154/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated154/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τα ανωτέρω, συνδυαζόμενα και προς τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 § 1, 569 § 1, 571 εδάφ. α’ και 577 §§ 1, 2, 3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης μπορεί να είναι παραδεκτή και αν ακόμη δεν περιέχει κανένα παραδεκτό και ορισμένο λόγο αναίρεσης, αλλά αρκεί να περιέχει κάποιο λόγο αναίρεσης, έστω και απαράδεκτο ή αόριστο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 154 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 154/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 7 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ζ. Μ. του Σ. και 2) Α. συζ. Ζ. Μ., το γένος Μ. Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη - Δέσποινα Γιαννοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Τ. του Σ. και 2) Μ. Τ. του Σ., συζ. Π. Κ., κατοίκων ..., εκ των οποίων η 1η παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Αθηνά Καραφίνα και η 2η εκπροσωπήθηκε από την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο της Αθηνά Καραφίνα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 1796/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-12-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 28-9-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτων, κατ’ άρθρ. 562 αρ. 2 ΚΠολΔ (μη πρόταση στο Δικαστήριο ουσίας) και επικουρικά, εφόσον εκτιμηθεί, ότι εμπίπτουν στην εξαίρεση του εδαφίου β’ του άρθρου 562 αρ. 2 (σφάλμα που προκύπτει από την απόφαση), την ουσιαστική παραδοχή του 2ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 14 και του 3ου αναιρετικού λόγου, επίσης, εκ του άρθρου 559 αρ. 14, όπως ορθά εκτιμάται, αντί της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένα χαρακτηρίζεται από τους αναιρεσείοντες και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης (1ου και 4ου) ως αορίστων.
Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 14-12-2015 (αρ. κατ. 156/2015) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ’ αρ. 1796/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών μεταξύ συνιδιοκτητών κατ’ άρθρο 647 παρ. 2 σε συνδ. 17 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ερήμην των ήδη αναιρεσειόντων - εναγομένων.
Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να ερευνηθεί, αν η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 § 1περ. β’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.ΑΠ 15/2001, ΑΠ 162/1997, ΑΠ 1470/2003), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ’ αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 § 1εδ.
β’ περ. β’ ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ’ αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998, ΑΠ 1051/1993, ΑΠ 662/2006), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων.
Συνήθως βέβαια η άσκηση απευθείας αναίρεσης, κατά παράλειψη της ανακοπής ερημοδικίας και ενώ διαρκεί η προθεσμία της (άρθρ. 503 ΚΠολΔ), υποδηλώνει σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας (άρθρ. 299 ΚΠολΔ), η οποία είναι επιτρεπτή και έγκυρη, εφόσον όμως ο υπογράφων το δικόγραφο της αναίρεσης έχει την ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, που απαιτεί το άρθρ. 98 περ.
β’ ΚΠολΔ (ΑΠ 12/2011, πρβλ. επίσης, ΑΠ180/2014, ΑΠ 658/2012, ΑΠ 78/1999, ΑΠ 1983/2006).
Περαιτέρω, οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης διακρίνονται σε θετικές και αρνητικές. Θετικές προϋποθέσεις είναι α) η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης σε αναίρεση (άρθρ. 552, 554 Κ.Πολ.Δ.), β) άσκηση αυτής από πρόσωπο νομιμοποιούμενο προς τούτο (άρθρ. 556, 558), γ) θεμελίωσή της σε ένα τουλάχιστον λόγο αναίρεσης (άρθρ. 566 § 1), δ) η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στον διάδικο που την ασκεί και ε) η τήρηση ορισμένου τύπου και προθεσμίας για την άσκηση της, ενώ αρνητικές προϋποθέσεις είναι α) η άσκηση αυτής για πρώτη φορά (άρθρ. 555), β) η μη αποδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης και γ) η μη παραίτηση του διαδίκου από την τυχόν ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης.
Από τα ανωτέρω, συνδυαζόμενα και προς τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 § 1, 569 § 1, 571 εδάφ. α’ και 577 §§ 1, 2, 3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης μπορεί να είναι παραδεκτή και αν ακόμη δεν περιέχει κανένα παραδεκτό και ορισμένο λόγο αναίρεσης, αλλά αρκεί να περιέχει κάποιο λόγο αναίρεσης, έστω και απαράδεκτο ή αόριστο.
Η διάκριση δε αυτή μεταξύ απαράδεκτης αίτησης αναίρεσης και παραδεκτής αίτησης με απαράδεκτους λόγους αναίρεσης έχει πρακτική σημασία για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 562 § 4 και 569 § 1 του ίδιου Κώδικα, κατά την πρώτη των οποίων ο Άρειος Πάγος μπορεί να εξετάσει αυτεπαγγέλτως λόγο αναίρεσης, τον οποίο προτείνει ο εισηγητής, και κατά την δεύτερη εξ αυτών ο αναιρεσείων μπορεί να ασκήσει παραδεκτώς πρόσθετους λόγους αναίρεσης και αν η αίτηση της αναίρεσης δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο.
Αν, αντίθετα, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, τότε απορρίπτονται και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, έστω και αν αυτοί κατά τα λοιπά ασκήθηκαν νομίμως (ΑΠ 1486/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην των ήδη αναιρεσειόντων - 5ου και 6ης των εναγομένων στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστήριο, οι οποίοι δικάσθηκαν σαν παρόντες (άρθρ. 649 παρ. 2 ΚΠολΔ) και αντιμωλία των λοιπών εννέα εναγομένων (που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη).
Η απόφαση αυτή δημοσιεύτηκε στις 25-9-2015. Εξάλλου, από τις υπ’ αριθμόν .../16-11-2015 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Κ. Δ., προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της πληρεξούσιας δικηγόρου των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της προσβαλλόμενης υπ’ αρ. 1796/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους 5ο και 6η των εναγομένων, κατ’ άρθρ. 128 παρ. 1 και 124 ΚΠολΔ, αντίστοιχα.
Περαιτέρω, από την επομένη της επιδόσεως ημέρα (17- 11-2015) άρχισε να τρέχει η οκταήμερη προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, που έληξε στις 24-11-2015 και από την επομένη (25-11-2015) άρχισε η 15ήμερη προθεσμία για την άσκηση έφεσης, που έληξε στις 9-12-2015 (άρθρ. 652 αρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε τότε), χωρίς η απόφαση να προσβληθεί με τα ως άνω ένδικα μέσα.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη τελεσίδικη (άρθρ. 553 ΚΠολΔ), ως προς τους αναιρεσείοντες, διότι λόγω της σχέσης απλής ομοδικίας, που διέπει την παρούσα δίκη (ΑΠ 1540/ 2003) η τελεσιδικία κρίνεται αυτοτελώς για κάθε απλό ομόδικο (ΑΠ 658/2012). Εξάλλου, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί και εμπρόθεσμα κατ’ άρθρ. 652 αρ. 1 ΚΠολΔ, στις 14-12-2015, με την κατάθεσή της (άρθρ. 495 αρ. 1 ΚΠολΔ) πριν την πάροδο της 15ήμερης προθεσμίας, που προβλέπει η διάταξη του άρθρ. 652 αρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αυτή ίσχυε κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης.
Κατόπιν όλων αυτών η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά και εμπρόθεσμα (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί στη συνέχεια, το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο της αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Μάλιστα, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να έχει προταθεί νομίμως, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις.
Πρόταση όμως του ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας ή αναλόγως επίκληση του σχετικού μ’ αυτόν αποδεικτικού μέσου δεν υπάρχει, όταν ο διάδικος που παραπονείται δεν εμφανίσθηκε στη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δικάσθηκε έτσι ερήμην (ΑΠ 845/2012). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 556 Κ.Πολ.Δικ., "δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικηθούν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι, που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι.
Αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει έννομο συμφέρον", προκύπτει ότι, κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον.
Το έννομο αυτό συμφέρον προκύπτει κυρίως από την βλάβη, που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη, εξάλλου, του διαδίκου υπάρχει, όταν, κατά κανόνα, απορρίπτονται μερικά ή ολικά οι προτάσεις του (αγωγή, ανταγωγή, ενστάσεις) ή γίνονται μερικά ή ολικά δεκτές έναντι αυτού οι προτάσεις του αντιδίκου του.
Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, η δε προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει, κατά κανόνα, να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος (ΑΠ 226/2014, ΑΠ 640/2015). Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με καθορισμό των πραγματικών γεγονότων, τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν την πλημμέλεια αυτή και δεν αρκεί μόνον η επίκληση της διάταξης, που προβλέπει το σχετικό λόγο (ΑΠ 195/2014, ΑΠ 845/2012).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως πράγματα, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008). Δηλαδή ισχυρισμοί που διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήσαν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.ΑΠ 2/1998).
Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί ως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 2176/2009, ΑΠ 1299/2009). Επίσης, η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών, που επικαλείται ο ενάγων προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος και της ενεργητικής νομιμοποίησης του τελευταίου δεν συνιστά ένσταση και συνακόλουθα πράγμα κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής (ΑΠ 137/2008).
Περαιτέρω η νομιμοποίηση του διαδίκου, όπως και το έννομο συμφέρον, αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας και η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 980/2014, ΑΠ 772/ 2014, ΑΠ 481/2012, ΑΠ 137/2008).
Τέλος, με τον ν. 4178/2013 επανεισάγεται το πρότυπο των ρυθμίσεων που είχαν επιχειρηθεί με τον ν. 4014/2011, με προσθήκες νέων ρυθμίσεων (όπως η κατηγοριοποίηση των αυθαιρεσιών με το άρθρο 8, από την οποία συναρτάται η χορήγηση εξαίρεσης ή αναστολής από την κατεδάφιση) και διαφοροποιήσεις, είτε επί το επιεικέστερο [όπως, άρθρα 1 παρ. 2, περ.
ζ, 2 παρ. 2 περ. α, δ, ζ, η, ι, ιστ, 3 παρ. 9, 10, 11], είτε επί το αυστηρότερο [όπως, άρθρο 7 παρ. 2 για την απόδειξη χρόνου κατασκευής με βάση εισηγμένες στο ηλεκτρονικό σύστημα αεροφωτογραφίες της 28.7.2011] για τις αυθαίρετες κατασκευές ή χρήσεις. Οι κύριες ρυθμίσεις του ν. 4178/ 2013 είναι οι εξής: Α. Απαγορεύεται η μεταβίβαση ή σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος σε ακίνητο, στο οποίο υπάρχουν αυθαίρετες κατασκευές ή αυθαίρετη αλλαγή χρήσης (άρθρο 1 παρ. 1).
Β. Για κάθε αντίστοιχη συμβολαιογραφική πράξη είναι απαραίτητη υπεύθυνη δήλωση του ιδιοκτήτη και βεβαίωση μηχανικού ότι δεν υπάρχουν αυθαιρεσίες ή ότι οι αυθαίρετες κατασκευές έχουν τακτοποιηθεί με το νόμο 4178/2013 και έχει πληρωθεί το ειδικό πρόστιμο. Η βεβαίωση του μηχανικού συνοδεύεται από τοπογραφικό διάγραμμα εξαρτημένο από το κρατικό σύστημα συντεταγμένων.
Η ίδια βεβαίωση υποβάλλεται και ηλεκτρονικά στην αρμόδια για το πληροφοριακό σύστημα αρχή (άρθρο 10 του ν. 4178/2013) και λαμβάνει μοναδικό αριθμό, που αφορά το ακίνητο, ο αριθμός δε αυτός καταγράφεται στο πληροφοριακό σύστημα της προβλεπόμενης από το ν. 3843/2010 ταυτότητας του ακινήτου, καθώς και στα κεντρικά πληροφοριακά συστήματα της "Εθνικό Κτηματολόγιο και Χαρτογράφηση Α.Ε." (ΕΚΧΑ Α.Ε.), της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού Α.Ε. (ΔΕΗ) και της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων (ΓΓΠΣ).
Μετά την ενεργοποίηση της σχετικής δυνατότητας του πληροφοριακού συστήματος τα τοπογραφικά διαγράμματα υποβάλλονται πριν από τη σύνταξη των συμβολαίων στην αρμόδια για το πληροφοριακό σύστημα αρχή (άρθρο 3). Γ. Συμβολαιογράφοι, δικαιοπρακτούντες, μεσίτες, δικηγόροι, υποθηκοφύλακες τιμωρούνται ποινικά σε περίπτωση μη επισυνάψεως της ως άνω δηλώσεως και της βεβαιώσεως, κατά δε των μηχανικών απειλείται προσωρινή ή οριστική απαγόρευση άσκησης του επαγγέλματος ή και διαγραφή από τα επαγγελματικά μητρώα (άρθρο 6).
Δ. Στο ν. 4178/2013 μπορούν να υπαχθούν αυθαίρετες κατασκευές ή αυθαίρετες αλλαγές χρήσης που έχουν περατωθεί ορισμένη ημερομηνία (μέχρι τις 28.7.2011, ημερομηνία κατάθεσης στη Βουλή του ν.σ. με βάση το οποίο ψηφίσθηκε ο ν. 4014/2011), όπως προκύπτει από αεροφωτογραφίες, που εισάγονται στο πληροφοριακό σύστημα με μέριμνα του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (άρθρο 7).
Ε. Τα ακίνητα, αναλόγως της κατηγορίας του αυθαιρέτου, νομιμοποιούνται ή εξαιρούνται οριστικά από κατεδάφιση ή διαφορετικά ρυθμίζονται για 30 χρόνια (άρθρα 7, 8), εφόσον δεν περιλαμβάνονται σε περιοχές που χρήζουν ειδικής προστασίας ή προστατεύονται από ειδικές διατάξεις (άρθρο 2)... Ζ. Για την υπαγωγή στο νόμο καταβάλλεται ενιαίο ειδικό πρόστιμο που υπολογίζεται με βάση το εμβαδόν επί την τιμή ζώνης σύμφωνα με το σύστημα αντικειμενικών αξιών που ίσχυε στις 28.7.2011 (άρθρα 17 - 22) Η.
Για τις νέες αυθαίρετες κατασκευές, καθώς και για τις περιπτώσεις που δεν θα έχουν δηλωθεί με το νόμο 4178/2013 εφαρμόζονται οι ισχύουσες περί αυθαιρέτων διατάξεις για την κατεδάφιση της αυθαίρετης κατασκευής ή την επαναφορά της χρήσης που προβλέπεται από την οικοδομική άδεια. Επιβάλλονται α) Πρόστιμο ανέγερσης 30% επί της αντικειμενικής αξίας του αυθαιρέτου, β) Πρόστιμο διατήρησης 5% επί της αντικειμενικής αξίας του αυθαιρέτου για κάθε χρόνο που διατηρείται το αυθαίρετο.
Επιτάσσεται η αποστολή των προστίμων, από τους υπαλλήλους της αρμόδιας υπηρεσίας δόμησης στην αρμόδια φορολογική αρχή, για βεβαίωση εντός αποκλειστικής προθεσμίας δεκαπέντε ημερών, και προβλέπεται πειθαρχική ευθύνη του υπαλλήλου που παραβιάζει την ανωτέρω υποχρέωση, καθώς και του προϊσταμένου που παραλείπει την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης (άρθρο 26)...
I. Όλες οι αυθαίρετες κατασκευές και χρήσεις που εκτελέστηκαν μετά τις 28.7.2011 και όσες δεν υπαχθούν στο ν. 4178/2013 είναι κατεδαφιστέες... ΙΑ. Το εισπραττόμενο ενιαίο ειδικό πρόστιμο αποδίδεται υπέρ του Πράσινου Ταμείου, κατατίθεται σε ειδικό κωδικό ("Περιβαλλοντικό Ισοζύγιο") και ποσοστό του διατίθεται για την αντιστάθμιση των δυσμενών συνεπειών από τις υπαγωγές στο νόμο...
IB. Για τον έλεγχο και την καταγραφή της δόμησης διασυνδέονται μόνιμα τα κεντρικά υπολογιστικά συστήματα της ΕΚΧΑ Α.Ε., της ΔΕΗ και της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων (ΓΓΠΣ), σε περίπτωση δε μη συμπλήρωσης της ταυτότητας του κτιρίου ενημερώνεται η αρμόδια υπηρεσία για τον έλεγχο και την καταγραφή τυχόν αυθαιρέτων κατασκευών - άρθρο 46 (ΣτΕ Ολ. 1358/2015).
Στην προκειμένη υπόθεση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το α’ σκέλος αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη της την ένσταση νόμω αβασίμου της αγωγής, την οποία είχαν προτείνει με τις από 7-5-2015 προτάσεις τους οι 1ος έως 4η συνεναγόμενοί τους, σύμφωνα με την οποία, κατ’ άρθρ. 51 παρ. 2 Ν. 4030/2011, όπως συμπλήρωσε την παρ. 2 του άρθρου 24 του Ν. 4014/2011... "Στην περίπτωση που το ακίνητο ανήκει σε περισσότερους συνιδιοκτήτες και έχει συσταθεί οριζόντια ιδιοκτησία ή κάθετη ιδιοκτησία μέχρι την δημοσίευση του παρόντος για τον υπολογισμό των πολεοδομικών μεγεθών, που αναλογούν στα ιδανικά μερίδια κάθε συνιδιοκτήτη δεν λαμβάνονται υπόψη οι κατασκευές που έχουν εκτελεσθεί από άλλο συνιδιοκτήτη", ενώ κατά το άρθρο 25 παρ. 2 του Ν. 4178/2013 επαναλαμβάνεται εκ νέου και εμπλουτίζεται η ανωτέρω διάταξη, η οποία ευρίσκεται ακόμη εν ισχύ και ορίζει τα εξής: "...στην περίπτωση που το ακίνητο ανήκει σε περισσότερους συνιδιοκτήτες και έχει συσταθεί οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία μέχρι τις 28-7-2011, για τον υπολογισμό των πολεοδομικών μεγεθών, την έκδοση έγκρισης και άδειας δόμησης, που αναλογούν στα ιδανικά μερίδια κάθε συνιδιοκτήτη δεν λαμβάνονται υπόψη οι αυθαίρετες κατασκευές, που έχουν εκτελεστεί σε άλλη οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία".
Εκθέτουν επίσης, οι αναιρεσείοντες ότι, αν το Δικαστήριο ουσίας είχε λάβει υπόψη του την ανωτέρω ένσταση, θα είχε οδηγηθεί σε διαφορετικό αποτέλεσμα και θα είχε απορρίψει την εναντίον τους αγωγή, διότι παραβιάστηκαν διατάξεις Πολεοδομικού Νόμου, που θα έπρεπε να εφαρμοστούν και έτσι θα κατέληγε σε διαφορετικό διατακτικό.
Επίσης, με το β’ σκέλος του 1ου αναιρετικού λόγου, οι αναιρεσείοντες αναφέρουν, ότι νομιμοποιούνται ενεργητικά να προτείνουν την ανωτέρω αιτίαση, που είχε προταθεί από τους συνεναγόμενούς τους, διότι βλάπτονται από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ενώ με το γ’ σκέλος του 1ου αναιρετικού λόγου, εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της πράγματα, που δεν είχαν προταθεί και ασκούν ουσιώδη επιρροή στη δίκη και ειδικότερα, την από 3-5-2012 τεχνική έκθεση του αρχιτέκτονα - μηχανικού, Α.
Κ. και την από 7-12-2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της τεχνικής συμβούλου, πολιτικού μηχανικού Β. Κ., που δεν αναφέρονται στην αγωγή. Σύμφωνα όμως με όσα έχουν εκτεθεί σε προηγούμενη νομική σκέψη ο λόγος αυτός, κατά το α’ και β’ σκέλος του, που ορθά εκτιμάται ως αιτίαση από τον αρ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι κατ’ αρχήν απαράδεκτος, διότι, λόγω της ερημοδικίας των ήδη αναιρεσειόντων και εναγομένων στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστήριο, δεν θεωρείται ότι έχει προταθεί από αυτούς στο Δικαστήριο ουσίας, κατ’ άρθρ. 562 αρ. 2 ΚΠολΔ.
Επειδή όμως ο ανωτέρω ισχυρισμός εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 αρ. 2 περ. β’ ΚΠολΔ, ως σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, εφόσον το νόμω βάσιμο της αγωγής εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, κρίνεται ότι, κατ’ εξαίρεση προτείνεται παραδεκτά ενώπιον του Αρείου Πάγου. Όμως και στην περίπτωση αυτή είναι εντελώς αόριστος, καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη από αυτούς παραβίαση, διότι το Δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 195/2014 όπου παρ.) και οι οποίες τους βλάπτουν, εφόσον οι διάδικοι είναι πλείονες και ποιες διατάξεις εφαρμόστηκαν, ενώ δεν θα έπρεπε να εφαρμοστούν καθόσον δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή των αναιρεσειόντων ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα της απόφασης, αλλά πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του, ώστε να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση.
Πέραν τούτου και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι το Δικαστήριο δεν εφάρμοσε, ενώ θα έπρεπε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 2 Ν. 4030/2011 και του παρεμφερούς μεταγενέστερου άρθρου 25 παρ. 2 του Ν. 4178/2013, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη. Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη ο Ν. 4178/2013 επανεισάγει το πρότυπο των ρυθμίσεων που είχαν επιχειρηθεί με τον Ν. 4014/2011, που τελικά κρίθηκε αντισυνταγματικός (ΣτΕ Ολ. 1858/2015 όπου παρ.) και ρυθμίζει τη διαδικασία νομιμοποίησης αυθαίρετης δόμησης κτισμάτων.
Για την υπαγωγή στον Ν. 4178/2013 αυθαίρετης κατασκευής πρέπει, μεταξύ άλλων να έχει πληρωθεί το ειδικό πρόστιμο, να υποβληθεί βεβαίωση του μηχανικού στην αρμόδια για το πληροφοριακό σύστημα αρχή με αριθμό ταυτότητας του ακινήτου και οι αυθαίρετες κατασκευές να έχουν περατωθεί μέχρι 28-7-2011. Οι αναιρεσείοντες όμως δεν επικαλούνται τα στοιχεία, που απαιτεί ο νόμος, ώστε να κριθεί, εάν τα κτίσματα που έχουν ανεγερθεί στο β’ τμήμα του επίκοινου οικοπέδου που τους ανήκει, έχουν υπαχθεί στις ρυθμίσεις του Ν. 4178/2013, εφόσον, εάν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ανωτέρω νόμου και δεν έχει τηρηθεί η διαδικασία ρύθμισης, που αυτός προβλέπει, τότε εφαρμόζονται οι ισχύουσες διατάξεις περί αυθαιρέτων.
Επομένως, ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις, για τις οποίες αιτιώνται οι αναιρεσείοντες και όσα αντίθετα υποστηρίζουν με τον 1ο αναιρετικό λόγο κατά το α’ και β’ σκέλος αυτού πρέπει να απορριφθούν. Ο ίδιος 1ος αναιρετικός λόγος, κατά το γ’ σκέλος, αυτού, που, όπως ορθά εκτιμάται, ιδρύει την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 παρ. 11 περ.
β’ ΚΠολΔ και όχι εκείνη εκ του αριθμού 8, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι οι τεχνικές ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις, που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ότι έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, αν και δεν αναφέρονται στην αγωγή, δεν συνιστούν πράγμα υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8, δηλαδή αυτοτελή ουσιώδη ισχυρισμό, που διαμορφώνει το διατακτικό της απόφασης, αλλά έγγραφα - αποδεικτικά μέσα, που εκτιμώνται ελεύθερα από το Δικαστήριο, κατ’ άρθρ. 390 ΚΠολΔ για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 983/2007, ΑΠ 621/2000) και τα οποία το Δικαστήριο συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Συνεπώς, ο 1ος λόγος της αίτησης αναίρεσες πρέπει να απορριφθεί κατά τις ανωτέρω διακρίσεις στο σύνολό του και ειδικότερα, κατά το α’ και β’ σκέλος του, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως ορθά εκτιμάται, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, και ως ουσιαστικά αβάσιμος κατά το γ’ σκέλος αυτού εκ του άρθρου 559 παρ. 11β ΚΠολΔ.
Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά, που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ’ αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ’ αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας, ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 481/2012, ΑΠ 1097/2013).
Περαιτέρω ατό τα άρθρα 1, 2 παρ. 1, 3, 4, 5, 13 του ν. 3741/1929, 1 παρ. 1, 3 ν.δ. 1024/1971, 1002 και 1117 Α.Κ. με σαφήνεια προκύπτει, ότι σε περίπτωση σύστασης οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας η συμφωνία, ότι κάθε συνιδιοκτήτης του κοινού οικοπέδου και αποκλειστικός κύριος ορόφου ή μέρους του θα έχει δικαίωμα κάλυψης ορισμένης επιφάνειας του κοινού οικοπέδου έχει χαρακτήρα δουλείας, κατά το περιεχόμενο της οποίας απαγορεύεται η κάλυψη ποσοστού μεγαλύτερου από εκείνο, που αναλογεί στο ποσοστό του οικοπέδου του ή υπέρβαση του συντελεστή δόμησης, που αναλογεί στην ιδιοκτησία του κατά τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις γιατί αλλιώς περιορίζεται το δικαίωμα του συνιδιοκτήτη να εκμεταλλευθεί το χωριστό τμήμα οικοπέδου, που του ανήκει ανεγείροντας αυτοτελή οικοδομή, δεδομένου ότι, παρά τη σύσταση της κάθετης ιδιοκτησίας, το οικόπεδο από άποψη δόμησης παραμένει ενιαίο και επίκοινο και ο συντελεστής δόμησης υπολογίζεται ενιαίως, οπότε ο συνιδιοκτήτης, που ζημιώνεται, δικαιούται να απαιτήσει την κατεδάφιση, κατά το μέτρο που υπάρχει υπέρβαση ή, κατά την επιλογή του, στην περίπτωση που υπάρχει αδυναμία κατεδάφισης την αποζημίωσή του ίση προς την αξία του δικαιώματος κάλυψης της επιφανείας, που στερήθηκε.
Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται κατά τα άρθρα 297, 298 ΑΚ και συνίσταται στην αξία της παραπάνω επιφανείας, ως προς την οποία και δημιουργείται στην περιουσία του κενό και όχι στην αξία του εδάφους, το οποίο παρόλη την υπέρβαση εξακολουθεί να του ανήκει. Ειδικότερα, η ζημία συνίσταται στην αξία του διαμερίσματος ή του ορόφου ή μέρους αυτών, που στερήθηκε ο συνιδιοκτήτης, από την οποία πρέπει να αφαιρεθεί η αξία των υλικών και λοιπών δαπανών ανοικοδόμησης, όσο και η αξία του εδάφους, που αντιστοιχεί σ’ αυτό, γιατί διαφορετικά, θα γινόταν αδικαιολογήτως πλουσιότερος, αφού η ζημία του θα υπολογιζόταν ανάλογα με την αξία πλήρως αποπερατωμένης οικοδομής με το ανάλογο ποσοστό εδάφους, ενώ ούτε το ποσοστό συγκυριότητάς του έχασε, ούτε δαπάνες ανέγερσής του πλήρωσε.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να περιέχονται στην αγωγή αποζημίωσης, γιατί διαφορετικά αυτή είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης (ΑΠ 533/ 2006, ΑΠ 318/2006, ΑΠ 125/2014, ΑΠ 1692/2013). Η συμφωνία αυτή δεσμεύει όχι μόνο τους συμβληθέντες, τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους τους, αλλά και τους εκ των υστέρων προσχωρήσαντες στη σύμβαση αυτήν.
Σημειωτέον ότι, σε κάθε περίπτωση, που έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ΓΟΚ, η μη τήρηση αυτών συνεπάγεται μεν τις διοικητικές συνέπειες (κυρώσεις), δεν θίγει όμως το κύρος της μεταξύ των συνιδιοκτητών συμφωνίας, ούτε τα δικαιώματά τους από τη συσταθείσα διηρημένη ιδιοκτησία (ΑΠ 51/2016, ΑΠ 125/2014, ΑΠ 1465/2013, ΑΠ 145/2015, ΑΠ 1314/2005, ΑΠ 360/1977).
Στην προκειμένη υπόθεση με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και με τον 3ο συναφή αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (δικονομική ακυρότητα της αγωγής) με την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο λόγω της αοριστίας της αγωγής παραβιάζοντας τη δικονομική διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ (ΑΠ 2064/2014, ΑΠ 901/2013), διότι δεν εκτίθενται σ’ αυτήν τα θεμελιωτικά στοιχεία για το ορισμένο και ειδικότερα, δεν αναφέρει: 1) τις αυθαίρετες κατασκευές και το χρόνο κατασκευής τους στις οποίες προέβησαν οι αναιρεσείοντες, τις θέσεις και τα όρια αυτών, τις ενέργειες κατεδάφισης και επαναφοράς, που πρέπει να εκτελέσουν οι αναιρεσείοντες, τον τρόπο υπολογισμού και εξαγωγής της ζημίας των αναιρεσιβλήτων, που αυθαίρετα υπολογίζεται σε 35.000 ευρώ και την ταυτότητα του ακινήτου (θέση, έκταση, όρια αυτού) και τέλος, τα στοιχεία της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου.
Ο λόγος αυτός σύμφωνα, με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως ασκείται απαράδεκτα κατ’ αρχήν κατ’ άρθρ. 562 αρ. 2 ΚΠολΔ, από τους αναιρεσείοντες, διότι δεν είχε προταθεί από αυτούς στο Δικαστήριο ουσίας λόγω της ερημοδικίας τους. Επειδή όμως εμπίπτει στην εξαίρεση του εδ. β’ του άρθρου 562 αρ. 2 (σφάλμα που προκύπτει από την απόφαση) κρίνεται ότι κατ’ εξαίρεση προτείνεται παραδεκτά.
Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση κατ’ άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ της προσβαλλόμενης απόφασης και της αγωγής, προκύπτει ότι οι ενάγουσες εκθέτουν στην αγωγή και το Δικαστήριο δέχθηκε, κατ’ ακριβή διατύπωση τα εξής: "...ότι μαζί με τους εναγομένους 1ο έως 11ο τούτων, εκ των οποίων ειδικότερα με τους 5ο και 6η των εναγομένων (για τους οποίους αφορά η παρούσα αναιρετική δίκη), ήδη αναιρεσείοντες, τυγχάνουν συγκύριες εξ αδιαιρέτου...
ενός οικοπέδου που βρίσκεται στον ... Αττικής στη θέση ... το οποίο περιγράφουν λεπτομερώς στην αγωγή τους κατά θέση, έκταση και όρια. Ότι στο παραπάνω επίκοινο οικόπεδο προσκυρώθηκε έκταση 549 τ.μ. την οποία λεπτομερώς περιγράφουν κατά θέση, έκταση και όρια στην αγωγή τους η οποία ανήκε σε όλους τους συνιδιοκτήτες του ως άνω οικοπέδου.
Ότι οι πρώτοι έξι των εναγόμενων συνιδιοκτήτες του υπό στοιχείο β του ως άνω επίκοινου οικοπέδου πέτυχαν την έκδοση της με αριθμό ...2006 οικοδομικής άδειας κατά παράβαση του νόμου διότι στο παραπάνω εδαφικό τμήμα έχουν περιλάβει το ως άνω προσκυρωμένο τμήμα το οποίο όμως ανήκει σε όλους τους συνιδιοκτήτες του οικοπέδου από κοινού.
Ότι συνεπεία της απόκρυψης των ορίων μεταξύ του αρχικώς επίκοινου οικοπέδου και της προσκυρωθείσης εδαφικής λωρίδας και της παρουσίασης αυτού ως μίας αυτοτελούς ιδιοκτησίας είχε σαν συνέπεια αυτοί να έχουν υπερβεί κατά 44,93 τ.μ. την επιτρεπόμενη και αναλογούσα στο παραπάνω οικόπεδο δόμηση. Ότι εξ’ αυτού του λόγου αυτές υποχρεούνται να δομήσουν 14,93 τ.μ.
λιγότερα από ό,τι δικαιούνται όπως εξειδικεύουν στην αγωγή τους. Ότι συνεπεία του γεγονότος ότι είναι αδύνατη η κατεδάφισή του και δεδομένου ότι υπάρχει υπέρβαση του συντελεστή δόμησης από τους παραπάνω εναγομένους αυτές υπέστησαν ζημία για την αποκατάσταση της οποίας ζητούν εύλογη αποζημίωση συνολικού ποσού 35.000 € και δη ποσό 21.875 € για την πρώτη ενάγουσα και ποσό 13.125 € για την δεύτερη.
Ότι αυτοί εντός του προσκυρωμένου οικοπέδου έχουν κατασκευάσει μαντρότοιχους καθώς επίσης και στο σύνορο αυτού με την οδό ... με αποτέλεσμα να παρακωλύεται η χρήση της ως άνω οδού από τις ενάγουσες κατά το αναλογούν ποσοστό τους. Ότι αυτοί αυθαίρετα έχουν κατασκευάσει δυο στηθαία εντός του ως άνω προσκυρωμένου οικοπέδου που οριοθετούν διάδρομο - ράμπα προκειμένου να έχουν πληρέστερη πρόσβαση στις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους επί της οδού ...
με αποτέλεσμα να έχουν αυξήσει την λειτουργικότητα των ιδιοκτησιών τους. Ότι αυτοί έχουν κατασκευάσει τέσσερις χώρους στάθμευσης εντός της ως άνω προσκυρωθείσης λωρίδας με αποτέλεσμα ο χώρος στάθμευσης που προβλέπεται από την πολεοδομία να παραμένει ελεύθερος επ’ ωφελεία της εμπορικής εκμετάλλευσης των ιδιοκτησιών τους.
Ότι η ως άνω προσκυρωθείσα έκταση δεν έχει νόμιμα διανεμηθεί στους ιδιοκτήτες του παραπάνω οικοπέδου διότι δεν έχει συνταχθεί συμβολαιογραφική πράξη διανομής της. Ότι εξ’ αυτού του λόγου στην με αριθμό ...2006 οικοδομική άδεια δεν αναγράφονται τα ονόματα όλων των συνιδιοκτητών του ως άνω οικοπέδου ως έπρεπε, προκειμένου η Πολεοδομία να γνωρίζει τα ονόματα όλων των ιδιοκτητών του προσκυρωμένου τμήματος και να ζητήσει την συναίνεση αυτών.
Ότι συνεπεία της παραπάνω συμπεριφοράς των ως άνω εναγομένων υπέστησαν ηθική βλάβη διότι προσβλήθηκε η προσωπικότητα των εναγουσών προς αποκατάσταση της οποίας ζητούν χρηματική ικανοποίηση ποσού 15.000 € στην καθεμία εξ’ αυτών. Ότι οι λοιποί εναγόμενοι 7-11 έχουν περιτοιχήσει αυτή και έχουν προβεί σε οικοδομικές εργασίες και διαμορφώσεις χώρων οι οποίες εκτελούνται χωρίς την συναίνεσή τους.
Με βάσει τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά ζητούν όπως με απόφαση προσωρινά εκτελεστή υποχρεωθούν οι πρώτοι έξι εναγόμενοι όπως καταβάλουν στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 36.875 € για τις ως άνω αιτίες με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι εξόφλησης στην δεύτερη ενάγουσα για τους αυτούς λόγους το ποσό των 28.125 € με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι εξόφλησης, να επαναφέρουν την ως άνω έμπροσθεν εφαπτομένης του οικοπέδου τους εδαφική λωρίδα, του προσκυρωθέντος οικοπέδου στην προτέρα κατάσταση, άλλως να δοθεί στις ενάγουσες η άδεια να το πράξουν με δαπάνες των ως άνω εναγομένων, να καταργήσουν την ράμπα εισόδου - εξόδου των ως άνω ισογείων διαμερισμάτων τους που έχουν κατασκευάσει επί της επιδίκου προσκυρωθείσης λωρίδος του οικοπέδου, άλλως να δοθεί η άδεια σ’ αυτές να το πράξουν με δαπάνες των ως άνω εναγομένων, να γκρεμίσουν όλους τους μαντρότοιχους που έχουν κατασκευάσει εντός της ως άνω προσκυρωθείσης εδαφικής λωρίδας, άλλως να δοθεί στις ενάγουσες η άδεια να το πράξουν με δαπάνες των ως άνω εναγομένων, να καταργήσουν όλες τις θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων, όπως και όλους τους χώρους διέλευσης αυτών που έχουν κατασκευάσει εντός της προσκυρωθείσης εδαφικής λωρίδας άλλως να δοθεί η άδεια σ’ αυτές να το πράξουν με δαπάνες των ως άνω εναγομένων, να συνδράμουν και να συμβληθούν στην υπογραφή σχετικής συμβολαιογραφικής πράξης ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Θεώνης Καφίρη - Αθανασίου με έδρα την … επί της οδού ...
διανομής της προσκυρωθείσης οικοπεδικής λωρίδας, ούτως ώστε δια κληρώσεως να λάβει ο κάθε ιδιοκτήτης του αρχικού επίκοινου οικοπέδου το αντιστοιχούν οικοπεδικό τμήμα του προσκυρωθέντος οικοπέδου, άλλως να δοθεί η άδεια σ’ αυτές να το πράξουν με δαπάνες των ως άνω εναγομένων, να παύσουν στο μέλλον οποιαδήποτε προσβολή του δικαιώματος κυριότητας, νομής και κατοχής επί της προσκυρωθείσης εδαφικής λωρίδας, να απαγγελθεί σε κάθε ένα εξ’ αυτών χρηματική ποινή 1.000 € και προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης...
Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η ένδικη αγωγή αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 17 αρ. 3, 29 ΚΠολΔ) και κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ. ΚΠολΔ. Είναι ορισμένη απορριπτόμενου του περί αντιθέτου ισχυρισμού των εναγομένων διότι περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία για την πληρότητά της στοιχεία και δη την πράξη σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας νομίμως μεταγεγραμμένης και την κατασκευή κατασκευών από μέρους των εναγομένων στο κοινό οικόπεδο, η οποία κάλυψε ολοσχερώς το συντελεστή δόμησης του οικοπέδου και καθ’ υπέρβαση του δικού τους συντελεστή και στέρησε από τις ενάγουσες τη δυνατότητα ανέγερσης ή προσθήκης κτίσματος στο δικό τους διαιρετό τμήμα, που αναλογεί στα ποσοστά κάλυψης και δόμησης της δικής τους κάθετης συνιδιοκτησίας.
Ειδικότερα, εκθέτουν: τα τετραγωνικά μέτρα κτίσματος που είχαν δικαίωμα να ανεγείρουν οι εναγόμενοι σύμφωνα με το συντελεστή δόμησης, που ίσχυε κατά το χρόνο ανοικοδόμησης και σε πόσα τετραγωνικά μέτρα περιορίζεται το δικαίωμά τους αυτό από την πραγματοποιηθείσα υπέρβαση και κατά τα ειδικότερα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσης.
Το αίτημα με το οποίο ζητείται όπως παύσουν οι εναγόμενοι στο μέλλον οποιαδήποτε προσβολή του δικαιώματος κυριότητας, νομής και κατοχής επί της επιδίκου προσκυρωθείσης εδαφικής λωρίδας, με την απειλή σε κάθε εναγόμενο χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης ενός έτους ως μέσου εκτέλεσης της απόφασης είναι μη νόμιμο γιατί ο νόμος δεν επιτρέπει του είδους αυτού την έμμεση εκτέλεση, για ενδεχόμενες μελλοντικές πράξεις.
Κατά τα λοιπά είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 346, 914, 932, 1002, 1117 ΑΚ, 176 ΚΠολΔ, 1, 2 παρ. 1, 3, 4, 5, 13 ν. 3741/1929, 1, 3 ν.δ. 1.024/1971 και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν δεδομένου ότι καταβλήθηκε για το καταψηφιστικό αίτημά της το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. το από σειρά … διπλότυπο είσπραξης της ΔΟΥ … και το από σειρά ...
δικαστικό ένσημο …". Με αυτά που δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα έκρινε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη ως προς το αίτημα αποζημίωσης, λόγω υπέρβασης του συντελεστή δόμησης με το οποίο οι ενάγουσες υπολόγισαν αυθαίρετα τη θετική ζημία τους στο ποσό των 35.000 ευρώ για την σε βάρος της ιδιοκτησίας τους υπέρβαση των συντελεστών δόμησης από τους ήδη αναιρεσείοντες (5η και 6η εναγομένους) και αξίωσαν με βάση τα ποσοστά συνιδιοκτησίας τους 21.875 ευρώ για την 1η ενάγουσα και 13.125 ευρώ για τη 2η ενάγουσα, ενώ θα έπρεπε να ζητούν αποζημίωση, ίση με την αξία του δικαιώματος κάλυψης της επιφάνειας, που στερήθηκε η συνιδιοκτησία τους σε τμήμα του επίκοινου οικοπέδου (...
κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή τους). Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη, η αποζημίωση αυτή συνίσταται στην αξία του δικαιώματος κάλυψης της ανωτέρω επιφάνειας που στερήθηκαν, αφού αφαιρεθεί η αξία των υλικών και της δαπάνης ανοικοδόμησης των επεκτάσεων, που δεν τους έχουν επιβαρύνει και η αξία του εδάφους, το οποίο παρόλη την υπέρβαση εξακολουθεί να τους ανήκει.
Επομένως, κρίνοντας η προσβαλλόμενη απόφαση ορισμένο το κονδύλιο αποζημίωσης, που υπολογίστηκε με τρόπο αυθαίρετο και όχι με τον ανωτέρω νόμιμο τρόπο υπολογισμού, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των παραπάνω στοιχείων, που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος αποζημίωσης, θεωρώντας εσφαλμένα, ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθ. 559 αρ. 14 και παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο.
Συνακόλουθα, ο 2ος και 3ος συναφής αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 14, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι, ως προς το σκέλος, που αφορά τον υπολογισμό της αποζημίωσης, ποσού 35.000 ευρώ λόγω της υπέρβασης του συντελεστή δόμησης από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες. Αντίθετα, οι λοιπές αιτιάσεις των ανωτέρω αναιρετικών λόγων πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες, διότι η αγωγή εμπεριέχει με πληρότητα τα στοιχεία, που θεμελιώνουν, κατά τα λοιπά, την αξίωση αποζημίωσης των αναιρεσιβλήτων, σε βάρος των ήδη αναιρεσειόντων και τότε 5ου και 6ης των εναγομένων, δηλαδή την πράξη σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας νόμιμα μεταγραμμένης, την κάλυψη καθ’ υπέρβαση του συντελεστή δόμησης σε βάρος της ιδιοκτησίας των εναγουσών - αναιρεσιβλήτων, τα ποσοστά κάλυψης του συντελεστή δόμησης, που αναλογούν σε κάθε συνιδιοκτήτη και σε πόσα τετραγωνικά μέτρα περιορίζεται το δικαίωμα των εναγουσών - αναιρεσιβλήτων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999, 32/1996).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρ. 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τί συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποια δηλαδή στοιχεία αναγκαία για την επάρκειά τους λείπουν και σε τί συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει.
Τέλος η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 479/2009, πρβλ. επίσης ΑΠ 205/2015, ΑΠ 121/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον 4ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (έλλειψη νόμιμης βάσης) λόγω έλλειψης αιτιολογιών, με την αιτίαση, κατ’ ακριβή λεκτική διατύπωση, ότι "το Δικαστήριο της ουσίας έτσι όπως είναι διατυπωμένη η ελάσσονα πρότασή του, αλλά και η μείζονα εγκαθιδρύει τον λόγο αναίρεσης του αριθμού 19...
διότι δεν αποφαίνεται για τις κατασκευές, που οικοδόμησαν οι αναιρεσείοντες, επί της προσκυρωθείσας εδαφικής λωρίδας, τη ζημία των εναγουσών από τις αυθαίρετες αυτές κατασκευές, την χρηματική αξία του ποσοστού της παράβασης και δεν εξειδικεύει ούτε αιτιολογεί την επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης".
Σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως ο αναιρετικός αυτός λόγος, που δεν προτάθηκε από τους ερημοδικασθέντες αναιρεσείοντες στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είναι προεχόντως απαράδεκτος κατ’ άρθρ. 562 αρ. 2 ΚΠολΔ. Επειδή όμως κρίνεται ότι υπάγεται στην εξαίρεση του εδαφίου β’ του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, προβάλλεται παραδεκτά, κατ’ εξαίρεση.
Όμως, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι αόριστος, διότι α) δεν αναφέρεται ο ουσιαστικός κανόνας που παραβιάστηκε σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης, β) δεν αναφέρονται καθόλου οι κρίσιμες παραδοχές της απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Δικαστήριο, ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή όχι της αγωγής (ΑΠ 140/2010).
Η αναφορά του αναιρετηρίου, κατ’ ακριβή λεκτική διατύπωση , ότι... "το Δικαστήριο της ουσίας έτσι όπως είναι διατυπωμένη η ελάσσονα πρότασή του, αλλά και η μείζονα εγκαθιδρύει τον λόγο αναίρεσης του αριθμού 19"... είναι εντελώς αόριστη, εφόσον οι αναιρεσείοντες εκθέτουν μόνο τι θα έπρεπε να περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την κρίση αυτών και όχι τί τελικά δέχθηκε το Δικαστήριο ουσίας.
Συνακόλουθα, ο 4ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί, ως αόριστος.
Συμπερασματικά, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι οι 2ος και 3ος λόγοι αναίρεσης, που αφορούν το κεφάλαιο της προσβαλλομένης απόφασης για καταβολή αποζημίωσης λόγω υπέρβασης του συντελεστή δόμησης και κατόπιν αυτού, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω κεφάλαιο αυτής, με το οποίο επιδικάσθηκε στις ενάγουσες αποζημίωση λόγω υπέρβασης του συντελεστή δόμησης, όπως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων λόγω του ενιαίου προσδιορισμού αυτών (ΑΠ 51/2016, ΑΠ 1520/2013).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην προκειμένη περίπτωση εφόσον κρίθηκε ότι η αγωγή είναι αόριστη κατά το κεφάλαιο επιδίκασης αποζημίωσης λόγω υπέρβασης του συντελεστή δόμησης, ως προς το οποίο είχε γίνει δεκτή, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης, ως προς το αναιρούμενο αυτό μέρος.
Συνεπώς, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να απορριφθεί η αγωγή κατά το ανωτέρω κεφάλαιο ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Επίσης, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, διότι η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρ. 179, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε’ ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αρ. 1796/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών μεταξύ ιδιοκτητών, ως προς τους αναιρεσείοντες, κατά το κεφάλαιο αυτής περί επιδίκασης αποζημίωσης λόγω υπέρβασης του συντελεστή δόμησης και απορρίπτει κατά τα λοιπά την αναίρεση.
Διακρατεί και δικάζει κατά τούτο την υπόθεση.
Απορρίπτει την αγωγή κατά το ανωτέρω κεφάλαιο ως προς τους αναιρεσείοντες.
Διατάσσει να επιστραφεί στους αναιρεσείοντες το παράβολο που κατέθεσαν για την άσκηση της αναίρεσης. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιανουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ