1550/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Δήμητρα Μπουρνάκα και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1550/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αιτιολογία για τη δήμευση των περί ων ο λόγος κατασχεθέντων πραγμάτων είναι η εξής: "Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 310§2 και 373 ΚΠοινΔ, το Δικαστήριο με την τελευταία του απόφαση, αποφαίνεται περί της τύχης των πραγμάτων και πειστηρίων που κατασχέθηκαν κατά την διάρκεια της ανακρίσεως.
Full text
Απόφαση 1550 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1550/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Δήμητρα Μπουρνάκα και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Κ. Β. του Κ., κρατουμένου Φυλακών ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα, 2)Κ. Β. του Κ., κρατουμένου Φυλακών ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα, 3)Γ. Β. του Κ., κρατουμένου Φυλακών ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε, 4)Α. Β. του Κ., κρατουμένου Φυλακών ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε, 5)Ν. Β. του Κ., κρατουμένου Φυλακών ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε, 6)Δ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Ψύρρα, 7)Β. Σ. του Ν., κρατουμένου Αγροτικών Φυλακών Κασσάνδρας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Σταυρούλα Ψύρρα, 8)Γ. Β. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσοβόλα, 9)Α. - Τ. Α. Κ. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσοβόλα και παρεμβαίνουσα τρίτη και μη διάδικος "... Α.Ε." η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 166/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από: α)4 Νοεμβρίου 2011, επιδοθείσες στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 7 Νοεμβρίου 2011 τέσσερεις (4) αιτήσεις αναιρέσεως και στους από 22 Νοεμβρίου 2012, 22 Νοεμβρίου 2012, 22 Νοεμβρίου 2012, 6 Μαρτίου 2012 και 22 Νοεμβρίου 2012 προσθέτους λόγους που περιλαμβάνονται στα σχετικά δικόγραφα, των Κ. Β., Κ. Β., Γ. Β. και Α. - Τ. Α. Κ. Β. αντίστοιχα και β)7 Νοεμβρίου 2011, επιδοθείσες στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 7 και 8 Νοεμβρίου 2011, δύο (2) αιτήσεις αναιρέσεως των Δ. Σ. και Β. Σ., τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2011.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α)να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως των Γ. Β., Ά. Β. και Ν. Β., β)να απορριφθούν στο σύνολό τους οι αιτήσεις αναιρέσεως των Δ. Σ. και Β. Σ., να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα ως προς την αναιρεσείουσα Γ. Β., ως προς την περί δημεύσεως διάταξή της και να παραπεμφθεί κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος της για νέα συζήτηση, να επεκταθεί δε το αναιρετικό αυτό αποτέλεσμα (της διατάξεως περί δημεύσεως) σε όλους τους καταδικασθέντες (και στους μη ασκήσαντες αναίρεση) κατά το άρθρο 469 Κ.Π.Δ και να απορριφθούν οι λοιπές κρινόμενες αιτήσεις κατά τα λοιπά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι δηλώσεις αναιρέσεως υπό ημερομηνίας επιδόσεως προς τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου 7/11/2011 των Κ. Κ. Β., Κ. Κ. Β., Γ. Κ. Β., Α. Κ. Β., Ν. Κ. Β., Δ. Ν. Σ., Β. Ν. Σ., Γ. Κ. Β. το γένος Ν., Α. - Τ. Κ. Β., το γένος Α., στρέφονται κατά της ιδίας, υπ’ αριθμ.166/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας και πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ των προδήλου συνάφειας.
Με τις άνω δηλώσεις πρέπει να συνεκδικασθούν και οι πρόσθετοι λόγοι που κατέθεσαν νομοτύπως και εκπροθέσμως οι Κ. Κ. Β. και Κ. Κ. Β. την 23/11/2012 οι Γ. Κ. Β., Ά. Κ. Β. και Ν. Κ. Β. την 27/11/2012 και οι Γ. Ν. Κ. Β. την 21/3/2012 και 23/11/2012 και Α. - Τ. Α. συζ.Κ. Β. την 23/11/2012 έκαστος με αυτοτελές δικόγραφο (άρθρο 509 παρ.2 Κ.Π.Δ.) Κατά τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.
γ’ Κ.Π.Δ ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 514 εδ. α’ ιδίου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 514 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει, ότι σε περίπτωση που αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν κατ’ αυτήν χωρίς νέα κλήτευση, ακόμα και αν δεν ήταν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής αποφάσεως.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και προς εκείνη της παρ. 3 του άνω άρθρου 513, προκύπτει ότι αν, κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν εμφανισθεί στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, ο αιτών την αναίρεση ή δεν εμφανισθεί προσηκόντως με συνήγορο, αν και εκλητεύθη νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 ΚΠΔ και πριν από την προθεσμία που ορίζει το άρθρο 166 ιδίου Κώδικα για να παραστεί, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται και καταδικάζεται ο αναιρεσείων, κατά το άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ στα δικαστικά έξοδα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 2/12/2011 αποδεικτικά επιδόσεως του Π. Π. Γραμματέως του Κ.Κ...., επεδόθη είς έκαστο των αναιρεσειόντων Γ., Ά. και Ν. Β., νομίμως και εμπροθέσμως, η υπ’ αριθμ..../1-12-2011 κλήση του εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, για να παραστούν με συνήγορο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά την δικάσιμο της 11/5/2012, κατά την οποίαν ανεβλήθη η υπόθεση για την δικάσιμο της 14/12/2012 οπότε ανεβλήθη και πάλι (λόγω αποχής των δικηγόρων) για την εις την αρχή της παρούσης αναφερομένη συνεδρίαση, προκειμένου να υποστηρίξουν τις άνω αιτήσεις τους αναιρέσεως.
Συνεπώς εφ’ οσον οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν ενεφανίσθησαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξουσίους συνηγόρους, όταν εξεφωνήθη το ονοματεπώνυμο εκάστου κατά την ανωτέρω συνεδρίαση, πρέπει να απορριφθούν οι δηλώσεις αναιρέσεώς των ως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτών και να επιβληθούν εις βάρος εκάστου τα δικαστικά έξοδα ως εις το διατακτικό. Οι λοιπές αιτήσεις, έχουσαι ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, δεδομένου ότι η καταχώριση της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο έγινε την 18/10/2011, όπως προκύπτει από την σχετική επισημείωση της αρμοδίας γραμματέως, εν τέλει αυτής, προς δε και οι πρόσθετοι λόγοι έχοντες επίσης ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, είναι τυπικά δεκτές και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτών.
Κατ’ άρθρο 171 ΚΠΔ "Ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται: παρ.1 Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν α)τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων.....για ακυρότητα εξ αιτίας κακής σύνθεσεώς του...", κατά δε το άρθρο 14 παρ.3 ιδίου Κώδικος "ο δικαστής που έχει συμπράξει στην έκδοση απόφασης, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση ή αναίρεση, αποκλείεται να δικάσει στις δύο τελευταίες περιπτώσεις".
Εκ των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει ότι κακή σύνθεση του δικαστηρίου της ουσίας, η ύπαρξη της οποίας ιδρύει τον εις τον άρθρον 510 παρ.1 στοιχ.Α’ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, δεν υφίσταται όταν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο που δικάζει έφεση του κατηγορουμένου συμμετέχει ο ίδιος εισαγγελεύς ο οποίος έχει ασκήσει εισαγγελικά καθήκοντα κατά την προδικασία στην ίδια υπόθεση ή είχε υποβάλλει πρόταση στο συμβούλιο που παρέπεμψε τον κατηγορούμενο και ήσκησε έφεση κατά απαλλακτικών διατάξεων της εκκαλουμένης πρωτοδίκου αποφάσεως.
Ο κατά την ανωτέρω παρ.3 του άρθρου 14 ΚΠΔ αποκλεισμός του δικαστού στην εκδίκαση υποθέσεως κατ’ έφεση (και αναίρεση) προϋποθέτει ότι αυτός έχει συμπράξει στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ο εισαγγελεύς όμως, ο οποίος είναι μεν δικαστικός λειτουργός με την συμμετοχή του στη σύνθεση του δικαστηρίου, όπου, αναφορικά με την εκδιδομένη από αυτό απόφαση περιορίζεται απλώς να αναπτύξει την κατηγορία και να προτείνει την ενοχή ή την αθώωση του κατηγορουμένου, δεν συμπράττει στην έκδοση της αποφάσεως, η οποία προϋποθέτει ψήφο του δικαστού (ΑΠ 1729/2008).
Ούτε η άνω συμμετοχή του προσκρούει στο άρθρο 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α. που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, εις τρόπον ώστε να δημιουργεί απόλυτο ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για κακή σύνθεση του δικαστηρίου. Η τυχόν δυσπιστία για το αμερόληπτο του εισαγγελικού αυτού λειτουργού κατά την εκδίκαση της εφέσεως, μπορεί σύμφωνα με το άρθρο 15 ΚΠΔ να προταθεί ως λόγος εξαιρέσεως και ούτως εξασφαλίζεται το δικαίωμα του προσώπου να δικασθεί η υπόθεσή του κατά τρόπο δίκαιο από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο (ΑΠ 954/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες Κ. Β. και Κ. Β. αιτιώνται δι’ απόλυτο ακυρότητα της διαδικασίας, διότι ο εισαγγελεύς της έδρας που συμμετείχε κατά την εκδίκαση της εφεσεώς των, είχε ασκήσει εισαγγελικά καθήκοντα στο στάδιο της προδικασίας, είχεν υποβάλλει παραπεμπτική πρόταση στο Συμβούλιο και είχεν ασκήσει έφεση κατ’ απαλλακτικών διατάξεων της πρωτοδίκου αποφάσεως.
Ο λόγος αυτός, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α’ ΚΠΔ πρώτος των κυρίως δικογράφων των δηλώσεων αναιρέσεως των ανωτέρω με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη για απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής συνθέσεως του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση εκ της περιγραφείσης συμμετοχής του εισαγγελέως στη σύνθεσή του, είναι σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν αβάσιμος.
Περαιτέρω η σχετική αιτίαση αυτών, ότι η μετά την μη δήλωση αποχής του εισαγγελέως υποβληθείσα ένσταση εξαιρέσεως αυτού (εισαγγελέως) στηριζομένη στα αυτά ως άνω γεγονότα απερρίφθη χωρίς αιτιολογία, είναι αβάσιμος, διότι το δικαστήριο εδέχθη, όπως εκ της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ότι ουδέν άλλο γεγονός, πέραν των αναφερθέντων σχετικά με την συμμετοχή του εις πράξεις της προδικασίας περιλαμβάνεται στην ένσταση ικανό να δικαιολογεί δυσπιστία για την αμεροληψία του εισαγγελέως, εις πάσα περίπτωση δε ότι δεν απεδείχθησαν συγκεκριμένα περιστατικά που να δικαιολογούν αυτή την δυσπιστία.
Εκ του συνδυασμού των διατάξεων του άνω άρθρου 14 παρ.3 ΚΠΔ με τις λοιπές διατάξεις των 1 και 2 του ιδίου άρθρου, που διαλαμβάνουν τους λόγους αποκλεισμού των δικαστικών προσώπων, προκύπτει ότι δεν αποκλείεται ο δικαστής κατά την άσκηση των δικαστικών του καθηκόντων σε ποινική υπόθεση, όταν έχει ασκήσει ανακριτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση και συνεπώς δεν υπάρχει κακή σύνθεση του δικαστηρίου, δημιουργούσα απόλυτο ακυρότητα κατ’ άρθρο 171 παρ.1α ΚΠΔ και ιδρύουσα λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1Α ιδίου Κώδικος.
Η τυχόν δυσπιστία και εδώ στο πρόσωπο του δικαστού για το αμερόληπτο αυτού μπορεί να προταθεί από τον κατηγορούμενο και τα λοιπά στο άρθρο 16 αναφερόμενα πρόσωπα, ως αίτηση εξαιρέσεως (η οποία, εάν γίνει δεκτή, έχει ως συνέπεια να μην επιτρέπεται το εξαιρεθέν πρόσωπον να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου). (ΑΠ 978/2004, 553/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες Κ. Β., Κ. Β. Γ. σύζυγος Κ. Β. και Α. - Τ. Α. σύζυγος Κ. Β. αιτιώνται δι’ απόλυτο ακυρότητα της διαδικασίας εξ αιτίας κακής συνθέσεως του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση επειδή ο Πρόεδρος Εφετών Ν. Ζ. είχεν, ως Αναπληρωτής Ειδικός Εφέτης Ανακριτής, λάβει την απολογία του καταδικασθέντος κατηγορουμένου, Κ.
Κ.Β., όπερ αντίκειται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Όμως εκ της άνω ενεργείας του Προέδρου του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης ουδείς λόγος αποκλεισμού του συνέτρεχε κατά διάταξη νόμου από την σύνθεση αυτού, δεν ισχυρίζονται δε οι ανωτέρω ότι εζήτησαν την εξαίρεσή του λόγω δυσπιστίας ως προς την αμεροληψία του εκ της ανωτέρω λήψεως της απολογίας του Κ.
Β., ούτε, άλλωστε, προκύπτει τοιούτον τι εκ των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Συνεπώς ο σχετικός δεύτερος λόγος των κυρίως δικογράφων των δηλώσεων αναιρέσεως των Κ. και Κ. Β., πρώτος της Γ. Κ. Β. και τρίτος της Α. - Τ. συζ.Κ. Β. εκ του άρθρου 510 παρ.1 Α’ ΚΠΔ είναι απαράδεκτοι.
Κατ’ άρθρο 171 ΚΠΔ "Ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται 1)Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν ....α)....δ)την εμφάνιση την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο...". Εκ των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αφορά εις όλας τα περιπτώσεις κατά τας οποίας υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστού να δημιουργήσει εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των άνω δικαιωμάτων.
Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 502 παρ.1 εδ.γ’ και δ’ ΚΠΔ κατά την συζήτηση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο "διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, ....και τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 364.
Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα άρθρα 329-338, 340, 344, 347, 348, 349, 352, 357-363, 366-373". Εξ αυτών προκύπτει ότι το άρθρο 353, του οποίου η παρ.2 αναφέρεται στην κατ’ άρθρο 231 παρ.4 διατασσομένη βιαία προσαγωγή των μαρτύρων, καίτοι εκλητεύθησαν νομοτύπως και εμπροθέσμως, και το τελευταίο αυτό άρθρο, δεν εφαρμόζονται στην κατ’ έφεση δίκη, αφού δεν περιλαμβάνονται στα άνω αναφερόμενα άρθρα.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες Κ. και Κ. Β. αιτιώνται δι’ απόλυτο ακυρότητα της διαδικασίας, εκ του ότι το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης απέρριψε το αίτημα περί βιαίας προσαγωγής μαρτύρων ως μη νόμιμο και ανέγνωσε τα πρακτικά της πρωτοβαθμίου δίκης, στα οποία εμπεριέχονται και οι καταθέσεις των απολιπομένων μαρτύρων κατηγορίας.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, με τις σκέψεις του άρθρου 502 κατά το οποίο δεν εφαρμόζονται στην κατ’ έφεση δίκη οι διατάξεις των άρθρων 231 παρ.4 και 353 Κ.Π.Δ., ορθώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως άνω απέρριψε το αίτημα περί βιαίας προσαγωγής των κλητευθέντων και μη εμφανισθέντων μαρτύρων κατηγορίας ως μη νόμιμο και ανέγνωσε τα πρακτικά της πρωτοβαθμίου δίκης, που περιείχαν τις καταθέσεις των, ενώ περαιτέρω, με επάλληλη σκέψη, το αίτημα αυτό απέρριψεν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο. (φυλλ.173-174).
Συνεπώς ο σχετικός λόγος των (κυρίως δικογράφων των) δηλώσεων αναιρέσεως, τρίτος αυτών εκ του άρθρου 510 παρ.1 Α’ ΚΠΔ των Κ. και Κ. Β. υποστηρίζων τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση δε είναι απαράδεκτος, εφόσον δεν πλήττεται με τον αναιρετικό λόγο η αυτοτελώς στηρίζουσα το διατακτικό της αποφάσεως επάλληλη αιτιολογία αυτής περί της ουσιαστικής αβασιμότητας αυτού.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών των τελευταίων στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλομένους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς κατά τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ δηλαδή εκείνους που κατατείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή στην μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στην μείωση της ποινής.
Δεν είναι όμως αυτοτελείς, οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί ή τα επιχειρήματα προς απόκρουσή της όπως είναι η αμφισβήτηση των στοιχείων της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που αποτελεί απλή άρνηση της ενοχής, και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επ’ αυτών, αφού απαντά με τις αιτιολογίες και τις παραδοχές επί της ενοχής.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες Κ. και Κ. Β., αιτιώνται δι’ έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι, καίτοι ισχυρίσθησαν μη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση, λόγω ανυπαρξίας του πραγματοπαγούς χαρακτήρα αυτής, αφού οι ίδιοι αποτελούν μόνο μέλη μιάς τσιγγάνικης οικογένειας, χωρίς καμμία σχέση με τους αδελφούς Δ.
και Β. Σ., το δικαστήριο δεν απήντησε στον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό των. Όμως τα ανωτέρω συνιστούν άρνηση της κατηγορίας και όχι αυτοτελή ισχυρισμό, ώστε να χρήζει (και) να τύχει απαντήσεως, και το δικαστήριο απήντησε με τις παραδοχές επί της ενοχής αυτών (ως και των Δ. και Β. Σ. ως κατωτέρω) για την συγκρότηση δομημένης ομάδος με διαρκή δράση από τις αρχές του έτους 2000 η οποία (δράση) από της ενάρξεως του Ν.2928/27-6-2001 κατά τις παραδοχές της αποφάσεως κατέστη αξιόποινη, (φύλλα 315 σελ.β’ , 316 σελ.α’ προσβαλλομένης), από τρία τουλάχιστον πρόσωπα, με οργανωτική υποδομή και προγραμματισμένο σχεδιασμό, η οποία ενεργούσε συντονισμένα και με σύστημα επιλογής θυμάτων από πρόσωπα ιδίως του επιχειρηματικού κόσμου και τα οποία αντιμετώπιζαν οξυμένα οικονομικά προβλήματα και η οποία σκοπόν είχε την τέλεση κακουργημάτων από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 187 Π.Κ.
τοκογλυφίας, εκβιάσεως, απάτης, ληστείας, πλαστογραφίας, νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα (φύλλα 316 σελ.β’ , 317 σελ.α’ , β’ , επ. 319 σελ.β’ προσβαλλομένης).
Συνεπώς διέλαβεν η απόφαση επαρκή αιτιολογία ως προς την κατάφαση της εκ μέρους των συγκροτήσεως εγκληματικής οργανώσεως και ο σχετικός τέταρτος λόγος των κυρίως δικογράφων των δηλώσεων αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 Δ’ ΚΠΔ των Κ. και Κ. Β., είναι αβάσιμος. Για την ίδια ως άνω δικαιολογητική αιτία είναι απορριπτέος και ο πέμπτος αναιρετικός λόγος του κυρίου δικογράφου του αναιρεσείοντος Κ. Β. εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ με τον οποίο αυτός μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας διότι απέρριψε σιωπηρά τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί μη στοιχειοθέτησης αντικειμενικά των εγκλημάτων της τοκογλυφίας κατ’ επάγγελμα και της ηθικής αυτουργίας σε τοκογλυφία κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα για τα οποία καταδικάσθηκε αυτοτελώς, ενώ κατά τον ισχυρισμό του έπρεπε να καταδικασθεί μόνον για μία πράξη.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, δηλαδή της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, απαιτείται α) αν δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει καμία αιτιολογία, ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο ή τα κεφάλαια που πλήττει η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία που δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, (απαιτείται) να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι συνίσταται η προβαλλομένη έλλειψη, ασάφεια ή αντίφαση ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο ή τα κεφάλαια της αποφάσεως που πλήττονται ή ποία αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εξετιμήθησαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ ΑΠ 2/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Κ. Β. με τον πέμπτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεώς του εκ του άρθρου 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ, μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αιτιώμενος κατά λέξη "δεν αναφέρει (η προσβαλλομένη) με την απαιτουμένη πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνήγαγε την περί ενοχής μου κρίση, ώστε να υφίσταται η δυνατότητα του ακυρωτικού ελέγχου περί της συγκροτήσεως ή μη της αντικειμενικής αλλά και της υποκειμενικής υποστάσεως των αδικημάτων για τα οποία καταδικάσθηκα.
Και είναι μεν ανεξέλεγκτη η κρίση επί της ουσίας, πρέπει όμως αυτή να βασίζεται σε συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία, μνημονευόμενα σαφώς και ρητώς στο σκεπτικό της αποφάσεως". Έτσι διατυπούμενος όμως ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η επικαλούμενη έλλειψη, (δεδομένου ότι όπως προκύπτει από την προβαλλομένη απόφαση αυτή έχει αιτιολογία) και ειδικότερα ποίες ασάφειες ή αντιφάσεις περιέχει η προσβαλλομένη και σε ποία συγκεκριμένα αδικήματα από αυτά που καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων αναφέρονται.
Κατά το άρθρο 2 παρ.1 του ν.2331/1995 "Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες..."με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος από κερδοσκοπία ή με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία, που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα.
Αν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ’ επάγγελμα ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ή υπότροπος, τιμωρείται με ποινή καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών, εφ’ όσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης ποινής. Κατ’ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, σύμφωνα με το άρθρο 13 περ. στ’ Π.Κ., όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος.
Ως νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα νοείται η διαδικασία μέσω της οποίας αποκρύπτεται η ύπαρξη, η παράνομη πηγή ή η παράνομη χρήση εσόδων τα οποία στη συνέχεια μεταμφιέζονται με τέτοιο τρόπο ώστε η προέλευσή τους να εμφανίζεται ως νόμιμη. Για να μπορεί να γίνει λόγος για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, απαιτείται να έχει προηγηθεί μια άλλη εγκληματική δραστηριότητα, γεγονός που σημαίνει ότι δημιουργείται έτσι μία σχέση κυρίας και επομένης πράξεως, στην οποία κυρία πράξη (βασικό αδίκημα) είναι τα εγκλήματα τα οποία περιοριστικώς αναφέρονται στο άρθρο 1 του Ν. 2331/1995 (και όπως ετροποποιήθη με τους Ν.2479/1997, 2656/1998, 3424/2005, 3691/2008).
Από τη γραμματική διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995, σαφώς συνάγεται ότι αποκλείεται η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού αδικήματος από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα με το δράστη του επομένου αδικήματος της νομίμοποιήσεως των εσόδων αυτών, μόνο στην περίπτωση της παροχής συνδρομής σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα και αυτό γιατί αναφέροντας ο νόμος την παροχή συνδρομής σε ενεχόμενο σε εγκληματική δραστηριότητα πρόσωπο, προφανώς αναφέρεται σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο είναι το ενεργητικό υποκείμενο μιάς εκ των πράξεων του άρθρου 1 του Ν. 2331/1995, με συνέπεια, στην περίπτωση αυτή, να αποκλείεται η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού αδικήματος από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα με τον υπαίτιο του επομένου αδικήματος της νομιμοποιήσεως των εσόδων αυτών.
Από αυτό συνάγεται ότι, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, αφού ο νόμος δεν διακρίνει και, επιπλέον, χρησιμοποιεί την έκφραση "όποιος", ενεργητικό υποκείμενο του αδικήματος του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995 μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, ακόμα και ο αυτουργός ενός από τα βασικά αδικήματα, τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 1 του νόμου αυτού.
Τούτο καθόσον, τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 του Ν. 2331/1995 αδικήματα, τελούν σε πραγματική συρροή με τα αναφερόμενα στο άρθρο 2 του ιδίου νόμου αδικήματα και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι αναφερόμενες στο άρθρο 2 αξιόποινες ενέργειες αποτελούν μη τιμωρητέες ύστερες πράξεις, όταν μάλιστα αυτές τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος, ενώ πολλές βασικές αξιόποινες πράξεις τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος.
Εκτός αυτού, δεν τίθεται θέμα επικουρικότητας των προβλεπομένων από τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 2331/1995 αδικημάτων, σε σχέση με τα αδικήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του νόμου αυτού, αφού δεν πρόκειται για περισσότερες μορφές συμμετοχής στο ίδιο αδίκημα, αλλά περί εκτελέσεως δύο αυθυπάρκτων, διακρινομένων μεταξύ τους, αδικημάτων, το κάθε ένα από τα οποία συγκροτείται από ιδιαίτερα στοιχεία.
Ούτε, όμως, περί απορροφήσεως αδικήματος προβλεπομένου από το άρθρο 2 του Ν. 2331/1995 σε αδίκημα προβλεπόμενο από το άρθρο 1 του νόμου αυτού μπορεί να γίνει λόγος και αυτό γιατί εφαρμογή της αρχής της απορροφήσεως υπάρχει μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η ύστερη πράξη συνάπτεται σε ενότητα προς άλλη προηγούμενη, συνιστώσα απλώς εξασφάλιση ή χρησιμοποίηση του, με την προηγούμενη πράξη, κτηθέντος, χωρίς, όμως, να προσβάλλει άλλα έννομα αγαθά του ιδίου ή άλλου προσώπου ή της κοινωνικής ολότητας, γιατί μόνο σ’ αυτή την περίπτωση μπορεί να υποστηριχθεί ότι η εφαρμογή της πρώτης προβλέψεως καλύπτει όλη την απαξία, αντικειμενική και υποκειμενική, της εγκληματικής δράσεως του υπαιτίου.
Τα αδικήματα, όμως, του άρθρου 1 του Ν. 2331/1995, πολλά εκ των οποίων είναι πλημμελήματα, δεν καλύπτουν την απαξία των αδικημάτων του άρθρου 2 του νόμου αυτού, τα οποία είναι όλα κακουργήματα, ούτε έχουν ιστορική ενότητα μεταξύ τους. (ΑΠ 570/2006, ΑΠ 696/2010). Τέλος όταν οι "εγκληματικές δραστηριότητες" ήτοι τα βασικά εγκλήματα εκ των οποίων προήλθεν η νομιμοποίηση εσόδων και αυτή επραγματοποιήθη με περισσοτέρους διαφόρους τρόπους (αγορά, μεταβιβαστικές πράξεις, καταθέσεις) για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής για νομιμοποίηση εσόδων αποφάσεως, δεν απαιτείται να αναφέρεται από ποία συγκεκριμένη (προηγουμένη) πράξη, ποίο δηλαδή βασικό έγκλημα προήλθαν οι συγκεκριμένες (επόμενες ήτοι) νομιμοποιήσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ο αναιρεσείων Κ. Β. εκηρύχθη ένοχος (και) για νομιμοποίηση εσόδων (χρημάτων), τα οποία προήρχοντο από τις πράξεις τοκογλυφίας, απάτης και εγκληματικής οργάνωσης, με α)την μετατροπή αυτών σε περιουσιακό στοιχείο αγορά αυτοκινήτου την 30/11/2005, και β)την τοποθέτησή των σε τραπεζικούς λογαριασμούς από 1/6/2004 έως 30/9/2006, από 21/8/2003 έως 12/1/2005 από 4/2/2003 έως 15/2/2006, αναφερομένους (στην απόφαση) κατ’ ακριβή ημεροχρονολογία, αριθμ.συναλλαγής, αιτιολογία πράξεις τελεσθείσες κατ’ επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεσή των και με την υποδομή που είχε διαμορφώσει ως αρχηγός και μέλος δομημένης και με διαρκή δράση ομάδας, προκύπτει σκοπός προς παρισμόν εισοδήματος δια της άνω νομιμοποιήσεως παρανόμων κερδών.
Επίσης ο αναιρεσείων Κ. Β. εκηρύχθη ένοχος και για νομιμοποίηση εσόδων (χρημάτων) τα οποία προήρχοντο από τις πράξεις κλοπής ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, εκβιάσεως, απάτης, τοκογλυφίας και εγκληματικής οργάνωσης, με μετατροπή μεν σε αναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία, με απόκρυψη δε με καταθέσεις στους αναφερομένους τραπεζικούς λογαριασμούς, μέσω των οποίων με αναλήψεις και εκ νέου καταθέσεις πραγματοποίησε περαιτέρω διάθεσή των για κάλυψη αναγκών αλλά και με διενέργεια περαιτέρω επενδύσεων, δια της συμμετοχής του σε πλειστηριασμούς, εις τους οποίους ανεδείχθη τελευταίος πλειοδότης και άλλοτε μεν εις αυτόν κατεκυρώθησαν τα πλειστηριασθέντα ακίνητα, των οποίων και κατέστη κύριος, δια της μεταγραφής της κατακυρωτικής εκθέσεως, άλλοτε δε κατέστη δικαιούχος του δικαιώματος εκδόσεως στο όνομά του της περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως, δια της αγοράς αυτοκινήτων, δια της αποκτήσεως κερδισμένων δελτίων διαφόρων τυχερών παιγνίων Ο.Π.Α.Π. (στοίχημα ποδόσφαιρο ...), δια της καταθέσεως σε Τραπεζικούς λογαριασμούς της ...
Γ. και αναλήψεως από αυτούς, πράξεων τελεσθεισών κατ’ επάγγελμα, καθ’ όσον από την επανειλημμένη τέλεσή των και με την υποδομή που είχε διαμορφώσει ως δεύτερος στην ιεραρχία και μέλος δομημένης και με διαρκή δράση ομάδας προκύπτει σκοπός προς πορισμόν, εισοδήματος δια της άνω νομιμοποιήσεως παρανόμων εσόδων.
Επίσης (και) οι αναιρεσείοντες αδελφοί Δ. και Β. Σ. εκηρύχθησαν ένοχοι και για νομιμοποίηση εσόδων (χρημάτων), τα οποία προήρχοντο από τις πράξεις της εκβιάσεως κατ’ επάγγελμα, της τοκογλυφίας κατ’ επάγγελμα και της εγκληματικής οργάνωσης, με μετατροπή μεν στα αναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία, με απόκρυψη δε με καταθέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς, μέσω των οποίων με αναλήψεις και εκ νέου καταθέσεις ενήργησαν περαιτέρω διάθεσή των και δή ο Δ.
Σ. δια της αγοράς οικοπέδων και αγρών, δια της συμμετοχής του εις πλειστηριασμόν και της κατακυρώσεως εις αυτόν ακινήτου ως και διά καταθέσεως σε λογαριασμούς ταμιευτηρίου που τηρούσε στην ... και με την σύζυγό του Ε. Β., στην ... προς δε και δι’ αποκτήσεως αμοιβαίων κεφαλαίων της ... ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ, αναφερομένων όλων των ανωτέρω στην προσβαλλομένη απόφαση και ακριβή ημεροχρονολογία συναλλαγής, αιτιολογία, ο Β.
Σ. δια της αγοράς διαμερίσματος, αγροτεμαχίου και αυτοκινήτου, ως και δια καταθέσεως σε λογαριασμούς ταμιευτηρίου ... που τηρούσε με την σύζυγό του Θ. Β. και Ταμιευτηρίου που τηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα ... ως και σε λογαριασμό που τηρούσε στην ... Λαρίσης πράξεων τελεσθεισών υπ’ αμφοτέρων κατ’ επάγγελμα βάσει σχεδίου έχοντας διαμορφώσει οργανωμένη ετοιμότητα με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως του εγκλήματος της νομιμοποιήσεως παρανόμων εσόδων.
Νυν οι Κ. και Κ. Β. αιτιώνται ότι, καίτοι ισχυρίσθησαν ότι δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, υπό την έννοιαν τόσο της μη εκθέσεως του γεγονότος εκ ποίας βασικής δραστηριότητος ειδικώς προήλθεν η κάθε μορφής αναφερομένη νομιμοποίηση, όσο και της μη νομικής δυνατότητος ταυτίσεως του δράστου της προηγουμένης βασικής πράξεως και της πράξεως της νομιμοποιήσεως, ούτε συντρέχει η κατ’ επάγγελμα τέλεση της τελευταίας, το δικαστήριο δεν απήντησε στον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό.
Όμως τα ανωτέρω δεν αποτελούν αυτοτελή ισχυρισμό, αλλ’ άρνηση της κατηγορίας για την πράξη της νομιμοποιήσεως εσόδων και το δικαστήριο, καίτοι δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ειδικώς, απήντησε με την επί της ενοχής πλήρη αιτιολογία αφού, κατά τ’ άνω εκτεθέντα το μεν για την πληρότητα της αιτιολογίας, απαιτείται μεν η αναφορά των βασικών πράξεων εξ ων προήλθεν η νομιμοποίηση, χωρίς όμως να απαιτείται και η αναφορά ότι η συγκεκριμένη πράξη νομιμοποιήσεως εσόδων προήλθεν εκ της ορισμένης βασικής εγκληματικής πράξεως, το δε, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως στην προκειμένη περίπτωση οι δράστες των βασικών πράξεων είναι και οι δράστες της νομιμοποιήσεως εσόδων εξ αυτών, ως αυτουργοί της τελευταίας αυτής και, εντεύθεν, ταυτίζονται.
Κατά συνέπειαν ο σχετικός λόγος εκ του άρθρου 510 παρ.1 Δ’ ΚΠΔ έκτος των κυρίως δικογράφων των δηλώσεων αναιρέσεως των Κ. και Κ. Β., είναι αβάσιμος.
Εξάλλου και οι αναιρεσείοντες αδελφοί Σ. αιτιώνται ο μεν Δ. ότι α)η προσβαλλομένη απόφαση δεν εξειδικεύει από ποίες συγκεκριμένες δραστηριότητες προέκυψαν συγκεκριμένα παράνομα έσοδα και β)ότι κατά τον Ν.2331/1995 η νομιμοποίηση εσόδων αποκλείει την ταυτότητα των δραστών των προηγουμένων βασικών πράξεων, ο δε Β., ότι κατ’ ορθήν ερμηνεία και εφαρμογή του Ν.2331/1995 δεν μπορεί ο δράστης του βασικού εγκλήματος να είναι και ο δράστης της νομιμοποιήσεως των εξ αυτού εσόδων. Όμως όπως εξετέθη αμέσως ανωτέρω, δεν απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας να εκτίθεται από ποίο συγκεκριμένο έγκλημα προήλθεν η νομιμοποίηση, ενώ και κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, οι δράστες των βασικών εγκλημάτων Δ. Σ. και Β. Σ. είναι και οι αυτουργοί της νομιμοποιήσεως εσόδων εξ αυτών.
Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι εκ του άρθρου 510 παρ.1 Δ’ και Ε’ Κ.Π.Δ. περί ελλείψεως αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου υπό την έννοια της μη ορθής υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του Ν.2331/1995, δεύτερος των (δικογράφων) δηλώσεων αναιρέσεως των Δ. και Β. Σ. του Ν. κατά το εν σκέλος του, ως και ο τρίτος του Δ. Σ., κατά το εν σκέλος του, επίσης είναι αβάσιμοι.
Η επιβαλλομένη κατά τα άνω άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως) πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς οι ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν όπως προανεφέρθη εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, τον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητος προς καταλογισμόν, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, προβάλλονται δε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα τα αναγκαία για την θεμελίωσή τους πραγματικά περιστατικά και τούτο για να μπορέσει ο δικαστής ύστερα από αξιολόγησή τους να τους κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει.
Τοιούτος ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός περί αναγνωρίσεως της συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2δ’ Π.Κ. ήτοι ότι ο υπαίτιος της πράξεως έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειές της. Περαιτέρω κατ’ άρθρο 406 Α’ Π.Κ., όπως προσετέθη από την παρ.2 του άρθρου 6 Ν.3904/23-12-2010, και την παρ.1 αυτού "Το αξιόποινο των εγκλημάτων των άρθρων 386 έως 406 εξαλείφεται, αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν εξετασθεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές ικανοποιήσει εντελώς του ζημιωθέντα.
Η μερική μόνο ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος". Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες Κ. και Κ. Β. υπέβαλαν τον αυτοτελή ισχυρισμό περί της εφαρμογής του άρθρου 84 παρ.2δ’ Π.Κ., όπως από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, επικαλεσθέντες το άρθρο 406Α’ Π.Κ.
και το άρθρο 308 Β’ ΚΠΔ περί ποινής συνδιαλλαγής για την κακουργηματική τοκογλυφία αμφοτέρων και την κακουργηματική απάτη του Κ. Β., και αναφέροντες "επιπροσθέτως ότι προέκυψε από τις απολογίες των, τις καταθέσεις των παθόντων, τόσο κατά την πρωτοβάθμια δίκη όσον και του εφετείου, από τις ένορκες βεβαιώσεις παθόντων που αναγνώσθηκαν, ότι αφ’ ενός ομολόγησαν, αφ’ ετέρου ότι αποζημίωσαν πλήρως τους παθόντες...και δεν υφίσταται πλέον ουδεμία έναντί των αξίωση", εζήτησαν την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 δ’ Π.Κ.
Όπως προεβλήθη όμως ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός, χωρίς σαφή επίκληση περί του πότε και εις ποίον κατέβαλαν οι άνω κατηγορούμενοι και ποίο ποσό και ότι ούτως ικανοποίησαν πλήρως τους ζημιωθέντας και ποίους, με την ελεύθερη θέλησή των ήτοι πριν εξετασθούν με οποιονδήποτε τρόπον από τις αρχές, ήτο αόριστος, και εντεύθεν το δικαστήριο δεν είχεν υποχρέωση να απαντήσει με ιδιαιτέρα, ειδική αιτιολογία, ενώ εξ άλλου οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται ότι υπέβαλαν αίτημα για συνδιαλλαγή και ότι επετεύχθη, με πρακτικό, ώστε να τους επιβληθεί ποινή ηλαττωμένη.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος των κυρίως δικογράφων των δηλώσεων αναιρέσεως έβδομος αυτών, εκ του άρθρου 510 παρ.1 Δ’ Κ.Π.Δ. των Κ. και Κ. Β., εκ του ότι το δικαστήριο απέρριψε χωρίς πλήρη αιτιολογία τον περί αναγνωρίσεως της συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 δ’ Π.Κ. ισχυρισμό, είναι αβάσιμος, πέραν του ότι το δικαστήριο απήντησε για την απόρριψη αυτού με την αιτιολογία ότι "η μετάνοια δεν ήταν ειλικρινής και οποιαδήποτε άρση ή μείωση των συνεπειών των πράξεών τους ήταν προσχηματική ενόψει των δικών (πρωτόδικης και δευτεροβάθμιας) και η ομολογία δεν ήταν πλήρης" (φύλλο 691 σελ.α’ προσβαλλομένης).
Περαιτέρω ο αναιρεσείων Β. Σ. αιτιάται έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά το μεν την κατ’ επάγγελμα τέλεση της νομιμοποιήσεως εσόδων, το δε την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί αναγνωρίσεως συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως άρθρου 84 παρ.2δ’ Π.Κ. Όμως η απόφαση αναφέρει με πληρότητα και σαφήνεια τα περιστατικά της κατ’ επάγγελμα τελέσεως, ως ανωτέρω εξετέθη ενώ ο ανωτέρω ισχυρισμός περί ειλικρινούς μεταμελείας προεβλήθη εντελώς αορίστως χωρίς συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και δή κατά λέξη "συνδρομή ελαφρυντικών περιστάσεων 84 παρ.2δ’ απόδοση χρημάτων εις Τ." (σελίδα 100 προσβαλλομένης) και το δικαστήριο δεν είχεν υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος εκ του άρθρου 510 παρ.1 Δ Κ.Π.Δ., πρώτος, του δικογράφου της δηλώσεως αναιρέσεως του Β. Σ., κατ’ αμφοτέρα τα σκέλη του, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 470 εδ.α’ Κ.Π.Δ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Από τη διάταξη αυτή, η παράβαση της οποίας συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει τον από το όρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Η’ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, προκύπτει, ότι χειροτερεύει η θέση του κατηγορουμένου και όταν το δικαστήριο που κρίνει επί ενδίκου μέσου που άσκησε ο ίδιος, ή ασκήθηκε υπέρ αυτού, τον καταδίκασε για έγκλημα βαρύτερο εκείνου, για το οποίο είχε καταδικασθεί με την πρωτόδικη απόφαση, έστω και αν σε δεύτερο βαθμό επιβάλλεται η ίδια ή ακόμη και μικρότερη ποινή από εκείνη που καταγνώσθηκε πρωτοδίκως.
Χειροτερεύει επίσης η θέση του κατηγορουμένου και όταν, χωρίς να μεταβάλλεται ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως ή το πλαίσιο της ποινής που προβλέπεται για το έγκλημα, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, το κατ’ έφεση δικάσαν δικαστήριο, δέχεται πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν είχε δεχτεί το πρωτόδικο δικαστήριο, που προσδίδουν στην πράξη μείζονα αντικειμενική απαξία, καθόσον στην περίπτωση αυτή επηρεάζεται δυσμενώς η κρίση του δικαστηρίου, ως προς το ύψος της επιβλητέας ποινής, εν όψει της διατάξεως του άρθρου 79 παρ.1 του ΠΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση ο αναιρεσείων Δ. Σ. εκηρύχθη ένοχος και για νομιμοποίηση εσόδων (χρημάτων) προερχομένων όπως προανεφέρθη από τις πράξεις εκβίασης, τοκογλυφίας και εγκληματικής οργάνωσης, με μετατροπή αυτών στα αναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία και δή με την αγορά οκτώ (8) ακινήτων, τα οποία περιγράφονται ακριβώς και στο σκεπτικό και στο διατακτικό (φυλλ. 277, 278, 279 σελ.α 467, 468, 475, 476 σελ.α’ προσβαλλομένης).
Ήδη ο Δ. Σ. αιτιάται ότι δια της πρωτοδίκου (εκκληθείσης) αποφάσεως εκηρύχθη ένοχος για νομιμοποίηση εσόδων με την αγορά τεσσάρων (4) μόνον ακινήτων εξ αυτών τα οποία περιγράφει στην αναίρεση, η δε προσβαλλομένη με το να δεχθεί ότι δια των παρανόμων εσόδων απέκτησε οκτώ (8) ακίνητα κατέστησε χείρονα την θέση του και εντεύθεν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του.
Όμως, όπως προκύπτει από την πρωτόδικη υπ’ αριθμ.513/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Λαρίσης, δι’ αυτής ο αναιρεσείων αυτός (Δ. Σ.) κατεδικάσθη για την τέλεση του εγκλήματος της νομιμοποιήσεως παρανόμων εσόδων μέσω της αποκτήσεως και κατοχής οκτώ ακινήτων, τα οποία περιγράφονται ακριβώς στα φύλλα 347 επομ, 356, 670, 671, 672, εντεύθεν δε ουδόλως κατέστη χείρων η θέση του αναιρεσείοντος κατά παραβίαση του άρθρου 470 Κ.Π.Δ., ούτε το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης υπερέβη την εξουσία του και ο σχετικός πρώτος λόγος της δηλώσεως αναιρέσεως του Δ.
Σ. εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η’ Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμος.
Κατά τις διατάξεις των εδαφ. α’ και β’ της παρ. 2 του άρθρου 404 Π.Κ., τοκογλυφία διαπράττει όποιος κατά την παροχή δανείου ή την παράταση της προθεσμίας για την πληρωμή του ή την ανανέωση ή την προεξόφληση αυτού, συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το θεμιτό ποσοστό του τόκου (εδάφ. α’ ) και όποιος .... επιδιώκει την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν από αυτή την απαίτηση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 385 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, τιμωρείται με τις αναφερόμενες στη διάταξη αυτή διακρίσεις ως προς την ποινή. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι και τα δύο εγκλήματα, της τοκογλυφίας και της εκβίασης, στρέφονται κατά της περιουσίας ως συνόλου, κανένα όμως από αυτά δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο, ούτε επιβαρυντική περίσταση του άλλου, αλλά τελούν σε αληθινή πραγματική συρροή, οπότε κανένα από αυτά δεν απορροφάται από το άλλο (ΑΠ 421/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση ο αναιρεσείων Δ. Σ. εκηρύχθη ένοχος (και) για τοκογλυφία κατ’ επάγγελμα και εκβίαση κατ’ επάγγελμα τετελεσμένη και εν αποπείρα. Ήδη ο αναιρεσείων αυτός αιτιάται ότι καίτοι προέβαλε αυτοτελή ισχυρισμό περί φαινομένης συρροής των αποδιδομένων εις αυτόν αδικημάτων της εισπράξεως τοκογλυφικών ωφελημάτων (άρθρ.404 Π.Κ.) και της εκβιάσεως, κατ’ επάγγελμα, το (δευτεροβάθμιο) δικαστήριο δεν απήντησε αιτιολογημένως. Όμως ο τοιούτος ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής, αλλ’ αρνητικός της κατηγορίας και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ειδικώς, σε κάθε περίπτωση όμως, απήντησε με την επί της ενοχής αιτιολογία της αποφάσεως δι’ εν εκαστον από τα άνω εγκλήματα, δεχόμενο ορθώς αληθή συρροή τούτων.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠΔ περί ελλείψεως αιτιολογίας δεύτερος της αιτήσεως αναιρέσεως του Δ. Σ., κατά το έτερον σκέλος του ως και τρίτος της αιτήσεως αυτού εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Ε’ Κ.Π.Δ. περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, επίσης κατά το έτερον σκέλος του, είναι αβάσιμοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 2 και 498 ΚΠΔ προκύπτει, ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά, προκειμένου για έφεση Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 του ν. 2408/1996 και ισχύει από 4-6-1996, "η άσκηση έφεσης από τον Εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρ. 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι η αξιουμένη αιτιολογία της ασκουμένης από τον Εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σ’ αυτό με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη αθωωτική απόφαση (Ολ. ΑΠ 9/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, δια της υπ’ αριθμ.513/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαρίσης, η αναιρεσείουσα Α. - Τ. συζ.Κ. Β., (και η μη διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη) Π. Ν..Β.) εκηρύχθησαν αθώες κατά πλειοψηφίαν για τις αξιόποινες πράξεις της εγκληματικής οργάνωσης και της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα.
Κατά το σκέλος αυτό της άνω αποφάσεως ο Εισαγγελεύς Εφετών Λαρίσης ήσκησεν εμπροθέσμως έφεση και όπως εξ αυτής προκύπτει ζήτησε την εξαφάνιση της ως άνω αποφάσεως ως προς την προαναφερθείσα αναιρεσείουσα (και τη συγκατηγορουμένη της) για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, προκειμένου να κηρυχθεί ένοχη των ανωτέρω πράξεων, η οποία (έφεση) έχει ως εξής: "Συγκεκριμένα το Δικαστήριο εσφαλμένα, λανθασμένα εκτίμησε ουσιώδη έγγραφα της δικογραφίας τα οποία αναγνώσθηκαν και μάλιστα συμπεριελήφθησαν στο σκεπτικό και διατακτικό του αμετακλήτου υπ’ αριθμ. 272/2007 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας και στην ενσωματωμένη σε αυτό Εισαγγελική πρόταση με το οποίο παραπέμφθηκαν μεταξύ των άλλων και οι παραπάνω κατηγορούμενες για να δικασθούν για τα κακουργήματα α) της εγκληματικής οργάνωσης (άρθρ. 187 παρ. 1 ΠΚ) και β) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες κατ’ εξακολούθηση από δράστη που ασκεί τέτοιες δραστηριότητες κατ’ επάγγελμα (άρθρο 2 παρ. 1 σε συνδ.
με άρθρο 1 Ν. 2331/1995 και άρθρ. 98 Π Κ).
Ειδικότερα οι δύο αυτές κατηγορούμενες δεν προέκυψε ότι ασκούσαν κάποιο βιοποριστικό επάγγελμα που να τις επέτρεπε να έχουν μεγάλα από αυτό εισοδήματα, τα οποία να δικαιολογούν ανάλογη κίνηση λογαριασμών στο όνομά τους σε Τράπεζες. Ειδικότερα για το λόγο αυτό το Δικαστήριο εσφαλμένα εκτίμησε τις παρακάτω κινήσεις λογαριασμών της κατηγορουμένης Α.
Α. συζ. Κ. Β.:". Ακολούθως ο Εισαγγελεύς, αφού παραθέτει το περιεχόμενό των και την κίνηση των λογαριασμών της αναιρεσειούσης, συνεχίζει: "Τα χρήματα αυτά προερχόταν, όπως γνώριζε λόγω της ιδιότητάς της ως συζύγου του ήδη καταδικασθέντος με την εκκαλουμένη απόφαση σε κάθειρξη είκοσι επτά (27) ετών και έξι (6) μηνών και Χρηματική Ποινή 10.000 ΕΥΡΩ, μέλους της εγκληματικής οργάνωσης και δευτέρου στην ιεραρχική τάξη αυτής Κ.
Β. και της ιδίας ως οργανωμένου μέλους αυτής, από τη διάπραξη από αυτήν και τους καταδικασθέντες συγκατηγορουμένους - μέλη της εγκλημάτων της εγκληματικής οργάνωσης και από την υλοποίηση των σκοπών της εγκληματικής ομάδας. Τα χρήματα των λογαριασμών της περιήλθαν σε αυτήν, καθώς και τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία που αναφέρονται στο σκεπτικό και διατακτικό του ανωτέρω Βουλεύματος, λόγω της ιδιότητας της ως μέλους της εγκληματικής οργάνωσης και ως συζύγου του επίσης μέλους της οργάνωσης ήδη καταδικασθέντος Κ.
Β.. Αυτά όλα τα περιουσιακά της στοιχεία προήρχοντο σαφώς από την τέλεση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκαν με την εκκαλουμένη ανωτέρω απόφαση οι συγκατηγορούμενοί της και στελέχη της ιδίας εγκληματικής οργάνωσης. Το Δικαστήριο έσφαλε με την απόφασή του αυτή, διότι αποδείχθηκε ότι τα διακινηθέντα στους παραπάνω λογαριασμούς πολύ μεγάλα χρηματικά ποσά, δεν δικαιολογούνταν ούτε από κάποια χρηματοοικονομική δοσοληψία αυτής ούτε από έσοδα νόμιμης επαγγελματικής δραστηριότητας, αφού αυτή δεν ασκούσε κάποιο επάγγελμα που μπορούσε να της αποφέρει εισόδημα και μάλιστα τέτοιου ύψους που θα της επέτρεπε την διενέργεια των καταθέσεων αυτών και την κίνηση των κεφαλαίων ή την επένδυση των αναφερομένων στους ανωτέρω λογαριασμούς ποσών, ή την απόκτηση όλων των λοιπών ακινήτων ή κινητών περιουσιακών στοιχείων για τα οποία κατηγορείται ορθά ότι παράνομα τα απέκτησε. .....
Και οι δύο κατηγορούμενες συνεπώς τέλεσαν τα εγκλήματα της εγκληματικής οργάνωσης και νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, συνεργαζόμενες αρρήκτως με τους ήδη καταδικασθέντες γι’ αυτά τα κακουργήματα, συνδυάζοντας την τέλεση αυτών των. δύο συναφών εγκλημάτων με σκοπό το παράνομο περιουσιακό όφελος.
Αποδείχθηκε δηλαδή ότι οργανική ενότητα της δράσης της εγκληματικής οργάνωσης υπήρξε η τήρηση από αυτές των ανωτέρω λογαριασμών, στους οποίους γινόταν κατάθεση χρημάτων, προερχομένων από εγκληματική δραστηριότητα για να τα χρησιμοποιήσει η ομάδα στη συνέχεια για οργάνωση και τέλεση άλλων παρανόμων πράξεων." Ούτως όπως διετυπώθη η έφεση αυτή περιέχει την από τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 του ΚΠΔ απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεδομένου ότι με σαφήνεια προσδιορίζεται ο λόγος για τον οποίο ζητείται η εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, εγκείμενος στην από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και γίνεται αναφορά των αποδεικτικών εκείνων μέσων και δη καταστάσεων κινήσεως λογαριασμών των ως άνω κατηγορουμένων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, από την προσήκουσα εκτίμηση και αξιολόγηση των οποίων αποδεικνύεται η ενοχή της άνω αναιρεσειούσης (και της συγκατηγορουμένης της) και εκτίθενται ακόμη στην έκθεση της εφέσεως τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών όρων των ως άνω αξιοποίνων πράξεων που αποδίδονται στην αναιρεσείουσα (και τη συγκατηγορουμένη της).
Επομένως, το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, με το να δεχθεί τυπικά την έφεση αυτή και να απορρίψει την ένσταση της αναιρεσειούσης περί απαραδέκτου αυτής, και να ερευνήσει στη συνέχεια στην ουσία την υπόθεση, δεν στέρησε από την απόφασή του αυτή την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (και δεν υπερέβη την εξουσία του), και είναι αβάσιμος ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ και Η’ ΚΠΔ πρώτος λόγος του δικογράφου δηλώσεως αναιρέσεως της Α. - Τ.
Α. με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα. Περαιτέρω η ιδία ως άνω αναιρεσείουσα Α. Α. εκηρύχθη ένοχη για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα με την αιτιολογία, όπως εκ του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει: "με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση περιουσιακών στοιχείων (χρημάτων) προερχομένων, όπως γνώριζε, λόγω της ιδιότητας της ως συζύγου του μέλους της οργάνωσης και δευτέρου στην τάξη αυτής Κ.
Β., από τη διάπραξη από τους λοιπούς συγκατηγορουμένους της του ανωτέρω εγκλήματος της εγκληματικής οργάνωσης και από την κατά τα ανωτέρω υλοποίηση των σκοπών της, των οποίων χρημάτων και κατέστη δικαιούχος, αφενός μεν μετέτρεψε τα με την ανωτέρω προέλευση χρήματα στα κατωτέρω περιουσιακά στοιχεία, αφετέρου δε τα απέκρυψε με καταθέσεις στον κατωτέρω τραπεζικό λογαριασμό της, μέσω του οποίου, με αναλήψεις και περαιτέρω διάθεσή τους για κάλυψη αναγκών της, αλλά και διενέργεια των κατωτέρω επενδύσεων, χρησιμοποιώντας το Τραπεζικό σύστημα, τους προσέδωσε νομιμοφανή υπόσταση." ...και ακολουθούν οι σχετικές συμβάσεις, η αυτή δε αιτιολογία αναφέρεται και στο διατακτικό της αποφάσεως (στο φύλλο 535 σελ.β, φύλλα 536 έως 547).
Ήτοι τόσο στο αιτιολογικό φέρεται ότι διέπραξε την άνω πράξη ως αυτουργός όσο και στο διατακτικό, η άνω αναιρεσείουσα εκηρύχθη ένοχη ως αυτουργός της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα με σκοπό την συγκάλυψη της αληθούς προέλεύσεως των χρημάτων.
Συνεπώς ο σχετικός δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως της Α. Α. εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.ε’ ΚΠΔ περί εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβάσεως, λόγω αντιφάσεως μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς την μορφή συμμετοχής και δή ότι στο αιτιολογικό εκρίθη ως αυτουργός και στο διατακτικό εκηρύχθη ένοχη ως άμεση συνεργός στην νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, είναι αβάσιμος.
Από την διάταξη του άρθρου 366 Κ.Π.Δ.προκύπτει ότι εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση στο ακροατήριο καλεί υποχρεωτικά τον κατηγορούμενο σε απολογία είτε αυτός το ζητήσει, είτε όχι. Άλλως δημιουργείται λόγος αναιρέσεως δι’ απόλυτο ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατ’ αρθρο 171 παρ.1 περ.δ’ Κ.Π.Δ.
σε συνδ. με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α ιδίου Κώδικος, διότι η άνω διάταξη αφορά την μη τήρηση των διατάξεων που αφορούν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από τον νόμο. Αυτά όμως υπό την προϋπόθεση ότι ο κατηγορούμενος παρίσταται αυτοπροσώπως στο δικαστήριο και δεν εκπροσωπείται μόνο από συνήγορο, ο οποίος, βέβαια δεν μπορεί να απολογηθεί δια λογαριασμό του κατηγορουμένου, ούτε καλείται σε απολογία (ΑΠ 769/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, η κρινομένη υπόθεση, και κατά της αναιρεσειούσης Γ. συζ.Κ. Β., εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης την 4/4/2011 κατά την οποία η ανωτέρω ήτο παρούσα. Μετά διακοπή, για την 5/4/2011, κατ’ αυτήν ήτο παρούσα (σελ.41, 43, 48 προσβαλλομένης) όπως και κατά τις συνεδριάσεις της 6/4/2011 και 7/4/2011.
Κατά την τελευταία αυτή ήρχισαν οι απολογίες των κατηγορουμένων (φύλλ.188 προσβαλλομένης), όμως ο διευθύνων την συζήτηση δεν εκάλεσε την Γ. Β. να απολογηθεί, καίτοι ήτο παρούσα κατά δε την συνεδρίαση της 3/5/2011 ήρχισε η αγόρευση του εισαγγελέως της έδρας. Ούτως όμως επήλθεν απόλυτη ακυρότης της διαδικασίας και συνεπώς είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α’ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, μοναδικός του από 21/3/2012 δικογράφου προσθέτων λόγων αυτής, παρελκούσης πλέον της έρευνας των λόγων του κυρίου δικογράφου της από 4-11-2011 αιτήσεως αναιρέσεως και του από 22-11-2012 ετέρου προσθέτου λόγου αυτής.
Επισημαίνεται ότι ενόψει του ότι ο ως άνω δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως αρμόζει αποκλειστικά στο πρόσωπο της αναιρεσειούσης Γ. συζ.Κ.Β. δεν συντρέχει λόγος επεκτάσεως του ευεργετικού γι’ αυτήν αποτελέσματος και στους λοιπούς συγκατηγορουμένους της αναιρεσείοντας, όπως αβάσιμα αιτιάται αυτή.
Κατά το άρθρο 46 Ν.3691/2008 "Πρόληψη νομιμοποίησης παρανόμων εσόδων...." Δήμευση περιουσιακών στοιχείων. 1. Τα περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν προϊόν βασικού αδικήματος ή των αδικημάτων του άρθρου 2 ή που αποκτήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από προϊόν τέτοιων αδικημάτων ή τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν ή προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν προς τέλεση αυτών των αδικημάτων, κατάσχονται και, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση αποδόσεως τους στον ιδιοκτήτη κατά την παρ. 2 του άρθρου 310 και του τελευταίου εδαφίου του όρθρου 373 Κ.Π.Δ., δημεύονται υποχρεωτικά με την καταδικαστική απόφαση.
Η δήμευση επιβάλλεται ακόμη και αν τα περιουσιακά στοιχεία ή μέσα ανήκουν σε τρίτο, εφόσον αυτός τελούσε εν γνώσει του βασικού αδικήματος ή των αδικημάτων του άρθρου 2 κατά το χρόνο κτήσεως αυτών. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και σε περίπτωση απόπειρας των ανωτέρω αδικημάτων. 2. Σε περίπτωση που η περιουσία ή το προϊόν κατά την παράγραφο 1 δεν υπάρχει πλέον, δεν έχει βρεθεί ή δεν είναι δυνατόν να κατασχεθεί, κατάσχονται και δημεύονται υπό τους όρους της παραγράφου 1 περιουσιακά στοιχεία ίσης αξίας προς εκείνη της προαναφερθείσας περιουσίας ή του προϊόντος κατά το χρόνο της καταδικαστικής απόφασης, όπως την προσδιορίζει το δικαστήριο.
Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλλει και χρηματική ποινή μέχρι του ποσού της αξίας της περιουσίας ή του προϊόντος, αν κρίνει ότι δεν υπάρχουν πρόσθετα περιουσιακά στοιχεία προς δήμευση ή τα υπάρχοντα υπολείπονται της αξίας της περιουσίας ή του προϊόντος. Από τις ανωτέρω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι το δικαστήριο με την καταδικαστική του απόφαση διατάσσει υποχρεωτικά και την δήμευση των περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν προϊόν βασικού αδικήματος ή των αδικημάτων του άρθρου 2 ή που αποκτήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από προϊόν τέτοιων αδικημάτων κλπ και σε περίπτωση που η περιουσία δεν υπάρχει πλέον, προσδιορίζει την αξία της και διατάσσει την κατάσχεση και δήμευση περιουσιακών στοιχείων ίσης αξίας και μπορεί να επιβάλλει και χρηματική ποινή μέχρι του ποσού της αξίας της περιουσίας.
Εξάλλου, η επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται να περιλαμβάνει, στην περίπτωση που διατάσσεται με την απόφαση η δήμευση των κατασχεθέντων, και τις σκέψεις με βάση τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας έκρινε, με αναφορά στη συγκεκριμένη διάταξη νόμου που την προβλέπει, ότι συντρέχει νόμιμη κατ’ ουσία περίπτωση για να δημευθούν τα κατασχεθέντα. (ΑΠ 743/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το δίκασαν Εφετείο, αφού κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους - αναιρεσείοντες για τις πράξεις που αποδίδονταν σ’ αυτούς, επικύρωσε τις διατάξεις του Ανακριτή, οι οποίες επέχουν θέση κατασχέσεων (και όσες αφορούν ακίνητα επιδίδονται στον αρμόδιο φύλακα μεταγραφών ο οποίος υποχρεούται να σημειώσει τούτο στα οικεία βιβλία) και διέταξε περαιτέρω "την δήμευση της περιουσίας που βρέθηκε (ότι κατασχέθηκε) σε όσους κρίθηκαν ένοχοι και την απόδοση στο Δημόσιο, καθώς και κάθε περιουσιακό στοιχείο ισάξιο της προαναφερθείσας περιουσίας, και αν αυτή δεν υπάρχει, να επιβληθεί χρηματική ποινή, ίση με την αξία της περιουσίας", όπως ακριβώς αναφέρει η απόφαση (φύλλ. 720, 721).
Η αιτιολογία για τη δήμευση των περί ων ο λόγος κατασχεθέντων πραγμάτων είναι η εξής: "Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 310§2 και 373 ΚΠοινΔ, το Δικαστήριο με την τελευταία του απόφαση, αποφαίνεται περί της τύχης των πραγμάτων και πειστηρίων που κατασχέθηκαν κατά την διάρκεια της ανακρίσεως.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 Π.Κ., αντικείμενα, που είναι προϊόντα κακουργήματος ή πλημμελήματος, το οποίο πηγάζει από δόλο, καθώς και το τίμημά τους είναι όσα αποκτήθηκαν με αυτά, επίσης και αντικείμενα, που χρησίμευσαν ή προορίζονταν για την εκτέλεση τέτοιας πράξης, μπορούν να δημευθούν, αν αυτά ανήκουν στον αυτουργό ή σε κάποιον από τους συμμετόχους ως παρεπόμενη ποινή (Α.Π. 454/1998 Ποιν.Χρον.
ΜΗ’ 1078). Κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 εδάφ. α’ του ιδίου άρθρου, αν από τα ανωτέρω αντικείμενα προκύπτει κίνδυνος της δημόσιας τάξης, η δήμευση τους επιβάλλεται υποχρεωτικά ως μέτρο ασφαλείας σε όποιον τα κατέχει, έστω και χωρίς την καταδίκη ορισμένου προσώπου για την πράξη, που τελέστηκε. Τέλος κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου σε κάθε περίπτωση δημεύσεως, το Δικαστήριο αποφασίζει, αν αυτά που δημεύθηκαν, πρέπει να καταστραφούν." Όμως αυτή η αιτιολογία δεν είναι η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλ’ ασαφής και ελλιπής, αφού το δικαστήριο παρέλειψε να προσδιορίσει με την καταδικαστική του απόφαση την αξία της περιουσίας που απέκτησαν οι κατηγορούμενοι αναιρεσείοντες από την εγκληματική τους δραστηριότητα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 46 του ν. 3691/2008 και διέταξε εκτός της δημεύσεως των περιουσιακών στοιχείων (όσων κατασχέθηκαν) που διαλαμβάνονται στις σχετικές διατάξεις του Ανακριτή, και τη δήμευση αορίστως "κάθε περιουσιακού στοιχείου ισάξιου της προαναφερθείσας περιουσίας, και αν αυτή δεν υπάρχει, να επιβληθεί χρηματική ποινή, ίση με την αξία της περιουσίας".
Συνεπώς είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ Κ.Π.Δ. μοναδικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως των από 23/11/2012 δικογράφων των αναιρεσειόντων Κ. Κ..Β., Κ. Κ. Β. και Α. - Τ. Α. Κ. Β. περί ελλείψεως αιτιολογίας όσον αφορά την διάταξη περί δημεύσεως της περιουσίας των αναιρεσειόντων αυτών.
Μετά πάντα ταύτα πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι αιτήσεις αναιρέσεως των Δ. και Β. Σ. και να επιβληθούν εις βάρος ενός εκάστου αυτών τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ), να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση στο σύνολό της ως προς την άνω αναιρεσείουσα Γ. Κ. Β., και εν μέρει ως προς τους αναιρεσείοντας Κ. και Κ. Β. και Α. Α. ήτοι μόνον ως προς την διάταξη περί δημεύσεως της περιουσίας αυτών, και να απορριφθούν κατά τα λοιπά ο αιτήσεις αναιρέσεως αυτών, ακολούθως δε πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Τέλος πρέπει να επεκταθεί κατ’ άρθρο 469 παρ.1 ΚΠΔ το αναιρετικό αποτέλεσμα της περί δημεύσεως διατάξεως και στους αναιρεσείοντας Γ. Κ. Β., Ά. Κ. Β. και Ν. Κ. Β., των οποίων οι αναιρέσεις απερρίφθησαν, κατά τα άνω, λόγω της ερημοδικίας τους αλλά και στους αναιρεσείοντας Δ. και Β. Σ., οι οποίοι δεν συμπεριέλαβαν το λόγο που ευδοκίμησε κατά την έρευνα της αιτήσεως των προαναφερθέντων αναιρεσειόντων (Ολ.ΑΠ 1/2011), αφού ο λόγος αναιρέσεως που έγινε δεκτός δεν αρμόζει μόνο στο πρόσωπο αυτών για τους οποίους έγιναν δεκτοί οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως των.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 7/11/2011 αιτήσεις - δηλώσεις, επιδοθείσες στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 8/11/2011 των Γ. Κ. Β., Α. Κ. Β. και Ν. Κ. Β. για αναίρεση της υπ’ αριθμ.166/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης ως και τους προσθέτους λόγους αυτών.
Καταδικάζει, έκαστον αυτών, στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων πενήντα (250).
Απορρίπτει τις από 7/11/2011 αιτήσεις - δηλώσεις, επιδοθείσες στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 8/11/2011, των Δ. Ν. Σ. και Β. Ν. Σ. για αναίρεση της αυτής ως άνω της υπ’ αριθμ.166/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης.
Καταδικάζει, έκαστον αυτών, στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων πενήντα (250).
Αναιρεί στο σύνολό της την άνω απόφαση ως προς την αναιρεσείουσα Γ. συζ.Κ. Β..
Αναιρεί εν μέρει την άνω απόφαση ως προς τους αναιρεσείοντας Κ. Κ. Β., Κ. Κ. Β. και Α. - Τ. Α. και ως προς την περί δημεύσεως διάταξή της.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα άνω αναιρούμενα μέρη της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστάς εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Επεκτείνει το αναιρετικό αποτέλεσμά, της διατάξεως περί δημεύσεως, και ως προς του αναιρεσείοντας Γ. Κ.υ Β., Ά. Κ. Β., Ν. Κ. Β., Δ. Ν..Σ. και Β., Ν..Σ..
Απορρίπτει κατά τα λοιπά τις κρινόμενες αναιρέσεις των Κ. Β., Κ. Β. και Α. - Τ. Α..
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουλίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Οκτωβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ