1550/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1550/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω από το άρθρο 1710 ΑΚ προκύπτει, ότι αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής είναι το περιουσιακό σύνολο του αποβιώσαντος, δηλαδή το σύνολο των εννόμων σχέσεων (δικαιωμάτων και υποχρεώσεων) του αποβιώσαντος που είναι δεκτικές χρηματικής αποτίμησης και δεν συνδέονται αποκλειστικά με το πρόσωπο αυτού.
Full text
Απόφαση 1550 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1550/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ...., η οποία παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων της Γεωργίου Ορφανίδη και Θεοδώρας Αντωνίου .
Του αναιρεσιβλήτου: ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βρέλλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-8-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4356/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 5063/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 29-6-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 5-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 και άρθρων 2 και 3 του ν.5368/1932, όπως το άρθρο 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.δ.951/71 και διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ.Δ στοιχ.α ΝΔ 118/1973, ορίζονται τα εξής: "1. Χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμό, επ' ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte Joint, Joint account) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις, είτε τινές και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι" (άρθρο 1 παρ.1). "Η χρηματική κατάθεσις περί ης η προηγουμένη παράγραφος επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν" (άρθρο 1 παρ.2). "Επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθή προσθέτως ο όρος ότι άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχονται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου τούτων.
Εν τη περιπτώσει ταύτη η κατάθεσις περιέρχεται εις αυτούς ελευθέρα παντός φόρου κληρονομιάς ή άλλου τέλους. Αντιθέτως η απαλλαγή αύτη δεν επεκτείνεται επί των κληρονόμων του τελευταίου απομείναντος δικαιούχου" (άρθρο 2). "Διάθεσις της καταθέσεως δια πράξεως είτε εν ζωή είτε αιτία θανάτου δεν επιτρέπεται οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος, είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων, ως και της απόρου χήρας, ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως.
Επί των καταθέσεων τούτων αργούσιν αι περί απαγορεύσεως των δωρεών μεταξύ συζύγων διατάξεις" (άρθρο 3). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.1 ν.δ. 17.7/13.8.1923, 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ συνάγονται τα εξής: α)Σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, στο όνομα δύο ή περισσοτέρων προσώπων ή στο όνομα του καταθέτη και τρίτων, και ανεξαρτήτως αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους τους συνδικαιούχους του λογαριασμού ή σε μερικούς ή έναν από αυτούς, παράγεται μεταξύ ενός εκάστου δικαιούχου του λογαριασμού και της τράπεζας (δέκτη της κατάθεσης) ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη ολοκλήρου του ποσού της κατάθεσης ή μέρους αυτής από κάθε δικαιούχο του λογαριασμού, να γίνεται στο όνομα του και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών, η δε καταβολή του ποσού των χρημάτων της κατάθεσης σε έναν από τους δικαιούχους επιφέρει απόσβεση της απαίτησης έναντι του δέκτη (τράπεζας) και ως προς τους λοιπούς μη αναλαβόντες δικαιούχους, οι οποίοι (μη αναλαβόντες) όμως αποκτούν απαίτηση έναντι του αναλαβόντος, για την καταβολή είτε ολοκλήρου του ποσού της κατάθεσης, είτε τμήματος αυτής που προκύπτει από την μεταξύ τους σχέση.
Την απαίτηση αυτή έχει ο μη αναλαβών συνδικαιούχος και αν στο λογαριασμό έχει τεθεί ως αίρεση ο πρόσθετος όρος, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 2 του ν.5638/32, ότι σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε συνδικαιούχου το ποσό της κατάθεσης περιέρχεται στους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου, αφού στην περίπτωση αυτή, όταν δηλαδή η ανάληψη γίνεται πριν την πλήρωση της αίρεσης, το ποσό της κατάθεσης εξακολουθεί να ανήκει σε όλους τους συνδικαιούχους, κατά την μεταξύ τους εσωτερική σχέση.
Περαιτέρω από το άρθρο 1710 ΑΚ προκύπτει, ότι αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής είναι το περιουσιακό σύνολο του αποβιώσαντος, δηλαδή το σύνολο των εννόμων σχέσεων (δικαιωμάτων και υποχρεώσεων) του αποβιώσαντος που είναι δεκτικές χρηματικής αποτίμησης και δεν συνδέονται αποκλειστικά με το πρόσωπο αυτού.
Από αυτά παρέπεται, ότι η απαίτηση του μη αναλαβόντος έναντι εκείνου που ανέλαβε ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, για την καταβολή του ανήκοντος σ' αυτόν από την μεταξύ τους σχέση ποσοστού της κατάθεσης, περιέρχεται στους κληρονόμους αυτού (εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης), οι οποίοι νομιμοποιούνται να ζητήσουν από τον αναλαβόντα την καταβολή σ' αυτούς, κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας, είτε ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης είτε ποσοστό αυτής, ανάλογο με το ανήκον στον κληρονομηθέντα, μη λειτουργούντος στην περίπτωση αυτή του τεθέντος στο λογαριασμό προσθέτου όρου, ότι το ποσό της κατάθεσης περιέρχεται στους λοιπούς μέχρι του τελευταίου επιζώντος, αφού στην περίπτωση που η ανάληψη έλαβε χώρα πριν την πλήρωση της αίρεσης (το θάνατο του συνδικαιούχου) ο αναλαμβάνων ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης δεν αναλαμβάνει αυτό με βάση τον άνω όρο που τέθηκε στο λογαριασμό.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση του εφετείου προκύπτει, αυτό απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί την κατ΄ αυτής αγωγή του αναιρεσιβλήτου, δεχόμενο κατά κρίση ανέλεγκτη, τα εξής: "Ο αδελφός της αναιρεσείουσας και πατέρας του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου Ζ1, που απεβίωσε την 21 Μαΐου 2001 άφησε μοναδικό του κληρονόμο εκ διαθήκης τον ενάγοντα υιό του.
Ότι όταν ο άνω αποβιώσας ζούσε και ειδικότερα το έτος 1983 άνοιξε στην Αγροτική Τράπεζα (υποκατάστημα .....) τον υπ' αριθμ. ...... κοινό λογαριασμό, σύμφωνα με το ν.5638/1932, στον οποίο όρισε ως συνδικαιούχους τον εαυτό του, την εναγομένη αδελφή του και τον ενάγοντα υιό του, τέθηκε δε ως πρόσθετος όρος στο λογαριασμό αυτόν, ότι σε περίπτωση θανάτου κάποιου εκ των συνδικαιούχων, το ποσό του λογαριασμού θα περιέρχεται στους λοιπούς μέχρι του τελευταίου επιζώντος.
Ότι με διαδοχικές καταθέσεις που έκανε ο Ζ1 στο λογαριασμό αυτόν, η κατάθεση ανέρχονταν την 12.4.2000 στο ποσό των 46.000.000 δραχμών και μεταφέρθηκε σε έντοκη ετήσια προθεσμιακή κατάθεση, η οποία θα απέφερε, κατά την ετήσια αυτή προθεσμία, ποσό τόκων 3.288.896 δρχ. Ότι ο άνω καταθέτης των χρημάτων του λογαριασμού όρισε ως συνδικαιούχο την εναγομένη αδελφή του, με την οποία διατηρούσε άριστες σχέσεις, με τη συμφωνία μεταξύ τους να κινεί και αυτή το λογαριασμό κατ' εντολή του, εάν παρίστατο ανάγκη και κωλύονταν ο ίδιος, διότι ο καταθέτης ήταν διαζευγμένος ο δε ενάγων υιός του σπούδαζε αρχικώς στο Ηράκλειο Κρήτης και στη συνέχεια στο εξωτερικό, η δε εναγομένη αδελφή του καταθέτη ήταν οικονομικώς ανεξάρτητη και συμπαρίστατο στο αδελφό της από αδελφική αγάπη.
Ότι την 22.1.2001, πριν το θάνατο δηλαδή του καταθέτη και ενώ αυτός ήταν σε κωματώδη κατάσταση, λόγω εγκεφαλικής αιμορραγίας, που είχε υποστεί την 15.6.2000, εξ αιτίας και της οποίας απεβίωσε κατά τον προαναφερόμενο χρόνο, χωρίς έκτοτε και μέχρι του θανάτου του να συνέλθη, η εναγομένη αδελφή του και συνδικαιούχος του λογαριασμού, ανέλαβε από την τράπεζα ολόκληρο το ποσό του λογαριασμού, ανερχόμενο σε 140.899, 50 ευρώ.
Περαιτέρω το εφετείο δέχτηκε ότι βούληση του αποβιώσαντος ήταν το ποσό του λογαριασμού να περιέλθει μετά τον θάνατο του στον ενάγοντα υιό του, τον οποίο και εγκατέστησε μοναδικό του κληρονόμο με την από 26.4.1993 ιδιόγραφη διαθήκη του, με την οποία ο διαθέτης όρισε ότι επιθυμεί να περιέλθει όλη η περιουσία του και τα χρήματα σε τραπεζικές καταθέσεις.
Με τις παραδοχές αυτές το εφετείο, αφού απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση της εναγομένης, ότι ο καταθέτης των χρημάτων του λογαριασμού αδελφός της, με συμφωνία μεταξύ τους, δώρισε σ' αυτή το εκάστοτε ποσό του λογαριασμού, δέχτηκε, ότι κατά το χρόνο του θανάτου του ο καταθέτης και κληρονομηθείς από τον ενάγοντα Ζ1, είχε απαίτηση, από την μεταξύ αυτού και της εναγομένης αδελφής του εσωτερική σχέση, εις βάρος της προς απόδοση ολοκλήρου του ποσού του λογαριασμού το οποίο αυτή ανέλαβε, και επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία δέχτηκε τα ίδια και την αγωγή του ενάγοντος, ως προς την κυρία βάση της, με την οποία αυτός ως κληρονόμος του πατέρα του καταθέτη των χρημάτων του λογαριασμού, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό του λογαριασμού που αυτή ανέλαβε, απέρριψε την έφεσή της.
Με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει το εφετείο της εξής αιτιάσεις α) ότι το εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, διότι ενώ δέχεται ότι ο ενάγων είχε τεθεί ως συνδικαιούχος του λογαριασμού με τη βούληση του πατέρα του να περιέλθει σ' αυτόν το ποσό του λογαριασμού μετά τον θάνατό του αντιφατικώς δέχεται ότι στο εν λόγω" λογαριασμό είχε τεθεί πρόσθετος όρος κατά τη διάταξη του άρθρου 2 ν. 5638/1932 σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση θανάτου οποιοδήποτε δικαιούχου το ποσό της κατάθεσης και ο λογαριασμός περιέρχονται στους λοιπούς επιζώντες μέχρι του τελευταίου, παραβιάζοντας έτσι τις διατάξεις των άρθρων 713, 489, 393 ΑΚ και 1 και 2 του ν.5368/32 (1ος λόγος) και β) ότι με το να δεχθεί το εφετείο ότι με την ανάληψη του ποσού της κατάθεσης από την εναγόμενη πριν το θάνατο του καταθέτη (αδελφού της και πατέρα του ενάγοντος), ο καταθέτης απόκτησε απαίτηση έναντι της αναλαβούσας το ποσό εναγομένης, η οποία περιήλθε στον ενάγοντα, ως μοναδικού αυτού εκ διαθήκης κληρονόμο, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν.5368/32 και εκείνων των άρθρων 489 και 493 ΑΚ (3ος λόγος).
Αμφότεροι οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ο μεν πρώτος διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προαναφέρθηκε το εφετείο δέχτηκε την αγωγή με την αιτιολογία ότι στον ενάγοντα περιήλθε εκ κληρονομιάς με διαθήκη η απαίτηση του πατέρα του έναντι της αναλαβούσης το ποσό της κατάθεσης εναγομένης αδελφής του, ο δεύτερος δε (3 λόγος αναίρεσης) ως αβάσιμος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, που έχει ως συνέπεια την, αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων, που το πόρισμα της εκτίθεται σαφώς.
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός λόγος αναίρεσης από τη διάταξη αυτή, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που φέρεται ως παραβιασθείσα, και να γίνεται εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή αν η απόφαση δεν περιέχει καθόλου ή περιέχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε που γίνεται επίκληση ανεπαρκών αιτιολογιών πρέπει επιπροσθέτως να καθορίζεται ποίες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση τις οποίες και δεν περιέχει, στη δε περίπτωση που γίνεται επίκληση αντιφατικών αιτιολογιών να προσδιορίζεται πού έγκειται η αντίφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ, Πολ, Δ, αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση, ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τον προβληθέντα στο πρωτοβάθμιο και επαναφερθέντα στο δευτεροβάθμιο με λόγο έφεσης ισχυρισμό της, ότι ο καταθέτης των χρημάτων του λογαριασμού αδελφός της και πατέρας του ενάγοντος, κατά μήνα Απρίλιο 2000 της δήλωσε ότι της δωρίζει το ποσό της κατάθεσης του λογαριασμού σε εκπλήρωση ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος και σε αναγνώριση της στοργής και αγάπης του προς αυτόν.
Προς θεμελίωση του λόγου αυτού η αναιρεσείουσα αναφέρει στο αναιρετήριο τις αιτιολογίες τις προσβαλλόμενης απόφασης, υπό τις οποίες απορρίφθηκε ο άνω ισχυρισμό της, δεν αναφέρει όμως ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η προσβαλλόμενη και τις οποίες δεν περιέχει, ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού της ότι ο καταθέτης των χρημάτων αδελφός της δώρισε σ' αυτή το ποσό του λογαριασμού, σε εκπλήρωση ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος λόγω της στοργής και αγάπης με την οποία αυτή τον περιέβαλε.
Επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Ιουνίου 2006 αίτηση της ....., για αναίρεση της 5.063/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου από ευρώ χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ