154/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated154/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των ν. 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), οι οποίες, κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για τον προ της εισαγωγής του ΑΚ χρόνο και επί των δημοσίων κτημάτων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα δημόσια δάση, οι βοσκότοποι και τα λιβάδια, επ' αυτών ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία από ιδιώτη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 154 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 154/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Κορκίζογλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων:1) Ά. Ξ. του Δ. και 2) Χ. Ξ. του Δ., κατοίκων ... εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ευθύμιο Καραϊσκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 2η δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-11-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:63/2011 του ιδίου Δικαστηρίου και 25/2013, 121/2014 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον, με την από 16-3-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 5-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, διαφορετικά κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση. Όπως δε προκύπτει από την υπ' αριθ. .../6-11-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πειραιώς Γ. Κ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η πρώτη αναιρεσίβλητη, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού της ανωτέρω δικασίμου προς συζήτηση της και με κλήση για να παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ' εκείνη. Επομένως και σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της κλητευθείσας, ως άνω, αναιρεσίβλητης.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (Ολ ΑΠ 911/2002, ΑΠ 881/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, κατά παραδοχή της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή τους και αναγνωρίσθηκαν αυτές συγκύριες μέρους του επιδίκου ακινήτου, η από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τη νομοτύπως με επίκληση προσκομισθείσα εκ μέρους του αναιρεσείοντος από 8-9-2014 τεχνική έκθεση του δασολόγου Κ.
Δ., με την οποία αποδίδονται γεωμετρικά σφάλματα στον συντάξαντα την υπ' αριθ. 3/2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης τοπογράφο μηχανικό Ε. Φ.. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη το ανωτέρω αποδεικτικό μέσο, το οποίο μάλιστα μνημονεύει στο σκεπτικό της απόφασης του επτά φορές, ενώ η συνταγείσα έκθεση χαρακτηρίζεται "επαρκώς αιτιολογημένη", χωρίς να χρειάζεται, όπως αβασίμως διατείνεται το αναφεσείον, να γίνεται αναφορά περί της ικανότητος και του δικαιώματος του ορισθέντος, ως άνω, πραγματογνώμονος να διεξάγει μελέτη φωτοερμηνείας κατά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης.
Ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των ν. 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), οι οποίες, κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για τον προ της εισαγωγής του ΑΚ χρόνο και επί των δημοσίων κτημάτων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα δημόσια δάση, οι βοσκότοποι και τα λιβάδια, επ' αυτών ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία από ιδιώτη.
Προϋπόθεση της χρησικτησίας αυτής, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, σε συνδυασμό με εκείνες του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", ήταν η τριακονταετής καλόπιστη νομή, στην οποία ο χρησιδεσπόζων μπορούσε να συνυπολογίσει και τη χρησικτησία των δικαιοπαρόχων του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος τους και η οποία έπρεπε να είχε συμπληρωθεί μέχρι 11-9-1915 (Ολ ΑΠ 75/1987), ενώ έκτοτε τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας (ΑΠ 227/2015, ΑΠ 1249/2013).
Καλή πίστη, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ (5.3), ν.25 πανδ (24.1), ν.27 πανδ (18.1), ν. 10,13 παρ. 1,17,48 πανδ. (41.3), ν. 5 πανδ (41.7), ν. 3 πανδ (41.10), ν. 7 παρ. 6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ (50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ" ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, τη συνδρομή δε της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς, από περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα (ΑΠ 227/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τους ισχυρισμούς αυτούς ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, στην απόφαση του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για τη βασιμότητα τους.
Ειδικότερα δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 309/2015, ΑΠ 273/2011). Εξάλλου, μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής απόφασης και την εισαγωγή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ, σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, στον οποίο πρέπει να επιβάλει με απόφαση του το δικαστήριο την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού.
Αντίθετα το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ένστασης πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, στο οποίο εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, κατά το οποίο ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης (ΑΠ 309/2015, ΑΠ 1374/2013, ΑΠ 671/2010, ΑΠ 888/2010).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ό λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ ΑΠ 24/1992).
Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "....Το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 6028,91 τ.μ., όπως αποτυπώνεται με στοιχεία ... και ..στο τοπογραφικό διάγραμμα …του άνω πραγματογνώμονα Ε. Φ., βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας …του Δήμου Μώλου Αγίου Κωνσταντίνου.
Βρίσκεται σε μικρή απόσταση από τη θάλασσα και μόλις 30 μ. δυτικά του δρόμου που συνδέει τον Άγιο Κων/νο με τα Καμένα Βούρλα, νότια δε αυτού σε απόσταση 300 μέτρων βρίσκεται ο οικισμός "...". Η περιοχή, όπου το άνω ακίνητο, κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση στα πλαίσια των εργασιών για τη δημιουργία του Εθνικού Κτηματολογίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2664/1998.
Κατά την τηρούμενη δε διαδικασία κτηματογράφηση ς, το επίδικο αποτυπώθηκε στο Κτηματολογικό διάγραμμα με εμβαδό 6.039,35 τ.μ. και καταχωρήθηκε στα Κτηματολογικά φύλλα των βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου Αταλάντης με Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) ... και δικαιούχο (ιδιοκτήτη) το εναγόμενο (εφεσίβλητο) Ελληνικό Δημόσιο.
Αυτό δε (το επίδικο) περιλαμβάνεται (αποτελεί τμήμα) στο ακίνητο, εμβαδού 8.006,35 τ.μ. (κατά την καταμέτρηση του πραγματογνώμονα), που αναφέρεται (και περιγράφεται) στο υπ' αριθμ. .../1962 πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Αταλάντης Θεοδ. Σουλτανόπουλου, που νόμιμα μεταγράφηκε (στον τόμο … και αριθμό…) στα βιβλία μεταγραφών του τότε Δήμου Δαφνουσιων.
Με το άνω συμβόλαιο, κατά τα αναφερόμενα & αυτό, ο Σ. Μ., ως κύριος μεγαλύτερου αγροκτήματος (ελαιοπεριβόλου), εμβαδού 18.068 τ.μ. (με τα εντός αυτού φυτευμένα από 2ετίας ελαιόδεντρα) κατά ένα μέρος (το ανατολικό), δυνάμει του υπ' αριθ. …/1953 παραχωρητηρίου (οριστικού τίτλου) του Δασαρχείου Λαμίας και κατά το υπόλοιπο (και μεγαλύτερο) μέρος του (δυτικό) με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), νεμόμενος αυτό (με τη συνεχή καλλιέργεια του) με διάνοια κυρίου και καλή πίστη άνω των 30 ετών, μεταβίβασε, κατά πλήρη κυριότητα, λόγω πωλήσεως, στο Δ.
Ξ., δικηγόρο (πατέρα των εναγουσών), το προαναφερόμενο μερικότερο (και διαιρετό) τμήμα του ευρύτερου εμβαδού 8.001 τ.μ. (μετά των επ' αυτού 78 ελαιοδέντρων, τριών ροδακινιών, μίας συκής και μίας αχλαδιάς), που συνορεύει με ιδιοκτησίες Κ. Κ., Δ. Σ., με δασική έκταση και με συνεχόμενο αγρόκτημα του (τον άνω πωλητή) και ορίζεται με στοιχεία...
στο επισυναπτόμενο διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Τ.. Το έτος 1986 απεβίωσε ο ως άνω Δ. Ξ., ο οποίος με την από 18-5-1977 διαθήκη του, που νόμιμα δημοσιεύθηκε (με το υπ' αριθ. 367/1987 πρακτικό συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), κατέλειπε στις ενάγουσες (τέκνα του) το άνω περιγραφόμενο ακίνητο των 8006,35 τ.μ.
κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία. Την κληρονομιά αυτή αποδέχθηκαν οι ενάγουσες με την υπ' αριθ. .../1999 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμ/φου Αθηνών Μαρίας Κούτρα - Φλούρη, που νόμιμα μεταγράφηκε (στον τόμο… και αύξοντα αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών). Κατά την άνω κτηματογράφηση της περιοχής, από το άνω ακίνητο (εμβαδού 8006,35 τ.μ.) το ανατολικό μέρος του (προς την Ε.Π.
Αθηνών - Λαμίας), εμβαδού 1960,64 τ.μ. (κατά τα κτηματολογικά φύλλα), καταχωρήθηκε με ΚΑΕΚ ... και δικαιούχους (συγκύριους) τις ενάγουσες. Δηλαδή, στις ως άνω καταχωρήσεις στα κτηματολογικά φύλλα, από το περιγραφόμενο στο παραπάνω υπ' αριθμ. .../1962 συμβόλαιο (και στην υπ' αριθμ. .../1999 συμ/κή πράξη αποδοχή της κληρονομιάς) ακίνητο, εμβαδού 8006,35 τ.μ.
και στοιχεία, όπως αναφέρθηκε, ... στο τοπογραφικό διάγραμμα …του πραγματογνώμονα, το μεν ένα τμήμα του (ανατολικό) εμβαδού 1977,44 τ.μ. (κατά το διάγραμμα του πραγματογνώμονα) και με στοιχεία ... στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα …καταχωρήθηκε με δικαιούχους τις ενάγουσες (με ΚΑΕΚ ...), το δε υπόλοιπο τμήμα του, εμβαδού 6028,91 τ.μ. (κατά το διάγραμμα) και με στοιχεία ...
στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα …καταχωρήθηκε με δικαιούχο το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο (με ΚΑΕΚ ...). Κατά τις ενάγουσες το άνω ακίνητο, εμβαδού 8.006,35 τ.μ., εσφαλμένα, αποτυπώθηκε ως δύο αυτοτελή ακίνητα, από τα οποία το ένα (και μεγαλύτερο) καταχωρήθηκε ως ιδιοκτησία του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου (με ΚΑΕΚ ...), ισχυριζόμενες ότι αυτές είναι συγκύριες του όλου (ενιαίου) ακινήτου, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμία, με κληρονομική διαδοχή, δηλαδή με παράγωγο τρόπο, δυνάμει της άνω διαθήκης και της υπ' αριθ. .../1999 συμ/κής πράξης αποδοχής κληρονομιάς και άλλως με χρησικτησία (τακτική ή και έκτακτη).
Επικαλούμενες την κυριότητα του άνω δικαιοπαρόχου πατέρα τους Δ. Ξ. επί του άνω ενιαίου ακινήτου (και του επιδίκου), δυνάμει του υπ' αριθ. .../1962 πωλητηρίου συμβολαίου, ισχυρίζονται ότι ο δικαιοπάροχος αυτού (και απώτερος δικαιοπάροχος τους) Σ. Μ. (πωλητής), νεμόταν αυτό με διάνοια κυρίου και καλή πίστη (όπως απαιτείται μέχρι την ισχύ του ΑΚ) από το έτος 1880 και εφεξής (μέχρι το 1962, οπότε και η μεταβίβαση του), ενώ ένα τμήμα αυτού (εμβαδού 2.700 τ.μ.) του παραχωρήθηκε με το υπ' αριθμ. ../1953 παραχωρητήριο του Δασαρχείου Λαμίας.
Τις ίδιες πράξεις νομής (καλλιέργειας, επίβλεψης κ.λ.π.), κατά τις ενάγουσες, συνέχισε και ο πατέρας τους (κληρονομούμενος) όσο ζούσε (από το έτος 1962 και μέχρι το έτος 1986) και ακολούθως οι ίδιες μέχρι και την άσκηση της αγωγής. Αποδείχθηκε δε ότι πράγματι το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 6.028,91 τ.μ. αποτελεί μέρος του περιγραφόμενου στο άνω υπ' αριθ. .../1960 πωλητηρίου συμβολαίου, εμβαδού 8.006,35 τ.μ..
Από αυτό δε, τμήμα του (ανατολικά), εμβαδού 766,77 τ.μ. (783,47 τ.μ. κατά την εκκαλούμενη απόφαση, σύμφωνα με το από 24-11-2008 τοπογραφικό διάγραμμα της δασολόγου Ε. Κ.), αποτελεί μέρος του ακινήτου (συνολικού εμβαδού 2.700 τ.μ.) που παραχωρήθηκε στον άνω δικαιοπάροχο (το Σ. Μ.) του κληρονομούμενου πατέρα των εναγουσών δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1953 παραχωρητηρίου (οριστικού τίτλου) του Δασαρχείου Λαμίας.
Στην έκθεση δε πραγματογνωμοσύνης περιγράφεται επαρκώς η ταύτιση τόσο του επιδίκου με εκείνο που καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά φύλλα με ΚΑΕΚ ... (με δικαιούχο το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο) και του άνω ενιαίου ακινήτου, εμβαδού 8.006,35 τ.μ. (τμήμα του οποίου είναι το επίδικο) με το περιγραφόμενο στο άνω υπ' αριθμ. .../1962 πωλητήριο συμβόλαιο (και στη συμπληρωματική δήλωση αποδοχής) όσο και του τμήματος του επιδίκου, εμβαδού 766,77 τ.μ., με μέρος εκείνου, συνολικού εμβαδού 2.700 τ.μ., που καταχωρήθηκε στον άνω απώτερο δικαιοπάροχο των εναγουσών Σ.
Μ. με το υπ' αριθ. .../1953 παραχωρητήριο (οριστικό τίτλο) του Δασαρχείου Λαμίας. Οι μικρές διαφοροποιήσεις στο εμβαδόν των περιγραφόμενων στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης τμημάτων του όλου (ενιαίου) ακινήτου (και του όλου ακινήτου) με εκείνο (το εμβαδόν) των χαρτών του κτηματολογίου οφείλονται σε μετρητικά σφάλματα απόδοσης από τους χάρτες του κτηματολογίου.
Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι ο άνω απώτερος δικαιοπάροχος των εναγουσών Σ. Μ., πριν το έτος 1945, μέσα στο επίδικο ακίνητο (και στο εν γένει μεγαλύτερο των 8.006,35 τ.μ.), είχε φυτεύσει διάφορα δένδρα (κυρίως ελαιοδενδρα), σύμφωνα και με την περιγραφή αυτών στο άνω υπ' αριθ. 22682/1962 πωλητήριο συμβόλαιο. Μετά το έτος 1945, ο ίδιος ο ως άνω Σ.
Μ. (μέχρι το έτος 1962) και στη συνέχεια ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγουσών Δ. Ξ., μέσα στο επίδικο φύτευσαν και άλλα ελαιοδενδρα (κυρίως). Όμως, η καλλιέργεια του επιδίκου και οι εν γένει πράξεις νομής περιορίζονταν σε μέρος αυτού (μεγαλύτερο με την πάροδο των ετών), καθόσον τμήμα του (μεγαλύτερο μέχρι το έτος 1945 και μικρότερο στη συνέχεια) καλυπτόταν είτε από δάσος πεύκης (μεγάλο μέρος του) είτε από χαμηλή θαμνώδη βλάστηση αείφυλλων πλατύφυλλων.
Σε σχέση δε με το χαρακτήρα του επιδίκου (αγροτικό ή δασικό, εν όλω ή εν μέρει) αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα, σύμφωνα ιδιαίτερα και από την άνω, επαρκώς αιτιολογημένη, έκθεση πραγματογνωμοσύνης: Η διαμόρφωση του επιδίκου και των όμορων αυτού ιδιοκτησιών ή εκτάσεων ήταν, κατά το χρόνο μετάβασης εκεί του πραγματογνώμονα (2013), η ακόλουθη:
Στο ανατολικό τμήμα του, σε έκταση 1.800 τ.μ. περίπου, υπάρχει ελαιώνας, αποτελούμενος από 20 ελαιόδενδρα 50 ετών περίπου, ο οποίος είναι της ίδιας μορφής και συνέχεια του ελαιώνα που βρίσκεται ανατολικά του επιδίκου και καταχωρήθηκε, κατά τα άνω, με ΚΑΕΚ ... (με δικαιούχους τις ενάγουσες). Μέρος αυτού του τμήματος, εμβαδού 766,77 τ.μ., αποτελεί τμήμα του αγροτεμαχίου, εμβαδού 2.700 τ.μ., που, κατά τα άνω, παραχωρήθηκε το έτος 1953 στο δικαιοπάροχο του πατέρα των εναγουσών (στο Σ.
Μ.), με το υπ' αριθμ. .../1953 οριστικό τίτλο (παραχωρητήριο) του Δασαρχείου Λαμίας. Νότια δε και βόρεια του άνω τμήματος (ελαιώνα) και στις όμορες ιδιοκτησίες υπάρχουν ελαιώνες της ίδιας φύσης και μορφής, στο ΒΔ όριο του επιδίκου υπάρχουν 10 περίπου πευκόδενδρα μικρής ηλικίας και πέραν αυτού στην όμορη ιδιοκτησία υπάρχουν ελαιόδενδρα, στη νότια πλευρά του επιδίκου υπάρχουν πευκόδενδρα στη σειρά και πέραν αυτής (νότια) εκτείνεται πευκοδάσος και στο υπόλοιπο επίδικο υπάρχουν διάσπαρτα 10 περίπου ελαιόδενδρα και στο μέσον αυτής 3-4 πευκόδενδρα μικρής ηλικίας.
Στις αεροφωτογραφίες των ετών 1945, 1960, 1970 και 1997 εμφανίζεται η διαμόρφωση του επιδίκου ακινήτου (και της όμορης περιοχής) κατά τη διάρκεια των ετών 1945 - 1996. Για την ερμηνεία αυτών των αεροφωτογραφιών απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης και γι' αυτό με την άνω υπ' αριθ. 25/2013 διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.
Ακόμη, από τους διαδίκους προσκομίζονται και τεχνικές εκθέσεις. Κατ' αυτές (έκθεση πραγματογνωμοσύνης και τεχνικές εκθέσεις) η κάλυψη του επιδίκου από δασική βλάστηση το έτος 1945 είναι διαφορετική από εκείνη των επόμενων ετών, αλλά και τη σημερινή. Τα συμπεράσματα των εκθέσεων αυτών διαφοροποιούνται κατά ένα μέρος μεταξύ τους.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, κατά τα επισυναπτόμενα σ' αυτή σχεδιαγράμματα (με στοιχεία ...), όπου το επίδικο ακίνητο ορίζεται με τα στοιχεία..., συνορεύοντας ανατολικά με το άνω αγρόκτημα των εναγουσών (με ΚΑΕΚ ...), δυτικά με δάσος πεύκης, βόρεια με αγροτική έκταση και νότια με εν μέρει δασική έκταση, εν μέρει με αγροτική και εν μέρει με δασική λωρίδα:
α) στην αεροφωτογραφία του έτους 1945, τμήμα του επιδίκου με στοιχεία..., εμβαδού 2.137,33 τ.μ., που βρίσκεται στη νότια πλευρά του επιδίκου, εμφανίζεται να καλύπτεται από πευκόδενδρα, ενώ το υπόλοιπο τμήμα του, με στοιχεία..., εμβαδού 3.891,58 τ.μ. εμφανίζεται να καλύπτεται από μονοετή καλλιέργεια, β) στην αεροφωτογραφία του έτους 1960, τμήμα του επιδίκου, στην ανατολική πλευρά του (προς το ακίνητο των εναγουσών με ΚΑΕΚ ...), με στοιχεία...., εμβαδού 1.800 τ.μ. (τμήμα της οποίας αποτελεί και η άνω έκταση που παραχωρήθηκε στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγουσών Σ.
Μ. με το άνω υπ' αριθ. .../1953 παραχωρητηρίου), εμφανίζεται να καλύπτεται από ελαιόδενδρα, ενώ και το υπόλοιπο τμήμα του, εμβαδού 4.228,91 τ.μ., εμφανίζεται να καλύπτεται από μικρά ελαιόδενδρα σε αρκετά αραιή διάταξη, γ) στην αεροφωτογραφία του έτους 1970, το επίδικο εμφανίζεται με την ίδια μορφή (καλυπτόμενο από ελαιόδενδρα), όπως και το έτος 1960, δ) στην αεροφωτογραφία του έτους 1997, τμήμα του επιδίκου, στη βόρεια πλευρά του, με στοιχεία..., εμβαδού 611,22 τ.μ., εμφανίζεται να καλύπτεται από πευκόδενδρα, άλλο τμήμα του επιδίκου, στη νότια πλευρά του, με στοιχεία...., εμβαδού 460,81 τ.μ., εμφανίζεται να καλύπτεται, επίσης, από πευκόδενδρα, ενώ το υπόλοιπο τμήμα του, στο ανατολικό μέρος του, καλύπτεται από ελαιώνα και στο δυτικό τμήμα καλύπτεται από ελαιόδενδρα σε αραιή διάταξη τέλος ε) στη δορυφορική εικόνα του έτους 2010, τμήμα του επιδίκου, κατά μήκος της βόρειας πλευράς, με στοιχεία 1,2,3, εμβαδού 509,98 τ.μ., εμφανίζεται να καλύπτεται από δασική λωρίδα μέσου πλάτους 8 μ.
από πευκόδενδρα, άλλο τμήμα του, κατά μήκος της νότιας πλευράς, με στοιχεία 19,20, εμβαδού 308,49 τ.μ., εμφανίζεται να καλύπτεται από δασική λωρίδα μέσου πλάτους 5 μέτρων από πευκόδενδρα, ενώ το υπόλοιπο τμήμα του, εμβαδού 5.036,63 τ.μ., καλύπτεται από ελαιώνα (στο ανατολικό μέρος του) ή από ελαιόδενδρα σε αραιή διάταξη (στο υπόλοιπο μέρος του).
Σε ερμηνεία των άνω αεροφωτογραφιών παρόμοια, κύρια για το κρίσιμο έτος 1945, με την ως άνω της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης καταλήγει και ο Δ. Π., δασοπόνος - φωτοερμηνευτής, στην από Σεπτέμβριο 2008 έκθεση του, την οποία συνέταξε μετά από αίτηση των εναγουσών. Κατά τον άνω δασοπόνο, α) το έτος 1945 η εδαφική λωρίδα που εκτείνεται κατά μήκος της ανατολικής βόρειας και δυτικής πλευράς του επιδίκου ακινήτου, εμβαδού 3.949,65 τ.μ., έχει μορφή και χαρακτήρα αγροτικό, ενώ η υπόλοιπη έκταση, εμβαδού 2.103,50 τ.μ.
έχει τη μορφή δάσους και δασικής έκτασης, β) κατά το έτος 1960 ολόκληρη η επίδικη έκταση έχει τη μορφή αγροτικής έκτασης και συγκεκριμένα ελαιώνα - ελαιαγρού και γ) κατά τα έτη 1970, 1997 και 2007 η επίδικη έκταση διατηρεί την άνω μορφή (του ελαιαγρού), εντός του οποίου υπάρχει ομάδα 5-6 πευκόδενδρα που καλύπτει επιφάνεια 150 τ.μ., καθώς και 3 - 4 πευκόδενδρα στο νότιο όριο μεταξύ ελαιοδένδρων.
Ωστόσο, κατά τις προσκομιζόμενες, εκτός των άλλων, από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο τεχνικές εκθέσεις της Ε. Κ., δασολόγου του Δασαρχείου Αταλάντης (την με αριθ. πρωτ. Δ.Υ./19-11-2008) και του Κ. Δ., δασολόγου της Δ/νσης Δασών Φθιώτιδας (την από 8-9-2014), η διαμόρφωση (και ο χαρακτήρας) του επιδίκου ήταν το έτος 1945 (κυρίως), κατά το μεγαλύτερο μέρος διαφορετική της άνω (κατά την έκθεση πραγματογνωμοσύνης και την τεχνική έκθεση του Δ.
Π.) στερεοσκοπικής παρατήρησης των αεροφωτογραφιών. Συγκεκριμένα κατά την με αριθ. πρωτ. Δ.Υ. /19-11-2008 έκθεση φωτοερμηνείας της δασολόγου του Δασαρχείου Αταλάντης Ε. Κ. το επίδικο (ολόκληρο) ακίνητο εμφανίζεται να καλύπτεται στο ΒΑ τμήμα αυτής από χαμηλή θαμνώδη βλάστηση αείφυλλων πλατύφυλλων με ποσοστό κάλυψης 30-40 %, ενώ το υπόλοιπο τμήμα του καλύπτεται από δάσος πεύκης με υπόροφο αείφυλλων πλατύφυλλων με ποσοστό κάλυψης 79-90 %, και 2) κατά την από 8-9- 2014 τεχνική έκθεση του Κ.
Δ., δασολόγου της Δ/νσης Δασών Φθιώτιδας, στο ανατολικό τμήμα της έκτασης, που αντιστοιχεί στο ακίνητο που παραχωρήθηκε στο ως άνω Σ. Μ. με το υπ' αριθ. .../1953 παραχωρητήριο, δεν παρατηρείται η ύπαρξη δασικής βλάστησης, ενώ στην υπόλοιπη έκταση του το μεγαλύτερο μέρος της καλύπτεται από δασική βλάστηση χαλεπίου πεύκης με υπόροφο θαμνώδους μορφής βλάστηση αείφυλλων πλατύφυλλων (σκίνος, κουμαριά, πουρνάρι) και αγριελιές.
Κατά την άνω τεχνική έκθεση, η οποία και αποδίδει γεωμετρικά σφάλματα στον πραγματογνώμονα κατά τον έλεγχο απ' αυτόν της φωτοερμηνείας των αεροφωτογραφιών με αποκλίσεις πάνω των 10 μέτρων, η δασική βλάστηση εμφανίζεται (το έτος 1945) να καλύπτει συνολικά 3.290 τ.μ., με πυκνότητα κάλυψης του εδάφους 70-80 % περίπου.
Ακόμη, κατά την άνω έκθεση του Δ. Π. αλλά και την έκθεση φωτοερμηνείας της Ε. Κ., από το έτος 1960 και εφεξής το επίδικο ακίνητο, στις αεροφωτογραφίες των ετών 1960, 1970, 1996 και 1997, εμφανίζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος να καλλιεργείται με ελαιόδενδρα εκτός από μικρά τμήματα στα νότια και νοτιοδυτικά περίπου 475 τ.μ., τα οποία καλύπτονται από δασική βλάστηση χαλεπίου πεύκης με υπόροφο θαμνώδους μορφής βλάστηση αείφυλλων πλατύφυλλων (σκίνος, κουμαριά, πουρνάρι) και αγριελιές με ποσοστό κάλυψης το 70-80 % περίπου (στις αεροφωτογραφίες του έτους 1996, εμφανίζεται επί πλέον στο Β.Δ.
τμήμα του επιδίκου να έχει αναπτυχθεί, σε έκταση 160 τ.μ., μικρή συστάδα πεύκων ανάμεσα στα ελαιόδενδρα). Με βάση τις αεροφωτογραφίες αυτές ο άνω δασολόγος Κ. Δ. καταλήγει στο συμπέρασμα ότι από το επίδικο, τα μεν τμήματα: α) εμβαδού 782,32 τ.μ. (στο ανατολικό μέρος του), που εμπεριέχεται στην έκταση για την οποία εκδόθηκε το άνω υπ' αριθμ. .../1953 παραχωρητήριο, β) εμβαδού 606,32 τ.μ., που συνορεύει ανατολικά με το προηγούμενο, ως άνω, τμήμα και γ) εμβαδού 1.207,46 τ.μ., στη Βόρεια και ΒΔ πλευρά του, δεν αποτελούν δάσος ή δασική έκταση και δεν προστατεύονται από τη δασική νομοθεσία, το δε τμήμα του εμβαδού 3.104,94 τ.μ.
και 297,21 τ.μ., στη νότια και ΝΑ πλευρά του εμπίπτουν στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας γιατί με το δάσος χαλεπίου με το οποίο εφάπτονται νοτιοδυτικά συνιστούν οργανική ενότητα, με χαρακτηριστικά δασοβιοκοινότητας και δασικού οικοσυστήματος (βλ. την άνω τεχνική έκθεση του δασολόγου Κ. Δ. και το από Σεπτέμβριο 2014 σχεδιάγραμμα αυτού).
Με βάση τα όσα αναπτύχθηκαν, από τη συνεκτίμηση των άνω τεχνικών εκθέσεων με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα, μάρτυρες κ.λ.π.), αποδείχθηκε ότι από το επίδικο ακίνητο όπως αυτό αποτυπώνεται, κατά τα άνω, με στοιχεία (αριθμούς)... στο παραπάνω σχεδιάγραμμα φωτοερμηνείας έτους 1945 του πραγματογνώμονα Ε.
Φ., δάσος ή δασική έκταση αποτελεί τμήμα, εμβαδού 2.137,33 τ.μ., το οποίο αποτυπώνεται με στοιχεία (αριθμούς)... στο άνω σχεδιάγραμμα φωτοερμηνείας έτους 1945 του πραγματογνώμονα. Στο τμήμα αυτό (εμβαδού 2.137,33 τ.μ.) η κάλυψη, πριν το έτος 1945, από την παραπάνω βλάστηση (κυρίως πευκόδενδρων) και την ανάπτυξη της ήταν τέτοια ώστε το οργανικό σύνολο της πάνω στο έδαφος σε συνδυασμό με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα να προσέδιδε σ' αυτό (τμήμα) την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος και κατ' επέκταση του δάσους ή της δασικής έκτασης κατά την έννοια του προϊσχύσαντος β.δ.
της 17/11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών" (αρθρ. 1,2 και 3), του Ν. ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών" (αρθρ. 1) που περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 "περί δασικού κωδικός" και ήδη του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979. Η άνω βλάστηση στο άνω τμήμα δεν αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου (1940 - 1945), αλλά υπήρχε, με την άνω μορφή, από το έτος 1880 (τουλάχιστον).
Η έκταση αυτή, και αν αργότερα, (μετά το έτος 1945), κατά το μεγαλύτερο ή και μικρότερο, κατά περίοδο, μέρος της εκχερσώθηκε ή αποψιλώθηκε ή και καλλιεργήθηκε από τους δικαιοπαρόχους των εναγουσών (ή και τις ενάγουσες), κατά τη σαφή διάταξη του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντάγματος διατηρεί τον άνω χαρακτήρα της ως δάσος ή δασική έκταση.
Σε κάθε περίπτωση η κατάληψη της (έστω και κατά ένα μέρος) και εκχέρσωση της δεν έγινε από τον άνω απώτερο δικαιοπάροχο των εναγουσών Σ. Μ. (ή και τον πατέρα αυτού Σ. Μ.) πριν το έτος 1950, ούτε δε παραχωρήθηκε (εν όλω ή εν μέρει) σ' αυτόν από τον τότε δασάρχη και συνεπώς δεν επήλθε αλλαγή του δασικού χαρακτήρα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 45 και 46 του ν. 2501/1953.
Σε όλη δε την έκταση αυτή ο προαναφερόμενος δικαιοπάροχος των εναγουσών Σ. Μ. και πριν από αυτόν ο πατέρας του Σ. Μ. δεν άσκησαν πράξεις νομής με διάνοια κυρίων. Σε κάθε περίπτωση, μέχρι τις 11-9-1915, οπότε, χωρεί έκτακτη χρησικτησία και επί των δημοσίων κτημάτων και των εθνικών δασών (Ολ ΑΠ 75/1987), οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγουσών δεν ασκούσαν στην άνω έκταση πράξεις νομής με διάνοια κυριών και καλή πίστη για συνεχή χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 30ετίας.
Αντίθετα, η υπόλοιπη έκταση του επιδίκου τμήματος, εμβαδού 3.891,58 τ.μ. που αποτυπώνεται με στοιχεία (αριθμούς)... στο άνω σχεδιάγραμμα φωτοερμηνείας έτους 1945 του πραγματογνώμονα είχε, πριν το έτος 1945, αγροτικό χαρακτήρα, καλλιεργημένο από τους άνω απώτερους ή απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγουσών, εκτός μόνο από μικρό τμήμα της (προς ανατολάς), εμβαδού 783,47 τ.μ. (ή 766,77 τ.μ.
κατά τον πραγματογνώμονα), το οποίο, κατά τα άνω, έχοντας δασικό χαρακτήρα, το έτος 1953, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 5 του ν. 857/1937 παραχωρήθηκε (ως μέρος μεγαλύτερο εμβαδού 2.700 τ.μ.), με το υπ' αριθ. 64/1953 οριστικό τίτλο του Δασάρχη Λαμίας, στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγουσών Σ. Μ., ο οποίος και τότε, ως κύριος αυτού, καλλιεργούσε με ελαιόδενδρα (κυρίως).
Δεν ήταν δε ποτέ η άνω υπόλοιπη έκταση δάσος ή δασική, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ούτε αποτελούσε (όλη ή και μέρος της) ασκεπή έκταση, χορτολιβαδική ή μη, με βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτο χώρο εντός δασών. Σ' αυτό το τμήμα (της άνω, με αγροτικό χαρακτήρα, έκτασης των 3.891,58 τ.μ.), από το έτος 1880 και συνεχώς μέχρι το έτος 1920, ο Σ.
Μ. (πατέρας του προαναφερόμενου απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγουσών Σ. Μ.), ασκούσε τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής (οριοθέτησης, καθαρισμού, επίβλεψης, καλλιέργειας) με διάνοια κυρίου και καλή πίστη. Στη συνέχεια, από το έτος 1920 (μετά από άτυπη διανομή από τον ως άνω Σ. Μ.) μέχρι το έτος 1962 (οπότε και η μεταβίβαση του προς το Δ.
Ξ., άμεσο δικαιοπάροχο των εναγουσών, με το αριθ. .../1962 πωλητήριο συμβόλαιο) ασκούσε τις ίδιες πράξεις νομής (και με καλλιέργεια και ελαιοδένδρων μετά το έτος 1945) με διάνοια κυρίου και καλή πίστη (τουλάχιστον μέχρι τις 28-2-1946) ο άνω απώτερος δικαιοπάροχος Σ. Μ.. Τις πράξεις αυτές νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη ασκούσε, ακολούθως, ο προαναφερόμενος άμεσος δικαιοπάροχος των εναγουσών Δ.
Ξ. (πατέρας των εναγουσών), από το έτος 1962 και μέχρι το θάνατο του (στις 24-5-1986) και στη συνέχεια οι ενάγουσες μέχρι την άσκηση της αγωγής. Με τα ως άνω οι ενάγουσες απέκτησαν την κυριότητα του παραπάνω τμήματος του επιδίκου, εμβαδού 3.891,58 τ.μ. (κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμία) με παράγωγο τρόπο, αφού, μετά και το θάνατο, στις 8-3-1995, της μητέρας τους Σ.
χας Δ. Ξ. (επικαρπώτριας του ακινήτου εφ' όρου ζωής), περιήλθαν σ' αυτές, κατά τα παραπάνω (με την από 18-5-1977 διαθήκη του πατέρα τους Δ. Ξ.), με κληρονομική διαδοχή (αρθρ. 1710, 1712, 1716 επ., 1193, 1195, 1198, 1199 του ΑΚ). Ο άνω δε κληρονομούμενος πατέρας τους ήταν κύριος του παραπάνω ακινήτου (κατά το τμήμα που αναφέρθηκε), με αγορά δυνάμει του άνω υπ' αριθμ. .../1962 πωλητηρίου συμβολαίου και σε κάθε περίπτωση με έκτακτη χρησικτησία (αρθρ. 1045, 1046 ΑΚ), αφού αυτός, άσκησε στο τμήμα αυτό πράξεις νομής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 ετών.
Αλλά οι ενάγουσες απέκτησαν τη συγκυριότητα στο άνω τμήμα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενες αυτό, με προσμέτρηση και του παραπάνω χρόνου χρησικτησίας (αρθρ. 1051 του ΑΚ) του άμεσου ή και απώτερου ή απώτατου δικαιοπαρόχου της, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 ετών. Το τμήμα αυτό, σε όλη του την έκταση (και όχι μόνο κατά το μέρος αυτού, εμβαδού 783,47 τ.μ., που παραχωρήθηκε, κατά τα άνω, από το Δασάρχη Λαμίας στο δικαιοπάροχο των εναγουσών Σ.
Μ., κατά το οποίο και έγινε δεκτή η αγωγή με την εκκαλούμενη απόφαση), όχι μόνο δεν ήταν δάσος ή δασική έκταση (όπως αναφέρθηκε), αλλά και δεν αποτέλεσε δημόσια βοσκήσιμη γαία ή λιβάδι ή αδέσποτο. Αλλά και νομή επ' αυτού του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου δεν αποδείχθηκε, αφού, όπως αναφέρθηκε, αυτό είχε (και έχει) αγροτική μορφή, ενώ και οι δικαιοπάροχοι των εναγουσών (άμεσος και απώτεροι ή απώτατοι) ουδέποτε είχαν απωλέσει τη νομή του επ' αυτού.
Δεν αποτέλεσε δημόσιο κτήμα, παρά τα όσα περί του αντίθετου υποστηρίζει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Με βάση τα παραπάνω, οι ενάγουσες, κατ7 αποδοχή και του νόμιμου (όπως και στη μείζονα σκέψη) και παραδεκτά προτεινόμενου προς απόκρουση της εφέσεως (αρθρ. 262 παρ. 1, 527 του ΚΠολΔ) ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας μόνο κατά το άνω μερικότερο τμήμα του επιδίκου 2.137,33 τ.μ. (που αποτελεί, όπως αναφέρθηκε, δάσος), είναι συγκύριες του άνω υπολοίπου τμήματος του επιδίκου εμβαδού 3.891,58 τ.μ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμία".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε νόμιμης βάσης την απόφαση του, περιέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, κατά τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, μετά την ανέλεγκτη αναιρετικώς παραδοχή του ότι τούτο είχε αγροτική μορφή και ουδέποτε υπήρξε δάσος ή δασική έκταση, δημόσια βοσκήσιμη γαία, λιβάδι ή αδέσποτο, ο δε τ' αντίθετα υποστηρίζων τρίτος κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι για να καταλήξει στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα, το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλο ανεξαιρέτως το ενώπιον του νομοτύπως προσκομισθέν με επίκληση αποδεικτικό υλικό και δη κατέληξε σ' αυτό (πόρισμα), όπως επί λέξει αναφέρει στο σκεπτικό του: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως, την υπ' αριθ. 3827/21-7-2010 ένορκη βεβαίωση του Ι.Μ.
ενώπιον της συμ/φου Θερμοπυλών Φλώρας Πλαβούνου, την οποία επικαλείται και νόμιμα προσκομίζει η εφεσίβλητη, όπως αυτή νόμιμα λαμβάνεται υπόψη γιατί δόθηκε κατ' αρθρ. 270 παρ. 2 του ΚΠολΔ μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εκκαλούσας πριν δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες (βλ. την υπ' αριθμ. .../15-7-2010 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ.
Ν. Κ.), την από Δεκέμβριο 2013 (αριθμ. εκθ. 3/2013) έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ε. Φ., αγρονόμου - τοπογράφου - μηχανικού, ο οποίος διορίστηκε ως πραγματογνώμονας με την ως άνω μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που εκτιμάται ελεύθερα (αρθρ. 387 του ΚΠολΔ), τις προσκομιζόμενες νόμιμα, με επίκληση, τεχνικές εκθέσεις (φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών κ.λ.π.), που συντάχθηκαν μετά από αιτήσεις των διαδίκων και εκτιμώνται ελεύθερα (αρθρ. 390 του ΚΠολΔ), τα εν γένει τοπογραφικά κ.λ.π.
διαγράμματα και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (αρθρ. 529 παρ. 1 α' του ΚΠολΔ, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (αρθρ. 395 παρ. 1 και 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ), όπως μερικά απ' αυτά, έστω και αν δεν πληρούν όλους τους όρους του νόμου (αρθρ. 270 παρ. 2 εδ.
α', 524 του ΚΠολΔ (ΑΠ 2034/2009), αναφέρονται ιδιαίτερα παρακάτω, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, μεταξύ δε αυτών και την υπ' αριθ. 22683/1962 ένορκη βεβαίωση των Α. Σ. και Γ. Τ. ενώπιον του τότε συμ/φου Αταλάντης Θεοδ. Στασινόπουλου, η οποία δόθηκε τα πλαίσια άλλης δίκης (του απώτερου δικαιοπαρόχου των εφεσίβλητων) και νόμιμα λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο", χωρίς να απαιτείται η ιδιαίτερη αξιολόγηση και παράθεση προς τούτο κάθε αποδεικτικού μέσου.
Συνεπώς, ο τ' αντίθετα υποστηρίζων τρίτος κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Η διάταξη του αρθρ. 1 του Β.Δ. της 17.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" ορίζει ότι "εντός ενός έτους από της δημοσιεύσεως του παρόντος οφείλουν οι ιδιοκτήτες των υπό τα αρθρ. 1 και 2 δασών να παρουσιάσουν εις την επί των Οικονομικών Γραμματέων... τους νομίμους τίτλους της ιδιοκτησίας των. Η Γραμματεία θέλει εξετάσει αυτούς, θέλει τους αναγνωρίσει ή απορρίψει και εις την πρώτην περίπτωσιν θέλει δώσει επισήμως την κατοχήν εις τους ιδιοκτήτες, εις δε την δευτέραν αποπέμψει τας ελλείπουσας νομίμων αποδείξεων αξιώσεις αυτών ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων.
Εις την περίπτωσιν αυτήν όμως μέχρι της τελειωτικής δικαστικής αποφάσεως περί της ιδιοκτησίας μένει η διακατοχή του διαφιλονικουμένου δάσους αναφαίρετος εις ον ευρίσκεται. Παρελθούσης της ανωτέρω προθεσμίας θεωρούνται όλα τα δάση περί των οποίων δεν παρουσιασθούν οι ως άνω απαιτούμενοι τίτλοι, ως αδιαφιλονίκητα εθνικά και θέλουν διατίθενται ως τοιαύτα".
Οι διατάξεις των αρθρ. 1 και 2 του ιδίου διατάγματος αναφέρουν ως ιδιωτικά δάση: α) εκείνα για τα οποία "δι' εγγράφων εκδιδομένων κατά τους νομίμους τύπους από τας αρμοδίας Τουρκικάς Αρχάς αποδειχθούν ότι υπήρχαν και από της αρχής του υπέρ ανεξαρτησίας αγώνος ιδιοκτησίας πλήρεις ιδιωτών", β) εκείνα τα οποία κείνται "εις ιδιωτικά χωρίς - τζεκλίκια, εντός των ακριβώς υποδειχθέντων ορίων...
και σχηματίζουν αναγκαίον και φυσικόν συστατικόν μέρος αυτών" και γ) εκείνα "περί της ιδιοκτησίας των οποίων εγείρουν αξιώσεις Δήμοι ή Μοναστήρια στηριζομένας εις νομικά έγγραφα...". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι τα δάση: α) είναι ιδιωτικά αν, μετά την τήρηση της διαδικασίας του άρθ. 3 του άνω διατάγματος αναγνωρίστηκαν ως τέτοια από το Υπουργείο Οικονομικών ή, σε αρνητική περίπτωση, από τα δικαστήρια, β) είναι δημόσια (αδιαφιλονίκητα εθνικά) αν δεν υποβλήθηκαν αρμοδίως και εμπροθέσμως οι απαιτούμενοι τίτλοι προς αναγνώριση τους ως ιδιωτικών, ανεξάρτητα αν υπήρχαν ή όχι οι εν λόγω τίτλοι, και γ) προσωρινώς διακατεχόμενα από ιδιώτες, δήμους - κοινότητες ή μοναστήρια, αν υποβλήθηκαν από αυτούς αρμοδίως και εμπροθέσμως οι εν λόγω τίτλοι, αλλά είτε δεν κρίθηκαν από το ως άνω Υπουργείο ακόμη, είτε κρίθηκαν μη νόμιμοι, άκυροι κλπ.
και συνεπεία τούτου εκκρεμεί η διαφορά στα δικαστήρια, ή δεν έγινε προσφυγή στα αρμόδια δικαστήρια ούτε από το Δημόσιο, ούτε από τους ενδιαφερομένους (ΑΠ 874/2006, 575/1987, 426/1987). Τέλος, κατά το άρθρο 1 του ΒΔ διατάγματος της 3/12-12-1833, όλα τα λιβάδια (ή βοσκοτόπια) για την υπέρ ιδιώτη επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο ειδικού σχετικού περιεχομένου, που να έχει εκδοθεί από την αρμόδια Οθωμανική Κρατική Υπηρεσία, ήτοι ειδικό ταπίο, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Κατάλυση της κυριότητας του Δημοσίου και δημιουργία κυριότητας του ιδιώτη δεν μπορούσε να επιφέρει ούτε η μεταβίβαση της γης με σπαχί, ταπί ή χοτζέτι, γιατί οι τίτλοι αυτοί μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούσαν να προσπορίσουν (ΑΠ 1239/1996). Η παραπάνω διάταξη (αρθρ. 1 Δ/τος 3/12-13-1833) αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, που προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσης με έκτακτη χρησικτησία μέχρι 11-9-1915 υπό τις ίδιες, προαναφερθείσες για τα δάση, προϋποθέσεις στο μέλλον τα ακίνητα αυτά.
Η έννοια αυτή προκύπτει και από τα άρθρα 1 παρ. 2 ν. ΚΘ' 31-1/18-2-1964 και 3 ν. ΨΗΖ/1880 (ΑΠ 874/2006). Ο ισχυρισμός του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ότι το επίδικο αποτελούσε δασική έκταση ή λιβάδι στοιχειοθετεί ένσταση καταλυτική της αναγνωριστικής κυριότητας ή διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου αγωγής και, σε περίπτωση αμφισβήτησης της από τον ενάγοντα, οφείλει εκείνο να τον αποδείξει (ΑΠ 874/2006, ΑΠ 340/1985).
Συνεπώς ο δεύτερος, από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, αν και τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκε το αναιρεσείον για τον δασικό χαρακτήρα της επίδικης έκτασης αποτελούσαν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και όχι καταλυτική ένσταση, παρά ταύτα επιβλήθηκε εσφαλμένα σ' αυτό το βάρος απόδειξης της, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-3-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 121/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της πρώτης αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ