1550/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:23/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 245/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-7-2009 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1550/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επίσης, αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 14-5-2010, κατά την οποία, μετ' αναβολή για τη δικάσιμο της 5-11-2010, η συζήτηση ματαιώθηκε, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τον αναιρεσίβλητο (υπ' αριθμ. 202Β/22-10- 2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου Χαλκίδος I.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1550 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1550/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "EUROSTAR ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα, της οποίας η άδεια λειτουργίας έχει ανακληθεί και 2. Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ευάγγελου Μάλλιου και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ι. Β. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:23/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 245/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-7-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 5/5/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 245/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, η συζήτηση προχωρεί, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 7956/9-11-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκίδος Ι. Μ., επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τον αναιρεσίβλητο κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 13-1-2012, μετ' αναβολή από την οποία, για τις δικάσιμους της 7-12-2012 και 4-10-2013, συζητήθηκε η υπόθεση κατά την παρούσα δικάσιμο (18-10-2013), μη απαιτουμένης, ως εκ τούτου νέας κλήσης για την τελευταία αυτή δικάσιμο (άρθ.226 αριθμ.4 και 573 τταρ.1 ΚΠολΔ).
Επίσης, αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 14-5-2010, κατά την οποία, μετ' αναβολή για τη δικάσιμο της 5-11-2010, η συζήτηση ματαιώθηκε, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τον αναιρεσίβλητο (υπ' αριθμ. 202Β/22-10- 2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου Χαλκίδος I.
Α.). Επομένως, εφόσον ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία αυτού, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στη επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Τέλος, με το άρθρο 101 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ. επιβάλλεται στους οδηγούς και τους επιβάτες δίτροχων μοτοσικλετών χωρίς κάνιστρο και δίτροχων μοτοποδηλάτων να φέρουν προστατευτικό κράνος. Η παράλειψη χρήσεως προστατευτικού κράνους από πρόσωπο που υποχρεούται προς τούτο από το νόμο, αξιολογείται ως συντρέχουσα αμέλεια του προσώπου αυτού κατά την έννοια του άρθρου 300 Α.Κ., εφόσον η παράλειψη αυτή ως εκ του είδους των σωματικών κακώσεων συνδέεται ουσιωδώς με αυτές, αν το ίδιο αποτέλεσμα θα επερχόταν και με τη χρήση του προστατευτικού κράνους τότε δεν συντρέχει η απαιτουμένη αιτιώδης συνάφεια και δεν καταλογίζεται συντρέχουσα αμέλεια στο παράλειψαν να κάνει χρήση του κράνους πρόσωπο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση", νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Στον επαγγελματικό-οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του. Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφ όσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας.
Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία, ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική-οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται, επακριβώς να προσδιορισθεί.
Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.
Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών, κατά το άρθρ. 931 ΑΚ δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή, κατά τη δίκαιη κρίση αυτού, να καθορισθεί, ως εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση ορισμένους προσδιοριστικούς παράγοντες δηλαδή με βάση το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης αφενός και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντα καθώς και τον βαθμό υπαιτιότητας αυτού.
Είναι πρόδηλο, ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική: α) από την κατά την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και β) από την κατά την ΑΚ 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών (βλ. και ΑΠ 1087/2010) Περαιτέρω, ο άρθρ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 36/1988).
Επίσης, από το άρθ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση -στάθμιση αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος. Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, ως "πράγματα", για να ιδρυθεί ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Οι λόγοι έφεσης και οι πρόσθετοι λόγοι, αποτελούν "πράγματα", όταν έχουν αυτοτέλεια, δηλαδή όταν αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Ολ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1103/1998). Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση γενικότερα η άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης. Εάν, όμως, το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, τότε ο από το άρθ. 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν είναι βάσιμος.
Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής, σχετικά με τα ζητήματα, που ασκούν επιρροή, για την έκβαση των λόγων αναίρεσης: Στις 22-6-2001 και περί ώρα 23 μμ. ο εκκαλών οδηγούσε την υπ' αρ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα και εκινείτο επί της Εθνικής Οδού (ΕΟ) Χαλκίδος- Λεπούρων, με κατεύθυνση προς Βασιλικό Χαλκίδος.
Από την αντίθετη πλευρά, με κατεύθυνση προς Χαλκίδα, εκινείτο ο 1ος εφεσίβλητος, με το υπ' αρ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις αστικές ζημίες έναντι τρίτων στην 2η εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία. Όταν ο εκκαλών έφθασε στην 6η χιλιομετρική θέση, ο 1ος εφεσίβλητος δεν συμμορφώθηκε με τη ρυθμιστική πινακίδα Ρ- 27, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται η αριστερή στροφή, η οποία ήταν τοποθετημένη στην ΕΟ και πριν τη διασταύρωση της με την Περιφερειακή Οδό (ΠΕΟ), που διέρχεται μέσω Ν.
Λαμψάκου Χαλκίδος, αλλά διέβη την από δύο συνεχείς γραμμές κατά μήκος διαγράμμιση της οδού (διπλή διαχωριστική), αν και τούτο απαγορεύεται, με αποτέλεσμα τα οχήματα να συγκρουστούν. Αποτέλεσμα της παραπάνω αμελούς συμπεριφοράς του 1ου εφεσίβλητου, ο οποίος παρέβη τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 3 (Ρ-27), 5 παρ. 2α, 3α και 8α, 12 παρ.1 και 19 παρ. 1, 2, 3 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ήταν η σύγκρουση των οχημάτων από αποκλειστική υπαιτιότητα του 1ου εφεσίβλητου, όπως έκρινε η εκκαλούμενη απόφαση, ζήτημα άλλωστε, το οποίο σήμερα δεν αποτελεί έκκλητο κεφάλαιο.
Από την ως άνω σύγκρουση τραυματίστηκε σοβαρά ο εκκαλών, ο οποίος μεταφέρθηκε αρχικά στο Νοσοκομείο Χαλκίδος και στη συνέχεια, στο Νοσοκομείο Ευαγγελισμός, όπου παρέμεινε διασωληνωμένος μέχρι την 6-7-2001 και ακολούθως, νοσηλεύτηκε στην Α' ορθοπεδική κλινική, όπου υποβλήθηκε σε χειρουργικές επεμβάσεις, όπως αναφέρεται παρακάτω.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα από 30-8-2001 πιστοποιητικά νοσηλείας του Νοσοκομείου Ευαγγελισμός και την έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, ο εκκαλών υπέστη από τον τραυματισμό του κατάγματα κάτω άκρων, ρινοωτορραγία άμφω, βαθύ θλαστικό περινέου και κάτω άκρων δεξιά. Αφού έγινε συρραφή του τραύματος του περινέου στο Νοσοκομείο Χαλκίδος διακομίστηκε επειγόντως στο Νοσοκομείο Ευαγγελισμός και από 23-6-2001 έως 10-7-2001 νοσηλεύτηκε στην κλινική εντατικής θεραπείας, όπου διαπιστώθηκε, ότι είχε ανοιχτά συντριπτικά κατάγματα, κάτω τριτημορίου αριστερής κνήμης και άνω τριτημορίου δεξιάς κνήμης, κατάγματα ηβικού κλάδου και βαθιά θλαστικά τραύματα έσω επιφάνειας δεξιού μηρού, μικρό επισκληρίδιο αιμάτωμα αριστερά κροταφικά και οίδημα εγκεφάλου.
Ο εκκαλών αποσωληνώθηκε στις 6-7-2001, σταθεροποιήθηκε η κατάσταση του και μεταφέρθηκε, στις 10-7-2001 στην Α' ορθοπεδική κλινική του νοσοκομείου. Από την 10-7-2001 έως 30-8-2001 νοσηλεύτηκε στην Ορθοπεδική, όπου αντιμετωπίστηκαν χειρουργικά τα κατάγματα της κνήμης. Λόγω της λοίμωξης της περιοχής του περινέου αντιμετωπίστηκαν συντηρητικά τα κατάγματα της κοτύλης και του μηριαίου (διατροχαντήριο).
Επίσης υποβλήθηκε σε πλαστική δέρματος της έσω επιφάνειας του δεξιού μηριαίου. Από το από 5-9-2001 πιστοποιητικό νοσηλείας της μονάδας εντατικής θεραπείας αναφέρεται επίσης, ότι φέρει χρόνιες αλλοιώσεις αγγείων αριστερού κάτω άκρου. Από το από 24-9-2001 πιστοποιητικό νοσηλείας (εξέταση) της ορθοπεδικής κλινικής, που αντιμετωπίστηκε μετά την έξοδο του από το νοσοκομείο, αναφέρεται πάρεση περονιαίου δεξιά.
Στις 19-11-2001 εξετάστηκε στη νευρολογική κλινική του νοσοκομείου Ευαγγελισμός, όπου αναφέρεται χαλαρή παραπληγία περιφερειακή παράλυση κάτω άκρων. Εξάλλου, από την από 12-11-2001 γνωμάτευση της δευτεροβάθμιας, υγειονομικής επιτροπής του ΤΕΒΕ Χαλκίδος προκύπτει, ότι ο εκκαλών παρουσιάζει πλέον χαλαρή παραπληγία και κρίνεται ανίκανος για εργασίες σε ποσοστό 67%.
Στις 5-5-2003 επανεξετάστηκε στην ορθοπεδική κλινική του Ευαγγελισμού, όπου παρακολουθείται και διαπιστώθηκε, ότι έχει παραμείνει η πάρεση του περονιαίου δεξιά και το συντριπτικό κάταγμα κάτω πέρατος αριστερής κνήμης, που έχει πορωθεί σε πλημμελή θέση και για το λόγο αυτό του συνεστήθη η χειρουργική διόρθωση.
Επίσης, ο εκκαλών επανεξετάστηκε στις 20-5-2003, δύο έτη περίπου μετά το ατύχημα από τον νευροχειρούργο Δ. Σ., που είχε οριστεί δικαστικός πραγματογνώμονας με την υπ' αρ. 2/2003 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σε αντικατάσταση της ιατρού Λ. Τ., η οποία είχε ορισθεί με την υπ' αρ. 616/2002 παρεπίμπτουσα απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου.
Όπως επισημαίνει ο δικαστικός πραγματογνώμονας, κατά την εξέταση του εκκαλούντα στο ιατρείο του, αυτός μετακινείται με αναπηρικό αμαξίδιο, έχει όψη πάσχοντος και ήταν αρνητικός στην εξέταση, με επιθετικότητα. Επισκοπικώς φέρει πολλαπλές ουλές και στα δύο κάτω άκρα. Φέρει κηδεμόνα στο δεξιό άκρο πόδα λόγω πτώσης ποδός.
Ατροφία κνημών άμφω, με ατροφία και του δεξιού μηρού. Το αριστερό άκρο παρουσιάζει πόρωση σε πλημμελή θέση. Έχει βαριά αδυναμία (πάρεση) δεξιού κάτω άκρου λόγω περιφερικής πάρεσης του περονιαίου νεύρου δεξιά, ενώ το αριστερό άκρο, που είχε συντριπτικό κάταγμα κνήμης λόγω της κακής πόρωσης έχει και αυτό βαριά αδυναμία.
Είναι αδύνατος ο ορθοστατισμός άνευ βοήθειας. Περαιτέρω, ο πραγματογνώμονας επισημαίνει, ότι ο εκκαλών παρουσιάζει μετατραυματικό οργανικό ψυχοσύνδρομο και αλλοίωση της προσωπικότητας με επιθετικότητα και ότι αυτό οφείλεται στην κρανιοεγκεφαλική κάκωση, όπως επίσης στην κατάσταση του και στο νεαρό της ηλικίας του, εξαιτίας των οποίων έχει αλλοιωθεί ο ψυχισμός του.
Τέλος, ο δικαστικός πραγματογνώμονας επισημαίνει, ότι ο εκκαλών παρουσιάζει βαρεία αδυναμία βάδισης, αδυναμία που κάνει τον ορθοστατισμό αδύνατο και χρήζει βοήθειας με βακτηρίες και ότι λόγω της παρέλευσης δύο ετών από το ατύχημα η κατάσταση του θεωρείται μόνιμη και συμπεραίνει ότι ο εκκαλών, συνεπεία του τραυματισμού του, έχει υποστεί μόνιμη βαριά αδυναμία (βαριά πάρεση περιφερικού τύπου) και των δύο άκρων και έχει καταστεί για το λόγο αυτό ανάπηρος, όσον αφορά τα κάτω άκρα και ότι θα είναι αναγκασμένος ισοβίως να κινείται μόνο με τη βοήθεια βακτηρίων.
Δέχεται όμως, ότι ο εκκαλών δεν παρουσιάζει βλάβες στον εγκέφαλο και στο κεντρικό νευρικό σύστημα λόγω του ατυχήματος.
Όμως, από όλα τα παραπάνω στοιχεία αποδείχθηκε, ότι και ο τραυματισμός στην κεφαλή του εκκαλούντα ήταν σοβαρός, όπως άλλωστε και ο ίδιος αναφέρει στη σελίδα 3α της αγωγής. Τα πιστοποιητικά νοσηλείας του νοσοκομείου Ευαγγελισμός αναφέρουν, ότι είχε μικρό επισκληρίδιο αιμάτωμα και οίδημα του εγκεφάλου.
Οι σωματικές αυτές κακώσεις είναι πιθανόν, ότι θα αποφεύγονταν, εάν ο εκκαλών φορούσε το προστατευτικό κράνος, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 101 του ΚΟΚ. Οι ως άνω κακώσεις της κεφαλής συνδέονται αιτιωδώς με την παράλειψη της χρήσης του κράνους, όπως επίσης συνδέονται άμεσα με το μετατραυματικό ψυχοσύνδρομο.
Ο δικαστικός πραγματογνώμονας στην τελευταία σελίδα της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης αναφέρει, ότι το οργανικό μετατραυματικό ψυχοσύνδρομο του εκκαλούντα είναι επίπτωση της εγκεφαλικής κάκωσης αυτού και εκφράζεται στην περίπτωση του με επιθετικότητα και σημεία κοινωνικής συμπεριφοράς και επισημαίνει, ότι η ηλικία του ασθενούς (27 ετών κατά το ατύχημα) και η όλη κατάσταση της υγείας του παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στο ψυχοσύνδρομο.
Επίσης, από την από 2-5-2007 ιατρική βεβαίωση του ιατρού Γ. Κ., που αν και προσκομίζεται το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, λαμβάνεται υπόψη ως επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο (άρθ. 529 ΚΠολΔ), αποδεικνύεται, ότι η κατάσταση της υγείας του εκκαλούντα δεν είναι πλέον αναστρέψιμη και ότι παρουσιάζει έντονες διαταραχές συναισθήματος με καταθλιπτικές εκδηλώσεις, που οφείλονται και στις κινητικές διαταραχές της βάδισης.
Η τελευταία αυτή κρίση ταυτίζεται με το συμπέρασμα του πραγματογνώμονα, ότι δηλαδή η κινητική κατάσταση επηρεάζει επίσης, πέραν των κακώσεων της κεφαλής, το οργανικό μετατραυματικό ψυχοσύνδρομο. Η εκκαλουμένη απόφαση όμως, έκρινε ότι το μετατραυματικό ψυχοσύνδρομο οφείλεται μόνον στις κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και, στη συνέχεια, δέχτηκε ότι το ποσοστό συνυπαιτιότητας του εκκαλούντα στην ως άνω σωματική βλάβη ανέρχεται σε 10%.
Σύμφωνα όμως, με τις πιο πάνω ιατρικές γνωματεύσεις, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, η παράλειψη της χρήσης του κράνους δεν ήταν η αποκλειστική αιτία του μετατραυματικού ψυχοσυνδρόμου, αλλά σ' αυτό συνέβαλαν εξίσου και οι σωματικές κακώσεις στα κάτω άκρα. Οι τελευταίες δεν συνδέονται όμως αιτιωδώς με την παράλειψη της χρήσης του προστατευτικού κράνους.
Κατά συνέπεια, το μετατραυματικό ψυχοσυνδρομο θα παρουσιαζόταν, λόγω των κινητικών προβλημάτων, ακόμη και εάν ο εκκαλών φορούσε το κράνος και αποφεύγονταν οι κρανιακές κακώσεις. Επομένως η συνυπαιτιότητά του για την πρόκληση της βλάβης αυτής (μετατραυματικό ψυχοσύνδρομο) πρέπει να υπολογιστεί σε μικρότερο ποσοστό και ειδικότερα σε ποσοστό 5%.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η μόνιμη αναπηρία του εκκαλούντα στα κάτω άκρα, όπως έχει εκτεθεί αναλυτικά σε προηγούμενη σκέψη, έχει δυσμενείς επιπτώσεις στο μέλλον του. Η χωλότητα είναι εμφανής (βλ. και τη βεβαίωση του εμπειρογνώμονα της 2ης εφεσίβλητης) και είναι βέβαιο, ότι θα επηρεάζει την επαγγελματική του εξέλιξη στα πλαίσια του ανταγωνισμού με τους υγιείς συνανθρώπους του και συνακόλουθα θα επηρεάζει και την οικονομική του κατάσταση.
Εκτός αυτού επηρεάζει την κοινωνική του κατάσταση, διότι περιορίζει την δυνατότητα κοινωνικών συναναστροφών, τη συμμετοχή του σε αθλοπαιδιές και γενικά σε ψυχαγωγικές εκδηλώσεις και την δημιουργία οικογένειας. Επομένως, ο εκκαλών δικαιούται πρόσθετη (αυτοτελή) αποζημίωση, κατά το άρθρο 931 ΑΚ, ποσού 80.000 ευρώ, όπως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση.
Αποδείχθηκε επίσης, ότι ο εκκαλών εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων, έχει υποστεί ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση. Ενόψει του είδους και της φύσης των σωματικών κακώσεων (μόνιμη αναπηρία κάτω άκρων), της διάρκειας της νοσηλείας του και της έντασης των σωματικών πόνων, που αντιμετώπισε λόγω των πολλαπλών χειρουργικών επεμβάσεων, στις οποίες υποβλήθηκε, του ψυχικού άλγους που προκλήθηκε εξαιτίας του κινδύνου ζωής και του πιθανόν ακρωτηριασμού του ποδιού του (βλ.
την κατάθεση του πατέρα του εκκαλούντα) της ηλικίας του, του βαθμού συνυπαιτιότητας του εκκαλούντα, η οποία συνεκτιμάται στον υπολογισμό της χρηματικής ικανοποίησης, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των εμπλεκομένων στο ατύχημα φυσικών προσώπων, εφόσον η περιουσιακή κατάσταση της 2ης εφεσίβλητης ΑΕΓΑ δεν συνεκτιμάται, διότι η ευθύνη της είναι εγγυητική και η ίδια δεν υπήρξε συνυπαίτια για τη ζημία του παθόντος πρέπει να επιδικαστεί στον εκκαλούντα, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 50.000 ευρώ.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, με τις οποίες το δικάσαν Εφετείο έκρινε ότι ο πρώτος εκ των εφεσιβλήτων-νυν δεύτερος εκ των αναιρεσειόντων είναι αποκλειστικά υπαίτιος για την κατά τα ανωτέρω σύγκρουση των οχημάτων και τον τραυματισμό του ενάγοντα-νυν αναιρεσιβλήτου, καθώς και ότι ο τελευταίος είναι υπαίτιος (συνυπαίτιος), κατά ποσοστό 5%, εξαιτίας της μη χρήσης προστατευτικού κράνους, μόνο σε ότι αφορά το μετατραυματικό σύνδρομο, το επελθόν εκ των κακώσεων της κεφαλής (επισκληρίδιο αιμάτωμα και οίδημα εγκεφάλου), επεδίκασε εαυτόν, ως αυτοτελή αποζημίωση, για την αναπηρία, την προκληθείσα στον αναιρεσίβλητο-παθόντα εκ του τραυματισμού του αυτού και μη συνδεόμενου, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, με το μετατραυματικό σύνδρομο, το επελθόν εκ της αναπηρίας του των κάτω άκρων, κάνοντας δεκτή εν μέρει την ορισμένη ούσα αγωγή του ενάγοντα-παθόντα, κατά το άρθ. 931 ΑΚ, το ποσό των 80.000 ευρώ και για χρηματική ικανοποίηση, προς αποκατάσταση της εκ των σωματικών κακώσεων αυτού ηθικής βλάβης, το ποσό των 50.000 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη και για την επιδίκαση του τελευταίου αυτού ποσού την συνυπαιτιότητα του παθόντα, που αφορά μόνο το μετατραυματικό σύνδρομο, εκ των κακώσεων της κεφαλής.
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 931 και 932 ΑΚ, τις οποίες δεν παρεβίασε, ενώ, εξ άλλου διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, αναφορικά με το ζήτημα της δεκτής γενομένης αποκλειστικής υπαιτιότητας του εναγομένου-νυν αναιρεσείοντα οδηγού, ως προς τη σύγκρουση των οχημάτων και ως προς τον τραυματισμό του ενάγοντα νυν αναιρεσιβλήτου, ενώ σαφώς προκύπτει από τις αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης ότι, για τον καθορισμό της, κατά την κρίση του Εφετείου, επιδικασθείσας εύλογης αποζημίωσης, και για τα δύο ως άνω κονδύλια (εκ του 931 και 932 ΑΚ), έλαβε υπόψη και το δεκτό γενόμενο ποσοστό συνυπαιτιότητας του παθόντα (5%), ως προς την επέλευση του τραυματισμού του.
Πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, επομένως οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, καθώς και ο τέταρτος, κατά το μέρος αυτού, από το άρθ. 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος, με τον οποίον αποδίδεται η αιτίαση ότι, παρά το νόμο, το Εφετείο έκρινε ορισμένο το εκ του άρθ. 931 ΑΚ αγωγικό αίτημα, παρότι τούτο ήταν αόριστο, διότι από το περιεχόμενο του, παραδεκτώς, κατ' άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκοπουμένου δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι διαλαμβάνονται όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται για το ορισμένο του αιτήματος αυτού.
Επίσης, απορριπτέος, ως αβάσιμος είναι και ο πρώτος, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο αποδίδεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, εκ του ότι το Εφετείο, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, δεν έλαβε υπόψη την επαναφερθείσα με τις προτάσεις τους, ενώπιον του Εφετείου, ένσταση των εναγομένων - εφεσίβλητων - νυν αναιρεσειόντων, περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντα - εκκαλούντα - νυν αναιρεσείοντα, ως προς την πρόκληση της σύγκρουσης των οχημάτων, διότι από το προαναφερθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, παρότι αναφέρει διηγηματικά ότι το περί υπαιτιότητας κεφάλαιο δεν εκκαλείται, (παρά μόνον τα επιδικασθέντα κονδύλια), εν τούτοις, ορθώς ερεύνησε τα περιστατικά και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα και με βάση τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του εναγομένου οδηγού και κατά συνέπεια, εκ του πράγματος έλαβε υπόψη και την περί συνυπαιτιότητας προβληθείσα ένσταση των εφεσιβλήτων-εναγομένων.
Επειδή ο από το άρθρο 559 αρ. 11 λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το δίκασαν Εφετείο έλαβε υπόψη μη νομίμως προσαχθέν έγγραφο (ιατρική βεβαίωση), ως εκ του ότι τούτο προσήχθη για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δικ. τα προσαγόμενα το πρώτον εις την έκκλητον δίκη έγγραφα γίνονται δεκτά και λαμβάνονται υπόψη από το Εφετείο, εκτός αν τούτο κρίνει ότι δεν είναι δικαιολογημένη η εις το Εφετείο το πρώτον προσαγωγή των, πράγμα για το οποίο δεν πρόκειται εδώ, αφού όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δεν έκρινε ότι η προσαγωγή των εγγράφων αυτών ήτο αδικαιολόγητος.
Μετά από αυτά, η αίτηση αναίρεσης με υπεισέλευση στην δικονομική θέση της αρχικής πρώτης των αναιρεσειόντων ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "EUROSTAR ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΖΗΜΙΩΝ" του Επικουρικού Κεφαλαίου, λόγω ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας της, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αριθμ. κατάθ. 763/2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 245/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδος).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ