Supreme Court dismisses appeal for failure to specify documents ignored and lack of direct legal error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a labor contract dispute. The appellant argued the lower court ignored specific evidence, including witness testimonies and repair orders, but failed to identify these documents by name in the appeal grounds. The court ruled that vague references to unlisted documents do not constitute a valid legal error under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 562(2), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging a direct violation of substantive law is inadmissible if the grounds fail to specify the exact documents or facts ignored by the lower court with sufficient clarity to demonstrate a reversible error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1550 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1550/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ........, ο οποίος παραστάθηκε με το δικηγόρο του Σπυρίδωνα Παυλάτο.
Tης αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «BSH Οικιακές Συσκευές ΑΒΕ», που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής, 17ο χλμ Εθν.Οδού Αθηνών-Λαμίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικής διαδίκου ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΕΥΡΩΣΕΡΒΙΣ Α.Β.Ε. (service Οικιακών Συσκευών)», με την οποία συγχωνεύτηκε, απορροφώντας την, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Περγαντή, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Κοινοποιουμένης της αναίρεσης: Προς το Εργατικό Κέντρο Αθηνών (Ε.Κ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/9/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 458/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 192/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/3/2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανέγνωσε την από 7/3/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Eπειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 562 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), η οποία μπορεί να συντελεσθεί αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά πρέπει επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής, διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (άρθρο 578 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο και σ' αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ. Α.Π. 27/1998). Τέλος, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ότι η απόφασή του στερείται νομίμου βάσεως (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται, πλην άλλων, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζονται οι αντιφατικές παραδοχές της, ή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει να εκτίθεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια, ποιο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο που είναι αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο (κατά το γ΄ μέρος του) λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση (απ' ευθείας και εκ πλαγίου) μη αναφερομένων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την ακυρότητα της γενόμενης καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του αναιρεσέιοντα – ενάγοντα, ως καταχρηστικής, από την εργοδότιδά του αναιρεσίβλητη – εναγομένη και την εντεύθεν υποχρέωσή της για καταβολή των αιτουμένων μισθών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.
Στο αναιρετήριο, όμως, ενώ εκτίθεται το ιστορικό της υποθέσεως, η νομική άποψη του αναιρεσείοντος, ως προς τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο έννοιες και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, δεν παρατίθενται καθόλου οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, όπως επίσης δεν παρατίθενται με πληρότητα, αλλά εντελώς αποσπασματικά, οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτό πραγματικά περιστατικά, ενώ, εξάλλου, δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια, ποιο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο που είναι αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών.
Επομένως, οι ως άνω λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως αόριστοι. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ «ως πράγματα» των οποίων η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (Ολ.
ΑΠ 11/1996). Δεν συνιστούν πράγματα η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του Δικαστηρίου. Επίσης ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.
ΑΠ 3/1997). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμ. 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα με λόγο εφέσεως ισχυρισμό του αναιρεσείοντα ότι η αναιρεσίβλητος εταιρεία προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του με καταχρηστική εν γένει συμπεριφορά και συγκεκριμένα με διακριτική στο πρόσωπό του μεταχείριση σε σχέση με άλλους συναδέλφους του της ίδιας κατηγορίας (όπως τους ......, ......., ........, ......, ........
και άλλους) τους οποίους, κατά το αναιρετήριο, κατονόμασε αυτός με λόγον εφέσεως του και μολονότι ο αναιρεσείων είχε προϋπηρεσία 26 περίπου ετών στην αναιρεσίβλητη και ήταν ο μόνος με τα μεγαλύτερα οικογενειακά βάρη (πατέρας 3 προστατευομένων τέκνων, από τα οποία τα δυο είναι φοιτητές και το τρίτο ανήλικο).
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη προέβη στην καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του αναιρεσείοντα για οικονομοτεχνικούς λόγους, χωρίς ν' αποδειχθεί ότι η γενόμενη καταγγελία ενέχει διακριτική στο πρόσωπό του μεταχείριση έναντι των λοιπών συναδέλφων του διαλαμβάνοντας σε αυτήν (προσβαλλομένη) ότι αυτός δεν αναφέρεται στην αγωγή και όχι στην έφεση.
Επομένως το Εφετείο έλαβε υπόψη τον εν λόγω ισχυρισμό και τον απέρριψε και κατά συνέπειαν ο άνω λόγος αναιρέσεως με την περί του αντιθέτου αιτίασή το9υ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως, του άρθρου 559 αριθ. 11 του Κ.Πολ.Δ. για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη έγγραφο του αναριεσείοντα, που είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη παραδεκτού και νομικά βάσιμου ισχυρισμού και όχι όταν έλαβε μεν υπόψη τούτο, έκρινε όμως ότι δεν αποδεικνύει τον ισχυρισμό προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως (κατά το δεύτερο μέρος του) προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατά το σχηματισμό της κρίσης του ως προς την καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του αναιρεσείοντα – ενάγοντα δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση του μάρτυρά του ....... στο ακροατήριο του πρωτόδικου δικαστηρίου.
Το Εφετείο όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα οικεία πρακτικά και όλα τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Από τη ρητή αυτή διαβεβαίωση του Εφετείου προκύπτει ότι έλαβε υπόψη τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης με την περιεχόμενη σ' αυτά κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντα ........., και επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αληθώς από τον αριθμ. 11 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ με την περί του αντιθέτου αιτίασή του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω πλημμέλεια, από την ίδια παραπάνω διάταξη, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως, αποτελεί και η μη λήψη από το δικαστήριο της ουσίας του αποδεικτικού μέσου της ένορκης βεβαίωσης, που δόθηκε, ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που την επικαλείται και την προσκομίζει (άρθρο 671 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως (πέμπτο κατά το β΄ μέρος του) προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών δοθείσες 18322/2003 και 18323/2003 ένορκες βεβαιώσεις των εξετασθέντων μαρτύρων του αναιρεσείοντος ....... και ........, τις οποίες είχε επικαλεσθεί και προσκομίζει με τις έγγραφες προτάσεις της.
όπως όμως προκύπτει από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τις άνω ένορκες βεβαιώσεις και συνεπώς ο αντίθετος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επειδή, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως (κατά το πρώτο μέρος τους) πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση γιατί δεν έλαβε υπόψη επιστολές, ανακοινώσεις και εντολές επισκευής συσκευών ηλεκτρονικής φύσεως, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τις οποίες προσκόμισε ο αναιρεσείων προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως υπό την επίκληση του άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, αφού δεν αναφέρονται καθόλου, με τα προσδιοριστικά τους στοιχεία, τα εν λόγω έγγραφα, που δεν έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9/3/2005 αίτηση του ....... για αναίρεση της 192/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 11 Ιουλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ