτουσα εξ αναγωγής αγωγή της αναιρεσίβλητης: "Ο Χ. Ζ., πρώτος κυρίως εναγόμενος (μη διάδικος στην κατ’ έφεση δίκη), εργαζόταν ως οδηγός φορτηγών αυτοκινήτων με εξαρτημένη σχέση εργασίας στη δεύτερη κυρίως εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "...
ΕΠΕ", με αντικείμενο χωματουργικές εργασίες. Η τελευταία, ως υπεργολάβος της εργολάβου κατασκευαστικής κοινοπραξίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που είχε αναλάβει την κατασκευή του Φράγματος ..., είχε ως έργο της την εκτέλεση χωματουργικών εργασιών και, ειδικότερα, τη φόρτωση και μεταφορά αργίλου από τη θέση "...", φόρτωση και μεταφορά μπαζών από το λατομείο, φόρτωση και μεταφορά φίλτρου ζώνης II, στραγγιστηρίου ζώνης III και αυτούσιου αμμοχάλικου...
Την 5.9.2006, λόγω βλάβης φορτωτικού οχήματος του παραπάνω υπεργολάβου..., η έτερη υπεργολάβος "... Ο.Ε." ανέλαβε εκτάκτως τη φόρτωση με αμμοχάλικο με το αρθρωτό όχημα με επικαθήμενο, κατοχής της κυρίως δεύτερης εναγομένης, η οποία το είχε αγοράσει με παρακράτηση κυριότητας και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη κυρίως εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη - αντεκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία.
Συγκεκριμένα, κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία (5.9.2006) το παραπάνω όχημα φορτώθηκε δύο φορές και εκτέλεσε δύο δρομολόγια, από τη θέση "..." προς το φράγμα ..., πλην, όμως, και στις δύο περιπτώσεις, φορτώθηκε με άμμο πλέον του μέγιστου επιτρεπόμενου μικτού βάρους. Ειδικότερα, κατά την πρώτη φόρτωση φορτώθηκε με άμμο βάρους 45.000 κιλών και κατά τη δεύτερη 48.900 κιλών, ενώ το επιτρεπόμενο μέγιστο βάρος, σύμφωνα με την άδεια κυκλοφορίας του, ανερχόταν σε 40.000 κιλά, ήτοι και στις δύο περιπτώσεις μετέφερε και υπέρβαρο φορτίο, το οποίο κατά τη δεύτερη μεταφορά ήταν της τάξης των επιπλέον 8.900 κιλών.
Την 5η Σεπτεμβρίου 2006, λοιπόν, περί ώρα 10:30 π.μ. ο Χ. Ζ., οδηγώντας το παραπάνω αρθρωτό φορτηγό όχημα με επικαθήμενο, κινούνταν για δεύτερη φορά την ίδια ημέρα (δεύτερο δρομολόγιο) στο .... της Εθνικής Οδού (Ε.Ο.) Κοζάνης - Ιωαννίνων. Συνεπιβάτης στο δεύτερο αυτό δρομολόγιο ήταν η μνηστή του Α. M. G. (όνομα) Τ. (επώνυμο), ετών 22 (γεν. 29.5.1984), υπήκοος Ρουμανίας.
Στο σημείο αυτό η εν λόγω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος είναι 7,2 μ., ήτοι 3,6 μέτρα ανά λωρίδα κατεύθυνσης, το δε πλάτος του ερείσματος 0,90 μ. εκατέρωθεν και στο μέσο της φέρει διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή. Στο συγκεκριμένο σημείο (....) η Ε.Ο.
εμφανίζει δεξιά στροφή για την πορεία των οχημάτων με κατεύθυνση από ... της τάξης των 90 μοιρών, της οποίας η είσοδος έχει ελαφρά κατηφορική κλίση, το τμήμα της καμπύλης της είναι επίπεδο, ενώ στην έξοδο υπάρχει ελαφρά ανηφορική κλίση. Την ώρα εκείνη οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, η κυκλοφορία των οχημάτων αραιή, η κατάσταση της οδού ξηρά, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από κανένα εμπόδιο και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων ήταν τα 70 χιλιόμετρα ανά ώρα.
Ο πρώτος εναγόμενος έβαινε με το παραπάνω όχημα στο ρεύμα κυκλοφορίας από ..., όταν κατά την έξοδό του από την ως άνω δεξιά στροφή της οδού, έχασε τον έλεγχο του οχήματός του, πλαγιολίσθησε προς τα αριστερά σε απόσταση μήκους 35,3 μ. και κατόπιν ανατράπηκε μέσα στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα να συνεχίσει την πορεία του με την αριστερή πλευρά του σε επαφή με το οδόστρωμα και εντός του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας για επιπλέον 7 μ.
απόσταση και να προσκρούσει σε αυλάκι στο αριστερό άκρο της οδού, το οποίο κατασκευάστηκε για να τοποθετηθεί η σωλήνωση για το έργο υδροδότησης των οικισμών του .... Ίχνη τροχοπέδησης δεν ανευρέθηκαν επί του οδοστρώματος. Ανευρέθησαν όμως επ’ αυτού και πλησίον της καμπίνας του οδηγού, κατά την τελική θέση του οχήματος, μικροθραύσματα γυαλιών και πλαστικών εξαρτημάτων, καθώς και χαραγές και χρώματα της καρότσας του οχήματος σε μήκος 7 μ.
μετά την ανατροπή του... Αποτέλεσμα των ανωτέρω ήταν η ως άνω συνεπιβαίνουσα, να εκτιναχθεί έξω από το παρμπρίζ του φορτηγού, να πέσει σε παρακείμενο, παράλληλο με την Εθνική Οδό και σε απόσταση 4 μ. από αυτήν και εκτεινόμενο καθ’ όλο το μήκος της χαντάκι, πλάτους και βάθους περίπου 1,5 - 2 μέτρων, να καταπλακωθεί σε κατακόρυφη θέση από τον τεράστιο όγκο της μεταφερόμενης άμμου και να αποβιώσει σχεδόν αμέσως.
Σύμφωνα με την από 5.9.2006 έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας Κοζάνης "η θέση του σώματός της ήταν κατακόρυφη, παγιδεύτηκε (σκεπάστηκε) από το φορτίο που μετέφερε το φορτηγό (άμμος) και απεγκλωβίστηκε από την Π.Υ. Κοζάνης την 12.15 ώρα". Σύμφωνα δε με την υπ’ αριθμ. πρωτ. ...9.2006 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Ι.
Χ., ο θάνατος της ανωτέρω "οφείλεται σε ασφυξία, προφανώς εκ καταχώσεως από όγκο άμμου και κάκωση της αυχενικής μοίρας και σπονδυλικής της στήλης". Αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος, ήτοι της ανατροπής του φορτηγού και της πρόσκρουσής του σε παρακείμενο αυλάκι, είναι ο πρώτος κυρίως εναγόμενος - οδηγός του, καθόσον οδηγούσε το φορτηγό όχημα, αφενός εν γνώσει του ότι τούτο είχε υπερφορτωθεί με υπέρβαρο περίπου εννέα (9) τόνων, πέραν του επιτρεπομένου κατά την άδεια κυκλοφορίας μεγίστου μικτού βάρους, παριστάμενος κατά τη φόρτωση και ζύγισή του και φέροντας το σχετικό ζυγολόγιο, αφετέρου έχοντας αναπτύξει αυξημένη ταχύτητα χωρίς να τη μειώσει, ως όφειλε, λόγω και της ιδιότητάς του ως επαγγελματίας οδηγός, πριν την είσοδό του σε δεξιά στροφή, με αποτέλεσμα τμήμα του μεταφερόμενου φορτίου αμμοχάλικου να μετατοπιστεί προς τα αριστερά και συνακόλουθα και το κέντρο βάρους του και να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματός του κατά την είσοδό του στην εν λόγω στροφή.
Συγκεκριμένα, το άνω μέρος του φορτίου βρισκόταν σε υψηλό σημείο από το έδαφος, γεγονός το οποίο, βάσει της φυγόκεντρου δυνάμεως πιέζει το φορτίο προς τα κάτω, αλλά και προς αντίθετη πλευρά από αυτή που διενεργεί στροφή το όχημα, παράμετροι οι οποίες τείνουν να περιστρέψουν -ανατρέψουν το όχημα. Η κατά 8.900 υπερφόρτωση του οχήματος σε συνδυασμό με την αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα, με την οποία έβαινε ο πρώτος εναγόμενος, προκάλεσαν τη μετατόπιση του φορτίου και την εξαιτίας αυτής ανατροπή του οχήματος.
Συγκεκριμένα, όπως προαναφέρθηκε, το όριο ταχύτητας στο σημείο εκτροπής του εν λόγω οχήματος ήταν 70 χλμ/ώρα, ενώ, σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η ταχύτητά του κατά τη στιγμή της ανατροπής ήταν 45 χλμ/ώρα, η δε ταχύτητά του πριν τη στιγμή της εκτροπής δεν κατέστη δυνατόν να υπολογιστεί εξαιτίας ελλιπών στοιχείων, καθώς δεν βρέθηκε κάρτα εντός του ταχογράφου, που καταστράφηκε κατά το ατύχημα και δεν υπήρχαν ίχνη πέδησης του οχήματος στο οδόστρωμα, ακόμη όμως και αν ήταν 45 χλμ/ώρα, ήταν υπερβολική, όχι σύμφωνα με το ανώτατο όριο ταχύτητας των 70 χλμ/ώρα, το οποίο αφορά τα οχήματα που δεν υπερβαίνουν το μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος, αλλά σύμφωνα με το όριο των περιστάσεων, το οποίο υπαγορεύει τη μείωση ταχύτητας σε ειδικές περιστάσεις και που επιβαλλόταν στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος οδηγός, λαμβάνοντας υπόψη το υπέρβαρο του φορτίου του, που μπορούσε να επηρεάσει ανά πάσα στιγμή το κέντρο βάρους του οχήματός του, με ανεξέλεγκτες συνέπειες, όπως αποδείχθηκε, στοιχεία που γνώριζε και όφειλε να γνωρίζει ως επαγγελματίας οδηγός, καθώς και της σημαντικής κλίσης της δεξιάς ως άνω στροφής (90 μοιρών) της οδού, η οποία του ήταν γνωστή, αφού εκτελούσε καθημερινά την εν λόγω διαδρομή (ήταν το δεύτερο δρομολόγιο που εκτελούσε την ίδια ημέρα), όφειλε και μπορούσε, πριν την είσοδό του στη συγκεκριμένη στροφή, να μειώσει την ταχύτητά του και να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να μπορεί συνεχώς να ελέγχει το όχημά του, συμπεριφορά όμως που δεν τήρησε, με συνέπεια την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος...
Το ως άνω ζημιογόνο όχημα ήταν κατά το χρόνο του ατυχήματος ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, με σύμβαση ασφάλισης που είχε συναφθεί ανάμεσα στην τελευταία και στην παρεμπιπτόντως δεύτερη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, ως λήπτρια αυτής, με την ιδιότητα της κατόχου του ασφαλισμένου Φ.Ι.Χ.
οχήματος, λόγω αγοράς με παρακράτηση κυριότητας, είχε δε συνταχθεί σχετικά το υπ’ αριθμ. .../ 2005 ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Στο εν λόγω συμβόλαιο και συγκεκριμένα στο εμπρόσθιο φύλλο του αναγράφεται ότι "με την παραλαβή του συμβολαίου (η λήπτρια της ασφάλισης) έλαβε γνώση των γενικών και ειδικών όρων που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του συμβολαίου ...".
Στην οπίσθια πλευρά του πρώτου φύλλου της σύμβασης αυτής, υπό τον τίτλο "Εξαιρέσεις κάλυψης", ορίζεται ότι: "Από την ασφαλιστική κάλυψη αστικής ευθύνης του παρόντος ασφαλιστηρίου εξαιρούνται οι περιπτώσεις ζημιών που αναφέρονται στα άρθρα 25 και 26 της Απόφασης του Υπουργού Εμπορίου ... (ΦΕΚ 795 τ. ΑΕ και ΕΠΕ), όπως ισχύει".
Επομένως, οι σχετικοί όροι με την ως άνω παραπομπή έχουν καταστεί μέρος της μεταξύ των συμβαλλομένων συμφωνίας. Οι όροι αυτοί γνωστοποιήθηκαν μαζί με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και παραδόθηκαν στη λήπτρια της ασφάλισης - παρεμπιπτόντως δεύτερη εναγομένη, όπως βεβαιώνεται από τη σχετική αναγραφή στο, εμπρόσθιο φύλλο του συμβολαίου, όπου αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι "Γενικοί και ειδικοί όροι παρελήφθησαν με το αρχικό συμβόλαιο", η οποία τους αποδέχθηκε σιωπηρά.
Ειδικότερα, όπως αποδεικνύεται από τη θεώρηση του ως άνω αρχικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που προσκομίζεται από την ασφαλιστική εταιρία, δεν υπάρχει η υπογραφή της αντισυμβαλλόμενης - λήπτριας της ασφάλισης -δεύτερης εναγομένης, πλην όμως, αυτή έχει αποδεχθεί σιωπηρώς τη μεταξύ τους ασφαλιστική σύμβαση, καταβάλλοντος τα ασφάλιστρα σύμφωνα και με όσα στην οικεία νομική σκέψη αναφέρονται.
Συνακόλουθα, η δεύτερη παρεμπιπτόντως εναγομένη, ως ασφαλισμένη, δεσμεύεται από την ασφαλιστική σύμβαση και τους σχετικούς ορούς αυτής και συγκεκριμένα από τον αναφερόμενο στο άρθρ. 25 παρ. 11 της Απόφασης του Υπουργού Εμπορίου ... (ΦΕΚ 795 τ. ΑΕ και ΕΠΕ). Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η υπέρβαση του μεταφερόμενου φορτίου, πέραν του μεγίστου επιτρεπομένου βάσει της άδειας κυκλοφορίας του οχήματος, συνετέλεσε, κατά κύριο λόγο, στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, ήταν δε σε γνώση του οδηγού του οχήματος.
Εξάλλου, το γεγονός του υπέρβαρου του μεταφερόμενου φορτίου ήταν σε γνώση και της δεύτερης παρεμπιπτόντως εναγομένης - εργοδότριας του πρώτου εναγομένου, υπό τις εντολές και κατευθύνσεις της οποίας ενεργούσε αυτός ως προστηθείς - υπάλληλός της με σχέση εξαρτημένης εργασίας. Συγκεκριμένα, η δεύτερη εναγομένη, σύμφωνα με το από 21.7.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, που κατήρτισε με την κατασκευαστική κοινοπραξία με την επωνυμία "...
Α.Ε." που είχε αναλάβει την κατασκευή του Φράγματος του ..., όπου στο άρθρο 4 αυτού, με τίτλο "Ενδεικτικές ποσότητες εργασιών - τιμές μονάδος", αναφέρεται ρητά ότι "4.1 Οι ενδεικτικές ποσότητες των εργασιών που έχουν προσμετρηθεί και οι τιμές μονάδος που συμφωνήθηκαν και αποτελούν το αντάλλαγμα που δικαιούται ο υπεργολάβος για την εκτέλεση του αντικειμένου του έργου έχουν ως ακολούθως:......γ) για τη φόρτωση και μεταφορά και αυτούσιου αμμοχάλικου προς τη θέση κατασκευής του έργου ένα ευρώ ανά κυβικό μέτρο...", θα αμειβόταν από την παραπάνω εργολάβο του έργου με βάση το βάρος του μεταφερόμενου φορτίου και όχι με βάση τα εκτελούμενα δρομολόγια των φορτηγών της, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, με συνέπεια η ίδια να ενδιαφέρεται και να δίνει ανάλογες οδηγίες στους οδηγούς των φορτηγών της, μεταξύ δε αυτών και στον πρώτο παρεμπιπτόντως εναγόμενο, να μεταφέρουν σε κάθε δρομολόγιο όσο γινόταν περισσότερη ποσότητα αμμοχάλικου.
Ενισχυτικό της παραπάνω κρίσης είναι και το γεγονός ότι, όπως προαναφέρθηκε, κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος (5.9.2006), ο πρώτος παρεμπιπτόντως εναγόμενος εκτελούσε ως οδηγός το δεύτερο για εκείνη την ημέρα δρομολόγιο μεταφοράς αμμοχάλικου και, σύμφωνα με τα δελτία αποστολής - ζυγολόγια αμφοτέρων των δρομολογίων, το όχημα και στα δύο δρομολόγια μετέφερε παράνομα υπέρβαρο φορτίο...
Συνακόλουθα, αφού αποδείχθηκε αφενός ότι η ως άνω προβλεπόμενη από το άρθρο 25 § 11 της ΥΑ Κ4/585Μ978 εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη, ήτοι υπέρβαρο μεταφερόμενου φορτίου πέραν του μέγιστου επιτρεπόμενου από την άδεια κυκλοφορίας του οχήματος, αποτέλεσε όρο της ασφαλιστικής σύμβασης που είχαν καταρτίσει η δεύτερη παρεμπιπτόντως εναγομένη με την παρεμπιπτόντως ενάγουσα, ο οποίος ήταν ενεργός κατά τον παραπάνω κρίσιμο χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, αφετέρου δε ότι η εξαίρεση αυτή συνετέλεσε, κατά κύριο λόγο, στην επέλευση του θανάτου της συνεπιβάτιδος του ζημιογόνου - ασφαλισμένου οχήματος, η ασφαλιστική εταιρία, απαλλάσσεται από την ευθύνη της εκ της ως άνω συμβάσεως και δικαιούται να ζητήσει από την παρεμπιπτόντως εναγομένη οποιοδήποτε ποσό θα καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες για την αποζημίωσή τους.
Σύμφωνα δε και με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη, ο αποκλεισμός της ευθύνης του ασφαλιστή, λόγω υπέρβασης του επιτρεπομένου φορτίου, ισχύει και όταν η υπέρβαση αυτή συνετέλεσε, κατά κύριο λόγο, στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, έστω και εάν συνέτρεχαν, όπως εν προκειμένω, και άλλοι λόγοι υπαιτιότητας του οδηγού".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ειδικότερα 1) την κατάρτιση σύμβασης ασφάλισης μεταξύ των διαδίκων, ενεργού κατά την επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, που αφορούσε την κάλυψη της αστικής ευθύνης της αναιρεσείουσας από τροχαία ατυχήματα, που θα προκαλούσε από την κυκλοφορία του φορτηγού αυτοκινήτου της κατοχής της, 2) ότι στη σύμβαση αυτή γίνεται ρητή παραπομπή στις διατάξεις της ΥΑ ...
και ρητή αναφορά στο άρθρο 25 αυτής και έτσι με την παραλαβή του σχετικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου από την αναιρεσείουσα, που προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και την καταβολή των ασφαλίστρων από την τελευταία, που αναπληρώνει την έλλειψη της υπογραφής της σ’ αυτό, απέκτησε συμβατική ισχύ ο περιοριστικός όρος της εξαίρεσης της ασφαλιστικής κάλυψης του άρθρου 25 παρ. 11 της ίδιας ΥΑ, 3) ότι το ασφαλισμένο όχημα κατά το χρόνο του ατυχήματος κυκλοφορούσε με φορτίο πέραν του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου από την άδεια κυκλοφορίας του, γεγονός που γνώριζε η αναιρεσείουσα και ο προστηθείς στην οδήγηση αυτού από την ίδια οδηγός και 4) ότι η υπέρβαση αυτή συνετέλεσε κατά κύριο λόγο στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και στην επέλευση του θανατηφόρου αποτελέσματος, με συνέπεια την απαλλαγή της αναιρεσίβλητης έναντι της αναιρεσείουσας για την κάλυψη ζημιάς τρίτων από την κυκλοφορία του ίδιου οχήματος, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις ίδιες διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, που δικαιολογούν την απόρριψη της έφεσης της αναιρεσείουσας και την κατ’ ουσίαν παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης - ασφαλιστικής εταιρείας.
Έλαβε δε υπόψη το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα τα διδάγματα της κοινής πείρας με βάση τα οποία ορθώς υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά, ειδικότερα ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του υπέρβαρου του μεταφερόμενου φορτίου και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, στους προαναφερόμενους ουσιαστικού δικαίου κανόνες που εφαρμόσθηκαν.
Περαιτέρω το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες ως προς τα παραπάνω ουσιώδη ζητήματα δηλαδή της κατάρτισης της ασφαλιστικής σύμβασης, της αποδοχής από την αναιρεσείουσα του προαναφερόμενου όρου αυτής, για τον αποκλεισμό της ευθύνης της αναιρεσίβλητης, της κυκλοφορίας του ασφαλισμένου οχήματος με υπέρβαρο φορτίο εν γνώσει της ασφαλισμένης και της επίδρασης αυτού του γεγονότος κατά κύριο λόγο στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ίδιων παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, που εφαρμόσθηκαν ώστε να δικαιολογείται η εφαρμογή τους.
Συνεπώς και οι δύο λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τους αρ. 1α, β και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση η ευθεία παραβίαση με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης αυτής λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τα παραπάνω ουσιώδη ζητήματα είναι αβάσιμοι. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/ 2012 παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), η οποία κατάθεσε και προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11.5.2016 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", περί αναιρέσεως της 35/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Σεπτεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ