Legislator Case Law & Legislation
1550/2010 AI generated

1550/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1550/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο δικηγόρος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως, διότι όπως δήλωσε, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσίβλητης που χειρίζεται την υπόθεση δεν μπορεί να παρευρεθεί σήμερα στο Δικαστήριο και αυτός δεν έχει ενημερωθεί επί της υποθέσεως. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος των αντιδίκων ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.

Legislator headnote

AI generated

1550/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 280 παρ. 3 ΚΠολΔ θεωρείται ότι δεν εμφανίζεται ο διάδικος που ζητεί μόνο αναβολή, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού η αναιρεσίβλητη παραστάθηκε δια πληρεξουσίου δικηγόρου και ζήτησε μόνο αναβολή, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο.

Keywords

AI generated
new legal argument statutory right right to a decision conscience clause statutory requirement fulfillment entitlement condition for benefits
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1550 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1550/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομέ-νου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Χ1, κατοίκου ... και 2. Χ2, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Νικόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο της κ. Ντούβλη.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο δικηγόρος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως, διότι όπως δήλωσε, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσίβλητης που χειρίζεται την υπόθεση δεν μπορεί να παρευρεθεί σήμερα στο Δικαστήριο και αυτός δεν έχει ενημερωθεί επί της υποθέσεως. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος των αντιδίκων ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.

Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια της Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως κατά την οποία η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-5-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 216/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 154/2008 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-1-2009 αίτησή τους και με τους από 25-1-2010 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 10-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί, και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος τους τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 280 παρ. 3 ΚΠολΔ θεωρείται ότι δεν εμφανίζεται ο διάδικος που ζητεί μόνο αναβολή, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού η αναιρεσίβλητη παραστάθηκε δια πληρεξουσίου δικηγόρου και ζήτησε μόνο αναβολή, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο.

Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε στο δικαστήριο. Οι αναιρεσείοντες που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, προσκομίζουν την ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Λαμίας Βασιλικής Φούρκα, από την οποία προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, η οποία θεωρείται ως μη εμφανισθείσα κατά τα ανωτέρω και επομένως παρά την απουσία της η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρούσα.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει δεδικασμένο.Εν προκειμένω, το δεδικασμένο κρίνεται κατά τα άρθρα 321 έως 334 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ δεδικασμένο το οποίο, κατά το άρθρο 332 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, εμποδίζει δε το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, χάριν του δημόσιου συμφέροντος και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των αυτών διαδίκων, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες.

Κατά δε το άρθρο 324 ΚΠολΔ το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή.

Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτά έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου.

Εξάλλου, το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση που υφίσταται μεταξύ των αυτών προσώπων υπό την αυτή ιδιότητα και μόνο για το κριθέν δικαίωμα και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, εκτείνεται δε αυτό και στα παρεμπιπτόντως κριθέντα ζητήματα που αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, εφόσον το δικαστήριο ήταν αρμόδιο να αποφασίσει γι' αυτά.

Δεν αφορά συνεπώς η τελεσιδικία και δικαιώματα ή έννομες σχέσεις που δεν αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του δικαζόμενου δικαιώματος, αλλά προβλήθηκαν από τους διαδίκους και εξετάστηκαν από το δικαστήριο ως χρήσιμα για την υποβοήθηση της κρίσεως του επί του δικαιώματος για το οποίο διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας.

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση που δέχθηκε αγωγή περί αποβολής από την οιονεί νομή, αφορά το δικαίωμα νομής του ενάγοντος κατά το χρόνο της αποβολής, όχι δε και το δικαίωμα δουλείας του τελευταίου επί του ακινήτου ή την άγουσα σε τέτοια κτήση οιονεί νομή χρησικτησίας, η τυχόν δε εξέταση από το δικαστήριο και των ζητημάτων αυτών (που δεν αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του δικαζόμενου δικαιώματος), προς υποβοήθηση της κρίσεώς του περί της εριζόμενης οιονεί νομής επί του επιδίκου κατά τον χρόνο της αποβολής, δεν προσδίδει στις σχετικές αιτιολογίες της αποφάσεως ισχύ δεδικασμένου.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Από το δικόγραφο της αγωγής προκύπτει ότι με την 39/2006 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας αναγνωρίστηκε υπέρ του ακινήτου της εναγομένης και σε βάρος του ακινήτου των εναγόντων το δικαίωμα της οιονεί νομής δουλείας διόδου, η οποία δίοδος ξεκινά από τον νοτίως ευρισκόμενο επαρχιακό δρόμο ..., προχωρεί παράλληλα στο ανατολικό (κοινό) όριο του δουλεύοντας ακινήτου του πρώτου των εναγόντων με το ακίνητο του δευτέρου εξ αυτών, με κατεύθυνση προς βορρά και καταλήγει στο δεσπόζον ακίνητο της ενάγουσας, έχει δε συνολικό μήκος 97 μέτρων περίπου, αποτελούμενη από δύο ευθύγραμμα τμήματα μήκους 59,97 μέτρων και 38,82 μέτρων αντιστοίχως, επί τεθλασμένης πλευράς και πλάτος 3 μέτρων περίπου.

Με την κρινόμενη αγωγή οι ενάγοντες εισάγουν προς κρίση την ίδια έννομη σχέση επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόμενη απόφαση, με τη μορφή της αρνητικής αναγνωριστικής δουλείας διόδου αγωγής, ζητώντας δηλαδή να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη δεν έχει το δικαίωμα δουλείας διόδου, που ήδη της αναγνωρίστηκε με την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, χωρίς να επικαλούνται διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, ούτε άλλη νομική βάση.

Οι επιπλέον εκτιθέμενοι στην κρινόμενη αγωγή ισχυρισμοί τους, ότι η δια μέσου του αμπελώνα τους διατήρηση της οδού θα τους επιφέρει ζημία 100.000 ευρώ και ότι ο αγρός της εναγομένης έχει επικοινωνία δια μέσου του όμορου αγρού του πατέρα της, με δημοτική οδό, από την οποία μπορεί αν εξυπηρετηθεί, αλυσιτελώς προβάλλονται στην παρούσα δίκη, αφού αποτελούν διακωλυτικούς ισχυρισμούς του δικαιώματος της εναγομένης, που έπρεπε να προταθούν κατά την προηγούμενη δίκη, δεδομένου, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 330 Κ.Πολ.Δ., από το ουσιαστικό δεδικασμένο, καταλαμβάνονται όλες οι ενστάσεις, άσχετα από τη νομική τους θεμελίωση, οι οποίες είτε προτάθηκαν, είτε δεν προτάθηκαν, υπο τις προϋποθέσεις του άρθρου 330 εδ.

β'. Επομένως, το δεδικασμένο εκτείνεται επί των ενστάσεων αυτών, που χρησίμευαν προς απόκρουση του δια της αγωγής ασκουμένου δικαιώματος ως διακωλυτικές ή καταργητικές αυτού, όπως εν προκειμένω, άσχετα με το αν το δικαίωμα, επί του οποίου στηρίζονται οι ενστάσεις αυτές, μπορούσε να ασκηθεί και δι' αγωγής.

Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε, ότι, εφόσον υπάρχει ταυτότητα του αντικειμένου, που κρίθηκε, ταυτότητα ιστορικής και ταυτότητα νομικής αιτίας, το ουσιαστικό ζήτημα του δικαιώματος δουλείας διόδου υπέρ του ακινήτου της εναγομένης και σε βάρος του ακινήτου των εναγόντων κρίθηκε τελεσίδικα και συνεπώς η 39/2006 απόφαση αποτελεί ουσιαστικό δεδικασμένο για την κρινόμενη αγωγή, έτσι ώστε να μη μπορεί να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το ήδη κριθέν δικαίωμα.

Συνεπώς η αγωγή πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε όμοια, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τα αντίθετα που υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με την έφεσή τους είναι αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και η έφεση στο σύνολό της". Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει δεδικασμένο, αφού η κρινομένη αρνητική αναγνωριστική αγωγή του δικαιώματος πραγματικής δουλείας διόδου της αναιρεσιβλήτου επί του ακινήτου των αναιρεσειόντων παραγωγική νομική και ιστορική αιτία έχει διαφορετική από εκείνη της αγωγής που έγινε δεκτή με την 39/2006 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα της οιονεί νομής της αναιρεσιβλήτου επί της επίδικης διόδου και κατ' ακολουθίαν από την απόφαση αυτή δεν δημιουργείται δεδικασμένο. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, καθώς και ο συναφής με αυτόν δεύτερος πρόσθετος λόγος από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 154/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ