Legislator Case Law & Legislation
1550/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction judgment due to lack of legal basis for claiming unlawful eviction.

Case Number 1550/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by X1 and X2 against the Second Instance Court's decision rejecting their claim for damages. The appellants alleged unlawful eviction from shared storage rooms, but the lower court found that the defendants had ceased using these rooms in 1997 and had not forcibly evicted the plaintiffs despite having the legal right to do so later. The Court upheld the dismissal because the appellants failed to prove that the defendants' actions constituted a legal violation of their right to use the premises.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286(a) and 287 of the Code of Civil Procedure; Article 290 of the Code of Civil Procedure: The death of a party suspends the trial until a successor is identified, and the trial resumes upon their voluntary declaration or if the opponent does not contest their right to continue the proceedings.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure trial suspension death of party trial resumption successor declaration unlawful eviction shared ownership

Cited Legislation

AI generated
Article 286(a) of the Code of Civil Procedure
Article 287 of the Code of Civil Procedure
Article 290 of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1550 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1550/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2.Χ2, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Πανούση, ο οποίος δήλωσε ότι η πρώτη απεβίωσε στις 3-8-2007 και κληρονομήθηκε από την δεύτερη αναιρεσείουσα, η οποία συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από αυτόν.

Των αναιρεσιβλήτων: 1...... και 2. ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γαρνέλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 31-12-1997 και 31-3-2000 αγωγές των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1240/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4871/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 8-1-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 16-5-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α' και 287 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η δίκη διακόπτεται αν, εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η διακοπή δε αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίησή της προς τον αντίδικο που μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, όπως κατά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη, ή τον πληρεξούσιο του διαδίκου στο πρόσωπο του οποίου επήλθε ο λόγος αυτός.

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 290 ΚΠολΔ, η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση και δικαιούνται να επαναλάβουν και συνεχίσουν την δίκη.

Εφόσον δε αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο έστω και σιωπηρά η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά. Αν αντίθετα ο αντίδικος προβάλλει αντιρρήσεις, η κληρονομική ιδιότητα εξετάζεται από το Δικαστήριο παρεμπιπτόντως, με ελεύθερη απόδειξη.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που έγινε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, η παρασταθείσα νομίμως δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου δεύτερη αναιρεσείουσα εδήλωσε ότι η πρώτη αναιρεσείουσα μητέρα της απεβίωσε μετά την άσκηση της αναίρεσης και κληρονομήθηκε από αυτή (δεύτερη αναιρεσείουσα), η οποία συνεχίζει τη δίκη για την αναίρεση.

Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη υπ' αριθμ. ...... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Μελισσιών Αττικής, αποδεικνύεται ότι την 3η Αυγούστου 2007, ήτοι μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης, απεβίωσε η πρώτη αναιρεσείουσα Χ1 και επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητοι, όπως από τις έγγραφες προτάσεις τους προκύπτει, δεν αμφισβητούν την ιδιότητα της δεύτερης ως κληρονόμου της αποβιώσασας, νομίμως συνεχίζεται η δίκη από τη δεύτερη αναιρεσείουσα.

ΙΙ. Από το άρθρο 559 αρ. 16 περ. α' ΚπολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση συγχωρείται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται ότι, στον έλεγχο του ΑΠ υπάγεται τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτό συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν τούτο έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, όσο και η κρίση του περί της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 πραγματικών προϋποθέσεων αυτού, εφόσον αυτή στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται κατά το άρθρο 561 παρ.2 στον αναιρετικό έλεγχο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλομένου λόγου αναίρεσης.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 322§1 εδ. α. ΚΠολΔ "το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για μια έννομη σχέση που έχει προβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού". Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 324 ΚΠολΔ "δεδικασμένο υπάρχει...μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου απαιτείται, εκτός των άλλων, και ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας καθώς και ταυτότητα του αντικειμένου της διαφοράς που κρίνεται με εκείνη που ήδη κρίθηκε. Έτσι, η τελεσίδικη απόφαση του δικαστηρίου που έκρινε επί αγωγής του ζημιωθέντος από αδικοπραξία, όπως είναι και παράνομη και υπαίτια, με αποβολή ή διατάραξη, προσβολή της νομής του ενάγοντος, με την οποία κρίθηκε ότι ο εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα νομέα ορισμένο ποσό αποζημίωσης, για ορισμένο χρονικό διάστημα, για τη ζημία την οποία υπέστη ο ενάγων, κατά το κρίσιμο αυτό χρονικό διάστημα, εξ αιτίας του ότι στερήθηκε τη χρήση του πράγματος, αποτελεί δεδικασμένο για μεταγενέστερη αγωγή μεταξύ των ιδίων διαδίκων ή των διαδόχων τους, από την ίδια ιστορική και νομική αιτία για το ίδιο χρονικό διάστημα, που κρίθηκε, όχι όμως και για διαφορετικό, είτε προγενέστερο είτε μεταγενέστερο, χρονικό διάστημα από αυτό που κρίθηκε με την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παρά το νόμο δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την υπ' αριθμ. 3239/2004 τελεσίδικη απόφαση του ιδίου δικαστηρίου. Ειδικότερα οι αναιρεσείουσες εκθέτουν ότι με την υπ' αριθμ. 3239/2004 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή αγωγή του δικαιοπαρόχου τους, συζύγου της πρώτης και πατρός της δεύτερης και υποχρεώθηκαν οι τότε και ήδη εναγόμενοι να του καταβάλουν αποζημίωση για τη ζημία που ο τότε ενάγων υπέστη, από την παράνομη και υπαίτια αποβολή του από τη νομή των αναφερομένων στην αγωγή εκείνη και στις συνεκδικασθείσες με την προσβαλλόμενη, οριζόντιες ιδιοκτησίες, για χρονικό όμως διάστημα προγενέστερο εκείνου για το οποίο ζητείται αποζημίωση με τις συνεκδικασθείσες με την προσβαλλόμενη απόφαση μεταγενέστερων αγωγών αυτών, με τις οποίες αυτές ζητούσαν αποζημίωση από τους ιδίους εναγομένους για την αυτή ιστορική και νομική αιτία.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, με το να δεχθεί το Εφετείο, όπως οι αναιρεσείουσες αναφέρουν, ότι δεν παράγεται δεδικασμένο από την άνω υπ' αριθμ.3239/04 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία επιδικάστηκε αποζημίωση στον τότε ενάγοντα για χρονικό διάστημα, προγενέστερο εκείνου για το οποίο ζητείται αποζημίωση με τις συνεκδικασθείσες με την προσβαλλόμενη απόφαση αγωγές των ήδη αναιρεσειουσών, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ όπως αβασίμως αιτιώνται με το λόγο αυτό αναίρεσης οι αναιρεσείουσες και ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙII. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, έλλειψη ή ανεπάρκεια αιτιολογίας, που έχει ως συνέπεια την έλλειψη νόμιμης βάσης, συνεπεία της οποίας καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση ή αποκλείστηκε η εφαρμογή του, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα των αποδείξεων, το εκ των οποίων πόρισμα εκτίθεται σαφώς Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι στέρηση την προσβαλλόμενη απόφαση του νόμιμης βάσης, διότι δεν περιέχει αιτιολογίες, άλλως περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς την παραδοχή του ότι οι εναγόμενοι δεν προσέβαλαν τη νομή των εναγουσών με αποβολή τους από τις με στοιχεία Υ-2, Υ-9, Υ-10 και Υ-11 οριζόντιες ιδιοκτησίες (αποθήκες) κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1997 μέχρι 31.3.2000.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο, απέρριψε την αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών ως προς την αιτουμένη με αυτή αποζημίωση, λόγω υπαίτιας αποβολής αυτών από τους εναγομένους από τη συννομή τους στις υπό στοιχεία Υ-2, Υ-9, Υ-10 και Υ-11 οριζόντιες ιδιοκτησίες (αποθήκες) κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1997 μέχρι 31.3.2000, δεχόμενο ότι από τις αποδείξεις αποδείχθηκαν τα εξής ως προς το κρίσιμο αυτό ζήτημα.

Ότι οι εναγόμενοι μέχρι τέλος του έτους 1996, χωρίς τη θέληση των εναγουσών που ήσαν συννομείς των προαναφερομένων αποθηκών, παράνομα και υπαίτια χρησιμοποιούσαν και τις αποθήκες αυτές, για την εξυπηρέτηση της επιχείρησής τους που λειτουργεί στο ισόγειο της επί της οδού ...... πολυκατοικίας, όπου βρίσκονται και οι αποθήκες αυτές των εναγουσών καταβάλλοντας μέχρι τότε στη διαχειρίστρια της πολυκατοικίας και την αναλογούσα στις αποθήκες αυτές δαπάνη κοινοχρήστων.

Όμως από την 1.1.1997 έπαυσαν να χρησιμοποιούν και τις αποθήκες αυτές, η δε διαχειρίστρια της πολυκατοικίας, μετά σύμφωνη γνώμη των συνιδιοκτητών της οικοδομής, προκειμένου να μη καταστεί ο χώρος αυτών εστία μόλυνσης και μικροβίων, τοποθέτησε σιδερένια πόρτα για να εμποδίζεται η είσοδος τρίτων στους χώρους αυτών, οι δε ενάγουσες δεν ζήτησαν κλειδί της πόρτας αυτής από τη διαχειρίστρια της πολυκατοικίας, όπως είχαν δικαίωμα, προκειμένου να έχουν πρόσβαση στις αποθήκες αυτές, όταν το επιθυμούσαν, μολονότι δε από τον Ιούνιο του έτους 2002 διαθέτουν τίτλο εκτελεστό (την υπ' αριθμ. 4763/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), με βάση τον οποίο εδικαιούντο να αποβάλλουν τους εναγομένους από τους χώρους των αποθηκών αυτών, αν οι εναγόμενοι είχαν αποβάλλει τις ενάγουσες από τη νομή τους και στις αποθήκες αυτές, ουδέποτε προέβησαν στην αναγκαστική εκτέλεση.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχτηκε ότι κατά το άνω χρονικό διάστημα από 1.1.1997 μέχρι 31.3.2000 οι εναγόμενοι δεν είχαν αποβάλλει τις ενάγουσες από τη συννομή τους στις προαναφερόμενες αποθήκες και ακολούθως, αφού δέχτηκε την έφεση των εναγομένων και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δικάζοντας την αγωγή απέρριψε αυτή ως προς την αιτουμένη αποζημίωση για την ζημία που υπέστησαν οι ενάγουσες από την επικαλούμενη με την αγωγή παράνομη και υπαίτια αποβολή των εναγουσών και από τη συννομή τους στις άνω αποθήκες.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες απέρριψε εν μέρει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, δεχόμενο σαφώς ότι οι εναγόμενοι κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1997 μέχρι 31.3.2000 δεν προσέβαλαν παρανόμως το δικαίωμα νομής των εναγουσών και επί των παραπάνω τεσσάρων αποθηκών.

Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 08.01.2007 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4.871/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από ευρώ χίλια οκτακόσια (1800).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Ιουλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ