Supreme Court dismisses appeal on facts and law regarding contract validity and authority revocation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision in a dispute over contract validity and authority revocation. The appellants argued that the contract required written form and that the agent could revoke the mandate without cause, while the respondent maintained the contract was valid under the relevant law. The court rejected these arguments, ruling that the contract was legally binding and the revocation was valid, thus upholding the lower court's judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561 para. 1 and 95 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Article 38 of the Civil Code; Article 170 of the Decree 3026/1954: An appeal based on factual evaluation is inadmissible, and a contract for work under the relevant decree remains valid even without written form if the specific law governing the relationship does not mandate it.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 154 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Φ.Σ
Αριθμός 154/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Μ. χήρας Σ. Γ., το γένος Ν. Α., ατομικά και για λογαριασμό της ανήλικης κόρης τους Σ. Γ., 2.Ν. Γ. του Π., 3.Ζ. Γ. του Π., 4.Θ. Γ. του Π., 5.Σ. Γ. του Π., 6.Ν. Α. του Ε., και 7.Λ. συζ. Ν. Α., το γένος Ε. Π., όλων κατοίκων …... Η Σ. Γ. και οι 2ο, 3η, 4ος και 5ος ατομικά και ως κληρονόμοι της αποβιώσασας Α. χήρας Π. Γ., το γένος Α. Κ.. Όλοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ν. Δ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, ο οποίος ανακάλεσε την από 11-3-2024 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-6-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 31/2022 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-7-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 11-7-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/11-7-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 31/17-3-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης - η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων α) επί της από 24-3-2020 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/3-7-2020 έφεσης που είχε ασκήσει ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος και β) επί της από 12-1-2021 με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/26-1-2021 έφεσης που είχαν ασκήσει οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες κατά της υπ' αριθμό 51/13-2-2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων.
Η εκκαλουμένη απόφαση είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών-διαφορών από αμοιβές (άρθρα 591 παρ. 1 και 614 αριθμός 5 α του ΚΠολΔ) επί της από 16-6-2016 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης …./17-6-2016 αγωγής, την οποία είχε ασκήσει ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος κατά των ήδη αναιρεσειόντων και τρίτου προσώπου, το οποίο δεν είναι διάδικο στην παρούσα δίκη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα - επειδή η αναιρεσιβαλλομένη επιδόθηκε στις 14-6-2022 και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση στις 11-7-2022 - και γενικά παραδεκτά (άρθρα 552, 553 παρ. 1 β, 556 παράγραφος 1, 558, 564 παράγραφος 1 και 566 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ).
Πρέπει επομένως να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 2. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγραφών της δίκης προκύπτουν τα εξής : Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος στην από 16-6-2016 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/17-6-2016 αγωγή - την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και είχε στρέψει κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, όπως και κατά της Α.
Κ. του Α., συζύγου Π. Γ., κατοίκου, όσο ζούσε, Χανίων, εξέθεσε τα εξής: Ότι στις 7-8-2013 είχε καταρτίσει άτυπα με τους εναγομένους σύμβαση εργολαβίας δίκης. Ότι, ειδικότερα, σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει ως Δικηγόρος αστική δίκη για να προασπίσει έννομα συμφέροντα των εντολέων του και, συγκεκριμένα, να ασκήσει κατά τρίτων προσώπων αγωγή με αίτημα να επιδικασθεί στους εντολείς του χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία είχαν υποστεί από τη θανάτωση μέλους της οικογένειάς τους σε εργατικό ατύχημα.
Ότι οι εντολείς του θα είχαν υποχρέωση να καταβάλουν σε αυτόν αμοιβή, μόνον αν η δίκη είχε επιτυχή έκβαση, ενώ στην αντίθετη περίπτωση δεν θα είχαν τέτοια υποχρέωση. Ότι η αμοιβή του, ειδικότερα, θα ανερχόταν σε ποσοστό 20% επί του συνολικού ποσού του κεφαλαίου και των τόκων, το οποίο θα επιδικαζόταν σε αυτούς για την αιτία που προαναφέρθηκε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση.
Ότι στις 17-9-2023 κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων ως πληρεξούσιος Δικηγόρων των εναγομένων- εντολέων του σε βάρος συγκεκριμένων εναγομένων, φυσικών και νομικών προσώπων αγωγή με αίτημα την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Ότι οι εναγόμενοι με την από 24-9-2013 εξώδικη δήλωσή τους, την οποία επέδωσαν σε αυτόν στις 26-9-2013, ανακάλεσαν αδικαιολόγητα την εντολή τους προς αυτόν και δεν του κατέβαλαν καμιά αμοιβή για τις έως τότε ενέργειές του.
Ότι, αν οι εναγόμενοι δεν είχαν ανακαλέσει την εντολή τους, θα είχε διεξαγάγει με επιτυχία τη δίκη που είχε αναλάβει, η οποία θα κατέληγε με βεβαιότητα στην έκδοση ευνοϊκής για τους εναγομένους-εντολείς του τελεσίδικης δικαστικής απόφασης και ότι, τέλος, η αμοιβή που δικαιούται για την ενέργεια που προαναφέρθηκε από τον κάθε εναγόμενο-εντολέα του ανέρχεται σε ποσοστό 20% επί του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, η οποία θα επιδικαζόταν με βεβαιότητα σε αυτούς, αν είχε εκδοθεί επί της αγωγής που προαναφέρθηκε τελεσίδικη δικαστική απόφαση.
Με το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν σε αυτόν ως αμοιβή, κυρίως, σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύμβαση εργολαβίας δίκης και, επικουρικά, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 100 επ. του ν. 3026/1954 νομιμότοκα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά ο καθένας τους.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών-διαφορών από αμοιβές (άρθρα 591 παρ. 1 και 614 αριθμός 5 α του ΚΠολΔ) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 51/13-2-2019 οριστική απόφαση, με την οποία απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής ως μη νόμιμη με την αιτιολογία ότι οι διάδικοι δεν είχαν καταρτίσει εγγράφως την επίδικη σύμβαση εργολαβίας δίκης, ενώ δέχθηκε ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την επικουρική βάση της αγωγής και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα ως αμοιβή συγκεκριμένα ποσά ο καθένας τους νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Ο ενάγων άσκησε κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την από 24-3-2020 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/3-8-2020 έφεση για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου, ενώ οι εναγόμενοι άσκησαν κατά της ίδιας απόφασης την από 12-1-2021 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/26-1-2021 έφεση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων.
Ο εκκαλών-ενάγων ζήτησε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να γίνει εν όλω δεκτή η κύρια βάση της αγωγής του κατά των εναγομένων, ενώ οι εκκαλούντες-εναγόμενοι ζήτησαν να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να απορριφθεί η επικουρική βάση της αγωγής που είχε ασκήσει ο ενάγων εναντίον τους.
Μετά την κατάθεση της έφεσης που είχαν ασκήσει οι εναγόμενοι και, συγκεκριμένα, στις 2-12-2021 πέθανε η δεύτερη εκκαλούσα-ενάγουσα, Α. Κ. του Α., χήρα Π. Γ., κάτοικος, όσο ζούσε …, μητέρα του θανόντος και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την ανήλικη εγγονή της Σ. Γ. του Σ, τέκνο του θανόντος, η οποία εκπροσωπήθηκε στην κατ' έφεση δίκη από την πρώτη εκκαλούσα, μητέρα της, Μ.
Α. του Ν., χήρα Σ. Γ., Ν. Γ. του Π., Ζ. Γ. του Π., σύζυγο Ε. Γ., Θ. Γ. του Π. και Σ. Γ. του Π., κατοίκους …., οι οποίοι συνέχισαν νόμιμα τη δίκη που είχε διακοπεί ως προς την αρχικά δεύτερη εκκαλούσα (άρθρα 286 α, 287, 290 ΚΠολΔ, 1846 και 1847 ΑΚ). Το Μονομελές Εφετείο Χανίων δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία κατά την οποία είχε δικάσει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμό 31/17-3-2022 τελεσίδικη απόφαση με την οποία α) απέρριψε την από 12-1-2021 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης …./26-1-2021 έφεση που είχαν ασκήσει οι εναγόμενοι κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ενώ β) δέχθηκε την από 24-3-2020 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/3-8-2020 έφεση που είχε ασκήσει ο ενάγων κατά της ίδιας απόφασης.
Μετά από αυτό εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση ως προς τη διάταξή της με την οποία είχε απορριφθεί η κύρια βάση της αγωγής ως μη νόμιμη, κράτησε περαιτέρω και δίκασε την αγωγή, την οποία δέχθηκε ως προς την κύρια βάση της ως νόμιμη και εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση των αναιρεσειόντων να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο νομιμότοκα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά ο καθένας τους ως αμοιβή την οποία δικαιούτο από αυτούς από τη σύμβαση εργολαβίας δίκης την οποία είχε καταρτίσει με τους αναιρεσείοντες.
Το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε ειδικότερα τα εξής (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ): " (...) αποδείχθηκαν (...) τα ακόλουθα (...): Ο Σ. Γ. του Π., σύζυγος της πρώτης εναγόμενης, τέκνο της δεύτερης εναγόμενης, αδελφός του τρίτου, της τέταρτης, του πέμπτου και του έκτου εκ των εναγομένων, γαμβρός του έβδομου και της όγδοης εκ των εναγομένων, καθώς και πατέρας της ανήλικης Σ.
Γ., που εκπροσωπείται στη δίκη από την νόμιμη αντιπρόσωπο μητέρα της - πρώτη εναγόμενη [ήδη αναιρεσείοντες], ήταν εργαζόμενος από τον μήνα Απρίλιο του έτους 2013 στην εταιρία με την επωνυμία "Ι Α.Τ.Ε.", με την ειδικότητα του τεχνίτη πλακιδίων (...). Στις 5-8-2013 ο Σ. Γ. του Π. εργαζόταν στην υπό κατασκευή οδό Α. στα Κ…..
Χανίων, όπου τοποθετούσε τσιμεντένιες πλάκες - κυβόλιθους σε παρακείμενο ημιτελές πεζοδρόμιο. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο Γ. Μ. του Ν., εργαζόμενος της ανώνυμης εταιρίας με την τότε επωνυμία "Ε Α.Β.Ε.Τ.Ε.", χειριζόταν σε πολύ κοντινό σημείο όχημα πρέσας σκυροδέτησης (αντλία έγχυσης έτοιμου σκυροδέματος), η οποία είχε στερεωθεί στο έδαφος με τους βραχίονες στήριξης που διέθετε, προκειμένου να τελεστεί εργασία ρίψης σκυροδέματος σε παρακείμενη υπό κατασκευή νεοαναγειρόμενη οικοδομή (με πρόσοψη επί της οδού Α).
Ενώ όμως ο Γ. Μ. του Ν. ακολουθούσε τη συνηθισμένη διαδικασία για την έγχυση του σκυροδέματος, από λανθασμένο χειρισμό της ανωτέρω πρέσας (...) και, συγκεκριμένα, κατά την ανάπτυξη - ανύψωση του βραχίονα - ιστού της (...), ο εν λόγω ιστός ήρθε σε επαφή με ένα από τα τρία οριζόντια καλώδια - ηλεκτροφόρους αγωγούς του εναέριου δικτύου διανομής ρεύματος της Δ.Ε.Η.
Α.Ε. (...) με αποτέλεσμα να κόψει τον αγωγό αυτό σε δύο τμήματα. Ακολούθως, το ένα τμήμα του αγωγού αυτού που κόπηκε (...) κατά την ελεύθερη πτώση του έπεσε πάνω στον Σ. Γ. του Π., που εκτελούσε την προαναφερόμενη εργασία του σε πολύ κοντινή απόσταση, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να υποστεί ηλεκτροπληξία, εξαιτίας της οποίας, ως μόνης ενεργής αιτίας, επήλθε ο άμεσος θάνατός του.
Ακολούθως, λίγες ημέρες ύστερα από τον θάνατο του Σ. Γ. του Π., η πρώτη και ο τρίτος εκ των εναγόμενων επισκέφθηκαν τον ενάγοντα [ήδη αναιρεσίβλητο], εν ενεργεία δικηγόρο και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Χανίων, στο δικηγορικό γραφείο που διατηρεί στα Χανιά, προκειμένου να ενημερωθούν για τα δικαιώματά τους.
Κατόπιν δε σχετικών συζητήσεων και διαπραγματεύσεων μεταξύ τους, οι ανωτέρω εναγόμενοι ενεργώντας τόσο ατομικά, όσο και ως εκπρόσωποι των υπόλοιπων εναγόμενων, ανέθεσαν προφορικά στον ενάγοντα την εκπροσώπησή τους ενώπιον των αρμόδιων αστικών και ποινικών Δικαστηρίων και, συγκεκριμένα, του ανέθεσαν αφενός μεν να επιμεληθεί της ποινικής δίωξης που επρόκειτο να ασκηθεί κατά των υπαιτίων προσώπων για τον θάνατο του ανωτέρω συγγενή τους, δηλώνοντας εκ μέρους τους παράσταση πολιτικής αγωγής, αφετέρου δε, να ασκήσει χωρίς καθυστέρηση σχετική αγωγή κατά των ίδιων ως άνω προσώπων για την διεκδίκηση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ψυχικής οδύνης που είχαν υποστεί, ενώ, επιπλέον, η πρώτη εναγόμενη του ανέθεσε την κατάθεση στις αρμόδιες αρχές των απαραίτητων δικαιολογητικών, προκειμένου η ίδια να λάβει σύνταξη από τον οικείο ασφαλιστικό φορέα του θανόντος συζύγου της (Ι.Κ.Α.).
Ο ενάγων αποδέχθηκε να διεκπεραιώσει την ανωτέρω εντολή που έλαβε μέχρι να ικανοποιηθούν τελεσιδίκως όλες οι απαιτήσεις των εναγόμενων. Για το λόγο αυτό, με όλους τους εναγόμενους εντολείς του, όπως αυτοί εκπροσωπήθηκαν από την πρώτη και τον τρίτο εξ αυτών, συνήψε προφορικά σύμβαση εργολαβίας δίκης, σύμφωνα με την οποία α) ο ίδιος θα λάμβανε ως αμοιβή, σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης της αστικής δίκης με την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της σχετικής αγωγής, το ποσοστό 20% επί του ολικού ποσού της χρηματικής ικανοποίησης (κεφαλαίου και τόκων) που θα εισέπρατταν οι εναγόμενοι εντολείς του με οποιονδήποτε τρόπο, ακόμα και κατόπιν συμβιβασμού, ενώ σε περίπτωση αποτυχίας της δίκης, δεν θα λάμβανε οποιαδήποτε αμοιβή, β) (...) και γ) ο ίδιος δεν θα δικαιούνταν οποιασδήποτε άλλης - χωριστής αμοιβής για κάθε ενέργεια στην οποία θα προέβαινε όσον αφορά την ποινική διαδικασία της υπόθεσης αυτής, πέραν των ανωτέρω συμφωνηθέντων.
Η ανωτέρω σύμβαση εργολαβίας δίκης που συνήψαν οι διάδικοι δεν συντάχθηκε εγγράφως (...). Στις επόμενες συναντήσεις τους, η πρώτη και ο τρίτος εκ των εναγόμενων, εκπροσωπώντας και τους υπόλοιπους εναγόμενους (...) προσκόμισαν στον [ενάγοντα] διάφορα έγγραφα που τους είχε ζητήσει προκειμένου να φέρει σε πέρας την εντολή που είχε λάβει (...).
Στη συνέχεια, ο ενάγων προέβη άμεσα σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την προσήκουσα εκτέλεση της εντολής που έλαβε και, συγκεκριμένα, (...) συνέταξε για λογαριασμό των τελευταίων την από 11-9-2013 αγωγή, που στρεφόταν κατά α) του προαναφερόμενου χειριστή της πρέσας σκυροδέτησης Γ. Μ. του Ν., β) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ε Α.Β.Ε.Τ.Ε.", που είχε προστήσει τον τελευταίο στις εργασίες έγχυσης του σκυροδέματος, γ) του Ν.
Φ., εργολάβου της οικοδομής όπου εργαζόταν ο ανωτέρω χειριστής της πρέσας και δ) του Γ. Κ. του Ε., επιβλέποντος μηχανικού της ίδιας ως άνω οικοδομής. Με την αγωγή αυτή, οι ενάγοντες και ήδη εναγόμενοι ζητούσαν να υποχρεωθούν οι ανωτέρω εναγόμενοι να καταβάλουν, ευθυνόμενοι κάθε ένας εις ολόκληρον, α) στην πρώτη εξ αυτών ατομικά το ποσό των 149.990 €, β) στην πρώτη εξ αυτών για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου της το ποσό των 150.000 €, γ) στην δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 150.000 €, δ) σε κάθε έναν από τον τρίτο, την τέταρτη, τον πέμπτο και τον έκτο εξ αυτών το ποσό των 120.000 € και ε) σε κάθε έναν από τον έβδομο και την όγδοη εξ αυτών το ποσό των 50.000 €, ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο του ανωτέρω συγγενή τους, με τον νόμιμο τόκο για κάθε ενάγοντα και για κάθε ένα από τα ανωτέρω ποσά από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση (...).
Η εν λόγω αγωγή κατατέθηκε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων με αριθμό κατάθεσης …/17-9-2013 και ορίστηκε δικάσιμος προς συζήτησή της η 27-11-2014, επικυρωμένο δε αντίγραφο της αγωγής αυτής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία "Ε Α.Β.Ε.Τ.Ε." στις 17-9-2013 (...).
Ωστόσο, λίγες ημέρες ύστερα από την άσκηση της ανωτέρω αγωγής, ο τρίτος εναγόμενος επισκέφθηκε εκ νέου τον ενάγοντα στο δικηγορικό του γραφείο και, ενεργώντας τόσο ατομικά, όσο και ως εκπρόσωπος των υπόλοιπων εναγόμενων, δήλωσε σε αυτόν ότι οι εναγόμενοι ανακαλούν την προαναφερόμενη εντολή που του είχαν παράσχει, διότι αποφάσισαν να αναθέσουν την υπόθεση σε άλλους δικηγόρους, καθώς και ότι διακόπτουν κάθε συνεργασία μαζί του.
Ο ενάγων, παρά την αντίδρασή του, καθόσον θεώρησε αδικαιολόγητη την ανάκληση της εντολής που είχε λάβει, έθεσε το θέμα της αμοιβής του, ζητώντας από τους εναγόμενους να του καταβάλουν συμβιβαστικά τουλάχιστον την αμοιβή που αντιστοιχούσε στις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί μέχρι την στιγμή εκείνη (σύνταξη αγωγής και επίδοση αυτής, συλλογή σχετικών εγγράφων, κ.λπ.), πλην όμως οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να του καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό για την ανωτέρω αιτία, ισχυριζόμενοι ότι δεν έχουν οποιαδήποτε υποχρέωση απέναντι του.
Για το λόγο αυτό ο ενάγων επέδωσε στην πρώτη και στον τρίτο εκ των εναγόμενων (για λογαριασμό και των υπόλοιπων εναγόμενων) την από 24-9-2013 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση - διαμαρτυρία (βλ. τις υπ' αριθμ. …26-9-2013 και ….26-9-2013 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης με έδρα το Πρωτοδικείο Χανίων Ι.
Β. - Σ.), που κοινοποιήθηκε και στον δικηγόρο Θεσσαλονίκης Ν. Δ. (νέο εντολοδόχο των εναγομένων για την συγκεκριμένη υπόθεση), με την οποία, αναφερόμενος στην προηγούμενη μεταξύ τους συμφωνία, διαμαρτυρόταν για την αδικαιολόγητη ανάκληση της εντολής που είχε λάβει και για την ανάθεση της υπόθεσης σε άλλους δικηγόρους, δηλώνοντας ότι θα ασκήσει τα δικαιώματα που απορρέουν από το άρθρο 170 του Κώδικα περί Δικηγόρων, προκειμένου να λάβει την συμφωνηθείσα αμοιβή του.
Οι εναγόμενοι, σε απάντηση, επέδωσαν στον ενάγοντα την από 30-9-2013 εξώδικη διαμαρτυρία (...), με την οποία ισχυρίστηκαν ότι ουδέποτε έδωσαν στον ενάγοντα σχετική εντολή για εκπροσώπησή τους ενώπιον των Δικαστηρίων ή για οποιαδήποτε άλλη ενέργεια σχετική με τον θάνατο του ανωτέρω συγγενή τους, πλην της εντολής που του έδωσε η πρώτη εξ αυτών για την κατάθεση δικαιολογητικών εκ μέρους της, προκειμένου η ίδια να λάβει σύνταξη χηρείας, για την οποία πράγματι οφείλει αμοιβή, ζήτησαν δε από τον τελευταίο να παραιτηθεί από την αγωγή που είχε ήδη ασκήσει. (...).
Ακολούθως, ο ενάγων επέδωσε στον δικηγόρο Θεσσαλονίκης Ν. Δ. την από 23-9-2015 εξώδικη δήλωση - γνωστοποίηση - πρόσκληση (...), με την οποία, αναφερόμενος στην προηγηθείσα συμφωνία του με τους εναγόμενους, στις ενέργειες που είχε ήδη προβεί για λογαριασμό τους (...), κάλεσε τον τελευταίο να τηρήσει τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων και του Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγορικού Λειτουργήματος, ως προς τη διαχείριση της συγκεκριμένης υπόθεσης.
Οι δε εναγόμενοι επέδωσαν στον ενάγοντα την από 15-10-2015 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση - γνωστοποίηση - κλήση (...) με την οποία, αφού επανέλαβαν τους ισχυρισμούς τους περί μη παρασχεθείσας εντολής, διαμαρτυρήθηκαν για την εκ μέρους του αυθαίρετη άσκηση της προαναφερόμενης αγωγής που είχε συντάξει, δήλωσαν ότι έχουν αναθέσει στον ανωτέρω δικηγόρο Θεσσαλονίκης την παρακολούθηση της υπόθεσης και την νομική τους υποστήριξη, ενώ ζήτησαν να παραιτηθεί από το δικόγραφο της ως άνω αγωγής (...).
Στη συνέχεια, οι εναγόμενοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων την από 25-8-2016 και με αριθμό κατάθεσης …/7-9-2016 αγωγή τους, που στρεφόταν τόσο κατά των ανωτέρω εναγόμενων της προηγούμενης από 11-9-2013 αγωγής που είχε ασκήσει για λογαριασμό τους ο ενάγων, όσο και κατά άλλων φυσικών και νομικών προσώπων (...), με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, ευθυνόμενοι κάθε ένας εις ολόκληρον, τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά σε καθέναν από αυτούς (...).
Με την αγωγή αυτή, που συζητήθηκε ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου (...) κατά την δικάσιμο της 20-5-2021, οι εναγόμενοι παραιτήθηκαν ρητώς από την προηγούμενη από 11-9-2013 και με αριθμό κατάθεσης …./17-9-2013 αγωγή που είχε ασκήσει ο ενάγων (...). Στη συνέχεια, το Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων, με την υπ' αριθμ. 134/2021 οριστική απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την παραπάνω αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς τον εναγόμενο Γ.
Μ. του Ν. και την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ε. Α.Β.Ε.Τ.Ε.", που είχε προστήσει τον τελευταίο στις εργασίες που αυτός εκτελούσε, αναγνώρισε ότι τελευταίοι υποχρεούνται να καταβάλουν, ευθυνόμενοι κάθε ένας εις ολόκληρον, α) στην πρώτη εναγόμενη ατομικά το ποσό των 100.000 €, β) στην εναγόμενη για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου της το ποσό των 80.000 €, γ) σε κάθε έναν από τους δεύτερη, τρίτο, τέταρτη, πέμπτο και έκτο εκ των εναγόμενων το ποσό των 50.000 € και δ) σε κάθε έναν από τους έβδομο και όγδοη εκ των εναγόμενων το ποσό των 15.000 €, ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο του ανωτέρω συγγενή τους (...).Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν εφέσεις από τους διαδίκους, γεγονός που δεν αμφισβητείται, η πορεία των οποίων δεν προέκυψε.
Ενόψει των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι πράγματι ανέθεσαν προφορικά στον ενάγοντα την εκπροσώπησή τους ενώπιον των αρμόδιων αστικών και ποινικών Δικαστηρίων αναφορικά με τον θάνατο του Σ. Γ. του Π., ότι παρείχαν στον τελευταίο την εντολή, μεταξύ άλλων, να ασκήσει χωρίς καθυστέρηση σχετική αγωγή για λογαριασμό τους κατά των υπαίτιων προσώπων για τον θάνατο του ανωτέρω συγγενή τους, προκειμένου να διεκδικήσουν χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που είχαν υποστεί, καθώς και ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε προφορικά σύμβαση εργολαβίας δίκης με το περιεχόμενο που αναφέρθηκε, που είναι επιτρεπτή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 92 παρ.3 και 5 του ν.δ. 3026/1954 "Κώδικας περί Δικηγόρων", σύμφωνα με την οποία ο ενάγων θα λάμβανε ως αμοιβή, σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης της αστικής δίκης με την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της σχετικής αγωγής, το ποσοστό 20% επί του ολικού ποσού της χρηματικής ικανοποίησης (κεφαλαίου και τόκων) που θα εισέπρατταν οι εναγόμενοι εντολείς του με οποιονδήποτε τρόπο.
Αποδείχθηκε, επίσης, ότι οι εναγόμενοι ανακάλεσαν την ανωτέρω εντολή τους προς τον ενάγοντα χωρίς ιδιαίτερο ή σημαντικό λόγο, με μόνο σκοπό να αποφύγουν την εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσής τους να καταβάλουν σε αυτόν τη συμφωνηθείσα δυνάμει σύμβασης εργολαβίας δίκης αμοιβή του, δεδομένου ότι ανέθεσαν την εκπροσώπησή τους ενώπιον των Δικαστηρίων όσον αφορά τη συγκεκριμένη υπόθεση σε άλλο δικηγόρο, στον οποίο επίσης όφειλαν να καταβάλουν αμοιβή.
Επομένως, η εκ μέρους των εναγόντων ανάκληση της προς τον ενάγοντα εντολής τους, ενώ γνώριζαν ότι ο τελευταίος είχε ήδη προβεί στις προαναφερόμενες απαραίτητες ενέργειες για να εκτελέσει αυτήν προσηκόντως και με επιτυχία, ήταν αδικαιολόγητη. Τα παραπάνω αποδείχθηκαν ιδίως (...). Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων άσκησε την επίδικη αγωγή ενεργώντας αυτοβούλως, χωρίς να έχει λάβει οποιαδήποτε σχετική εντολή από τους εναγόμενους, όπως οι τελευταίοι αβάσιμα ισχυρίζονται, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν ενισχύεται από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, δεδομένου ότι η σχετική κατάθεση του έκτου εναγόμενου στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν κρίνεται αξιόπιστη, διότι έρχεται αντίθεση με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που αναφέρθηκαν.
Πρέπει να σημειωθεί α) ότι η επίδικη συμφωνία των διαδίκων δεν ήταν απαραίτητο να διατυπωθεί εγγράφως, διότι η σχετική περί εργολαβίας δίκης συμφωνία δεν προϋποθέτει για το κύρος της την τήρηση έγγραφου τύπου, ακόμα και όταν η δίκη αφορά επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των συγγενών θανόντος, συνεπεία εργατικού ατυχήματος και β) ότι η απόδειξη της συμφωνίας αυτής γίνεται με κάθε επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, όπως με μάρτυρες και με ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη υπόθεση δεν αφορά διαφορές από μισθούς, ημερομίσθια, πρόσθετες αμοιβές για υπερωριακή εργασία ή εργασία κατά τις Κυριακές ή εορτές, δώρα, αντίτιμο μη ληφθείσας άδειας, αποζημίωση για καταγγελία της σύμβασης και εν γένει κάθε απαίτηση?αναγόμενη στην εργασιακή σύμβαση υπαλλήλων, εργατών ή υπηρετών, ώστε να απαιτείται να καταρτιστεί εγγράφως και να γνωστοποιηθεί στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο (...).
Κατόπιν αυτών, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που (...) έκρινε ότι οι εναγόμενοι ανέθεσαν στον ενάγοντα την διεκπεραίωση της επίδικης υπόθεσής τους, ότι παρείχαν σε αυτόν εντολή για την άσκηση σχετικής αγωγής, καθώς και ότι η ανάκληση της εντολής αυτής ήταν αδικαιολόγητη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις.
Επομένως, οι σχετικοί (...) λόγοι της από 12-1-2021 (αριθ. καταθ. …/26-5-2021) έφεσης (...) με τους οποίους οι εκκαλούντες παραπονούνται για την ανωτέρω κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, επαναφέροντας τους πρωτοδίκως προταθέντες ισχυρισμούς τους ότι ο ενάγων άσκησε την επίδικη αγωγή για λογαριασμό τους ενεργώντας αυτοβούλως, χωρίς να έχει προηγηθεί οποιαδήποτε μεταξύ τους συμφωνία (η οποία, μάλιστα, έπρεπε για το κύρος της να καταρτιστεί εγγράφως) και χωρίς ο τελευταίος να έχει λάβει οποιαδήποτε σχετική εντολή από τους ίδιους, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Πλην όμως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την κρινόμενη αγωγή ως μη νόμιμη ως προς την κύρια βάση της, θεωρώντας ότι η σχετική συμφωνία των διαδίκων περί εργολαβίας δίκης έπρεπε για το κύρος της να καταρτιστεί εγγράφως, επειδή αφορούσε εργατική διαφορά, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο (...).
Συνεπώς ο (μοναδικός) λόγος της από 24-2-2020 (αριθ. κατάθ. …/3-8-2020) έφεσης, με την οποία ο εκκαλών παραπονείται για την ανωτέρω κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (...) πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι (...) εάν δεν μεσολαβούσε η αδικαιολόγητη ανάκληση της εντολής των εναγόμενων, ο ενάγων θα διεξήγαγε επιτυχώς τη δίκη επί της ανωτέρω αγωγής που είχε ασκήσει, με βέβαιη κατάληξη την έκδοση ευνοϊκής για τους εναγόμενους εντολείς του τελεσίδικης απόφασης (...).
Ειδικότερα, η βεβαιότητα για την ευνοϊκή κατάληξη της υπόθεσης, όπως αυτή προσδιορίστηκε, δηλαδή η επιτυχής έκβαση της δίκης και η τελεσίδικη δικαίωση των εναγόμενων εντολέων του ενάγοντος (...), συνακόλουθα δε, και η προσδοκώμενη πλήρωση της προαναφερομένης αίρεσης της επιτυχημένης διεξαγωγής της δίκης, αποδεικνύεται από τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων (...), από τα οποία προκύπτουν με σαφήνεια οι συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε ο θάνατος του Σ.
Γ. του Π., από υπαιτιότητα του Γ. Μ. του Ν., (...). Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, η κρινόμενη από 12-1-2021 (αριθ. καταθ. …/26-5-2021) έφεση (...) πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη (...). Ακολούθως, εφόσον η ανάκληση της εντολής που παρείχαν οι εναγόμενοι προς τον ενάγοντα κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, δηλαδή πριν από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης (...) ήταν αδικαιολόγητη και δεδομένου ότι ο ενάγων θα διεξήγαγε επιτυχώς τη δίκη επί της ανωτέρω αγωγής που είχε ασκήσει, με βέβαιη κατάληξη την έκδοση ευνοϊκής για τους εναγόμενους εντολείς του τελεσίδικης απόφασης, οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν στον τελευταίο τη συμφωνημένη αμοιβή του (...).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση (...) λόγω της αδικαιολόγητης ανάκλησης της εντολής που παρείχαν οι εναγόμενοι, η αμοιβή του ενάγοντος κατέστη απαιτητή από το χρονικό σημείο της ανάκλησης. Για το λόγο αυτό, δεδομένου ότι δεν υφίσταται τελεσίδικη απόφαση Δικαστηρίου επί της αγωγής που άσκησε ο ενάγων για λογαριασμό των εναγομένων, για να προσδιοριστεί η αμοιβή του τελευταίου πρέπει να προσδιοριστούν τα χρηματικά ποσά που με βεβαιότητα θα επιδικάζονταν τελεσιδίκως σε κάθε ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Ο (...) προσδιορισμός θα γίνει από το Δικαστήριο αυτό με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν θέσει στη διάθεσή του οι διάδικοι, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια: το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, τηρουμένης, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, της αρχής της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ.1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων σε παρόμοιες περιπτώσεις θανατηφόρου τραυματισμού και επιδίκασης ποσών υπέρ των συγγενών του ανυπαίτιου παθόντος (...).
Στην προκειμένη περίπτωση, αποδείχθηκε ότι ο θανών Σ. Γ. του Π. ήταν εν ζωή μόνιμος κάτοικος Χανίων, διαμένοντας στην ίδια οικία με τους ενάγοντες και ήδη εναγόμενους σύζυγο και τέκνο του, κατά το χρονικό σημείο δε του θανάτου του ήταν ηλικίας 37 ετών (γεννηθείς στις 16-11-1976) και δεν αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, τα οποία θα μπορούσαν να μειώσουν το προσδόκιμο της ζωής του.
Οι σχέσεις του θανόντος με όλους τους ενάγοντες και ήδη εναγόμενους συγγενείς του ήταν άριστες, χωρίς να έχουν ποτέ διαταραχθεί για οποιαδήποτε αιτία, συνδέονταν δε μεταξύ τους με στενούς και ιδιαίτερους ψυχικούς δεσμούς στοργής και αγάπης.
Συνεπώς, ο βίαιος και απρόσμενος θάνατός του προκάλεσε σε όλους τους ενάγοντες και ήδη εναγόμενους μεγάλη θλίψη και ψυχικό πόνο. Ως εκ τούτου, οι τελευταίοι δικαιούνται εύλογη (...) χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο του με στενό δεσμό συνδεομένου με αυτούς ανωτέρω προσώπου, δηλαδή για την ηθική τους παρηγοριά και την ψυχική τους ανακούφιση.
Για τον καθορισμό του επιδικαστέου ποσού πρέπει να ληφθούν υπόψη τα ακόλουθα προσδιοριστικά στοιχεία: α) οι συνθήκες του θανάσιμου τραυματισμού του Σ. Γ. του Π., η αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγόμενου Γ. Μ. του Ν. όσον αφορά την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος και τον συνακόλουθο θανάσιμο τραυματισμό του Σ.
Γ., β) το είδος του εννόμου αγαθού που προσβλήθηκε, γ) η ηλικία του θανόντος, δ) ο βαθμός της συγγενικής σχέσης των εναγόντων με τον θανόντα, ε) ο βαθμός της ψυχικής ταλαιπωρίας, της θλίψης και του πόνου, που δοκίμασε κάθε εναγών και στ) η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων. Κατόπιν τούτων, το (...) Δικαστήριο κρίνει ότι με βεβαιότητα θα επιδικάζονταν τελεσιδίκως, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων και ήδη εναγόμενων λόγω ψυχικής οδύνης, τα ακόλουθα ποσά:
α) Στην σύζυγό του, δηλαδή στην πρώτη εναγόμενη ατομικά, το ποσό των 80.000 €, β) στην πρώτη εναγόμενη για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου της το ποσό των 70.000 €, γ) στην ήδη αποβιώσασα μητέρα του, δηλαδή στην δεύτερη εναγόμενη, το ποσό των 50.000 €, δ) σε κάθε έναν από τους αδελφούς του, ήτοι στον τρίτο, στην τέταρτη, στον πέμπτο και στον έκτο εκ των εναγομένων το αιτούμενο ποσό των 30.000 € και ε) σε κάθε έναν από τους πεθερούς του, ήτοι στον έβδομο και στην όγδοη εκ των εναγομένων, το αιτούμενο ποσό των 10.000 €, ενώ, επιπλέον, με βεβαιότητα θα επιδικαζόταν υπέρ των ήδη εναγομένων και σε βάρος των αντιδίκων τους, λόγω της νίκης τους, το ποσό των 8.000 €, το οποίο αφορά τα δικαστικά τους έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας (...).
Ενόψει των ανωτέρω, με βάση τα ως άνω ποσά που με βεβαιότητα θα επιδικάζονταν τελεσιδίκως στους ήδη εναγόμενους για την ανωτέρω αιτία, ο ενάγων δικαιούται ως αμοιβή, κατόπιν της επίδικης συμφωνίας του με τους τελευταίους, τα εξής ποσά: α) Από την πρώτη εναγόμενη ατομικά, το ποσό των 16.000 € (80.000 € επί 20%), β) από την πρώτη εναγόμενη για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου της το ποσό των 14.000 € (70.000 € επί 20%), γ) από την ήδη αποβιώσασα δεύτερη εναγόμενη, στη θέση της οποίας υπεισήλθαν και συνεχίζουν τη δίκη οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι της, το ποσό των 10.000 € (50.000 € επί 20%), δ) από κάθε έναν από τους τρίτο, τέταρτη, πέμπτο και έκτο εκ των εναγομένων το ποσό των 6.000 € (30.000 € επί 20%) και ε) από κάθε έναν τους έβδομο και όγδοη εκ των εναγομένων το ποσό των 2.000 € (10.000 € επί 20%), ενώ, επιπλέον, με βάση την ίδια συμφωνία, ο ενάγων δικαιούται ως αμοιβή από τους εναγόμενους και το χρηματικό ποσό των 8.000 €, το οποίο αφορά τα δικαστικά τους έξοδα και με βεβαιότητα θα επιδικαζόταν υπέρ τους.
Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένως (...) δέχθηκε εν μέρει την κρινόμενή αγωγή κατά την επικουρική της βάση, ενώ έπρεπε να δεχθεί αυτήν εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς την κύρια βάση της και να επιδικάσει στον ενάγοντα τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά. Πρέπει επομένως, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου της από 24-3-2020 (αριθ.
καταθ. …/3-8-2020) έφεσης (...) να γίνει δεκτή η ανωτέρω υπό κρίση έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση. Αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί κατ' ουσίαν, η κρινόμενή από 16-6-2016 (αριθ. καταθ. …/17-6- 2016) αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς την κύρια βάση της και να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα τα εξής ποσά:
Η πρώτη εξ αυτών ατομικά, το ποσό των 16.000 €, β) η πρώτη εξ αυτών για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου της το ποσό των 14.000 €, γ) ο τρίτος, η τέταρτη, ο πέμπτος και ο έκτος εκ των εφεσίβλητων, καθώς και η ανήλικη Σ. Γ., που εκπροσωπείται στη δίκη από την νόμιμη αντιπρόσωπο μητέρα της - πρώτη εφεσίβλητη, οι οποίοι υπεισήλθαν στη δικονομική θέση της δεύτερης εναγόμενης και συνεχίζουν τη δίκη, το ποσό των 2.000 € ο καθένας (10.000 € : 5), δ) ο τρίτος, η τέταρτη, ο πέμπτος και ο έκτος εκ των εναγομένων το ποσό των 6.000 € ο καθένας και ε) ο έβδομος και η όγδοη εκ των εναγομένων το ποσό των 2.000 € ο καθένας, με τον νόμιμο τόκο για κάθε ενάγοντα και για κάθε ένα από τα ανωτέρω ποσά από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε σχετική όχληση του ενάγοντος για καταβολή των ανωτέρω ποσών σε προγενέστερο χρονικό σημείο.
Επιπλέον, πρέπει να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα, ευθυνόμενοι κατά ίσα μέρη (άρθρο 180 ΚΠολΔ) το χρηματικό ποσό των 8.000 € που αναφέρθηκε, με τον νόμιμο τόκο (...).". 3.α. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (...) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (...).
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται α) αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, β) αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και γ) αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες ή, αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγιναν δεκτές ως νόμιμες ή απορρίφθηκαν ή έγιναν δεκτές κατ` ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν, όπως και από την υπαγωγή τους στο νόμο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν αρκούσαν για την εφαρμογή του, όπως και όταν υπήγαγε τα ίδια περιστατικά σε κανόνα δικαίου, στον οποίο δεν υπάγονταν (ΟλΑΠ 5/2023).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92, 94 και 170 του ν.δ. 3026/1954 "Κώδιξ περί δικηγόρων", ο οποίος εφαρμόζεται και στην ένδικη περίπτωση, διότι η επίδικη συμφωνία καταρτίσθηκε, πριν καταργηθεί το ν.δ. 3026/1954 με τη διάταξη του άρθρου 166 παρ.2 του ν. 4194/2013 (Φ.Ε.Κ. Α' 208/27-9-2013), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ.
και 713 επ. ΑΚ προκύπτει ότι ο Δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενεργεί ελεύθερα έναντι του εντολέα του και δεν βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης με αυτόν. Η έννομη σχέση μεταξύ του Δικηγόρου και του εντολέα του αποτελεί σύμβαση έμμισθης εντολής. Ο Δικηγόρος συνεπώς μπορεί να απαιτήσει από τον εντολέα του την αμοιβή για κάθε δικαστική ή εξώδικη ενέργειά του, όπως και τη δαπάνη, την οποία κατέβαλε ο ίδιος, για την εκτέλεση της εντολής.
Η αμοιβή του δικηγόρου για τις νομικές υπηρεσίες που πρόσφερε καθορίζεται με συμφωνία με τον εντολέα του. Σύμφωνα τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά το ύψος της αμοιβής από την έκβαση της δίκης. Η συμφωνία αυτή δεν μπορεί να προβλέπει αμοιβή μεγαλύτερη από το 20% του αντικειμένου της δίκης.
Κατά τη διάταξη της παρ.5 του ίδιου άρθρου η συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης είναι ισχυρή, μόνον όταν ο δικηγόρος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει επιτυχώς τη δίκη έως την τελεσιδικία, ενώ σε περίπτωση αποτυχίας του δεν δικαιούται αμοιβή. Η δίκη θεωρείται ότι έχει επιτυχή έκβαση, όταν -εκτός από άλλες περιπτώσεις - ο εντολέας δικαιωθεί τελεσίδικα από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου με ικανοποιητική δικαστική επίλυση της διαφοράς του με τρίτο πρόσωπο (ΑΠ 31/2022, ΑΠ 85/2022, ΑΠ 396/2017, ΑΠ 730/2015, ΑΠ 1778/2013).
Η σύμβαση εργολαβίας δίκης περαιτέρω δεν είναι απαραίτητο να καταρτισθεί εγγράφως για να είναι έγκυρη, διότι η δικονομικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 95 παρ.2 εδ. α` του Κώδικα περί Δικηγόρων - η οποία επέτρεπε την απόδειξη της συμφωνίας αυτής μόνον με τα αποδεικτικά μέσα των εγγράφων, του όρκου και της ομολογίας - καταργήθηκε από την εισαγωγή του ΚΠολΔ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 38 του ΕισΝΚΠολΔ.
Η κατάρτιση επομένως της σύμβασης αυτής αποδεικνύεται πλέον και με μάρτυρες και με ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου (άρθρα 677 παρ. 1, 681 και 671 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 40/1988, ΑΠ 31/2022). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 170 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) συνάγεται ότι ο εντολέας, επειδή συνδέεται με σχέση εμπιστοσύνης με το δικηγόρο του, έχει πάντοτε το δικαίωμα να ανακαλέσει την εντολή προς τον εντολοδόχο Δικηγόρο είτε υπάρχουν λόγοι που δικαιολογούσαν την ανάκληση, είτε όχι.
Ο εντολέας όμως έχει και στις δύο αυτές περιπτώσεις έναντι του εντολοδόχου τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 170 του ν.δ. 3026/1954 (ΑΠ 31/2022, ΑΠ 396/2017). Η ανάκληση ασκείται - σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 167 και 724 ΑΚ - με μονομερή και απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο δήλωση βούλησης και ενεργεί για το μέλλον και όχι αναδρομικά (ΑΠ 31/2022).
Η λύση της εντολής επέρχεται, όταν η ανάκληση περιέλθει στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται (ΑΠ 31/2022, ΑΠ 1388/2015). Αν ο εντολέας ανακαλέσει αδικαιολόγητα την εντολή κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, δηλαδή πριν εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της διαφοράς, έχει την υποχρέωση να καταβάλει στο Δικηγόρο τη συμφωνημένη αμοιβή.
Ο Δικηγόρος περαιτέρω σε περίπτωση εργολαβίας δίκης μπορεί να αξιώσει από τον εντολέα του, ο οποίος ανακάλεσε την εντολή χωρίς σπουδαίο λόγο, τη συμφωνημένη αμοιβή μόνον υπό την προϋπόθεση ότι, αν δεν μεσολαβούσε η ανάκληση, θα διεξήγαγε με βεβαιότητα επιτυχώς τη δίκη που είχε αναλάβει με την έκδοση ευνοϊκής και μάλιστα τελεσίδικης απόφασης για τα έννομα συμφέροντα του εντολέα του.
Ο εντολοδόχος- Δικηγόρος, ειδικότερα, σε περίπτωση που ο εντολέας του ανακάλεσε χωρίς σπουδαίο λόγο την εντολή προς το πρόσωπό του, μπορεί αξιώσει από αυτόν την καταβολή της αμοιβής που προβλέφθηκε με το εργολαβικό δίκης, ακόμη και αν δεν εκδόθηκε τελεσίδικη απόφαση ή δεν επήλθε εξωδικαστική επίλυση της διαφοράς στην οποία αφορά το εργολαβικό, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι πλέον αντικειμενικά δυνατή λόγω της ανάκλησης η εκτέλεση της εντολής με τη διεξαγωγή της δίκης έως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή τη διευθέτηση της διαφοράς με εξωδικαστική επίλυσή της.
Ο εντολοδόχος Δικηγόρος περαιτέρω στην περίπτωση που προαναφέρθηκε πρέπει να εκθέτει στην αγωγή κατά του εντολέα του - με την οποία αιτείται την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής του - ότι θα περαίωνε με επιτυχία τη δίκη που είχε αναλάβει να διεξαγάγει με το εργολαβικό δίκης, το οποίο είχε καταρτίσει με τον εντολέα του και, συγκεκριμένα, ότι η δίκη θα κατέληγε με βεβαιότητα στην έκδοση ευνοϊκής για τον εναγόμενο-εντολέα του τελεσίδικης απόφασης.
Η αναφορά των γεγονότων που προαναφέρθηκαν στο δικόγραφο της αγωγής αποτελεί προϋπόθεση για να είναι νόμιμη η αξίωση του εντολοδόχου-Δικηγόρου κατά του εντολέα του προς καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής και, επειδή είναι ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, αποτελούν και αντικείμενο απόδειξης κατά τη διάταξη του άρθρου 335 του ΚΠολΔ (ΑΠ 239/2024, ΑΠ 31/2022, ΑΠ 133/2018).
Από τη διάταξη εξάλλου του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ - που αποτελεί κύρωση για την παράβαση του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος - προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται σε αυτή ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή, όταν όσα εκτίθενται δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται με αποτέλεσμα να αποδυναμώνουν με τον τρόπο αυτό την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (...).
Εξάλλου το αναγκαίο κατά νόμο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος κάθε φορά πρέπει να εφαρμοσθεί. Οι ουσιαστικές παραδοχές ειδικότερα της απόφασης πρέπει να καλύπτουν πλήρως το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις όμως που ανάγονται μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ελλείψεις ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Η απόφαση, επομένως, πρέπει να περιέχει με σαφήνεια με σαφήνεια και πληρότητα μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006).
Ο λόγος αναίρεσης εξάλλου με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ) είναι ορισμένος, όταν περιλαμβάνει α) ενάριθμη μνεία της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, η οποία φέρεται ότι παραβιάσθηκε, β) τις κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή στερείται αιτιολογιών, γ) τον ισχυρισμό ως προς τον οποίο υπάρχει έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση αιτιολογιών, καθώς και τη σύνδεσή του με το διατακτικό, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη και δ) την εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνον της έλλειψης, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποια επιπλέον πραγματικά περιστατικά έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή, τέλος, αν πρόκειται για αντιφατική αιτιολογία σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 57/2023).
Στον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 3, 100 παρ. 1 του ν.δ. 3026/1954, 60 παρ. 1 και 63 παρ. 1 του ν. 4194/2013 με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.
Οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ειδικότερα ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αναγνώρισε την υποχρέωσή τους να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο αμοιβή, επειδή είχε ασκήσει κατά τρίτων ως πληρεξούσιος Δικηγόρος τους αγωγή από αδικοπραξία σε εκτέλεση σύμβασης εργαλαβίας δίκης, την οποία είχαν καταρτίσει με αυτόν, μολονότι είχαν ανακαλέσει την εντολή τους προς το πρόσωπό του και είχαν παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής που είχε ασκήσει για λογαριασμό τους με συνέπεια να μην εκδοθεί απόφαση - και μάλιστα τελεσίδικη - επί της συγκεκριμένης αγωγής και επομένως ο αναιρεσίβλητος να μην μπορεί να αξιώσει από αυτούς την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής του.
Το Μονομελές Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), δέχθηκε τα εξής: α) ότι ο αναιρεσίβλητος, Δικηγόρος, στις 7-8-2013 είχε καταρτίσει άτυπα με τους αναιρεσείοντες-εντολείς του σύμβαση εργολαβίας δίκης, β) ότι ο αναιρεσίβλητος σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής ανέλαβε την υποχρέωση να ασκήσει ως πληρεξούσιος Δικηγόρος τους κατά τρίτων, φυσικών και νομικού, προσώπων αγωγή από αδικοπραξία με αίτημα να επιδικασθεί στους αναιρεσείοντες χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που είχαν υποστεί από τη θανάτωση μέλους της οικογένειάς τους σε εργατικό ατύχημα, διότι τα πρόσωπα που προαναφέρθηκαν ευθύνονταν για την πρόκληση του ατυχήματος, γ) οι αναιρεσείοντες θα είχαν υποχρέωση να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο αμοιβή, μόνον αν η δίκη είχε επιτυχή έκβαση, ενώ στην αντίθετη περίπτωση δεν θα του κατέβαλαν αμοιβή, δ) ότι η αμοιβή του αναιρεσιβλήτου, ειδικότερα, θα ανερχόταν σε ποσοστό 20% επί του συνολικού ποσού του κεφαλαίου και των τόκων, το οποίο θα επιδικαζόταν σε αυτούς για την αιτία που προαναφέρθηκε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, ε) ότι ο αναιρεσίβλητος άσκησε ως πληρεξούσιος Δικηγόρων των αναιρεσειόντων σε βάρος τρίτων την από 11-9-2013 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/17-9-2013 αγωγή - την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων - με αίτημα την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης συγκεκριμένου ποσού για τον καθένα τους, στ) ότι οι αναιρεσείοντες με την από 24-9-2013 εξώδικη δήλωσή τους, την οποία επέδωσαν στον αναιρεσείοντα στις 26-9-2013 ανακάλεσαν αδικαιολόγητα την εντολή τους προς αυτόν, ζ) ότι οι αναιρεσείοντες δεν κατέβαλαν καμιά αμοιβή στον αναιρεσίβλητο για τις έως τότε ενέργειές του, η) ότι η αστική δίκη, η οποία είχε ανοίξει με την κατάθεση και την επίδοση της αγωγής που προαναφέρθηκε, θα κατέληγε με βεβαιότητα στην έκδοση ευνοϊκής για τους αναιρεσείοντες τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, θ) ότι η χρηματική ικανοποίηση που θα επιδικαζόταν τελεσίδικα στην πρώτη από τους αναιρεσείοντες, σύζυγο του θανόντος, θα ανερχόταν στο ποσό 80.000 Ευρώ για την ίδια και στο ποσό 70.000 Ευρώ για την ανήλικη θυγατέρα της, την οποία εκπροσωπούσε νόμιμα στη δίκη, στο ποσό 70.000 Ευρώ, στη μητέρα του θανόντος - η οποία είχε αποβιώσει μετά την κατάθεση της έφεσης και είχε κληρονομηθεί από τους λοιπούς αναιρεσείοντες που συνέχισαν τη δίκη - στο ποσό 50.000 Ευρώ, στο δεύτερο, στην τρίτη, στον τέταρτο και στον πέμπτο από τους αναιρεσείοντες, αδελφούς του θανόντος, στο ποσό των 30.000 Ευρώ για τον καθένα τους και, τέλος, στον έβδομο και στην όγδοη από τους αναιρεσείοντες, πεθερό και πεθερά, αντίστοιχα, του θανόντος, στο ποσό των 10.000 Ευρώ για τον καθένα τους και ι) και ότι, συνεπώς, η συμφωνημένη αμοιβή που δικαιούτο ο αναιρεσίβλητος από τον κάθε αναιρεσείοντα-εντολέα του για τις ενέργειές του αυτές ανερχόταν σε ποσοστό 20% επί των ποσών που προαναφέρθηκαν.
Το Μονομελές Εφετείο, επομένως, δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος είχε αξίωση έναντι των αναιρεσειόντων για καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής του, επειδή οι αναιρεσείοντες είχαν ανακαλέσει αδικαιολόγητα την εντολή που είχαν παράσχει σε αυτόν με το εργολαβικό δίκης να ασκήσει ως πληρεξούσιος Δικηγόρος τους κατά τρίτων αγωγή από αδικοπραξία.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο περαιτέρω υπολόγισε την αμοιβή που δικαιούτο να λάβει ο αναιρεσίβλητος από τους αναιρεσείοντες σε ποσοστό 20% επί του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης που με βεβαιότητα θα επιδικαζόταν σε αυτούς με την τελεσίδικη απόφαση η οποία θα εκδιδόταν επί της αγωγής που προαναφέρθηκε.
Το Μονομελές Εφετείο, επομένως, αναγνώρισε την υποχρέωση των αναιρεσειόντων να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο ως αμοιβή τα ποσά που προαναφέρθηκαν, διότι οι αναιρεσείοντες είχαν καταρτίσει με τον εντολοδόχο Δικηγόρο τους συμφωνία, η οποία εξαρτούσε την καταβολή της αμοιβής προς αυτόν από την επιτυχή έκβαση της δίκης (εργολαβικό δίκης) και επειδή περαιτέρω οι αναιρεσείοντες ανακάλεσαν αδικαιολόγητα, δηλαδή χωρίς σπουδαίο λόγο, την εντολή τους προς τον αναιρεσίβλητο.
Το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση πράγματι δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αγωγής που προαναφέρθηκε δεν μπορούσε κατά τη διάταξη του άρθρου 170 του ν.δ. 3026/1954 να καταργήσει τη συμβατική ευθύνη των αναιρεσειόντων έναντι του αναιρεσιβλήτου. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνεπώς δεν εφήρμοσε στην προκειμένη περίπτωση, όπως αβάσιμα επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1 του ν.δ. 3026/1954, 60 παρ. 1 και 63 παρ. 1 του ν. 4194/2013, αλλά τις διατάξεις των άρθρων 724 εδάφιο β του ΑΚ, 92 παράγραφοι 3 και 5 και 170 του ν.δ. 3026/1954 που έπρεπε να εφαρμοσθούν στην ένδικη διαφορά.
Ο λόγος αναίρεσης συνεπώς που προαναφέρθηκε πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 3.β. Στο δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 25 του Συντάγματος και 932 του ΑΚ με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμοί 1 και 19 του ΚΠολΔ και πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί, διότι αναγνώρισε την υποχρέωσή τους να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο συγκεκριμένα χρηματικά ποσά κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, όπως ειδικότερα αναφέρουν σε αυτόν.
Το Μονομελές Εφετείο, ωστόσο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αναγνώρισε τη υποχρέωση των αναιρεσειόντων να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο συγκεκριμένα χρηματικά ποσά ο καθένας τους νομιμότοκα ως αμοιβή, την οποία δικαιούτο, επειδή είχε ασκήσει ως πληρεξούσιος Δικηγόρος τους κατά τρίτων προσώπων αγωγή από αδικοπραξία με αίτημα να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των τρίτων να καταβάλουν στους αναιρεσείοντες χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία είχαν υποστεί από τη θανάτωση μέλους της οικογένειάς τους σε εργατικό ατύχημα.
Το δευτεροβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο δεν εφήρμοσε στην προκειμένη περίπτωση τις διατάξεις των άρθρων 932 του ΑΚ και 25 παρ. 4 του Σ, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, διότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, αλλά τις διατάξεις των άρθρων 724 εδ. β του ΑΚ, 92 παράγραφοι 3 και 5 και 170 του ν.δ. 3026/1954, οι οποίες έπρεπε να εφαρμοσθούν στην επίδικη διαφορά.
Ο λόγος αναίρεσης συνεπώς που προαναφέρθηκε κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη ευθεία παράβαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει για το λόγο αυτό να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην ίδια απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης είναι αόριστος και πρέπει επομένως να απορριφθεί ως απαράδεκτος, επειδή οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν σε αυτόν α) ποιες επιπλέον αιτιολογίες θα έπρεπε να είχε περιλάβει η αναιρεσιβαλλομένη στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού για να καταλήξει στο αποδεικτικό της συμπέρασμα ότι ο αναιρεσίβλητος είχε νόμιμη αξίωση κατά των αναιρεσειόντων για καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής του από τη σύμβαση εργολαβίας δίκης, την οποία είχε καταρτίσει με αυτούς και β) δεν προσδιορίζουν ποιες είναι οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης που αντιφάσκουν μεταξύ τους ως προς το ζήτημα που προαναφέρθηκε. 3.γ.
Στον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 724 ΑΚ με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.
Οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε α) ότι είχαν αναθέσει στον αναιρεσίβλητο με σύμβαση που είχαν καταρτίσει με αυτόν να ασκήσει ως πληρεξούσιος Δικηγόρος τους αγωγή από αδικοπραξία κατά τρίτων προσώπων, μολονότι δεν είχαν συνάψει με τον αναιρεσίβλητο σύμβαση με τέτοιο αντικείμενο, β) ότι εν πάση περιπτώσει η σύμβαση αυτή δεν απαιτείτο να καταρτισθεί εγγράφως, παρά το γεγονός ότι η σύμβαση εργολαβίας δίκης πρέπει να καταρτίζεται με έγγραφο, το οποίο μάλιστα αποτελεί συστατικό της τύπο, διότι το εργολαβικό δίκης αφορά σε δικαστικές διαδικασίες, οι οποίες είναι πολύπλοκες, σοβαρές και διαρκούν μεγάλο χρονικό διάστημα και γ) ότι ανακάλεσαν την εντολή τους προς τον αναιρεσίβλητο χωρίς σπουδαίο λόγο.
Οι αναιρεσείοντες επικαλούνται στη συνέχεια ότι, αν το Μονομελές Εφετείο δεχόταν ότι δεν είχαν συμβληθεί με τον αναιρεσίβλητο και μάλιστα εγγράφως, ότι εν πάση περιπτώσει η σύμβαση αυτή απαιτείτο να καταρτισθεί εγγράφως και ότι είχαν νόμιμο δικαίωμα να ανακαλέσουν οποτεδήποτε την εντολή τους προς αυτόν ακόμη και χωρίς σπουδαίο λόγο, θα είχε απορρίψει την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής του εναντίον τους, όπως ειδικότερα επικαλούνται στον ίδιο λόγο αναίρεσης.
Ο λόγος αναίρεσης που προαναφέρθηκε πρέπει α) ως προς το πρώτο σκέλος του να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείοντες με τη συγκεκριμένη αιτίαση αποδίδουν ουσιαστικά στην αναιρεσιβαλλομένη σφάλμα κατά την εκτίμηση και αξιολόγηση πραγματικών γεγονότων, η οποία, ωστόσο, δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), β) ως προς το δεύτερο σκέλος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, επειδή - σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν - η εργολαβία δίκης υπό την ισχύ του ν.δ. 3026/1954 ήταν έγκυρη, ακόμη και όταν δεν καταρτιζόταν με έγγραφο, διότι η διάταξη του άρθρου 95 παράγραφος 2 εδάφιο α του νόμου που προαναφέρθηκε θεωρείτο ότι είχε καταργηθεί από τη διάταξη του άρθρου 38 του ΕισΝΚΠολΔ.
Η εξαίρεση στον κανόνα αυτό που θέσπιζε η διάταξη του άρθρου 92 παράγραφος 4 του ίδιου νόμου αφορούσε σε διαφορές από σύμβαση εργασίας και συνεπώς δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί στην προκειμένη περίπτωση, γ) ως προς το τρίτο σκέλος πρέπει να απορριφθεί επίσης ως αβάσιμος, διότι η παραδοχή που διέλαβε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην αναιρεσιβαλλομένη ότι οι αναιρεσείοντες είχαν ανακαλέσει χωρίς σπουδαίο λόγο την εντολή τους προς τον αναιρεσίβλητο μπορούσε πράγματι κατά τη διάταξη του άρθρου 170 του ν.δ. 3026/1954 να επιφέρει την έννομη συνέπεια που απήγγειλε σε βάρος των αναιρεσειόντων.
4. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν - και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα - η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις πρέπει - μετά από νόμιμο και βάσιμο αίτημά του - να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, οι οποίοι ηττήθηκαν στη δίκη (άρθρα 591 παρ. 1 , 106, 176 εδ. α, 191 παρ. 2, 183 και 189 του ΚΠολΔ) και το παράβολο που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες πρέπει να επιστραφεί σε αυτούς, επειδή δεν είχαν νόμιμη υποχρέωση να καταθέσουν παράβολο για το παραδεκτό της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. τελευταίο και 614 αριθμός 5 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-7-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/11-7-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό 31/17-3-2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του υπ' αριθμό ……. παραβόλου ηλεκτρονικής πληρωμής ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιανουαρίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ